Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Γνωρίζεις τον εαυτό σου; (12)

Συνέχεια από: Kυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ


Γνωρίζεις τον εαυτό σου;

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' 1

Ἡ κίνηση μακριά ἀπό τούς ἀνθρώπους


Η σωτηρία παρέχεται δωρεάν καί εἶναι πάρα πολύ εὔκολη. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος τα μπερδεύει καὶ ἀναζητεῖ ἀλλοῦ τὴ σωτηρία, ἐπειδή στο βάθος ὑπάρχει τὸ ἐγώ, ὑπάρχει ἡ φιλαυτία.
Υπάρχει αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας, που ξεκινάει ἀπὸ τὴν ἡμέρα πού ἔπεσαν οἱ πρωτόπλαστοι.
Με την πτώση δηλαδή οἱ πρωτόπλαστοι ἔπαψαν να βλέπουν τον Θεό καὶ ἄρχισαν να βλέπουν τὸν ἑαυτό τους· στράφηκαν πρός τόν ἑαυτό τους.


Υγιής καί ἀρρωστημένη μόνωση


Ἡ βάση τῆς ἱσορροπίας τοῦ ἀνθρώπου

Με τη βοήθεια τοῦ Θεοῦ προσπαθοῦμε, με τις ὁμιλίες αὐτές, νὰ ἐμβαθύνουμε, να κάνουμε μια βουτιά, θα λέγαμε, μέσα στην ψυχή τοῦ ἀνθρώπου και να προχωρήσουμε –καὶ ἀπὸ ψυχολογικῆς καὶ ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως– ὅσο μπορούμε βαθύτερα μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὥστε νὰ δοῦμε μερικά πράγματα πού τὰ ἀγνοοῦμε, τὰ ὁποῖα ὅμως μᾶς κάνουν ἄνω κάτω καί ψυχολογικῶς καὶ πνευματικῶς.

Ἐνθυμεῖσθε, εἴπαμε ὅτι βάση τῆς ἰσορροπίας τοῦ ἀνθρώπου καί ἑπομένως βάση τῆς ψυχολογικῆς του τακτοποιήσεως ἀλλά καί τῆς πνευματικῆς του, ἰδιαιτέρως, ζωῆς καὶ προόδου εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ κατά Θεόν ἀγάπη, ἡ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἀγάπη.

Ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή τῆς πλάσεώς του, τῆς δημιουργίας του, εἶναι ἔτσι φτιαγμένος, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μόνος του, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχει μαζί μὲ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἀπό αὐτὴ τὴν ἀρχὴ τῆς πλάσεώς του ἀλλά καί ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἀναπλάσεώς του, τῆς ἀναδημιουργίας του, ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει μαζί μὲ τοὺς ἄλλους. Ὅπως μέσα στὸν Ἀδάμ εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος, καὶ ἡ ρίζα παντός ἀνθρώπου εἶναι ὁ Ἀδάμ, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ὑπάρχουμε τρόπον τινά καθ' έαυτοὺς, ἀλλὰ ὅλοι μαζί εἴμαστε ὁ ἄνθρωπος πού ἔπλασε ὁ Θεός, ἔτσι καὶ κατά τὴν ἀναδημιουργία, κατά τὴν ἀνάπλαση ποὺ ἐπετέλεσε ὁ Κύριος, μέσα στον νέο Ἀδάμ, στον Χριστό, εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος. Μέσα στον Χριστό εἴμαστε ὅλοι μαζί. Ἐκεῖ, δηλαδὴ μέσα στον Χριστό, γινόμαστε ἀληθινοί ἄνθρωποι, γινόμαστε χριστιανοί, καθώς ένωνόμαστε –στο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ– μὲ τὸν Θεό καί ἔχουμε σωστή σχέση καί σωστή ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Γι' αὐτό λοιπόν, το θεμέλιο καί ἡ βάση τῆς ψυχολογικῆς ἰσορροπίας καὶ τῆς καλῆς πνευματικής καταστάσεως καί προόδου τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη, εἶναι αὐτή ἡ σωστή κοινωνία καὶ ἐπαφή με τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Οἱ τρεῖς παθολογικές κινήσεις ὡς συνέπεια τῆς ἀποκλίσεως ἀπὸ τὴν ἀγάπη


Σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι ποὺ ὁ ἄνθρωπος δέν τα πηγαίνει καθόλου καλά, καί τελικά συνειδητοποιεῖ ὅτι κάτι ἔχει πάθει μέσα του, κάτι συμβαίνει, κάτι δεν πάει καλά μέσα του, καθώς διαπιστώνει ὅτι οἱ σχέσεις του μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους δὲν εἶναι σωστές, δέν εἶναι αὐτές που πρέπει νὰ εἶναι. Ἐάν δηλαδή ὁ ἄνθρωπος -ἐφόσον δὲν ὑπάρχει καθ' ἑαυτόν, ἀλλά μαζί με τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους- τελικά δέν μπορέσει διὰ τῆς ἀγάπης νὰ πάρει μέσα στον κόσμο ὅπου ζεῖ τὴ σωστή στάση ἔναντι τῶν ἄλλων, ὁπωσδήποτε θα χωλαίνει καὶ καθ' ἑαυτόν, ἀλλά θα χωλαίνει και στη σχέση του μὲ τοὺς ἄλλους.

Εάν, π.χ., κάποιος μέσα στην οἰκογένειά του δέν πάρει σωστή στάση ἀπέναντι τῶν ἄλλων μελῶν τῆς οἰκογενείας, ἢ στὴν ἐργασία του ἔναντι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων μὲ τοὺς ὁποίους συνεργάζεται, ἤ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ βρεθεῖ, ἔναντι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων μὲ τοὺς ὁποίους θὰ ἔρθει σε επαφή, τότε καὶ ὁ ἴδιος θὰ μαραζώνει, θὰ εἶναι ἀναστατωμένος, δὲν θὰ ἔχει ἐσωτερική ἰσορροπία, χαρά και γαλήνη, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους θὰ τοὺς κάνει ἄνω κάτω.

Γι' αὐτό λοιπόν -σύμφωνα μὲ αὐτά πού γνωρίζουμε ἀπό τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ σύμφωνα με αὐτά που λένε σήμερα ὁρισμένοι ψυχολό γοι καὶ μᾶς βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα αὐτὰ τὰ θέματα- καθώς θα ξεφύγει κανείς ἀπό τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν ὁποία ἔχει σωστή σχέση με τους ἄλλους ἀνθρώπους, καὶ ἡ ὁποία εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς ἰσορροπίας τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἐνδεχόμενο να πάρει μία ἀπό τίς ἑξῆς τρεῖς μή σωστές στάσεις ἀπέναντι τῶν ἄλλων, ὅπως ἤδη ἔχουμε πεῖ. Δηλαδή ἢ νὰ προσκολληθεί στούς ἄλλους, ὁπότε θανατώνεται ὡς προσωπικότητα. Η να πάρει ἐχθρική στάση ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων και να βρίσκεται σε ἕνα διαρκή ἀγώνα, σὲ ἕνα διαρκή πόλεμο, σε μια διαρκή ἔριδα μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ ἑπομένως σε μια διαρκή ἀνησυχία καὶ ἀταξία. Ή νὰ κλειστεί κανείς στὸν ἑαυτό του. Γι' αὐτή την τρίτη περίπτωση θα μιλήσουμε σήμερα.

Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος κλεισμένος στὸν ἑαυτό του καὶ στερημένος ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη


Γιὰ ἕναν ὁ ὁποῖος ἀφήνει τὸν κόσμο και πηγαίνει καὶ κλείνεται σε ἕνα σπήλαιο, σὲ ἕνα καλύβι, πηγαίνει καὶ ἐγκαταβιοῖ στα βράχια τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἢ σε κάποια ἄλλη ἔρημο, ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη, ἡ ἄποψη ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐγωιστής· ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος ξεχωρίζει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὅτι κλείνεται στον ἑαυτό του καί σκέπτεται μόνο τὸν ἑαυτό του. Όμως αὐτή ἡ ἄποψη εἶναι λανθασμένη.

Σήμερα πάρα πολλοί ἄνθρωποι ἀπό αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἐρχόμαστε σε διαρκή ἐπικοινωνία καὶ σχέση –καί μέσα στο σπίτι πού κατοικοῦμε καί στή δουλειά μας καί στη γειτονιά μας καί στις διάφορες συγκεντρώσεις, ὅπως καλή ὥρα ἐδῶ τώρα, καί ὅπου ἀλλοῦ
 πάρα πολλοί ἄνθρωποι, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους μπορεῖ νὰ εἴμαστε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, μολονότι ἔχουν τόσο δοῦναι λαβεῖν μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, πιθανόν νὰ εἶναι ἀπομονωμένοι, καί νὰ μὴν το γνωρίζουν. Καὶ ἴσως ἔχουν καί τή γνώμη ὅτι ὁ ἀσκητής, ὁ ἐρημίτης κατέφυγε στὴν ἔρημο σκεπτόμενος καί κινούμενος ἐγωιστικά.

Ἐπιτρέψτε μου νὰ μὴν πῶ πιθανόν, ἀλλὰ νὰ πῶ ὅτι σίγουρα πάρα πολλοί ἄνθρωποι τῆς σύγχρονης κοινωνίας εἶναι ἀπομονωμένοι, εἶναι κλεισμένοι στον ἑαυτό τους. Πάρα πολλοί ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν σὲ μεγάλες και σε μικρότερες πόλεις και οἱ ὁποῖοι διαρκῶς διασκεδάζουν μαζί, διαρκῶς πᾶνε κι ἔρχονται μαζί, διαρκώς συζητοῦν καὶ δῆθεν φοβούνται μήν τυχόν βρεθούν μόνοι τους σε κάποια ἐρημιά καὶ κάνουν κακό στην κοινωνία, τελικά εἶναι μόνοι, εἶναι κλεισμένοι στον ἑαυτό τους και στερημένοι ἀπὸ τὴν ἀληθινή αγάπη,

Ἡ ἀγάπη εἶναι αὐτή πού ἀνοίγει, τρόπον τινά, θύρα στὴν ὕπαρξη τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἔτσι ὑπάρχει κοινωνία μεταξύ τους, καὶ γίνεται ἕνα ἄλληλοδόσιμο. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ξεφεύγει ἀπό τόν μηδενισμό ποὺ ἔχει ἡ ὕπαρξή του καθ' ἑαυτήν, ξεφεύγει ἀπό αὐτή την καταστροφή και μπορεῖ καὶ ζεῖ και διατηρεῖται σε μια ισορροπία ψυχολογική, καθώς ἔχει πραγματική σχέση με τον Θεό καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, καὶ ἔτσι μπορεῖ νὰ ἔχει και πνευματική προκοπή.

Πάρα πολλοί ἄνθρωποι λοιπόν στερούνται αὐτή τήν ἀγάπη. Καί ἄλλοι μέν, καθώς στερούνται τὴν ἀγάπη αὐτή, προσκολλώνται στοὺς ἄλλους. Ἄλλοι εἶναι ἐχθρικοί ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Καὶ ἄλλοι δέν εἶναι μέν ἐχθρικοί πρός τοὺς ἄλλους –τούς ἀφήνουν ἥσυχους τοὺς ἄλλους– οὔτε και πολύ-πολύ προσκολλῶνται σ' αὐτοὺς –ἂν καὶ αὐτὸ εἶναι κάπως ἀμφίβολο
 ἀλλὰ ἀποσύρονται στον ἑαυτό τους, κλείνονται στὸν ἑαυτό τους, ἀπομονώνονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ αὐτοκαταστρέφονται.

Αὐτὴ καὶ ψυχολογικῶς καὶ πνευματικῶς εἶναι μιά ἀρρωστημένη κατάσταση. Είναι μια ἀσθένεια, ἐξ ὅσων ἐγώ γνωρίζω καὶ ἐξ ὅσων μπορῶ νὰ κα ταλάβω, ἀπὸ τὴν ὁποία πάρα πολλοί ἄνθρωποι τῶν ἡμερῶν μας, καί ἀπὸ τὴν πλευρά τῶν ἀνδρῶν καὶ ἀπὸ τὴν πλευρά τῶν γυναικῶν, θὰ ἔλεγα ὅτι πάσχουν, θὰ ἔλεγα ὅτι εἶναι προσβεβλημένοι.

Ἡ μόνωση τοῦ μοναχοῦ ἀγκαλιάζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους

Ὁ ἐρημίτης, ἀντίθετα, δέν εἶναι ἄρρωστος ψυχολογικά. Αὐτός ὁ ὁποῖος καταφεύγει στα βράχια, στα σπήλαια, σε ἕνα κελί, σε ἕνα ἐρημικό τέλος πάντων μοναστήρι, δὲν τὸ κάνει ἐπειδή θέλει να κλειστεῖ στὸν ἑαυτό του καὶ ἔτσι νὰ μηδενιστεῖ. Αὐτὸς δὲν τὸ κάνει κινούμενος ἀπό μιά άρρωστημένη διάθεση, ἀπό μιά ἀρρωστημένη ἐσωτερική κατάσταση, ἀπὸ τὴν ὁποία πάσχει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος μέσα στις μεγάλες πόλεις. Το κάνει, διότι διαπίστωσε, τουλάχιστον γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅτι πηγαίνοντας ἐκεῖ, θὰ ἀνοίξει κάποιο παράθυρο, θά ἀνοίξει κάποια πόρτα γι' αὐτόν, με τη χάρη καί τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ πρὸς τὸν Θεό καί πρός τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Καί ἔχουμε τέτοια παραδείγματα, συγκεκριμένα, χειροπιαστά παραδείγμα τα ἐρημιτῶν, ἀσκητῶν, ποὺ ἄνοιξε τόσο διάπλατα ἡ καρδιά τους, ἐκεῖ που κατέφυγαν, ὥστε ὄχι ἁπλῶς χωροῦν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μέσα τους, ἀλλὰ ἔχουν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μέσα τους και αἰσθάνονται ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἔλεγε γιὰ τὸν ἑαυτό του, γράφοντας στούς Φιλιππησίους, ὅτι τοὺς ἔχει μέσα στην καρδιά του. (2. Βλ. Φιλιπ. 1, 7. Пρβλ. Β΄ Κορ. 7, 3.)

Καὶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, για να συνεννοηθούμε καλύτερα, νὰ ἀναφέρω την περίπτωση κάποιου μοναχοῦ, ποὺ καὶ ἄλλη φορά ἔχω ἀναφέρει. Στο  Αγιον Ὄρος καὶ συγκεκριμένα στο πιο δύσκολο μέρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στα λεγόμενα Καρούλια, ὅπου οἱ μοναχοί ἀνεβαίνουν και κατεβαίνουν με ἁλυσίδες καὶ ζοῦν πιο πολύ μὲ τὰ ἀγριόσυκα παρά με ψωμί ἤ ἄλλα τρόφιμα, ἕνας ἀσκητής, ὁ ὁποῖος ἔφυγε ἀπό τὸ μοναστήρι ὅπου ἔμενε καὶ πῆγε σ' αὐτὸ τὸ ἄγριο μέρος, εἶχε φθάσει σε τέτοιο σημείο καλῆς πνευματικῆς καταστάσεως, ὥστε προσευχόταν με δάκρυα, πολλές ώρες τὴν ἡμέρα καί πολλές ώρες τη νύκτα, να πάρει ὁ Θεός ὅλο τον κόσμο στον παράδεισο, καὶ αὐτὸς ἄς μείνει ἔξω ἀπὸ τὸν παράδεισο. (Πρβλ. Ρωμ. 9. 3: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου)

Ἐμεῖς ἴσως δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τί σημαίνει αὐτό. Ἀλλὰ ἂν σκεφθοῦμε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἄφησε ὄχι ἁπλῶς τὸν κόσμο ἀλλὰ καὶ το μοναστήρι του, για να πάει σε μια ἔρημο να σώσει τὴν ψυχή του, τελικά θυσιάζει καὶ τὴν ψυχή του γιὰ τοὺς ἄλλους, καὶ ἂν σκεφθοῦμε ὅτι αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι στα καλά του -διότι καὶ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν εἶναι στα καλά του θα μποροῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτό- ἂν σκεφθοῦμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός σκέπτεται λογικά, ξέρει τι ζητάει, ξέρει τι θέλει, τότε καταλαβαίνουμε σε ποιό σημείο ἁγιότητος, σε ποιό σημεῖο ἀνοίγματος στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνοίγματος πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους εἶχε φθάσει αὐτός ὁ ἀσκητής. Σ' ἐμᾶς που ζούμε στον κόσμο θα πρέπει να γίνει ἕνα πρωτάκουστο θαῦμα, γιὰ νὰ μπορέσουμε ὄχι να φθάσουμε σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο, σ' αὐτόν τον βαθμό ἁγιότητος ποὺ ἔφθασε ἐκεῖνος, ἀλλὰ ἔστω κάτι νὰ πάρουμε ἀπό αὐτή τη δική του πραγματικότητα.

Ἄλλο λοιπόν εἶναι ἡ μόνωση, το κλείσιμο στον ἑαυτό μας, το να φεύγει κανείς ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι ἀσθένεια, καί χαρακτηρίζεται σήμερα ἀπὸ τοὺς ψυχολόγους ὡς ἀσθένεια τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου –ἀπό ψυχολογικῆς ἀπόψεως· ἀλλὰ γιατί ὄχι καὶ ἀπό πνευματικῆς; – καὶ ἄλλο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κάνουν οἱ ἀσκητές, οἱ ἐρημίτες, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο κάνει ἀκόμη καὶ ἕνας πού εἶναι μέσα στον κόσμο και προσπαθεῖ νὰ ζεῖ, κατά κάποιον τρόπο, ἐρημιτικά καὶ ἀσκητικά.

Ἐάν λοιπόν, ἐνῶ δὲν ἔχουμε τὴν ἀληθινή ἀγάπη, τελικά δέν προσκολλόμαστε στούς ἄλλους ἀνθρώπους οὔτε εἴμαστε ἐχθρικοί πρός αὐτούς, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσουμε μήπως τυχόν βαθύτερα εἴμαστε πολύ ἀπομονωμένοι, πολύ κλεισμένοι στον ἑαυτό μας· μήπως τυχόν βαθύτερα πάσχουμε ἀπό αὐτὸ ποὺ οἱ πατέρες ὀνομάζουν φιλαυτία, καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς κάνει να σκεπτόμαστε ἐγωιστικά, να σκεπτόμαστε μόνο τὸν ἑαυτό μας· μήπως ἔχουμε ἀρρωστημένη ἀγάπη, δαιμονική, θὰ ἔλεγα, ἀγάπη πρὸς τὸν ἑαυτό μας.

Συνεχίζεται

Συνομιλία με τον Γέροντα Παΐσιο (Α’)

Συνομιλία με τον Γέροντα Παΐσιο (Α’)

Στις 23 Απριλίου 1975, ημέρα Τρίτη του Πάσχα, επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Γρηγορίου ο μακαριστός αγιορείτης Γέρων Παΐσιος. Κατά παράκλησιν του αγίου Καθηγουμένου ο πατήρ Παΐσιος ωμίλησε σε σύναξι της Αδελφότητος και κατόπιν απάντησε σε ερωτήσεις των αδελφών. Κατωτέρω δημοσιεύσουμε τις απαντήσεις του, οι οποίες είναι γεμάτες από Χάρι Θεού και γνώσι πνευματική, όπως τότε τις είχε καταγράψει αδελφός της Μονής μας.

– Γέροντα, τι μας συμβουλεύετε να κάνουμε ως νέοι μοναχοί που είμαστε;

– Η υπακοή είναι δρόμος ασφαλής που οδηγεί στην ελευθερία και στην ταπείνωσι.

– Πώς αποκτάται η πραγματική ταπείνωσις;

Η ταπείνωσις πρέπει να γίνη μία κατάστασις. Μπορεί να έρχωνται λογισμοί υπερηφανείας και ο μοναχός να τους πολεμή με λογισμούς ταπεινώσεως, και αυτό να γίνεται μέχρι τέλους της ζωής του. Όμως δεν αρκεί αυτό, αλλά πρέπει να σκεφθή ότι ο Θεός με έκανε άνθρωπο και όχι ζώο. Επί πλέον έχυσε το αίμα Του για μένα. Λοιπόν, εγώ πρέπει να τον ευγνωμονώ, να τον ευχαριστώ και να ταπεινώνωμαι, επειδή δεν ανταποκρίνομαι στις τόσες ευεργεσίες Του.

– Τι πρέπει να κάνουμε, όταν έχουμε πειρασμούς, ή από λογισμούς δικούς μας ή από πόλεμο άλλων;

– Πρέπει να τους δεχώμαστε με χαρά, διότι με αυτούς μας επισκέπτεται η θεία Χάρις. Όσοι πειρασμοί και να μας έλθουν, εάν εμείς είμαστε κοντά στον Χριστό, τότε η καρδιά μας θα έχη γλυκύτητα, διότι ο Κύριος είναι όλος γλυκύτης.

Κάποτε πήγα στη Μονή Κωνσταμονίτου και βρήκα τον φημισμένο Ηγούμενό της Φιλάρετο να είναι πεσμένος κάτω και κουλουριασμένος σαν κουβάρι και να λέγη: Δεν είχα σήμερα πειρασμό, δεν είχα σήμερα πειρασμό. Τότε είπα από μέσα μου: Δεν μου λες να σου δώσω τους δικούς μου πειρασμούς και τα πάθη μου; Διότι τότε ήμουν γεμάτος από αυτά, όπως και τώρα!

Άλλοτε πάλι είχα πάει στο χωριό μου ως μοναχός. Όταν ήμουν στην Εκκλησία, έκανα προσευχή και είπα: Κύριε, βάλε όλους αυτούς τους πιστούς στη Βασιλεία Σου, κι εμένα αν θέλης βάλε με σε μία ακρούλα. Τότε ο ιερέας, ο οποίος με υπεραγαπούσε από λαϊκό ακόμη και μάλιστα με κοινωνούσε μέσα στο Ιερό, φώναξε δυνατά μπροστά σε όλους: Φύγε, και να κοινωνήσης από έξω. Εγώ βγήκα χωρίς να του πω τίποτε. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ήλθε ο Ιερέας και μου έβαλε μετάνοια με δάκρυα ζητώντας συγχώρησι. Όλα αυτά έγιναν από την προσευχή που είχα κάνει. Τότε ο Κύριος είχε πάρει την Χάρι Του από τον Ιερέα, κατόπιν όμως με την μετάνοια του την ξανάδωσε διπλή. Εμένα με δοκίμασε, εάν θα κάνω υπομονή και δείξω ταπείνωσι. Γι’ αυτό πρέπει να έχουμε υπομονή και χαρά στις δοκιμασίες και στους πειρασμούς.

– Εάν έλθουν λογισμοί να φύγουμε από το Μοναστήρι και να πάμε στην έρημο, τι πρέπει να κάνουμε;

– Πρέπει να φροντίζουμε να κόβουμε τα πάθη μας και τότε και εδώ που είμαστε έρημος θα είναι.

– Πώς μπορούμε να λέμε καλύτερα την ευχή, όταν είμαστε μόνοι στο κελλί μας ή έξω μαζί με άλλους;

– Η ησυχία βοηθάει πολύ, αλλά δεν πρέπει να αρνούμαστε και την εξυπηρέτησι των αδελφών, όταν μας την ζητούν. Πρέπει, όπως είπαμε στην αρχή, να έχουμε ταπείνωσι και τότε θα έχουμε και ευχή πραγματική. Να μη κάνουμε από συνήθεια είκοσι, πενήντα, διακόσια κομποσχοίνια, τελείως τυπικά. Κάποτε ένας μοναχός ψάρευε και έλεγε συνέχεια την ευχή. Όταν όμως το ψάρι τού έτρωγε το δόλωμα, τότε αυτός και στον πειρασμό το έστελνε και κακό χρόνο νάχης του έλεγε κλπ.

Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 25 (2000), σελ. 80.
https://www.koinoniaorthodoxias.org

Σε ποιον στέλνουμε τα όπλα;

Marco Travaglio - 4 Ιανουαρίου 2026

Σε ποιον στέλνουμε τα όπλα;


Πηγή: Il Fatto Quotidiano

Η εγκληματική και τρομοκρατική επίθεση του Τραμπ στο κυρίαρχο κράτος της Βενεζουέλας, σύμφωνα με την καλύτερη παράδοση της δικής του αυλής, αποτελεί ταυτόχρονα επιβεβαίωση και μάθημα για όσους αρνούνται να κατανοήσουν πώς λειτουργεί ο κόσμος.
1) Η επιβεβαίωση είναι ότι οι πρόεδροι αλλάζουν -Δημοκρατικοί ή Ρεπουμπλικάνοι, ορθόδοξοι ή ετερόδοξοι- αλλά όχι οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες κάνουν πάντα ό,τι θέλουν. Αλλά χωρίς ποτέ να ανησυχούν για τις «επακόλουθες». Ο Τραμπ είναι ετερόδοξος, σε τέτοιο βαθμό που ονειρεύεται γελοία το Νόμπελ Ειρήνης, ενώ οι προκάτοχοί του έχουν πάντα κερδίσει τιμητικά Νόμπελ Ειρήνης. Αλλά ο περίφημος απομονωτισμός του ρουφάει τακτικά από τον «νεοσυντηρητικό» καρκίνο που κάθεται δίπλα του με τη μορφή του Ρούμπιο και πολλών αόρατων μελών του Βαθύ Κράτους. Η διαφορά με άλλους προέδρους είναι ότι ο Τραμπ δεν προσπαθεί καν να καλύψει το πραξικόπημα στο Καράκας με την εξαγωγή δημοκρατίας, ανθρωπιστικών παρεμβάσεων ή άλλων εύπιστων δολωμάτων: δηλώνει απερίφραστα ότι θέλει πετρέλαιο, και όταν μιλάει για «ναρκοτρομοκρατία», δεν το πιστεύει ούτε ο ίδιος (μόλις έδωσε χάρη στον πρώην πρόεδρο της Ονδούρας Ερνάντεζ, ο οποίος καταδικάστηκε στις ΗΠΑ σε 45 χρόνια φυλάκισης για ένα μεγάλο κύκλωμα διακίνησης κοκαΐνης).
2) Το μάθημα είναι ότι η Δύση δεν είχε ποτέ κανένα δικαίωμα να διδάσκει διεθνές δίκαιο στις «αυταρχικές» πολιτείες. Αν οι εγκληματικές επιθέσεις του ΝΑΤΟ στη Σερβία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ και τη Λιβύη, και η σφαγή του Ισραήλ στη Γάζα, δεν ήταν αρκετά, η Βενεζουέλα τώρα αποκαλύπτει την υποκρισία και τα διπλά μέτρα και σταθμά των «καλών»: ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καταδικάζουν αδύναμα τις ΗΠΑ, άλλες κελαηδούν, η φον ντερ Λάιεν φλυαρεί για μια «δημοκρατική μετάβαση», η άχρηστη Κάλλας κηρύττει «μετριοπάθεια» απέναντι στους βομβαρδισμούς και το πραξικόπημα, και η Μελόνι μας καλύπτει με ντροπή και χλευασμό μιλώντας με ενθουσιασμό για μια «νόμιμη αμυντική παρέμβαση». Το παραμύθι του «επιτιθέμενου» και του «δέχτηκε επίθεση» ίσχυε μόνο για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το ίδιο ισχύει και για τις ευρω-Ματαρέλι εκφωνήσεις περί «δίκαιης ειρήνης» και του δικαιώματος όλων των Ουκρανών (όχι μόνο των ντόπιων) να αποφασίσουν για την τύχη του Ντονμπάς: και, παρακαλώ πείτε μου, ποιος πρέπει να αποφασίσει για τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, αν όχι ο λαός της Βενεζουέλας; Το 2019, ένας πολύ διαφορετικός πρωθυπουργός, ο Κόντε, αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον πραξικοπηματία Γκουαϊδό, τον οποίο ο Τραμπ ήθελε να επιβάλει στο Καράκας, το μόνο στην Ευρώπη με τον Πάπα Φραγκίσκο. Μετά ήρθαν οι σερβιτόροι Ντράγκι και Μελόνι. Τώρα, για να είμαστε συνεπείς, η ΕΕ θα πρέπει να στείλει όπλα στους επιτιθέμενους οπαδούς του Μαδούρο και να επιβάλει κυρώσεις στις επιτιθέμενες ΗΠΑ με 22 πακέτα κυρώσεων. Προφανώς, δεν το σκέφτεται καν: λέει πάντα ναι στον Τραμπ όταν πρέπει να πει όχι (δασμοί, φυσικό αέριο, όπλα και 5% του ΑΕΠ στο ΝΑΤΟ) και όχι όταν πρέπει να πει ναι (το ειρηνευτικό σχέδιο για την Ουκρανία). Τελικά, οι παραπλανημένοι ηγέτες μας τον προτιμούν όταν κάνει πόλεμο παρά όταν προσπαθεί να κάνει ειρήνη.

Δώστε σε αυτό το κακό όποιο όνομα θέλετε.

Matteo Mazzoni - 01/04/2026

Δώστε σε αυτό το κακό όποιο όνομα θέλετε.


Πηγή: Ματέο Ματσόνι

Γράφεις πράγματα όπως «Βενεζουέλα για την Ουκρανία». Αλλά πρώτα ήταν «Συρία για την Ουκρανία». Μετά θα είναι το Ιράν για την Ουκρανία. Μετά η Ρωσία για την Ουκρανία, μετά η Κίνα για την Ουκρανία, μετά η Ουκρανία για την Ουκρανία. Μαλακίες.
Η αλήθεια είναι ότι αν σου επιτεθεί ένα άγριο θηρίο, δεν μπορείς να προσφύγεις στο νόμο.
Είναι σχεδόν ανήθικο να το παραδεχτείς, αλλά ο Καραγκάνοφ έχει δίκιο.
Αυτή η μικρή ιστορία για τη μετατόπιση της κυβέρνησης Τραμπ σε μια γεωπολιτική περιοχών επιρροής δεν είναι αλήθεια. Με ποια έννοια θα πρέπει το Ιράν να βρίσκεται γεωγραφικά υπό τη σφαίρα επιρροής της Αμερικής; Με ποια έννοια θα πρέπει να βρίσκεται η Μέση Ανατολή; Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για έναν πόλεμο για πόρους, αναπόφευκτα συνδεδεμένο με το δολάριο και τον ρόλο του ως νομισματικό όπλο στη διεθνή σκηνή.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ποτέ εγκαταλείψει την επιβολή παγκόσμιας κυριαρχίας. Ποτέ. Είναι η αποστολή τους. Είναι η αποστολή του «πρίγκιπα αυτού του κόσμου».
Είναι αλήθεια: η αυτοκρατορία βρίσκεται σε κρίση.
Και εμείς, οι κατεχόμενοι, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο παρά να ελπίζουμε ότι θα υποχωρήσει ή θα καταρρεύσει υπό την πίεση άλλων. Δεν έχουμε καμία δύναμη να αντιδράσουμε, ούτε έχουμε συλλογική πρόθεση να το κάνουμε, ψυχικά αποικισμένοι όπως είναι οι λαοί μας.
Αλλά ο κατακτητής θα παραμείνει όρθιος και θα ξεπεράσει την κρίση, αν συνεχίσει να απουσιάζει μια δυναμική αντίδραση. Αν συνεχίσει να υπάρχει αποσύνθεση.
Το διεθνές δίκαιο, οι διεθνείς οργανισμοί, ανέκαθεν υπηρετούσαν τον ηγεμόνα, ο οποίος ο ίδιος δεν τους σεβάστηκε ποτέ. Το ότι οι καταπιεσμένοι επιμένουν να θέλουν να παίζουν με τους κανόνες του καταπιεστή, τους οποίους ο καταπιεστής παραβιάζει συνεχώς, μου φαίνεται ανόητο.

Πάρτε για παράδειγμα το Ιράν. Είναι μια ηθική δύναμη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι.
Ναι: το Ιράν είναι μια ηθική δύναμη. Απορρίπτει τα πυρηνικά όπλα επειδή είναι αντίθετα με τη θρησκευτική ηθική.
Ή τουλάχιστον αυτό συνέβαινε μέχρι τώρα.
Αυτή η ηθική καθορίζει ποια πλευρά είναι καλή και ποια πλευρά είναι κακή (συγχωρήστε τη χρήση όρων, ας μην φιλοσοφούμε γι' αυτό). Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και οι ανόητοι υπηρέτες τους αντιπροσωπεύουν την αλαζονεία. Την ανθρώπινη αλαζονεία που αμφισβητεί τη θεϊκή τάξη.

Αλλά η φθίση, η επακόλουθη θεϊκή εκδίκηση, την οποία ελπίζουμε, δεν έχει ακόμη φτάσει. Καμία δύναμη δεν έχει αναλάβει ακόμη το έργο.
Η Γάζα και η καταπίεση των Παλαιστινίων παραμένουν ατιμώρητες. Αλλά η Γάζα δεν είναι Γάζα αυτή καθαυτή. Η Γάζα είναι σύμβολο. Η Γάζα είναι σύμβολο σε παγκόσμιο επίπεδο, επειδή οπουδήποτε μπορεί να είναι Γάζα: όταν μια δύναμη αποδεικνύεται αδίστακτα καταστροφική, ανίκανη να σκεφτεί τους άλλους ως ανθρώπινα όντα, αυτό που συμβαίνει στην Παλαιστίνη μπορεί να συμβεί οπουδήποτε και ανά πάσα στιγμή. Είναι η αποκάλυψη ενός δαιμονικού κακού. Το κακό ξεδιπλώνεται. Και έτσι αναρωτιόμαστε: πρέπει να συνεχίσουμε να επιδιώκουμε την τιμή, όπως κάνει το Ιράν, ή πρέπει να αντιμετωπίσουμε αυτή την αδίστακτη συμπεριφορά με ίση και αντίθετη αδίστακτη συμπεριφορά; Είναι ένα φιλοσοφικό ερώτημα χωρίς λύση.
Όλα τα σενάρια είναι αλληλένδετα.
Η Βενεζουέλα έχει αρκετό πετρέλαιο για να εγγυηθεί μια μικρή αντίδραση σε περίπτωση κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ, για παράδειγμα. Προφανώς, μόνο εάν οι ΗΠΑ αποκτήσουν πραγματικά την κατοχή των πόρων της χώρας.
Δεν πρόκειται για υπεράσπιση αυτού ή εκείνου του έθνους για λόγους συμπάθειας ή ιδεολογικής εγγύτητας, ή για εναντίωση σε αυτό για τους ίδιους λόγους. Αυτό είναι παιδαριώδες.
Εάν δεν υπάρχουν εξίσου ισχυρές αντιδράσεις, ας προετοιμαστούμε για την εξάπλωση αυτού του κακού. Ας προετοιμαστούμε για την εξάπλωση δυνάμεων που θεωρούν την μη εκλεκτή ανθρωπότητα τίποτα περισσότερο από κρέας για τα κανόνια. Και τα άτομα ως τίποτα περισσότερο από ζώα φάρμας.

Πείτε το κακό όπως θέλετε.
Δεν έχει σημασία.

Ξαναδιαβάζοντας τον Hegel (2) Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική

Συνέχεια από 26. Δεκεμβρίου 2025

Ξαναδιαβάζοντας τον Hegel 2
Χρόνος, υποκείμενο, αρνητικότητα, διαλεκτική
Του Roberto Morani, Εκδόσεις Orthotes, 2019


ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ


1. Η πολλαπλότητα των μορφών του χρόνου

Ο χρόνος στο εγελιανό σύστημα διαμορφώνεται ως μια σύνθετη και αρθρωμένη έννοια, η οποία λαμβάνει διαφορετικό νόημα ανάλογα με τα πεδία — φύση ή πνεύμα — μέσα στα οποία εμφανίζεται. Εφόσον ο χρόνος είναι ένας προσδιορισμός που, στη συστηματική έκθεση της Εγκυκλοπαίδειας, διατρέχει εξ ολοκλήρου τόσο τη Φιλοσοφία της Φύσης (Naturphilosophie) όσο και τη Φιλοσοφία του Πνεύματος (Geistesphilosophie), και εφόσον κάθε βαθμίδα της φύσης και κάθε βαθμίδα του πνεύματος διαθέτει μια ειδική μορφή χρονικότητας, δεν είναι δυνατό να εντοπιστεί στην εγελιανή φιλοσοφία ένας ενιαίος ορισμός του χρόνου: δεν υπάρχει ο χρόνος, ούτε υπάρχουν ο φυσικός χρόνος ή ο χρόνος του πνεύματος ως ενιαίες και ομοιογενείς έννοιες. Αυτός ο πολυσημικός χαρακτήρας επιβάλλει προκαταρκτικά τη διεξαγωγή μιας έρευνας γύρω από τις διαφορετικές μορφές του χρόνου, της φύσης και του πνεύματος. (Βλ. σχετικά G. Severino, Ο χρόνος στον Hegel, στο Ο χρόνος στον Guicciardini, τον Pomponazzi, τον Bruno και τον Hegel, επιμ. C. Vasoli, Μιλάνο 1999, σσ. 256–265· ειδικότερα σσ. 260–262.)

Στο πεδίο της φύσης, ο χρόνος εμφανίζεται με διακριτές ποιότητες στη σφαίρα της ανόργανης φύσης και σε εκείνη της οργανικής φύσης. Ο χρόνος της ανόργανης φύσης, όπως πραγματεύεται στην αρχή της Φιλοσοφίας της Φύσης, παρουσιάζεται αρχικά, σε συνάφεια με τον χώρο, ως μορφή της ύλης και της κίνησης (Enz., §§257–259)· στη συνέχεια εκδηλώνεται ως «υλοποιημένος χρόνος της φωτιάς» (Enz., §283) και ως «υλική χρονικότητα» του ήχου (Enz., §300).

Με την εμφάνιση του έμβιου, και ιδίως του ζωικού οργανισμού, ο χρόνος της φύσης μετασχηματίζεται ποιοτικά, καθιστάμενος «χρόνος καθ’ εαυτόν» (Enz., §344Z). Σε αντίθεση με τον «χρόνο του συστήματος» (Enz., §344Z), δηλαδή την κίνηση των ουράνιων σωμάτων που διέπεται από την αναγκαιότητα των νόμων του ηλιακού συστήματος, το ζώο είναι «ελεύθερος χρόνος» (Enz., §351): απολαμβάνει ελεύθερη κίνηση, καθορίζει αυθαίρετα τον ίδιο του τον τόπο χάρη στην ικανότητά του να αποδεσμεύεται από τη βαρύτητα. Η απελευθέρωση από τη δύναμη της γήινης έλξης επιτρέπει στο ζώο να καταστεί εκείνος ο «ζωντανός χρόνος» (lebendige Zeit) (JSE 1, 209), ο οποίος δεν διαμορφώνεται πλέον, όπως συνέβαινε στην ανόργανη φύση και στον φυτικό οργανισμό, ως ένα απλό κατηγόρημα εξωτερικό προς το υποκείμενο.

Ο «ζωικός χρόνος» (die animalische Zeit) (Enz., §354Z) συνιστά μια αυγινή υπέρβαση του χρόνου ως μορφής της εξωτερικότητας· το ζώο είναι πράγματι μια ενότητα χώρου και χρόνου, ικανή να επιστρέφει από την εξωτερικότητα, να αναδιπλώνεται στον ίδιο του τον χρόνο αποσπώμενη από τη ροή των στιγμών και να συναθροίζει σε ενότητα την πολλαπλότητά τους, να διαισθάνεται το ίδιο του το γίγνεσθαι και εκείνο των άλλων φυσικών πραγμάτων. Ωστόσο, εξαιτίας της διάσπασης ανάμεσα στο άτομο και το γένος που χαρακτηρίζει τη σφαίρα της οργανικής φύσης, ο ελεύθερος χρόνος του ζώου παραμένει «αντικειμενικός χρόνος» (objektive Zeit) (Enz., §336Z), διότι δεν ανήκει στο μεμονωμένο ον αλλά στο γένος: η χρονικότητα του γένους εξαναγκάζει κάθε ζώο να διατρέχει αναγκαστικά τις πάντοτε ίδιες φάσεις της διαδικασίας της ανάπτυξης, της θρέψης, της αναπαραγωγής και του θανάτου. Κατά τρόπο ανάλογο με τη φύση στο σύνολό της, και για τον ζωικό οργανισμό η μεταβολή (Veränderung) χαράσσει «έναν κύκλο, κυκλική πορεία» (Kreislauf), δηλαδή μια «επανάληψη του ίδιου» (Wiederholung des Gleichen) (VG, 153· 155).

Ενώ οι πολλαπλές μορφές του φυσικού χρόνου μπορούν, σε τελική ανάλυση, να αναχθούν σε δύο θεμελιώδεις μορφές —τον χρόνο της ανόργανης φύσης και τον χρόνο του ζωικού οργανισμού— οι μορφές του χρόνου του πνεύματος διαθέτουν τη δική τους ιδιομορφία σε κάθε έναν από τους βαθμούς του πνεύματος μέσα στους οποίους συγκεκριμενοποιούνται. Παρότι σε όλους τους βαθμούς του πνεύματος ο χρόνος είναι καθ’ εαυτόν, αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μία ενιαία μορφή του· διότι, με την πρόοδο των βαθμίδων, ο χρόνος εσωτερικεύεται, μετασχηματίζεται από μορφή της εξωτερικότητας σε μορφή της εσωτερικότητας.

Ξεκινώντας από τη Seele (Ψυχή), την πρώτη στιγμή του υποκειμενικού πνεύματος, θα σκιαγραφήσουμε το περίγραμμα της διαδικασίας εσωτερίκευσης του χρόνου του πνεύματος. Η Seele, σφαίρα ασυνείδητη, μέσα στην οποία το πνεύμα είναι ενωμένο κατά τρόπο μη αδιαφοροποίητο με τη δική του σωματικότητα και με την εξωτερική φύση, ορίζεται από τον Hegel ως zeitlos (άχρονη) (πρβλ. Enz., §402Z). Η έκφραση zeitlos, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να προεικονίζει τη γνωστή φροϋδική θεωρία της αχρονικότητας του ασυνείδητου, δηλώνει μάλλον τη χρονικότητα της Seele ως ψυχικής ουσίας, η οποία εγκλείει μέσα στα όριά της τη γραμμική διαδοχή των στιγμών. Στη Seele ο χρόνος δεν κατακερματίζεται στις διαστάσεις του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος: στο όνειρο, την πρώτη μορφή εκδήλωσης της ψυχικής ουσίας, η Seele αντλεί «ένα βαθύ και ισχυρό αίσθημα της ολόκληρης ατομικής της φύσης, του συνολικού περιγράμματος του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντός της» (Enz., §405Z) (Ο Hegel επαναλαμβάνει, μετασχηματίζοντάς τη, μια σκέψη του Leibniz, σύμφωνα με την οποία omnis substantia singularis in perfecta notione sua involvit totum universum, omniaque in eo existentia praeterita, praesentia et futura («κάθε μεμονωμένη ουσία εμπεριέχει στην πλήρη έννοιά της ολόκληρο το σύμπαν και όλα όσα υπάρχουν μέσα σε αυτό, παρελθόντα, παρόντα και μέλλοντα») (G. W. Leibniz, Primae veritates, στο ίδιος, Opuscules et fragments inédits de Leibniz, επιμ. L. Couturat, Alcan, Παρίσι 1903, σσ. 518–523, ιδίως σ. 520).).

Η ενότητα των διαστάσεων του χρόνου καθίσταται δυνατή από τη χρονικότητα της ψυχής, δηλαδή από μια ασυνείδητη δομή και όχι από μια πράξη της συνείδησης, όπως η ανάμνηση του παρελθόντος ή η προσδοκία του μέλλοντος. Με αυτόν τον τρόπο ο Hegel χρονικοποιεί την ουσία και, παραπέμποντας στη φιλοσοφία του Leibniz, μετασχηματίζει ριζικά το καρτεσιανό νόημα της παρουσίας, όπως αυτή νοείται ως ορίζοντας που ανοίγεται από το ego cogito (Η πρωτογενής ισχύς του καρτεσιανού cogito κλονίζεται βαθιά από τη διάκριση του Leiniz ανάμεσα στην αντίληψη (perception) —την εσωτερική κατάσταση της μονάδας— και στην συνειδητοποίηση (apperception) —τη στοχαστική γνώση αυτής της εσωτερικής κατάστασης (πρβλ. G. W. Leibniz, Principes de la nature et de la grâce fondés en raison [1714], στο ίδιος, Die philosophischen Schriften, 7 τόμοι, επιμ. C. J. Gerhardt, Weidmann, Βερολίνο 1885, τόμ. VI, σσ. 598–606, ιδίως σ. 600· ιταλ. μτφρ. Principi della natura e della grazia fondati sulla ragione, στο Scritti filosofici, 2 τόμοι, επιμ. D. O. Bianca, UTET, Τορίνο 1967–1968, τόμ. I, σσ. 274–282, ιδίως σ. 276).

Και η Seele, όπως και η μονάδα, διαμορφώνεται ως το δoχείο (που δέχεται) των αντιλήψεων, ως η ατομική ουσία στην οποία εδράζεται η ακολουθία των εσωτερικών της μεταβολών. Η ατομική ταυτότητα δεν καθορίζεται από την αυτοσυνείδηση, αλλά από το παρελθόν που έχει βιωθεί και διατηρείται στη σφαίρα του ασυνείδητου: «σε συνέπεια αυτών των μικρών αντιλήψεων μπορεί κανείς να πει επίσης ότι το παρόν είναι φορτισμένο με το παρελθόν και έγκυο του μέλλοντος. […] Αυτές οι ανεπαίσθητες αντιλήψεις διακρίνουν και συγκροτούν το ίδιο το άτομο, το οποίο χαρακτηρίζεται από τα ίχνη ή τις εκφράσεις που αυτές διατηρούν, των προηγούμενων καταστάσεών του, συνάπτοντας τη σύνδεση με την παρούσα κατάστασή του» (G. W. Leibniz, Nouveaux essais sur l’entendement humain, στο ίδιος, Die philosophischen Schriften, τόμ. V, σσ. 39–509, ιδίως σ. 48· ιταλ. μτφρ. Nuovi saggi sull’intelletto umano, στο Scritti filosofici, όπ. παρ., τόμ. II, σσ. 166–676, ιδίως σ. 175).

Στην έρευνα της παρουσίας της σκέψης του Leibniz στη φιλοσοφία του Hegel, ιδίως της Ιενικής περιόδου, είναι αφιερωμένη η μελέτη της Rossella Bonito Oliva, Coscienza, inconscio, follia. Osservazioni intorno alla «Filosofia dello spirito» jenese di Hegel, στα Atti dell’Accademia di scienze morali e politiche, XC (1979), σσ. 383–407.). Η πρωταρχική συν-παρουσία των διαστάσεων του χρόνου, η επέκταση της παρουσίας στο παρελθόν —το οποίο έτσι χάνει το οντολογικό του στίγμα του μη-είναι— καθιστά δυνατή την ύπαρξη της ιστορίας ως res gestae, το άνοιγμα του πνεύματος προς αυτήν, καθώς και την ιστορία ως historia rerum gestarum.

Ο Hegel διακρίνει πράγματι το παρελθόν νοούμενο ως μια στιγμή που δεν είναι πλέον παρούσα —ή ως το σύνολο των γεγονότων που δεν είναι πλέον παρόντα, ολόκληρη την Weltgeschichte— από το παρελθόν νοούμενο ως τη σφαίρα του ασυνείδητου, μέσα στην οποία διατηρούνται τα ιστορικά και φυσικά γεγονότα («Στο παρελθόν (στον Άδη) το Είναι είναι το θεμέλιο από το οποίο ξεκινά κανείς· το παρελθόν έχει πράγματι υπάρξει ως παγκόσμια ιστορία, ως φυσικά συμβάντα, αλλά τίθεται υπό τον προσδιορισμό του μη-είναι» (Enz., §259Z).

Ο Άδης είναι το παρελθόν νοούμενο ως η ασυνείδητη σφαίρα που καθιστά δυνατή τη διατήρηση και το άνοιγμα του πνεύματος προς την Weltgeschichte. Αυτή η χρήση του όρου Hades γεννιέται από την αντιπαράθεση με τη σκέψη του Πλάτωνα, όπως προκύπτει στις Vorlesungen über die Geschichte der Philosophie, όπου ο Hegel παραθέτει και συγχρόνως σχολιάζει ένα χωρίο του Μένωνος:
«“Λοιπόν, αφού η ψυχή είναι αθάνατη και ξαναγεννιέται πολλές φορές” (μετεμψύχωση) [σχόλιο του Hegel] “και έχει δει έτσι τόσο όσα βρίσκονται εδώ στη γη όσο και όσα βρίσκονται στον Άδη” (στο ασυνείδητο) [im Unbewußten, σχόλιο του Hegel] “και κάθε πράγμα, δεν έχει πια να μάθει τίποτε, αλλά περιορίζεται στο να ανακαλεί όσα είχε ήδη προηγουμένως θεωρήσει”» (VGPh II, 46· 189).

Για να δηλώσει τη χρονική δομή της Seele, ο Hegel χρησιμοποιεί επίσης τις εκφράσεις Nacht (νύχτα) και Schacht (πηγάδι, φρέαρ).
Nacht:«Το Εγώ είναι αυτό το κενό, το δεκτήριο για τα πάντα και για κάθε τι, για το οποίο τα πάντα είναι και το οποίο διατηρεί τα πάντα μέσα του. Κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος κόσμος παραστάσεων· είναι θαμμένες στη νύχτα του Εγώ
(Nacht des Ichs)» (Enz., §24Z).

Schacht:

«Αρχικά δεν έχω ακόμη την πλήρη εξουσία πάνω στις εικόνες που κοιμούνται στο πηγάδι της εσωτερικότητάς μου (im Schacht meiner Innerlichkeit). […] Κανείς δεν γνωρίζει ποια άπειρη ποσότητα εικόνων του παρελθόντος κοιμάται μέσα του» (Enz., §453Z).). Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ιστορικός επειδή απλώς «πέφτει» μέσα στην ιστορία, αλλά επειδή «στέκει μέσα στην ιστορία», κατά τρόπο ιστορικό, και σχετίζεται μαζί της ζωντανά και συνειδητά· είναι ιστορικός επειδή είναι εγγενώς ιστορικός. Ριζωμένη στη χρονικότητα της Seele, η Weltgeschichte δεν συγκροτεί μια αυτάρκη, απομονωμένη σφαίρα —όπως θα ήθελε μια αντικειμενιστική αντίληψη της ιστορίας—: «η ιστορία ζει μόνον μέσα στο πνεύμα· όλα όσα είναι παρελθόν, ο χρόνος είναι ο τάφος αυτού που υπήρξε, αλλά το πνεύμα της Seele, παρότι χαρακτηρίζεται από την ενότητα των διαστάσεών του, διατηρεί το παρελθόν».

Ο χρόνος της Seele, ωστόσο, παραμένει μορφή της εξωτερικότητας, διότι είναι ο χρόνος που ανήκει στη σφαίρα της εξωτερικότητας του πνεύματος. Η διατήρηση της Weltgeschichte στην ασυνείδητη ψυχή συνιστά, επομένως, ένα άνοιγμα προς το παρελθόν περιορισμένο στα όρια της ονειρικής κατάστασης της Seele, μια απλή δυνατότητα που οφείλει να μεταφραστεί σε μια ελεύθερη και συνειδητή σχέση. Το πνεύμα πρέπει να λάβει στην κατοχή του εκείνο που διατηρεί ασυνείδητα, η ουσία πρέπει να καταστεί υποκείμενο, και αυτό επιβάλλει την υπέρβαση εκείνης της μορφής της εξωτερικότητας του πνεύματος που είναι η Seele.

Στην τρίτη στιγμή του υποκειμενικού πνεύματος, στο πνεύμα ως τέτοιο (Enz., §387Z), συντελείται μια πρώτη μορφή υπέρβασης του χρόνου ως μορφής της εξωτερικότητας. Στον πρώτο προσδιορισμό του θεωρητικού πνεύματος, στο Gefühl (συναίσθημα), συναντούμε το ίδιο περιεχόμενο που διατηρείται στη Seele, αλλά τώρα αυτό το περιεχόμενο, θεωρούμενο από διαφορετική σκοπιά (Standpunkt), εμφανίζεται τόσο ως υποκειμενικό —ως εσωτερικός προσδιορισμός του πνεύματος— όσο και ως αντικειμενικό, δηλαδή ακόμη ως εξωτερικό και χωρισμένο από το ίδιο το πνεύμα. Αυτός ο χωρισμός προκύπτει από το γεγονός ότι το πνεύμα, στο επίπεδο του Gefühl, παραμένει ακόμη βυθισμένο σε ενότητα με το ασυνείδητα διατηρούμενο περιεχόμενο και δεν έχει ακόμη αναδυθεί η διάκριση ανάμεσα σε εκείνο που διαισθάνεται και σε εκείνο που διαισθάνεται ως αντικείμενο· χωρίς αυτή τη διάκριση, το περιεχόμενο παραμένει ξένο προς το πνεύμα.

Η προσοχή και η εποπτεία (διαισθητική σύλληψη) είναι οι δύο μορφές κρίσης μέσα από τις οποίες το πνεύμα αρχίζει να αποχωρίζεται από την ύλη του συναισθήματος: ενώ η προσοχή, όντας κενή περιεχομένου και μη προσδιορίζοντας το αντικείμενο προς το οποίο στρέφεται, παραμένει μια καθαρά τυπική αυτοπροσδιοριστικότητα της νόησης, η εποπτεία είναι η στιγμή κατά την οποία το πνεύμα προσδιορίζει το περιεχόμενο του συναισθήματος ως ένα είναι έξω από τον εαυτό του, προβάλλοντάς το στον χώρο και στον χρόνο (Enz., §448A). Ο χρόνος μέσα στον οποίο το εποπτεύον πνεύμα προβάλλει το περιεχόμενο του συναισθήματος δεν είναι πλέον ο εξωτερικός χρόνος του εποπτευόμενου πράγματος («Όταν γίνεται λόγος για μια εποπτεία που αναιρείται μέσα στην παράσταση, η γλώσσα λέει επίσης —και μάλιστα ορθά—: το έχω δει αυτό. Με αυτό δεν εκφράζεται κάτι απλώς παρελθόν, αλλά συγχρόνως και παρόν· το παρελθόν είναι εδώ ένα παρελθόν απλώς σχετικό· υπάρχει μόνο στη σύγκριση της άμεσης εποπτείας με εκείνο που έχουμε τώρα (Jetzt) στην παράσταση. Η λέξη “έχω”, χρησιμοποιούμενη στον παρακείμενο χρόνο, φέρει ακριβώς το νόημα του παρόντος: εκείνο που έχω δει είναι κάτι που όχι μόνο είχα, αλλά που το έχω ακόμη, άρα είναι κάτι παρόν μέσα μου. Σε αυτή τη χρήση της λέξης “έχω” μπορεί να διακρίνει κανείς ένα καθολικό σημείο της εσωτερικότητας του νεότερου πνεύματος, το οποίο δεν αναστοχάζεται μόνο το γεγονός ότι το παρελθόν, στην αμεσότητά του, είναι παρελθόν, αλλά και το ότι εξακολουθεί να διατηρείται μέσα στο πνεύμα» (Enz., §450Z).)· είναι ήδη ένας χρόνος εσωτερικός στο πνεύμα, είναι ο παρελθοντικός χρόνος της συντελεσμένης εμπειρίας, μέσα στον οποίο το εγώ και το πράγμα είναι άρρηκτα ενωμένα.

Ο χρόνος ως μορφή της εποπτείας εξακολουθεί ωστόσο να διαμορφώνεται ως μορφή της εξωτερικότητας, επειδή το πνεύμα δεν αναγνωρίζει ακόμη τον εαυτό του στη συντελεσμένη εμπειρία: «εκείνο που πραγματοποιείται μέσω της εποπτείας είναι μόνο η μετατροπή της εσωτερικότητας στη μορφή της εξωτερικότητας» (Enz., §448Z). Ο μετασχηματισμός του χρόνου από μορφή της εξωτερικότητας σε μορφή της εσωτερικότητας συντελείται στο πέρασμα από την εποπτεία στην παράσταση, όπου το περιεχόμενο του συναισθήματος καθίσταται εικόνα. Σε αυτό το πέρασμα, το περιεχόμενο δεν εποπτεύεται πλέον ως ον, διότι το πνεύμα το εσωτερικεύει, το θυμάται και το θέτει ως κάτι δικό του. Το πνεύμα, αναγνωρίζοντας τον εαυτό του στην εποπτεία, θέτει σε τροχιά το παρελθόν της εποπτείας μέσα στο παρόν της παράστασης· ο χρόνος γίνεται μορφή της εσωτερικότητας του πνεύματος, διότι ο χρόνος της εικόνας, διαφοροποιούμενος από τον εξωτερικό χρόνο του πνεύματος που εξακολουθεί να είναι βυθισμένο στην ενότητα με το βιωμένο πράγμα, είναι ο καθολικός χρόνος (Enz., §452Z) («Εφόσον η νόηση, σύμφωνα με την έννοιά της, είναι η καθ’ εαυτήν υπάρχουσα άπειρη ιδεαλικότητα, δηλαδή η καθολικότητα, έτσι ο χώρος και ο χρόνος της νόησης είναι ο καθολικός χώρος και ο καθολικός χρόνος. Γι’ αυτό, στον βαθμό που θέτω το περιεχόμενο του συναισθήματος στην εσωτερικότητα της νόησης και με αυτόν τον τρόπο το καθιστώ παράσταση, αναιρώ το εν λόγω περιεχόμενο από την ιδιαιτερότητα του χρόνου και του χώρου με τους οποίους είναι συνδεδεμένο στην αμεσότητά του και από τους οποίους εξαρτώμαι και εγώ στην αίσθηση και στην εποπτεία. Από αυτό προκύπτει ότι, ενώ για την αίσθηση και την εποπτεία είναι αναγκαία η άμεση παρουσία του πράγματος, αντιθέτως μπορώ να παραστήσω κάτι όπου κι αν βρίσκομαι, ακόμη και ό,τι μου είναι το πιο απομακρυσμένο ως προς τον εξωτερικό χώρο και τον εξωτερικό χρόνο» (Enz., §452Z).), ο χρόνος του πνεύματος που τώρα αναγνωρίζει τον εαυτό του στις παρελθούσες εποπτείες του. Χάρη σε αυτή την αναγνώριση, το πνεύμα θέτει το περιεχόμενο του συναισθήματος στον δικό του χώρο και στον δικό του χρόνο («in ihren eigenen Raum und ihre eigene Zeit», Enz., §452) και γίνεται έτσι ο ίδιος ο χρόνος και ο χώρος, το πότε και το πού της εικόνας (Enz., §453).

Στο πέρασμα από το υποκειμενικό στο αντικειμενικό πνεύμα, ο χρόνος του πνεύματος παρουσιάζει ένα εμφανές ποιοτικό άλμα σε σχέση με τον χρόνο ως απλή διαδοχή: με τον ιστορικό χρόνο εισέρχεται μια μορφή του χρόνου που εκδηλώνει, μέσω της μεταμόρφωσης από απλό έθνος σε Κράτος, τη δύναμη της υποκειμενικότητας να παρεκκλίνει την πορεία του φυσικού γίγνεσθαι προς την κατεύθυνση ενός ηθικού σκοπού:

Οι Έλληνες μιλούν για την κυριαρχία του Κρόνου, δηλαδή του χρόνου, ο οποίος καταβροχθίζει τα παιδιά του, δηλαδή τα γεγονότα που ο ίδιος έχει γεννήσει· ήταν η χρυσή εποχή, χωρίς ηθικά έργα. Μόνον ο Ζεύς, ο πολιτικός θεός, ο οποίος έχει γεννηθεί από την κεφαλή του και στο ακολουθία του οποίου ανήκει ο Απόλλων μαζί με τις Μούσες, νίκησε τον χρόνο, καθόσον δημιούργησε ένα συνειδητό ηθικό έργο, παράγοντας το Κράτος (VG, 176–177· 182).

Εντυπώνοντας έναν ηθικό σκοπό στην αδιάφορη ροή των στιγμών, το πνεύμα υπερβαίνει τη «βαρετή» επανάληψη της ίδιας διαδικασίας, στην οποία παραμένει δεσμευμένη η φύση στο σύνολό της, όπου τίποτε το νέο δεν συμβαίνει υπό τον ήλιο. Στην περίπτωση του πνεύματος, πράγματι, «η πορεία του, η κίνησή του, δεν είναι επανάληψη του εαυτού του, αλλά η μεταβαλλόμενη εκδήλωση που το πνεύμα δίδει του εαυτού του σε πάντοτε διαφορετικές μορφές· είναι κατ’ ουσίαν μια πρόοδος» (VG, 70· 56) (Για τον ιστορικό χρόνο στον Hegel βλ. O. D. Brauer, Διαλεκτική του χρόνου. Έρευνες για τη μεταφυσική της παγκόσμιας ιστορίας στον Hegel, Frommann-Holzboog, Στουτγάρδη 1982.). Η μεταβολή του πνεύματος, στο μέτρο που σηματοδοτεί μια πρόοδο σε σχέση με την προηγούμενη μορφή ύπαρξης και αυτογνωσίας του πνεύματος, είναι ποιοτική και δεν διαμορφώνεται ως μια απλή ποσοτική αύξηση γνώσεων. Με τον ιστορικό χρόνο, η κατηγορία της ποσότητας, που είναι ίδια του φυσικού χρόνου, παραχωρεί τη θέση της σε εκείνη της ποιότητας: στην έννοια της εποχής, η οποία προέρχεται από το ελληνικό epoché (σημείο παύσης) και δηλώνει ένα χρονικό διάστημα ποιοτικά ομοιογενές, ο χρόνος επιστρέφει στον εαυτό του από την απεριόριστη ροή, μπορεί να αναστέλλεται και να κατατέμνεται σε χρόνους διαφορετικής ποιότητας, η διαδοχή των οποίων καταγράφει ασυνέχειες και ρήξεις.

Στο απόλυτο πνεύμα, και ιδίως στη βαθμίδα της φιλοσοφίας, ολοκληρώνεται η διαδικασία εσωτερίκευσης των μορφών του χρόνου του πνεύματος. Ο χρόνος καθίσταται πλήρως μορφή της εσωτερικότητας του πνεύματος όταν ανυψώνεται σε επιστημολογικό χρόνο: ο χρόνος της φιλοσοφίας —διακριτός από τον χρόνο μέσα στη φιλοσοφία, δηλαδή τον βιωμένο ιστορικό χρόνο που εσωτερικεύεται και ερμηνεύεται από τον φιλόσοφο— υπερβαίνει την εξωτερικότητα του Nacheinander της χρονικής μορφής της απλής Ιστορίας, διότι είναι η έκθεση της ίδιας της πορείας της αλήθειας. Η Μεταφυσική του χρόνου, στην οποία ο Hegel υπαινίσσεται στις Διαλέξεις για την ιστορία της φιλοσοφίας σε σχέση με το ερώτημα πώς μπορεί η φιλοσοφία να έχει ανάπτυξη μέσα στον χρόνο, συνίσταται στην ανύψωση των αρχών των προηγούμενων φιλοσοφιών στις εννοιακές βαθμίδες που οδηγούν στην έσχατη φιλοσοφία, στην εκ νέου ανάληψη και τον μετασχηματισμό αυτών των αρχών σε στιγμές της ίδιας της συγκρότησής της. Η καθήλωση των αρχών σε στιγμές θέτει το παρελθόν σε τροχιά μέσα στον απόλυτο ορίζοντα της επιστημολογικής Gegenwart (παρουσίας), χαράσσοντας μια εσωτερική ιστορία του χρόνου, η οποία πρέπει να διακριθεί από την εξωτερική ιστορία του χρόνου (VGP I, 57: äußerliche Geschichte der Zeit): ενώ η εξωτερική ιστορία αφορά το παρελθόν, η εσωτερική ιστορία της φιλοσοφίας μεταφράζει εκ νέου το παρελθόν στο παρόν, διότι οι αρχές των προηγούμενων φιλοσοφιών διαθέτουν έναν μόνιμο πυρήνα αλήθειας, τον οποίο η έσχατη φιλοσοφία οφείλει να αναγνωρίσει ως δικές της βαθμίδες ανάπτυξης. «Η πορεία της ιστορίας δεν μας φανερώνει το γίγνεσθαι ξένων πραγμάτων, αλλά το γίγνεσθαι της δικής μας επιστήμης» (VGP I, 9).

Ο ορισμός της φιλοσοφίας —και της ιστορίας της— ως «συστήματος εν εξελίξει» δείχνει ότι η υπέρβαση του χρόνου ως μορφής της εξωτερικότητας δεν καταλήγει σε μια σταθερή και οριστική κτήση, και ότι η μελλοντική φιλοσοφία με τη σειρά της θα σχετικοποιήσει την αρχή της έσχατης φιλοσοφίας, ακόμη και εκείνης του Hegel, θεωρώντας την ως ένα κεκτημένο που οφείλει εκ νέου να τεθεί υπό αμφισβήτηση. (Άλλωστε, το συμπέρασμα των διαλέξεων για την ιστορία της φιλοσοφίας επιβεβαιώνει τον προσωρινό και μη οριστικό χαρακτήρα της έσχατης φιλοσοφίας: ο Hegel παρατηρεί ότι dies ist nun der Standpunkt der jetzigen Zeit, und die Reihe der geistigen Gestaltungen ist für jetzt geschlossen («αυτός είναι λοιπόν ο ορίζοντας της σημερινής εποχής, και η ακολουθία των πνευματικών διαμορφώσεων είναι προς το παρόν κλειστή») (VGPh III, 461· δική μου η έμφαση).

Η εγελιανή σύλληψη της ιστορίας της φιλοσοφίας αποβλέπει στην υπέρβαση μιας απορίας: «η πρώτη ιδέα που μπορεί να εμφανιστεί σε μια ιστορία της φιλοσοφίας είναι ότι το αντικείμενό της εμπεριέχει ήδη καθαυτό μια εσωτερική αντίφαση. Διότι η φιλοσοφία προτείνεται να γνωρίσει εκείνο που είναι αμετάβλητο, αιώνιο, καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό· σκοπός της είναι η αλήθεια· ενώ, αντίθετα, η ιστορία αφηγείται εκείνο που υπήρξε σε έναν ορισμένο χρόνο, αλλά κατόπιν παρήλθε, αντικατασταθέν από κάτι άλλο. Αν λοιπόν η αλήθεια είναι αιώνια, δεν ανήκει στη σφαίρα του παροδικού και δεν έχει ιστορία· και αν έχει ιστορία, εφόσον αυτή συνίσταται στο να παρουσιάζει στη γνώση μας μόνον μια σειρά παρελθουσών μορφών, δεν μπορεί να περιέχει την αλήθεια, η οποία δεν είναι παροδική» (VGPh I, 24).

Η εσωτερική αυτή αντίφαση ανάμεσα στην αλήθεια (Wahrheit) και την ιστορία (Geschichte), που φαίνεται να απειλεί την ίδια την ιδέα μιας ιστορίας της φιλοσοφίας, είναι ωστόσο φαινομενική: πρόκειται απλώς για την πρώτη ιδέα που αναδύεται στον στοχασμό και βασίζεται στη σύγχυση δύο αντίθετων τρόπων θεώρησης του παρελθόντος, του ενός αφηγηματικού και του άλλου εννοιακού.

Στην Επιστήμη της Λογικής, ο Hegel παρατηρεί ότι όταν το ζητούμενο δεν είναι η αλήθεια, αλλά μόνον η ιστορία (Historie), δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο κάτι παρουσιάζεται και νοείται στη φαινομενική σκέψη, μπορεί κανείς πράγματι να αρκεστεί στην αφήγηση· προσθέτει όμως ότι η φιλοσοφία δεν οφείλει να είναι μια αφήγηση (Erzählung) του τι συμβαίνει, αλλά μια γνώση εκείνου που μέσα σε αυτό είναι αληθές, και με βάση το αληθές να συλλαμβάνει εννοιακά (begreifen) ό,τι στην αφήγηση εμφανίζεται ως απλό συμβάν (WL II, 22· 664–665). Η Erzählung αντιπαρατίθεται έτσι στο Begreifen, στο μέτρο που περιορίζεται στο φαινόμενο και αδυνατεί να συλλάβει το αληθές μέσα σε ό,τι συμβαίνει.

Κατά τη διάρκεια των διαλέξεων του 1823–1824 για την ιστορία της φιλοσοφίας, αναδεικνύεται το κίνητρο αυτής της αντιπαράθεσης: η ιστορία της φιλοσοφίας, ως ιστορία (Geschichte), εμφανίζεται αρχικά ως ένα τυχαίο φαινόμενο, ως μια αφήγηση (Erzählung) γεγονότων, των οποίων η συνάφεια είναι μόνον το μετά (Nach), το πριν (Vor) και η ταυτοχρονία (zugleich), δηλαδή ο χρόνος (Zeit) (VGP I, 139). Η αφήγηση, στην οποία προσκολλάται η Historie, αποτελεί έναν ανεπαρκή τρόπο θεώρησης των γεγονότων, αφενός επειδή ταυτίζει τον χρόνο με τη σειριακή διαδοχή των στιγμών του, αφετέρου επειδή το μοναδικό νόημα που μπορούν να λάβουν τα γεγονότα, όταν απογυμνωθούν από την αναφορά σε έναν σκοπό, σε ένα καθολικό, είναι η θέση που καταλαμβάνουν στη χρονική ακολουθία.

Ο Hegel προσθέτει ότι ήδη στην πολιτική ιστορία μπορούμε να απαιτήσουμε μια αναγκαία συνάφεια, μέσω της οποίας τα επιμέρους φαινόμενα τίθενται σε σχέση με έναν σκοπό και αποκτούν έτσι ένα βαθύτερο νόημα. Στη διαφορά ανάμεσα στην Erzählung και το Begreifen θεμελιώνεται επίσης μια διαφορετική δικαίωση των παρελθόντων γεγονότων, η μία ιστορική και η άλλη εννοιακή. Ένα γεγονός μπορεί να εξηγηθεί βάσει των ιστορικών αιτίων του, δηλαδή βάσει της θέσης που κατέχει στη χρονική ακολουθία (Zeitfolge), και ωστόσο να παραμένει καθεαυτό αδικαιολόγητο· άλλο πράγμα είναι να δείξει κανείς ότι οι νομικοί προσδιορισμοί είναι επίσης δίκαιοι και λογικοί —κάτι που μπορεί αληθώς να συμβεί μόνον μέσω της έννοιας— και άλλο πράγμα να εκθέσει την ιστορική όψη της γένεσής τους, τις περιστάσεις, τις συγκυρίες, τις ανάγκες και τα γεγονότα που οδήγησαν στην καθιέρωσή τους.

Ο Hegel ασκεί κριτική στην ιστοριογραφία που, συγχέοντας τη γένεση ενός γεγονότος με το νόημά του, απολυτοποιεί τη γενεαλογική μέθοδο· όχι όμως σε εκείνη που έχει επίγνωση της διαφοράς ανάμεσα σε γένεση και σημασία: «το να εξετάζει κανείς το πώς εμφανίζονται και αναπτύσσονται οι νομικοί προσδιορισμοί μέσα στον χρόνο, αυτή η καθαρά ιστορική εργασία, καθώς και η γνώση της συνακολουθίας τους από την άποψη της διάνοιας, η οποία προκύπτει από τη σύγκριση των ίδιων με προϋπάρχουσες νομικές σχέσεις, έχει μέσα στη δική της σφαίρα την αξία και την αξιοπρέπειά της και βρίσκεται εκτός της σχέσης με τη φιλοσοφική θεώρηση, στο μέτρο δηλαδή που η ανάπτυξη από ιστορικά θεμέλια δεν συγχέει τον εαυτό της με την ανάπτυξη από την έννοια, και η ιστορική εξήγηση και δικαίωση δεν επεκτείνεται στο νόημα μιας δικαίωσης έγκυρης καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν» (PhR, §26, Zusatz).

Για τη διάκριση ανάμεσα στην Erzählung και το Begreifen ως αντίθετα πρότυπα ερμηνείας του πραγματικού, βλ. L. Logarini, Tempo e concetto nella comprensione hegeliana della storia, στο «Il Pensiero», XX (1981), σσ. 7–38.)

Είδαμε ότι η πολυσημία του χρόνου αφορά τη διαφορά ανάμεσα στις επιμέρους χρονικές μορφές της φύσης και του πνεύματος. Στον Hegel, όμως, ο χρόνος εμφανίζει έναν πολυσήμαντο χαρακτήρα και εντός της ίδιας της μεμονωμένης μορφής: η ίδια μορφή του χρόνου, που ανήκει σε έναν ορισμένο βαθμό ανάπτυξης της φύσης ή του πνεύματος, μπορεί να εκδηλώνεται διαφορετικά, αναλόγως αν θεωρείται καθαυτήν ή αν τίθεται σε σχέση με άλλους βαθμούς που χαρακτηρίζονται από ειδική χρονικότητα.

Για παράδειγμα, ο ποσοτικός χρόνος της ανόργανης φύσης, ανάλογα με το αν βιώνεται και εποπτεύεται ή όχι, παρουσιάζει ποιοτικά διαφορετικές όψεις: η μονοδιάστατη μορφή του, η αδιάκοπη επανάληψη της παρούσας στιγμής —στην οποία φαίνεται να ανάγεται ο χρόνος της φύσης πριν από την εμφάνιση της ζωής και του πνεύματος— παραχωρεί τη θέση της στην ανάδυση των διαστάσεων του χρόνου, στη γένεση ενός χρονικού ορίζοντα ικανού να αποκαλύπτει τις διαφορές που ο φυσικός χρόνος εμπεριέχει μόνον δυνάμει.

Άλλωστε, «στη φύση, όπου ο χρόνος είναι η στιγμή, δεν κατορθώνεται να διαφοροποιηθούν αυτές οι τρεις διαστάσεις [παρόν, μέλλον, παρελθόν] κατά τρόπο ώστε να τους αποδοθεί αυτοτελής ύπαρξη· είναι αναγκαίες μόνον στην υποκειμενική παράσταση, στη μνήμη, και στον φόβο ή στην ελπίδα» (Enz., §259A).

Ο χρόνος στον Hegel μπορεί να φαίνεται μονοσήμαντος και εξαιτίας της φαινομενικής επανεμφάνισης, στο εσωτερικό του πνεύματος, μορφών του χρόνου της φύσης. Η παρουσία φυσικών προσδιορισμών μέσα στο πνεύμα οφείλεται στο γεγονός ότι το πνεύμα, ως Naturgeist, είναι φύση, είναι βυθισμένο σε μια ενότητα με τη σωματικότητα και με την εξωτερική φύση που προηγείται της αντίθεσης και, σε αυτή τη σφαίρα, μετέχει του ειδικού προσδιορισμού της φύσης: της εξωτερικότητας. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για απλή επανάληψη της ίδιας χρονικής μορφής σε διαφορετικά επίπεδα του συστήματος· διότι στο πέρασμα από τη φύση στο πνεύμα οι φυσικοί προσδιορισμοί λαμβάνουν διαφορετικό νόημα και η εξωτερικότητα χάνει το νόημα που είχε στη φύση: το πνεύμα «έχει μέσα του ολόκληρο το περιεχόμενο της φύσης, αλλά οι φυσικοί προσδιορισμοί υπάρχουν στο πνεύμα με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στην εξωτερική φύση» (Enz., §381Z).

Όσον αφορά τον χρόνο ως μορφή της εξωτερικότητας, ο Hegel διακρίνει, κατά συνέπεια, τη φυσική από τη πνευματική του διαμόρφωση: «μία από τις μορφές της εξωτερικότητας είναι ακριβώς ο χρόνος· και αυτή η μορφή πρέπει να μελετηθεί διεξοδικότερα τόσο στη φιλοσοφία της φύσης όσο και στη φιλοσοφία του πεπερασμένου πνεύματος» (VGP I, 30).


Συνεχίζεται με:

2. Ο χρόνος της ανόργανης φύσης και η διάρκεια

Ashram

Lorenzo Merlo - 04/01/2026

Άσραμ


Πηγή: Λορέντζο Μέρλο

Η υπαρξιακή εξέλιξη δεν είναι γραμμική, όπως θα ήθελε να μας κάνει να πιστεύουμε ένας ορισμένος θετικιστικός ορθολογισμός. Η πρόοδος προς μια κατάσταση γαλήνης απαιτεί αφοσίωση και χαρακτηρίζεται από διακοπές και πισωγυρίσματα. Για να μειωθεί ο κίνδυνος να γλιστρήσουμε στην τρέλα και την οδύνη που διέπεται από το εγώ, είναι χρήσιμο να συχνάζουμε σε ένα περιβάλλον που ενθαρρύνει την χειραφέτηση από το εγώ. Ένα πεπρωμένο που πρέπει να σκεφτούμε για όσους καταλαβαίνουν ότι η αλλαγή του εαυτού μας αλλάζει πραγματικά τον κόσμο.

Τόποι:
Θα μπορούσα να πω μοναστήρι, ησυχαστήριο ή μοναστήρι, αλλά το άσραμ είναι, για μένα, πιο υποβλητικό.
Μοναστήρι - πόσο αυθαίρετα, δεν ξέρω - αλλά το υπονοώ ως εξαιρετικά πειθαρχημένο και τελετουργικό, ίσως ιδιαίτερα κατάλληλο για ένα αδιαμφισβήτητο και συναρπαστικό κάλεσμα, τόσο ισχυρό όσο αυτό που βιώνουν οι ταλαντούχοι, που αναγκάζονται από το ξεχειλιστικό ταλέντο τους να αφοσιωθούν σε αυτό, είτε ως μουσικοί είτε ως ποδοσφαιριστές, καλλιτέχνες είτε επιχειρηματίες, οργανωτές είτε εξερευνητές.
Η ησυχία θα ήταν μια χαρά. Έχει μια πολιτισμένη βάση, αν και συχνά αφορά μια θρησκευτική δομή. Αλλά τελικά, δεν με έλκει ο υπερβολικά ηλικιωμένος χαρακτήρας - έτσι υποδηλώνει η φαντασία μου - που ενσαρκώνεται από άτομα προχωρημένης ηλικίας. Με λίγα λόγια, η υποχώρηση σημαίνει γηρατειά, αδυναμία, οι μέρες που φεύγουν από τη ζωή. Δεν μου ταιριάζει.
Μου αρέσουν τα μοναστήρια, περισσότερο από τα Ζεν και τα Βουδιστικά, τα βαλκανικού τύπου ορθόδοξα, το μοναστήρι. Συχνά ένα αρχαίο κόσμημα, φωλιασμένο στην ιστορία και το δάσος, με φθαρμένα σκαλοπάτια, σιωπηλά με σπίνους, βυθισμένα σε λουλούδια και θυμίαμα. Αλλά και μοναστήρια ελληνικού τύπου, συχνά πέτρινα μέρη ανάμεσα σε πέτρες, ουσιώδη και εξυψωμένα, ίσως, για αυτόν τον λόγο, ακούσια πιο μάταια και υπεροπτικά από τα αντίστοιχα μακεδονικά, βουλγαρικά και σερβικά.
Ωστόσο, όσο κι αν το μοναστήρι με κάνει να σκέφτομαι ένα μέρος ανοιχτό σε όλους, εξακολουθεί να έχει υπερβολικά έναν αυστηρά θρησκευτικό χαρακτήρα.


Τα κίνητρα:
Όσοι νιώθουν την ανάγκη να σταματήσουν, για λίγο ή φευγαλέα, σε αυτά τα μέρη, το κάνουν αναζητώντας μια ανάπαυλα από τις σκέψεις τους, αναζητώντας μια στιγμή ασυνείδητου διαλογισμού για μια ένωση που η καθημερινή κανονικότητα, ειδικά στις πόλεις και στον κόσμο γενικότερα, δεν τους χαρίζει ή τους έχει κλέψει. Όσοι νιώθουν την ανάγκη να σταματήσουν, έχουν μέσα τους και την ανάγκη να επανασυνδεθούν με εκείνο το σημείο που ανακάλυψαν παραμελημένο, ίσως για μια ζωή, επισκιασμένο από διαταραχές και επιπολαιότητες διαφόρων ειδών που εμποδίζουν την παρουσία του στην καθημερινή ζωή. Έτσι, χωρίς να το γνωρίζουμε, χωρίς καμία ορθολογικοποίηση, είμαστε όλοι εκτεθειμένοι στον κίνδυνο να κατανοήσουμε μέσω του συναισθήματος πού να πάμε και τι να κάνουμε ή να σταματήσουμε να κάνουμε, να απελευθερωθούμε από τον εμμονικό ρυθμό των ερεθισμάτων που είχαμε πάρει τόσο σοβαρά, χωρίς να το αξίζουμε.
Για αυτούς τους αμφισβητήσιμους λόγους, κατατάσσω το άσραμ στην κορυφή της λίστας με τα μέρη που είναι κατάλληλα για την επανασύνδεση με τον εαυτό, δηλαδή με τον δικό μας κόσμο και τον άλλον.


Τα άσραμ -

από τα λίγα που έχω γνωρίσει - είναι φυσικά οριοθετημένοι χώροι μέσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η καθημερινή ζωή και οι στιγμές περισυλλογής, είτε ατομικές, κοινοτικές, είτε παρουσία του κυρίου του χώρου, είναι ελεύθερα προσβάσιμες και συχνές.
Τα χρώματα, τα σχήματα, οι ήχοι και τα αρώματα ενός άσραμ, ίσως ακόμη περισσότερο από τα αδέλφια και τα ξαδέρφια του αλλού στον κόσμο, θυμίζουν την έννοια του θύλακα και της ακρόπολης. Σε αυτή την περίπτωση, όχι ως συνώνυμο του διαχωρισμού ή του φρουρίου, αλλά μάλλον ως ένα απομονωμένο περιβάλλον, μια προστατευμένη περιοχή για το σώμα και το πνεύμα, έναν τόπο γαλήνης όπου μπορεί κανείς να αναζητήσει, να βρει και να μεταδώσει την ειρήνη. Όπου, με άλλα λόγια, μπορούμε να διατηρήσουμε καλύτερα την πίστη μας στις γνώσεις που μας επιτρέπουν να αποστασιοποιηθούμε από τη φρενίτιδα των ταλαντώσεων που επιβάλλει η υλιστική αντίληψη του κόσμου και να μειώσουμε τον κίνδυνο να χαθούμε στο εγώ μας και έτσι να εκτεθούμε άθελά μας σε ενεργοβόρες και, κατά καιρούς, μοιραίες πτώσεις.

Είναι μια γαλήνη που δεν προέρχεται από τον ανθρώπινο νόμο, την ηθική ή τη μελέτη, αλλά από την αυτογνωσία, δηλαδή από την επίγνωση του τι αντιστοιχεί στο εγώ μας και στον εαυτό μας, και τι αντιστοιχεί στην ανθρωπότητα ως σύνολο, ή, μάλλον, του τι είναι η ζωή και ποιες είναι οι εγωιστικές παγίδες με τις οποίες την ασφυκτιούμε.
Κάθε περιβάλλον που συχνάζουμε χρησιμεύει ως άσραμ και η κατάσταση που αναζητούμε περισσότερο χρησιμεύει ως προπονητής. Η οικογένεια, το σχολείο, ο δρόμος, η φυλακή, οι ιδιωτικοί σύλλογοι, τα πολιτικά κόμματα και τα πάθη είναι όλα άσραμ που θρέφουν μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον εαυτό μας και καλλιεργούν σκέψεις και οράματα ή διαλογισμούς χρήσιμους για την επίτευξη των στόχων που συνάδουν με αυτήν.


Η ανάγκη.
Όποιος, με τον δικό του τρόπο, βρεθεί σε αυτή την οπτική γωνία, εμπίπτει στην υποχρέωση της λεγόμενης πνευματικής έρευνας - άστοχα, κατά τη γνώμη μου, καθώς χρησιμεύει ως σπίθα για τα αστεία που παρατάσσονται στο φυσίγγιο κάθε υλιστή αλήτη με την αυτοδικαίωση του φθηνού σαρκασμού - η κορύφωση της οποίας έχει να κάνει με μια χειραφέτηση από την φουσκωμένη και πομπώδη πραγματικότητα της αυτοσημασίας, στην οποία έζησε, αγωνίστηκε ή ήταν ο πρωταγωνιστής.
Αν στην πραγματικότητα που κατέρρεε τότε, επικρατούσε το κριτήριο του ανταγωνισμού, το υψηλότερο σκαλί του βήματος ως το αποκλειστικό μέτρο του εαυτού και των άλλων, η απαίτηση για αναγνώριση ως το μοναδικό κριτήριο της αυτοεκτίμησης, σε αυτήν που διαμορφώνεται λόγω διαφόρων χειραφετήσεων και συνειδητοποιήσεων, ο ποσοτικός τρόπος κάνει κάποιον να χαμογελάει και δεν είναι πλέον ο μόνος, και ο γείτονας δεν είναι πλέον ανταγωνιστής, αλλά ένας σαν εμάς.

Η μόνη μονιμότητα

Η διακύμανση των εσωτερικών και φυσικών καταστάσεων, των συμφερόντων, των αξιών, των κρίσεων και των προσοχών, είναι η μόνη υπαρξιακή σταθερά. Είναι μια αλληγορία μπονσάι της ζωής, η οποία παύει στον ιστορικό θάνατο, ακριβώς για να μπορεί να ανθίσει αμετάβλητη σε άλλα σώματα που είναι μόνο τυπικά διαφορετικά, σαν φύλλα χόρτου σε ένα μόνο βοσκότοπο.
Αλλά είναι το συνειδητό άτομο που την αντιλαμβάνεται, σίγουρα όχι ο επιστήμονας που πιστεύει στην άπειρη ανάπτυξη, την αθανασία και το ελιξίριο της αιώνιας νεότητας - όλες οι συνθήκες περιλαμβάνονται στη λεπτή διάσταση της ενέργειας, αλλά αποκλείονται από τη φυσική, η οποία είναι εξ ορισμού παροδική. Αλλά αυτός, ο επιστήμονας, αγνοώντας τα πάντα, κι όμως ένας ευσεβής πατριώτης της επιστήμης ως του μοναδικού, μοναχικού δρόμου προς τη γνώση, δεν το γνωρίζει αυτό. Και πεισματικά, συνεχίζει να καταδικάζει τους πολιτισμούς και τους ανθρώπους που τρέφονται από αυτήν με υλισμό.


Πτώσεις και Υποτροπές.
Μοναχοί, ηγούμενοι, δάσκαλοι, ηγούμενοι, γκουρού, ηγουμένες, αρχιμανδρίτες και άλλοι γνωρίζουν ότι η διατήρηση μιας συγκεκριμένης κατάστασης καλοσύνης, υγείας και δύναμης απαιτεί εκπαίδευση. Όπως ακριβώς ένας αθλητής πηγαίνει στον στίβο, αλλάζει και βγαίνει στο γήπεδο για να προπονηθεί, γνωρίζοντας ότι μόνο με αυτόν τον τρόπο -αφήνοντας στην άκρη το ντόπινγκ- μπορεί να βελτιωθεί, έτσι και η διατήρηση της εσωτερικής ηρεμίας απαιτεί έναν χώρο προστατευμένο από περισπασμούς, όπου οι εγωιστικές-ματαιόδοξες δυναμικές τείνουν να είναι βραχύβιες, να ματαιώνονται ή να γίνονται αδιανόητες. Έτσι, τα κλισέ φτάνουν στην ημερομηνία λήξης τους και τα τραύματα και οι πένθοι προκαλούν την παραμικρή αναστάτωση στη δύναμη και την αντοχή.
Έτσι, το περιβάλλον, το άσραμ, διευκολύνει επίσης τη συγκέντρωση, μας βοηθά να «παραμένουμε σε καλό δρόμο» με την έρευνά μας και βοηθά στη μείωση του κινδύνου ολίσθησης, δηλαδή, στην αποτροπή της έλευσης της κατάλληλης περίστασης για μια πτώση, αυτής στην οποία δεν ενεργούμε αλλά αντιδρούμε, στην οποία δεν ανταποκρινόμαστε παρά μόνο στο έλκηθρο του συναισθήματος που μας έχει αιχμαλωτίσει, σε αυτό που επιτρέπει και επιβάλλει ο ανεμοστρόβιλος του.
Αλλά τα στοιχεία της ταλάντωσης, ως το μόνο μόνιμο χαρακτηριστικό, φαίνονται άγνωστα σε πολλούς. Τουλάχιστον σε εκείνους που, την κατάλληλη στιγμή, έχουν δηλώσει ή θα δηλώσουν με σιγουριά: «Δεν θα το κάνω ποτέ». (Αυτό ισχύει και για το «για πάντα».)
Το «δεν υπάρχει βεβαιότητα για το αύριο» του Λορέντζο ντε Μέδικι —εμπνευσμένο από τη φευγαλέα φύση της νεότητας— προσφέρεται για εφαρμογή στον λόγο μας. Όταν σκοντάφτουμε στη σωστή περίσταση, χάνουμε την κατάσταση που νομίζαμε ότι είχαμε εδραιώσει μέσα μας, με την οποία ταυτιστήκαμε και μέσω της οποίας πιστεύαμε ότι ήμασταν ο εαυτός μας, σε μια στιγμή. Κανένας ορειβάτης δεν θέλει να πέσει από ένα περβάζι. Οι πράξεις του προσανατολίζονται στην απόλαυση της ανάβασης, ωστόσο μπορεί να προκύψει η σωστή περίσταση για να τον αποσπάσει την προσοχή. Ακόμα και ο πιο ειρηνικός άνθρωπος —υπάρχει μια τεράστια βιβλιογραφία και φιλμογραφία για το θέμα, καθώς και δικαστικές αποφάσεις— η σωστή αλληλουχία για να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του είναι πάντα λανθάνουσα. Έχει συμβεί σε «καλούς πατέρες», σε «εκλεκτούς καθηγητές», σε «φιλανθρωπικές μητέρες», σε «φυσιολογικά παιδιά, όπως τόσα άλλα». Και ακόμη, αντίστροφα, στον στρατιώτη που, νικημένος από το σωστό συναίσθημα, γλιτώνει τον εχθρό.


Η σωστή περίσταση
... Είμαστε όλοι ένα μείγμα στοιχείων. Αν η ιδιοφυΐα έχει ό,τι χρειάζεται για να είναι τέτοια, το ίδιο συμβαίνει και στους λιγότερο χαρισματικούς. Ισχύει για κάθε ανθρώπινη πτυχή. Άνθρωποι με δέρμα ελιάς μαυρίζουν στις πρώτες ακτίνες του ήλιου, άνθρωποι με ανοιχτόχρωμο δέρμα καίγονται. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα που δείχνουν ότι οι σωστές συνθήκες δεν είναι οι ίδιες για όλους. Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι συνυπήρχαν και διασταυρώνονταν για δεκαετίες πριν τους κατακλύσει το σωστό συναίσθημα, χωρίς να τους αφήνει διέξοδο, εμποδίζοντάς τους να σφάξουν τον γείτονά τους, τον συμμαθητή τους, χωρίς να χάσουν την ευκαιρία να δουν σε αυτούς, όχι πια αυτό που έβλεπαν πριν, αλλά έναν εχθρό που πρέπει να εξαλειφθεί χωρίς ενοχές, αλλά με ικανοποίηση και αίσθημα δικαιοσύνης.
Αν οι συνθήκες είναι σωστές, οποιαδήποτε ανθρώπινη μορφή, ακόμη και η πιο αξιοθρήνητη, καθώς και η πιο αξιοθαύμαστη, μπορεί να ενσαρκωθεί, κάθε αρχή και αξία μπορεί να ξεχαστεί ή να ανακληθεί και να ενισχυθεί με δύναμη. Τότε το άσραμ, ή όποιος αντιπροσωπεύει, σαν λιμάνι, μας προστατεύει από τις αληθινές καταιγίδες της εφήμερης ζωής

Μια αναστοχαστική σκέψη για το διεθνές δίκαιο και τη δικαιοσύνη

Andrea Zhok - 04/01/2026

Μια αναστοχαστική σκέψη για το διεθνές δίκαιο και τη δικαιοσύνη


Πηγή: Άντρεα Ζοκ

Αντιμέτωποι με μια ακόμη κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου από τις ΗΠΑ κατά της Βενεζουέλας, πολλοί ορθώς παρατηρούν ότι το διεθνές δίκαιο δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά.
Υπάρχουν εξαιρετικά επιχειρήματα υπέρ αυτού, επιχειρήματα αρχής, ξεκινώντας από τις σκέψεις που χρονολογούνται από τον Χέγκελ ότι τεχνικά δεν μπορεί να υπάρχει ισχύον δίκαιο μεταξύ κυρίαρχων κρατών, επειδή δεν υπάρχει τρίτος φορέας ικανός να ορίσει νόμους και κυρώσεις που να ισχύουν για όλα τα κράτη.
Ο ΟΗΕ δημιουργήθηκε ακριβώς για να παρέχει έναν τέτοιο τρίτο φορέα, αλλά, όπως ήταν προβλέψιμο εκ των προτέρων, και όπως έχει ευρέως φανεί με την πάροδο του χρόνου, οι «καταδίκες του ΟΗΕ» ισχύουν μόνο για αδύναμα κράτη, ενώ οι ηγέτες της παγκόσμιας τροφικής αλυσίδας - οι Ηνωμένες Πολιτείες πρώτα και κύρια - εξ ορισμού διαφεύγουν οποιασδήποτε καταδίκης ή ποινής.
Αν, κατά μία έννοια, μπορεί να ειπωθεί ότι «το διεθνές δίκαιο δεν υπήρξε ποτέ», πρέπει αμέσως να προστεθεί ότι το δίκαιο είναι πάντα το τυπικό συστατικό της δικαιοσύνης. Και ενώ υπάρχει μια διάχυτη τάση στον σύγχρονο κόσμο να θεωρούνται μόνο οι τυπικές πτυχές ως πραγματικές, η αλήθεια είναι ότι χωρίς αυτήν την αδιόρατη και άτυπη πτυχή της δικαιοσύνης, κανένα δίκαιο, είτε εθνικό είτε διεθνές, δεν μπορεί να έχει νόημα. Μπορεί να έχουμε το ομορφότερο Σύνταγμα στον κόσμο, αλλά αν έχουμε ένα Συνταγματικό Δικαστήριο χωρίς αίσθημα δικαιοσύνης, το Σύνταγμα παραμένει ένα υπόμνημα χωρίς καμία ανάμνηση.
Αν αξιολογήσουμε με όρους άτυπης δικαιοσύνης, βρισκόμαστε αμέσως σε ένα πολύπλοκο επίπεδο, όπου συχνά δεν έχουμε να κάνουμε με σαφείς διακρίσεις μεταξύ «σωστού» και «λάθους», αλλά με τις αναλογίες σωστού και λάθους. Το γεγονός ότι αυτό το είδος αξιολόγησης απαιτεί κριτική σκέψη και πνευματική ειλικρίνεια, ωστόσο, σημαίνει ότι τέτοιες αξιολογήσεις είναι πάντα προσβάσιμες μόνο σε μια μικρή μειονότητα. Ένας τρόπος για να οπτικοποιηθεί το «περισσότερο» ή το «λιγότερο» ακριβώς σε αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται από τη σύγκριση περιπτώσεων με παρόμοια χαρακτηριστικά.
Πάρτε για παράδειγμα την χθεσινή επέμβαση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη Βενεζουέλα. Αν και αυτό είναι ακόμα ένα γεγονός που βρίσκεται σε εξέλιξη, από την δημόσια ομιλία του Τραμπ χθες το βράδυ μπορούμε να συμπεράνουμε, αν όχι την πραγματικότητα, τουλάχιστον τις προθέσεις του πολέμου.

Ο Τραμπ, αφού επανέλαβε τους συνήθεις ψευδείς λόγους για να δικαιολογήσει την παρέμβαση (ο Μαδούρο είναι επικεφαλής ενός καρτέλ ναρκωτικών, η Βενεζουέλα φιλοξενεί «εχθρικές ξένες δυνάμεις» κ.λπ.), παραδέχτηκε με την χαρακτηριστική του βάναυση ειλικρίνεια ότι από εδώ και στο εξής οι ΗΠΑ θα ελέγχουν την παραγωγή πετρελαίου - πόσο παράγεται, πώς και σε ποια τιμή.Πρόσθεσε επίσης ότι οι ΗΠΑ θα κυβερνήσουν αποτελεσματικά τη Βενεζουέλα («Θα κυβερνήσουμε τη χώρα μέχρι να πραγματοποιηθεί μια ασφαλής, σωστή και συνετή μετάβαση»).
Είναι πολύ νωρίς για να πούμε αν πρόκειται για ευσεβείς πόθους ή για πραγματικότητα, αλλά αυτές είναι σίγουρα οι προθέσεις της κυβέρνησης των ΗΠΑ.
Επιπλέον, έχει επαναληφθεί, με απειλητικό τόνο προς την Κολομβία και άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ότι αυτό που συνέβη στον Μαδούρο θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε άλλον αν εμπόδιζε (η εκδοχή του «Δόγματος Μονρόε» του Τραμπ).
Εν ολίγοις, οι λόγοι που δίνονται για να δικαιολογήσουν την παρέμβαση είναι: 1) η εσωτερική ασφάλεια των ΗΠΑ (στρατιωτική και σε σχέση με το εμπόριο ναρκωτικών)· 2) ο έλεγχος των πετρελαϊκών πόρων (μόνη η Βενεζουέλα κατέχει το 20% των παγκόσμιων πετρελαιοπηγών, διπλάσιο από αυτό της Σαουδικής Αραβίας)· 3) μια δυναμική αναβίωση του Δόγματος Μονρόε, όπου η Λατινική Αμερική προορίζεται να γίνει η περιοχή της αποικιακής ή νεοαποικιακής εκμετάλλευσης των ΗΠΑ.
Τώρα, ας συγκρίνουμε σύντομα δύο περιπτώσεις που απασχολούν εδώ και καιρό τη δημόσια συζήτηση: τη σχέση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας (συγκεκριμένα του Ντονμπάς) και τη σχέση μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν.
Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ Ρωσίας και Ντονμπάς, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια παραβίαση του διεθνούς δικαίου που έχει ήδη συμβεί (η στρατιωτική επιθετικότητα εναντίον ενός κυρίαρχου κράτους είναι αναμφισβήτητα τέτοια· όπως για τις ΗΠΑ, το Ιράκ, το Ιράν, τη Λιβύη, τη Βενεζουέλα, κ.λπ., κ.λπ.).
Ανεπίσημα, η Ρωσία εισέβαλε στο Ντονμπάς (όπως και η Κριμαία πριν από αυτήν) επικαλούμενη λόγους εσωτερικής ασφάλειας (απειλές για τη βάση της Σεβαστούπολης, σχεδιαζόμενη είσοδος στο ΝΑΤΟ) και την προστασία του ρωσόφωνου πληθυσμού.
Είναι αρκετά σαφές ότι σε αυτήν την περίπτωση, σε αντίθεση με τη Βενεζουέλα και άλλες περιπτώσεις που αφορούν τις ΗΠΑ, τόσο η «συνοριακή απειλή» όσο και η «προστασία του πληθυσμού» είναι αξιόπιστοι λόγοι.

Η απειλή του ΝΑΤΟ ήταν πράγματι στα σύνορα (μάλιστα, στα πιο ευάλωτα σύνορά της, που αφορούν τη ναυτική πρόσβαση στη Μεσόγειο), και ο ρωσόφωνος πληθυσμός στην Ουκρανία ήταν πραγματικά καταπιεσμένος (από τη σφαγή της Οδησσού). Επομένως, η Ρωσία φέρει εν μέρει την ευθύνη, έχοντας παραβιάσει το διεθνές δίκαιο, αλλά έχει ανεπίσημους λόγους που καθιστούν αυτή την παραβίαση κατανοητή. Θα αφήσουμε στην άκρη το ζήτημα της ζύγισης του σωστού και του λάθους.
Για λόγους σύγκρισης, η Βενεζουέλα δεν συνορεύει με τις ΗΠΑ (2.200 χλμ. σε ευθεία γραμμή), δεν επρόκειτο να γίνει μέρος ενός «ΝΑΤΟ BRICS» και δεν έχει καμία ιστορική ή πολιτιστική συγγένεια με τις ΗΠΑ (στη Βενεζουέλα ομιλούνται ισπανικά, όχι αγγλικά).
Ας πάρουμε μια εικονική περίπτωση: τη σχέση μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν. Μια εισβολή της Κίνας στην Ταϊβάν θα παραβίαζε το διεθνές δίκαιο με πολύ πιο περιορισμένη έννοια από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, καθώς η Ταϊβάν δεν είναι πλήρως αναγνωρισμένο διεθνές κράτος. Μόνο 12 μικρότερα κράτη αναγνωρίζουν την Ταϊβάν ως ανεξάρτητο κράτος (Μπελίζ, Γουατεμάλα, Αϊτή, Νήσοι Μάρσαλ, Παλάου, Παραγουάη, Άγιος Χριστόφορος και Νέβις, Αγία Λουκία, Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες, eSwatini, Τουβαλού και Πόλη του Βατικανού). Στην πραγματικότητα, από νομικής άποψης, η ύπαρξη της Ταϊβάν ως αυτόνομου κράτους είναι αμφισβητήσιμη, αλλά μέχρι οι ΗΠΑ να ξεκινήσουν μια πολιτική μεταφοράς όπλων στο νησί, η Κίνα δεν φαινόταν ιδιαίτερα ενδιαφερόμενη να επιδεινώσει τις σχέσεις με αυτό που θεωρεί ένα είδος επαρχίας ειδικού καθεστώτος.
Τώρα, ωστόσο, και υπό το φως των αναδυόμενων τάσεων ανεξαρτησίας του νησιού, η Κίνα ανησυχεί σοβαρά επειδή η θαλάσσια περιοχή που περιβάλλει την Ταϊβάν είναι στρατηγική για τη διασφάλιση της ελευθερίας της θαλάσσιας κυκλοφορίας της Κίνας. Γεωγραφικά, οι ακτές της Κίνας συνορεύουν βόρεια με την Ιαπωνία και νότια με τις Φιλιππίνες, και οι δύο σύμμαχοι των Αμερικανών. Η Ιαπωνία παρέχει στις ΗΠΑ πάνω από 120 στρατιωτικές βάσεις, η μεγαλύτερη από τις οποίες βρίσκεται στην Οκινάουα. Οι Φιλιππίνες παρέχουν περίπου δέκα, η μεγαλύτερη από τις οποίες βρίσκεται στο Παλουάν. Εάν η Ταϊβάν επέστρεφε στην τροχιά των ΗΠΑ, οι Αμερικανοί θα ήταν ουσιαστικά σε θέση να εφαρμόσουν έναν πλήρη ναυτικό αποκλεισμό.
Έτσι, ανακεφαλαιώνοντας, εάν η Κίνα εισέβαλε στην Ταϊβάν αύριο, θα αποτελούσε μια αμφισβητήσιμη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, εξίσου κατακριτέα με οποιαδήποτε μονομερή άσκηση βίας. Ανεπίσημα, οι ανησυχίες της Κίνας για την ασφάλεια θα ήταν κατανοητές, και από την άλλη πλευρά, η Ταϊβάν είναι πολιτισμικά κινεζική (εκεί ομιλούνται μανδαρινικά).

Επομένως, μην εκπλαγείτε όπως συνήθως αύριο, σοκαρισμένοι από την έκπληξη.

Αυτός ο διαβόητος Αμερικανός εκδικητής

Alessio Mannino - 3 Ιανουαρίου 2026

Αυτός ο διαβόητος Αμερικανός εκδικητής


Πηγή: Αλέσιο Μανίνο


Ο Τραμπ ανακοίνωσε τη σύλληψη του Μαδούρο, όπως συμβαίνει με τους εγκληματίες.
Παρόλο που, ανήθικος και αφιλτράριστος επιχειρηματίας όπως είναι, εγκατέλειψε το θέμα της «εξαγωγής δημοκρατίας» (η οποία, αν και υποκριτική στο έπακρο, εξακολουθεί να αποτελεί ιδανικό, και κάποιος σαν αυτόν δεν έχει ιδανικά, ούτε καν ψεύτικα), ο ξανθός Τζον Γουέιν εξακολουθεί να ενσαρκώνει τον πιο αταβιστικό πυρήνα της αμερικανικής καρδιάς: να νιώθει σαν τους εκδικητές του κόσμου.
Δεν μπορούν να κάνουν τίποτα: πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να επιτίθενται, να εισβάλλουν, να ανατρέπουν, να λεηλατούν και να υποτάσσουν επειδή βλέπουν τους εαυτούς τους ως τους φύλακες του Καλού στη Γη.
Μια ανωτερότητα που νομιμοποιείται από μια αναλογία μετατρέψιμη σε δολάρια, η οποία αποτελεί τη μονάδα μέτρησης κάθε αμερικανικής αξίας από την αυγή του χρόνου (απλώς ξαναδιαβάστε τις σελίδες στις οποίες ο Τοκβίλ εξήγησε πώς η «δημοκρατική» ισότητα στην Αμερική των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα δημιούργησε ένα ανταγωνιστικό άγχος που χρησίμευσε ως ψυχολογικό και ηθικό προωθητικό μέσο για την οικονομική ανάπτυξη, που κατέστη φυσικά δυνατή χάρη στην εκμετάλλευση των τεράστιων χώρων από τους οποίους εξοντώθηκαν οι ιθαγενείς - εξ ου και ο κινηματογραφικός μύθος της «κατάκτησης της Δύσης», με επίκεντρο τον πιστολέρο που διορθώνει τα λάθη και ενεργεί πέρα ​​από το νόμο: τον εκδικητή, ακριβώς).
Αντιμέτωπος με αυτή τη νοοτροπία, αυτός ο τύπος ανθρώπου, το να είναι κατά του Τραμπ είναι μια καθαρά ενδεχόμενη θέση (και μπορεί ακόμη και να αποδειχθεί τεχνικά λανθασμένη, λαμβάνοντας υπόψη το ουκρανικό μέτωπο, δεδομένου του detente που ο κατασκευαστής επιδιώκει λίγο πολύ με τη Ρωσία). Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, όταν αγνοήσουμε το καλό που έχει παράγει ο αμερικανικός πολιτισμός, η αντίθεση μπορεί να είναι μόνο πολιτιστική. Κατά μια ορισμένη έννοια, κατ' αρχήν, αν συμφωνήσουμε ότι κανένας λαός και κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει το μονοπώλιο της αλήθειας έναντι όλων των άλλων.
Ακόμα λιγότερο αν αυτό εξισώνεται με κέρδη που εισπράττονται επιπόλαια από το αίμα των ανθρώπων (θυμηθείτε τα σχέδια μετατροπής της Γάζας σε παιδική χαρά για ακόλαστους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων των απεχθών Αράβων σεΐχηδων που δεν δίνουν δεκάρα για τους Παλαιστίνιους).
Με κάθε μέρα που περνάει, δεν μπορεί κανείς παρά να είναι όλο και πιο αντιαμερικανικός.


Αυτός ο διαβόητος Αμερικανός εκδικητής

Πρωτοχρονιάτικες προτάσεις καί Αποφάσεις

από τον Μαρτσέλο Βενετσιάνι


Είστε έτοιμοι για τη χρονιά που έρχεται; Το πέρασμα της χρονιάς είναι απλώς ένα απατηλό κόλπο του ημερολογίου, τίποτα περισσότερο, ένα πλασματικό, συμβατικό όριο. Αλλά είναι μια ευκαιρία να κάνουμε απολογισμό, να θέσουμε στόχους, να μετρηθούμε με το πέρασμα του χρόνου. Και ίσως να υποσχεθούμε κάτι σε κάποιον ή σε απροσδιόριστους θεούς.Το κάνω κάθε χρόνο, αυτή τη φορά προσπαθώ να το κάνω δημόσια, μέσω του Τύπου, επειδή δεν είναι προσωπικό θέμα. Δεν είναι μια εγωκεντρική άσκηση, αν μη τι άλλο, το αντίθετο: προσπάθεια να ρίξει κανείς τον εαυτό του στον χρόνο και στον κόσμο. Ανάθεση καθηκόντων στον εαυτό του, υπέρβαση της ιδιωτικής και ατομικής του σφαίρας. Ας το δοκιμάσουμε λοιπόν.
Η πρώτη προσωπική και καθολική δέσμευση, το λέω με ισπανική έκφραση, είναι να είσαι ένας κάθετος άνθρωπος. Τι είναι ένας κάθετος άνθρωπος;
Απλώς ένας άνθρωπος που στέκεται όρθιος, θα έλεγε κανείς. Κάποτε, θα έλεγε κανείς να στέκεται ανάμεσα στα ερείπια. Σήμερα θα έλεγα να στέκεται ανάμεσα σε τόσους πολλούς ξαπλωμένους ανθρώπους, γονατιστούς, όχι για να προσεύχονται, σε ένα χαλάκι, όχι επειδή είναι Ισλαμιστές, ή ανάποδα, όχι λόγω της απουσίας βαρύτητας. Το να στέκεσαι όρθιος σημαίνει να διατηρείς μια συγκεκριμένη ψυχραιμία, ένα συγκεκριμένο στυλ, μια συγκεκριμένη αξιοπρέπεια. Αποκαθιστώντας μια ιεραρχία προτεραιοτήτων και αρχών στη ζωή. Και διατηρώντας την ελεύθερη συνοχή. Καμία αξίωση υπεράνθρωπης φύσης, καμία αλαζονεία μιας εκλεκτής φυλής. Γνωρίζουμε τα όριά μας και τις αδυναμίες μας, αλλά θεωρούμε τη συνοχή, τον αυτοσεβασμό και τον σεβασμό για τους άλλους, και επομένως το αίσθημα τιμής, αδιαπραγμάτευτα.
Ο έντιμος άνθρωπος αγαπά την αλήθεια περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Το να αγαπάς την αλήθεια σημαίνει να μαρτυράς την αλήθεια, χωρίς να ισχυρίζεσαι ότι την κατέχεις. Γιατί η αλήθεια, δεν θα κουραστώ να λέω, είναι μεγαλύτερη από εμάς και το μυαλό μας. Δεν την κατέχουμε, αν μη τι άλλο, κατεχόμαστε από αυτήν. Και ποτέ δεν την γνωρίζουμε στο σύνολό της, αλλά μόνο μία ή περισσότερες πλευρές. Το πολύγωνο της αλήθειας, έλεγε ο Vincenzo Gioberti, μόνο ο Θεός γνωρίζει την αλήθεια στο σύνολό της. Αυτό που έχει σημασία, επομένως, δεν είναι ο ισχυρισμός ότι γνωρίζεις την αλήθεια, κάτι που θα ήταν μη ρεαλιστικό και αλαζονικό, αλλά η αναζήτηση της αλήθειας και η αγάπη της αλήθειας. Μπορεί να κάνουμε λάθος, αλλά αν πούμε ή κάνουμε κάτι, να είστε σίγουροι ότι το λέμε ή το κάνουμε επειδή το πιστεύουμε ότι είναι αλήθεια και δεν μπορούμε να σιωπήσουμε. Κατά συνέπεια, είμαστε έτοιμοι να υποστούμε αντιδράσεις και αντίποινα, δαγκώματα σκύλων, προσβολές αυλικών, παραστάσεις μαριονετών, αλλά δεν θα είναι αρκετά για να μας σταματήσουν ή να μας φιμώσουν. Βάζουμε ολόκληρο τον εαυτό μας σε αυτό που λέμε, τα πάντα εκτός από το πρόσχημα ότι έχουμε την αλήθεια στην τσέπη μας. Μπορεί ακόμη και να κάνουμε λάθος. Θα ήθελα αυτή να είναι η δέσμευσή μας για την επόμενη χρονιά. Αλλά είναι σαφές ότι δεν είναι μια υπόσχεση δεμένη με ένα μόνο έτος, επειδή μας δεσμεύει, και μας δεσμεύει, με μια ολόκληρη ζωή. Αν τύχει να συναντήσουμε ισχυρούς, θα έχουμε λίγα να δώσουμε αλλά τίποτα να ζητήσουμε. Αυτή είναι η ελευθερία μας και ο αληθινός μας πλούτος.
Αλλά ο όρος «κάθετος άνθρωπος» δεν σημαίνει μόνο αυτό. Σημαίνει να μην περιορίζεις τη ζωή και την οπτική σου σε μια οριζόντια διάσταση και, επομένως, στις σχέσεις με τους άλλους και με την κοινωνία. Σημαίνει να κοιτάς ψηλά, να απλώνεις το χέρι σου προς τον ουρανό, να καταλαβαίνεις ότι το πεπρωμένο, η χάρη, η πρόνοια και το θείο δεν σε περιμένουν στη γωνία ή κάτω από μια καταπακτή, αλλά κατεβαίνουν από ψηλά και σε φέρνουν πίσω εκεί. (Μια σύντομη προσωπική πληροφορία: στο σπίτι των γονιών μου κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων διακοπών βρήκα μια εργασία μου για το λύκειο, έναν μεγάλο, ακατέργαστο τόμο, δακτυλογραφημένο και δεμένο, με έναν τίτλο που μεταφέρει μια αρκετά σαφή θέση: «Κάθετη Πρόταση στην Οριζόντια Εποχή». Ισχύει ακόμα και σήμερα.) Η κάθετη διάσταση είναι το όραμα της υπέρβασης και η λαχτάρα να ανέβεις προς τον ουρανό. Στην πραγματικότητα, ο πιο ολοκληρωμένος κάθετος άνθρωπος είναι αυτός που όχι μόνο ζει όρθιος αλλά καλλιεργεί και την κάθετη σκέψη. Δεν είναι μόνο τα πόδια του που τον κρατούν όρθιο, αλλά και το κεφάλι του.
Στην ιδέα της διατήρησης μιας όρθιας στάσης και της κάθετης θεώρησης του ανθρώπου και της σκέψης, θα ήθελα να προσθέσω μια ακόμη δέσμευση για το μέλλον: να ενταχθούμε στον κύκλο της ζωής, μέχρι το τέλος να συμπέσει με την αρχή, επιστρέφοντας στην αρχή, από κάθε άποψη. Το καθήκον μιας ζωής είναι να κλείσει ο κύκλος, να ολοκληρώσει το ταξίδι, να επιστρέψει εκεί που ξεκίνησε η γήινη περιπέτειά μας. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι η διάρκεια της ζωής αλλά η πληρότητά της, δηλαδή η ικανότητα να κλείσει ο κύκλος και η προσπάθεια να το κάνει. Κοιτάξτε πίσω και πείτε ειλικρινά αν αυτός ήταν ο κώδικας τιμής της ζωής σας ή όχι, αν έχετε ενδώσει ή έχετε χάσει μερικές φορές τον δρόμο σας. Κάθετη σκέψη και κυκλική ζωή: Θα ήθελα αυτό να είναι το νόημα και η πυξίδα της ζωής μας, η ιδανική και ηθική προσπάθεια, και όλα τα άλλα να περικλείονται από αυτόν τον διπλό σκοπό: η κάθετη σκέψη είναι ο πατέρας μας, η κυκλική ζωή είναι η μητέρα μας.
Αλλά όλα αυτά έχουν νόημα αν δεν είναι απλώς λόγια, αλλά επακόλουθες πράξεις, συμπεριφορές και στάσεις που επηρεάζουν συγκεκριμένα τη ζωή μας, έχουν ακριβείς επιπτώσεις στις καθημερινές μας επιλογές και παράγουν μεταμορφώσεις σε εμάς και γύρω μας. Πρέπει να ξέρουμε πώς να τα μεταφράσουμε στην καθημερινή ζωή, μαθαίνοντας την τέχνη του κύκλου και της ευθείας γραμμής. Που δεν είναι ένα έξυπνο χτύπημα στο στεφάνι ή στο βαρέλι, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό. Όπως ίσως έχετε παρατηρήσει, η πολιτική δεν έχει θέση στις αποφάσεις της Πρωτοχρονιάς. Δεν αξίζει να βαλτώνουμε σε αυτή την μπαγιάτικη βλάστηση. Χαμένος χρόνος που μας παρασύρει στο βούρκο και στον ιστό της αράχνης.
Και σε σχέση με τον χρόνο και τον κόσμο, ποιες δεσμεύσεις πρέπει να αναλάβουμε; Να γεννήσουμε, ο καθένας στη δική του σφαίρα και σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Δηλαδή, να φυτέψουμε δέντρα, να δημιουργήσουμε ζωές, να εργαστούμε, να ξεκινήσουμε, να βρούμε, να χτίσουμε, να εργαστούμε· και να βιώσουμε την κοινότητα σε κοντινή απόσταση, ξεκινώντας από αυτούς που είναι κοντά μας. Να αγαπάμε.

Είναι η αληθινή απάντηση στην εκτεταμένη και συγκεντρωμένη νωθρότητα και κακία.
Επομένως, η ελπίδα είναι ότι αυτό το ανόητο τελετουργικό του τέλους της χρονιάς δεν είναι απλώς η προδιαγεγραμμένη ευφορία μιας ημερολογιακής αργίας και μια χαρούμενη ευκαιρία για μια γενική απόσπαση της προσοχής από την πραγματική ζωή. Αλλά το αντίθετο, μια ευκαιρία να πάρουμε τον έλεγχο της ζωής μας, να τη σκεφτούμε, να την κατευθύνουμε προς τα πράγματα που βρίσκονται στη δύναμή μας και τα οποία, όπως πίστευε ο Μακιαβέλι, είναι ο στόχος μας και το μισό της ευθύνης μας. Το άλλο μισό είναι στο έλεος της «τύχης» και άλλων πιο κατάλληλων ονομάτων που υποδηλώνουν όλα όσα έχουμε τυχαία και τα οποία δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε μόνοι μας. Η μισή ζωή μας είναι στο φως, η μισή είναι στις σκιές. Πρέπει να επιλέξουμε και να αποφασίσουμε στο ημισφαίριο της ικανότητάς μας. Και δεν θα μπορούσα να πω αν πρέπει να αποφασίσουμε στο φωτισμένο ή στο σκοτεινό μέρος. Ας αφήσουμε στο μυστήριο το μισό που δεν είναι δικό μας, αλλά είναι όμορφο, είναι σωστό, είναι απαραίτητο να προσπαθήσουμε να καθοδηγήσουμε το μισό που είναι στα χέρια μας. Αλλά να στεκόμαστε στον κύκλο της ζωής.


ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΕΓΚΑΘΕΤΕΣ ΚΑΙ ΠΟΜΠΩΔΕΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ.

Κυριακή προ των Φώτων (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Μάρκ. α 1-8

Δεν υπάρχει αληθινή σοφία χωρίς αγάπη, ούτε και αληθινή αγάπη χωρίς σοφία. Σοφία χωρίς αγάπη είναι όπως η σοφία τού φιδιού, ιδιοτελής και φαρμακερή. Αγάπη χωρίς σοφία είναι μια νεροποντή, την ώρα που η άνυδρη γη αναζητά ένα ψέκασμα νερού. Πόσο αμέτρητη είναι η σοφία τού Θεού! Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της, εκτός από τη θεϊκή αγάπη. Η αγάπη κι η σοφία τού Θεού, που αποκαλύφθηκαν στη δημιουργημένη φύση, είναι τα μέγιστα δώρα Του. Ακόμα κι αυτά όμως δεν είναι παρά σκιά, αν συγκριθούν με τη σοφία και την αγάπη που αποκάλυψε ο Θεός μέσω του Κυρίου Ιησού Χριστού, στο έργο τής σωτηρίας τού ανθρώπου. Πόσο μεγίστη είναι η σοφία κι η αγάπη τού Θεού που αποκαλύφθηκαν στην πρώτη Δημιουργία! Αυτή όμως ήταν η σοφία της δημιουργίας κάποιου που δεν υπήρχε, η αγάπη που δίνει σε κάποιον που δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Η σοφία που αποκαλύφθηκε στη Νέα Κτίση, είναι η σοφία της θεραπείας κάποιου που είναι σοβαρά άρρωστος. Η αγάπη τής Νέας Κτίσης όμως, είναι η αγάπη τής αυτοθυσίας. Διάβασε μια φορά, δυο φορές και πολλές φορές ακόμα, το ευαγγέλιο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και σβήσε τη δίψα σου στην αμέτρητη σοφία κι αγάπη τού Θεού. Και θα νιώσεις ισάριθμες φορές ψυχική υγεία, ψυχική δύναμη, χαρά και ζωή. Ο Κύριος έρχεται στον κόσμο για να τον θεραπεύσει, να τον ανακαινίσει και να τον αναστήσει εκ νεκρών. Πώς έρχεται; Έρχεται ως Κύριος, που ο στρατός Του προπορεύεται και τον ακολουθεί. Οι ουράνιες στρατιές τον περιβάλλουν, προηγούνται κι ακολουθούν. Θα περιμένατε να δείτε το γιο ενός βασιλιά ντυμένο με μετάξι και πορφύρα, βλέπετε όμως ένα νήπιο γεννημένο σε σπήλαιο και φασκιωμένο σε φάτνη ζώων.

Θα περιμένατε ίσως να δείτε κάποιον στρατηγό, που η πόρτα του φρουρείται από ένα δάσος ξιφολόγχες, για να τον προφυλάξουν από τις σφοδρές επιθέσεις των εχθρών του· κι αντί για στρατηγό, βλέπετε ένα άοπλο κι αθώο νήπιο, που το κυνηγούσαν από τη στιγμή που γεννήθηκε οι βασιλείς κι οι άρχοντες της γης, όπως θα κυνηγούσαν ένα ελάφι.

Θα περιμένατε ίσως να δείτε κάποιον βασιλιά πορφυροστολισμένο, να οδηγεί χρυσή άμαξα, ακολουθούμενο από καλοντυμένους ευγενείς. Και βλέπετε έναν απλό εργάτη που, εντελώς άγνωστος, κάνει το μεγάλο ταξίδι σε πέτρινους ατραπούς και δρόμους γεμάτους σκόνη κι αγκάθια, από τη Ναζαρέτ ως τον Ιορδάνη ποταμό, για να σκύψει το κεφάλι και να δεχτεί βάπτισμα από τα χέρια τού Ιωάννη τού Βαπτιστή, όπως όλοι οι λοιποί άνθρωποι.

Ίσως ρωτήσετε: Πού είναι ο στρατός Του; Είναι όλοι γύρω Του, προηγούνται ή τον ακολουθούν. Είναι οι περίλαμπροι αγγελικοί χοροί, που στο Χριστό βλέπουν τον Κύριο και Βασιλιά τους. Θα ήθελαν να τον μεταφέρουν με τα άρματα των Χερουβίμ, αλλά Εκείνος δε θέλει. Μόνο Εκείνος γνωρίζει γιατί δε θέλει. Μόνο Εκείνος, ο Πατέρας Του και το Άγιο Πνεύμα. Τ’ αγγελικά τάγματα θά ‘θελαν να τον ντύσουν σαν ήλιο, να τον στολίσουν με άστρα και να τον περιζώσουν με ουράνια τόξα. Εκείνος όμως δε δέχεται. Εκείνος μόνο γνωρίζει γιατί αρνείται. Οι άγγελοι θά ‘θελαν ν’ αναγγείλουν την έλευσή Του με σαλπίσματα. Θά ‘θελαν, με τη δύναμη και την ισχύ τους, ν’ ανοίξουν ξαφνικά τα μάτια όλων των ανθρώπων στη γη, για να δουν και ν’ αναγνωρίσουν τον Κύριό τους. Οι άγγελοι θά ‘θελαν και θα μπορούσαν να δώσουν γλώσσα στα ξύλα και στις πέτρες, στο νερό και τον αέρα, ώστε όλη η πλάση να τον υποδεχτεί με μια κραυγή: «Ωσαννά! Ωσαννά!» Εκείνος όμως δε θέλει. Κι Εκείνος μόνο γνωρίζει το γιατί. Τώρα γνωρίζουμε κι εμείς το γιατί. Όλη αυτή τη δόξα την έχει αιώνια. Έρχεται τώρα όμως που ήρθε το πλήρωμα του χρόνου στη φυλακή τής αμαρτίας και του θανάτου, εκεί που οι αμέτρητοι αδελφοί Του στενάζουν και θρηνούν, γιατί η αμαρτία τους οδήγησε στην παράνοια, στην παρακμή και το θάνατο. Μπήκε στον αγρό τού εχθρού με τη μορφή δούλου, όπως ήταν κι οι άλλοι δούλοι, και κινείται με σύνεση και προσοχή, για να συλλάβει και να δέσει αυτούς που διαφεντεύουν τη φυλακή αυτή και να ελευθερώσει τους αδελφούς Του δούλους, να τους οδηγήσει στη βασιλεία των ουρανών, κοντά στους αθάνατους αγγέλους.

Οι αγγελικές χορείες τού ήταν πάντα ορατές. Στους άλλους άστραφταν μόνο εδώ κι εκεί σαν ηλιακές ακτίνες, πίσω από τα πυκνά σύνεφα. Στην επίγεια ζωή Του υπήρξαν τρία διαφορετικά ξεκινήματα. Το πρώτο σημαδεύτηκε με τη σύλληψη και τη γέννησή Του, το δεύτερο με το βάπτισμα και το τρίτο με την Ανάστασή Του. Το πρώτο σηματοδοτεί την έλευσή Του στον κόσμο, το δεύτερο το δημόσιο κήρυγμά Του με έργα και λόγια (ως παιδί κήρυττε κι έκανε θαύματα, αλλ’ αυτά γίνονταν μυστικά, κρυφά) και το τρίτο την ίδρυση της ατελεύτητης Βασιλείας Του. Τον καιρό τού πρώτου και του δεύτερου σταδίου, οι άγγελοι ήταν ορατοί κι απ’ άλλους ανθρώπους. Στο δεύτερο στάδιο, στο βάπτισμά Του, εμφανίστηκε η ίδια η Αγία Τριάδα. Τότε όμως εμφανίστηκε κι ένας άγγελος, όχι ασώματος, αλλ’ ένσαρκος. Αυτός ήταν ο Ιωάννης, γιός τού Ζαχαρία τού αρχιερέα και της συζύγου του Ελισάβετ. Δεν ήταν κάποιος άγγελος όπως οι άλλοι, τον ονόμασε άγγελο ο προφήτης: «Ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου» (Μαλαχ. γ 1).

Με την προφητεία αυτή ξεκινάει ο ευαγγελιστής Μάρκος το ευαγγέλιό του. Κι αυτό είναι ένα όμορφο μυστήριο. Κάθε ευαγγελιστής ξεκινάει μ’ έναν δικό του τρόπο. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης ξεκινάει από την αιωνιότητα. Ο Ματθαίος ξεκινάει από τον Αβραάμ. Ο Λουκάς από την επίγεια γέννηση του Σωτήρα μας. Κι ο Μάρκος από το βάπτισμα στον Ιορδάνη.

Γιατί δεν ξεκινούν κι οι τέσσερις ευαγγελιστές από την ίδια αρχή; Πες μου όμως, πού βρίσκεται η μια αρχή τού Ιησού Χριστού; Είναι δύσκολο να εντοπίσεις την αρχή ακόμα και κάποιου άψυχου αντικειμένου. Πόσο πιο δύσκολο όμως γίνεται αυτό όταν πρόκειται για ένα ζωντανό άνθρωπο; Και βέβαια δε συζητάμε πόσο δύσκολο είναι αν πρόκειται για το Χορηγό τής ζωής, από τον Οποίο δημιουργήθηκε κάθε ζωή.

Στην πραγματικότητα που δείχνουν οι ευαγγελιστές, στον καθένα μας υπάρχουν οι τέσσερις ακόλουθες αρχές, που είναι κατανοητές στο νου και την αντίληψή μας. Η μία είναι η αρχή μας από το Θεό, η δεύτερη από τους προγόνους μας, η τρίτη από τους γονείς μας κι η τέταρτη, η στιγμή που αρχίζουμε να δείχνουμε τη μεγαλύτερη δραστηριότητά μας στον κόσμο. Ο Χριστός όμως έχει και μια πέμπτη αρχή, που έχει σχέση με τον καθένα από μας. Η αρχή τού Ιησού Χριστού, του Υιού τού Θεού και του ευαγγελίου Του για μας δηλαδή, είναι η στιγμή που τον αναγνωρίζουμε με την καρδιά και το νου μας ως το μοναδικό Σωτήρα μας. Η στιγμή που θα σταματήσει να υπάρχει μέσα μας σαν ένα σβηστό, αν και γεμάτο λάδι χρυσό καντήλι, και θ’ ανάψει, θα θερμάνει και θα φωτίσει όλη μας την ύπαρξη. Όταν αρχίσει να γίνει για μας ο «άρτος ο επιούσιος», χωρίς τον οποίο δεν μπορούμε να ζήσουμε ούτε μια μέρα. Όταν γίνει η μεγαλύτερη αξία απ’ ολόκληρο το σύμπαν, από κάθε συγγενή και φίλο, πιο αγαπητή κι από τη ζωή μας την ίδια. Αυτή θα είναι για μας η πραγματική αρχή τού Ιησού Χριστού. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις άλλες τέσσερις αρχές που αναφέρουν οι τέσσερις ευαγγελιστές.

***
Ο ευαγγελιστής Μάρκος ξεκινάει το ευαγγέλιό του με την έναρξη της δημόσιας ζωής και του κηρύγματος του Χριστού στον κόσμο. Και μας παρουσιάζει αμέσως και εμφατικά την προφητεία τού προφήτη Μαλαχία για τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, ως άγγελο που προπορεύεται του Κυρίου. Γιατί τόσο ο προφήτης όσο κι ο ευαγγελιστής ονομάζουν άγγελο τον Ιωάννη, αφού δεν ήταν άγγελος αλλ’ άνθρωπος; Πρώτο, επειδή ο Ιωάννης με τη ζωή του ήταν σαν ουράνιος άγγελος, προσέγγιζε την αγγελική ζωή περισσότερο απ’ όλους τους ανθρώπους. Δεύτερο, επειδή με το κήρυγμά του θα γινόταν σαφές πως σκοπός τής επίγειας διακονίας τού Χριστού ήταν να κάνει αγγέλους όλους τους αμαρτωλούς και θνητούς ανθρώπους· να πάρει τους σκλαβωμένους στην αμαρτία θνητούς ανθρώπους και να τους κάνει αναμάρτητους, ελεύθερες υπάρξεις, όπως είναι κι οι άγιοι άγγελοι στον ουρανό.

Με ποιον τρόπο έμοιαζε με άγγελο ο Ιωάννης; Πρώτο, με την υπακοή του στο Θεό, δεύτερο με την αποδέσμευσή του από τον κόσμο και τρίτο με την έλλειψη μέριμνας και φροντίδας για τη σωματική ζωή του. Ο πρώτος είναι ουσιαστικός για τον κόσμο, ο δεύτερος απορρέει από τον πρώτο κι ο τρίτος από το δεύτερο. Οι άγγελοι υπακούουν απόλυτα στο Θεό. Κάθε μέρα τους αποκαλύπτονται άμεσα τα ανέκφραστα μυστήρια της σοφίας, της αγάπης και της δύναμης του Θεού. Η υπακοή στο δημιουργό τους δεν είναι δυναστική, αλλά προέρχεται από χαρά και ταπείνωση.

Ο άγιος Ιωάννης ήταν απόλυτα υπάκουος στοό Θεό από την πολύ πρώιμη ηλικία του. Γεννήθηκε από υπερήλικες γονείς, ορφάνεψε από μικρός. Έτσι αφέθηκε στην πατρική φροντίδα τού Θεού, που ήταν ο μοναδικός γονιός του, ο αποκλειστικός προστάτης κι η μοναδική αγάπη του. Ο πατέρας του ήταν αρχιερέας. Κι αυτό φαίνεται πως βοήθησε στο να δυναμώσει η πίστη τού Ιωάννη στο Θεό. Τη σύλληψή του στην κοιλιά τής ηλικιωμένης και στείρας μητέρας του με τη δύναμη και τη βούληση του Θεού δεν πρέπει να την αγνοούσε. Αφού ο ευαγγελιστής Λουκάς γνώριζε τη θαυμαστή ιστορία για τη σύλληψη του Ιωάννη, πολύ περισσότερο θα πρέπει να την γνώριζε ο ίδιος ο Ιωάννης. Γνώριζε πως τη σύλληψή του την ανάγγειλε άγγελος του Θεού, όπως γνώριζε και τα προφητικά λόγια τού αγγέλου: «Έσται γαρ μέγας ενώπιον του Κυρίου…και Πνεύματος Αγίου πλησθήσεται έτι εκ κοιλίας μητρός αυτού… και προελεύσεται ενώπιον αυτού εν πνεύματι και δυνάμει Ηλιού» (Λουκ. α 15, 17).

Όλ’ αυτά είχαν χαραχτεί στην καρδιά τού νεαρού Ιωάννη ανεξίτηλα, όπως κάτι που χαράζεται σε πέτρινη πλάκα. Ο Θεός αποκάλυψε τα κυρίαρχα ίχνη της ζωής του από τότε που ήταν παιδί. Θα πρέπει από τότε να είχε αντιληφθεί με σαφήνεια τι έπρεπε να κάνει και ποιο είδος ζωής έπρεπε ν’ ακολουθήσει. Αποσύρθηκε αμέσως στην έρημο (βλ. Λουκ. α 80), ώστε ν’ αγωνιστεί νύχτα μέρα, να προσαρμόσει το πνεύμα του στο θέλημα του ζώντος Θεού. Δόθηκε ολοκληρωτικά στο Θεό και έστρεφε προς Εκείνον τη σκέψη του για όλα εκείνα που τον απασχολούσαν. Δεν είχε καμιά ανάγκη να διδαχτεί από άνθρωπο, αφού Εκείνος, από τον οποίο δόθηκε κάθε γνώση στους ανθρώπους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επικοινωνούσε άμεσα με τον Ιωάννη και του αποκάλυπτε το θέλημά Του.

Αποσυρμένος από τον κόσμο ο Ιωάννης προσκολλήθηκε πιστά στο Θεό, όπως κάνουν κι οι ουράνιοι άγγελοι. Κι όπως οι άγγελοι, ξεδιψούσε κι αυτός από την πηγή τής σοφίας, της δύναμης και της αγάπης. Γι’ αυτό ο προφήτης ονόμασε κι αυτόν άγγελο.

Ο Ιωάννης έμοιαζε επίσης με τους αγγέλους ως προς την απελευθέρωσή του από τον κόσμο και τους ανθρώπους. Γι’ αυτόν ο κόσμος δεν ήταν παρά πηλός, που μερικές φορές έπαιρνε πράσινο χρώμα κι άλλοτε μαύρο. Πάντα όμως ήταν πηλός. Γι’ αυτόν οι άνθρωποι ήταν ένα κοπάδι σε σύγχυση, που δεν έβλεπε πουθενά τον ποιμένα. Τι είναι ο κόσμος κι ο άνθρωπος μπροστά στην παντοδυναμία τού ζώντος Θεού; Τι αξίζει η δύναμη κι ο έπαινός του και ποια είναι η απειλή του; Δεν είναι παρά αφρός σε μια βαθιά θάλασσα. Ο κόσμος δεν μπορεί να προσφέρει κανένα καλό στους ανθρώπους, παρά μόνο αν το δανειστεί από το Θεό. Ούτε και μπορεί να βλάψει τον άνθρωπο χωρίς την άδειά Του.

Γιατί τότε να προσκολληθεί στον κόσμο; Γιατί να περιμένει οτιδήποτε από έναν κόσμο που έχει δανειστεί τα πάντα από το Θεό και συνεπώς του τα οφείλει; Γιατί να φοβηθεί τον κόσμο, όταν ολόκληρος ο κόσμος ζει με το φόβο, ανασαίνει με φόβο; Ο Ιωάννης, όπως κι οι άγγελοι του Θεού, δεν ήταν από καμιά άποψη δεμένος με τον κόσμο, δεν τον φοβόταν ούτε στο ελάχιστο. Γι’ αυτό και βροντοφώναζε με πάθος εναντίον των αμαρτωλών πρεσβυτέρων τής Ιερουσαλήμ, που οι άνθρωποι τους προσκυνούσαν, όπως κάνουν στα είδωλα: «Γεννήματα εχιδνών, τις υπέδειξεν υμίν φυγείν από της μελλούσης οργής;» (Λουκ. γ’ 7) και εκσφενδόνιζε τις επιπλήξεις του στον Ηρώδη, «περί πάντων ων εποίησε πονηρών» (Λουκ. γ’ 19).

Ο Ιωάννης δε λογάριαζε κανέναν, εκτός από τον ζώντα Θεό και το άγιο θέλημά Του. Δεν έκανε διάκριση ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν τους ξεχώριζε ούτε από τον ιματισμό τους ούτε από την τιμή και τη δύναμή τους ή τη σοφία τους ή τον πλούτο τους. Μόνο η ψυχή τους τον έκανε να τους διαφοροποιεί. Τα μάτια του δεν έβλεπαν τα σώματα των ανθρώπων αλλά γυμνές τις ψυχές τους, που τις κρύβει από τους άλλους το κάλυμμα του σώματος. Τέτοια ελευθερία και αποδέσμευση από τον κόσμο και τους ανθρώπους μόνο οι άγγελοι του Θεού έχουν, γι’ αυτό κι ο προφήτης ονόμασε τον Ιωάννη άγγελο.

Ο Ιωάννης έμοιαζε με άγγελο και για την αμεριμνησία που είχε για την επίγεια ζωή. Οι άγγελοι είναι ασώματοι, δεν είναι υλικές υπάρξεις όπως οι άνθρωποι. Είναι στολισμένοι με τη μεγαλοπρέπεια της ύπαρξής τους, είναι «σώματα επουράνια» (Α’ Κορ. ιε’ 40). Οι άγγελοι είναι εντελώς απαλλαγμένοι από τη φροντίδα τού εαυτού τους. Δεν κουράζονται από τη μέριμνα του τι θα φάνε, τι θα πιουν ή τι θα φορέσουν. Υπηρετούν το Θεό και γνωρίζουν πως ο Θεός θα τα φροντίσει όλα. Ποιος είναι ο επίγειος νοικοκύρης που θ’ αφήσει τους πιστούς δουλευτάδες του να πεινάσουν ή να μείνουν γυμνοί; Δε θα φροντίσει περισσότερο λοιπόν ο Θεός τους πιστούς δούλους Του; «Τις δε εξ υμών μερίμνων δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» (Ματθ. στ’ 27).

Ο Θεός μάς περιβάλλει περισσότερο απ’ ό,τι μας περιβάλλει ο ήλιος κι ο αέρας. Εκείνος ξέρει από τι είμαστε φτιαγμένοι, γνωρίζει τις ανάγκες μας και τις ικανοποιεί κάθε μέρα. Γιατί οι άνθρωποι δεν το συνειδητοποιούν αυτό;Γιατί τότε υπάρχει πείνα και λιμός; Γιατί ο Θεός το επιτρέπει αυτό; Επειδή μέριμνα του Θεού είναι ν’ ανατρέφει όχι μόνο το σώμα, αλλά και την ψυχή μας. Κι η εμπειρία διδάσκει ότι η σωματική πείνα καμιά φορά τρέφει την ψυχή. Η καλλίτερη απόδειξη γι’ αυτό είναι η νηστεία. Ένα καλοταϊσμένο σώμα συνήθως υποδηλώνει μιά εντελώς άδεια ψυχή. Εκείνος που νηστεύει, τρέφει την ψυχή του. Όσο περισσότερο συνηθίζει ο άνθρωπος να νηστεύει, τόσο λιγότερη φροντίδα έχει για το σώμα του και μεγαλύτερη χαρά στην ψυχή του. Αυτό που λέω δεν είναι προϊόν φήμης. Είναι από μόνο του ξεκάθαρο, όταν ο άνθρωπος το δοκιμάζει και το εφαρμόζει αυτό στη ζωή του.

***

Όπως όλοι οι άνθρωποι που έζησαν με τη βιωματική τους εμπειρία κι όχι από τη σοφία που απόκτησαν από τα βιβλία, έτσι έζησε κι ο άγιος Ιωάννης. Έμαθε να ζει αμέτοχος από τις βιωτικές μέριμνες. Δε διάβασε βιβλία ούτε άκουσε σοφούς ανθρώπους που συνηθίζουν να «μιλάνε», αλλά δε λένε το «πώς». Έζησε ασκώντας την ελευθερία από μέριμνες. Δοκίμασε τη νηστεία και είδε ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει όχι μόνο χωρίς όλες εκείνες τις τροφές για τις οποίες κοπιάζει τόσο πολύ, αλλά και χωρίς ψωμί. Ο Ιωάννης τρεφόταν με «ακρίδες» και «μέλι άγριο». Δεν έπινε κρασί ή άλλο δυνατό ποτό. Και παρ’ όλ’ αυτά, πουθενά δεν αναφέρεται ότι του έλειψε το φαγητό ή το ποτό. Δεν ήταν οι ακρίδες και το άγριο μέλι που τον έτρεφαν, αλλά η δύναμη του Θεού που λάβαινε ο πιστός δούλος Του από τα μέσα αυτά. «Άρτον αγγέλων έφαγε άνθρωπος» (Ψαλμ. οζ’ 25). Αυτό γίνεται πάντα με τους πιστούς και υπάκουους, ενώ οι άπιστοι κι οι ανυπάκουοι χρειάζονται πολλά φάρμακα μαζί με τα πλούσια γεύματά τους. Τα πλούσια γεύματα των αθέων και των ανυπάκουων δεν τρέφουν τα σώματά τους, αλλά τους προσφέρουν βάρος κι αρρώστιες.

Ο Ιωάννης δε νοιαζόταν ούτε πού θα ζήσει ούτε τι θα φορέσει. Κατοικία του ήταν η έρημος, σκεπή του είχε τον ουράνιο θόλο. Ένδυμά του είχε τρίχες καμήλας, περασμένες σε δερμάτινες λουρίδες. Κι ο Ηλίας φορούσε δερμάτινη ζώνη, ως ένδειξη ότι είχε θανατώσει τα πάθη κι ήταν έτοιμος να τηρήσει το θέλημα του Θεού. Και τι να πούμε για παπούτσια ή για καπέλο; Αν περπατήσεις αρκετό διάστημα ξυπόλητος, τότε οι πατούσες σου μετατρέπονται από μόνες τους σε παπούτσια. Κι αν περπατήσεις αρκετά κάτω από τον έναστρο ουρανό, τότε η τεράστια στεφάνη τών αστεριών γίνεται πιο κατάλληλο κάλυμμα κεφαλής από ένα εφαρμοστό, πλεγμένο καπέλο. Έβλεπε την ψυχή του καλυμμένη με τα ηλιόλουστα ιμάτια των αγγέλων τού ουρανού κι όχι με τη σωματική φθορά. Είναι πρόδηλο πως, όπως κι ο απόστολος Παύλος, δεν ήξερε κι ο ίδιος αν ήταν «εν σώματι είτε εκτός του σώματος» (Β’ Κορ. ιβ’ 3). Ξάπλωνε και κοιμόταν είτε κάτω από τον ανοιχτό ουρανό είτε σε κάποιο από τα πολλά σπήλαια της ερήμου «πέραν του Ιορδάνου». Τι τον ένοιαζε αυτό όμως, αφού η ψυχή του αναπαυόταν στο βασιλικό στήθος τού ουράνιου Δημιουργού; Γείτονες είχε τις φαρμακερές οχιές και τα πεινασμένα λιοντάρια. Δεν τα φοβόταν όμως, γιατί ήξερε πως το μάτι τού Θεού που τα βλέπει όλα, τον προστάτευε. Γιατί να τα φοβηθεί, αφού δεν μπορούσαν να βλάψουν την ψυχή του; Τον εαυτό του τον έβλεπε σαν ψυχή, όχι σαν σάρκα. Οι άνθρωποι που στον εαυτό τους βλέπουν μόνο ένα σώμα, λειτουργούν μόνο για το σώμα τους, αναζητούν ανέσεις για το σώμα, φροντίζουν μόνο το σώμα. Ο άγιος Ιωάννης ήταν ελεύθερος από επίγειες μέριμνες. Μοναδική του φροντίδα ήταν η Ψυχή του· Μοναδικός νόμος και κανόνας για την ψυχή του ήταν το θέλημα του Θεού. Σ’ αυτό έμοιαζε με τους ουράνιους αγγέλους. Γι’ αυτό κι ο προφήτης τον ονόμασε άγγελο.

(Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει: «Ο ασκητής που αδυνατίζει το σώμα του, αδυνατίζει και την αμαρτία· αγωνίζεται να γίνει ασώματος, εξαντλεί το φθαρτό με το αθάνατο»).

Υπάρχουν κι άλλες προφητείες σχετικά με τον άγιο Ιωάννη. Ο μεγαλοφωνότατος προφήτης Ησαΐας τον ονόμασε «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» και συνέχισε: «ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού» (Ησ. μ’ 3). Ενώ η προηγούμενη προφητεία αναφέρεται στα προσωπικά χαρακτηριστικά τού αγίου Ιωάννη, αυτή αναφέρεται στο χαρακτήρα τού έργου του, της αποστολής του. Ποιο λοιπόν ήταν το έργο του; Ήταν να γίνει η φωνή που κραυγάζει στην έρημο, που θα προειδοποιήσει τους ανθρώπους και θα προετοιμάσει την οδό τού Κυρίου. Με την «έρημο» πρέπει εδώ κατ’ αρχήν να κατανοήσουμε την «πέραν του Ιορδάνου» ερημική τοποθεσία, απ’ όπου ήρθε ο δυναμικός Πρόδρομος του Χριστού, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου στην ανθρωπότητα:

Μετανοείτε!
Τις υπέδειξεν υμίν φυγείν από της μελλούσης οργής;
Η αξίνη προς την ρίζαν κείται.
Παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται.
Έρχεται ο ισχυρότερός μου, ου ουκ ειμί ικανός λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού.
Ούτος… κατακαύσει το άχυρον πυρί ασβέστω. Μετανοείτε!


Ως «έρημο» όμως πρέπει να κατανοήσουμε και την ανθρωπότητα ολόκληρη, όλη την ιστορία τού ανθρώπινου γένους, που η αμαρτία την είχε φθείρει όπως η φυματίωση. Ο Πρόδρομος ήταν το πρώτο χελιδόνι μιας καινούργιας άνοιξης. Δεν ήταν ο ήλιος τής άνοιξης, ούτε η ευωδία και το άρωμα της άνοιξης ή το τραγούδι τής άνοιξης. Ο Ιωάννης ήταν η σάλπιγγα που ξύπνησε εκείνους που τους είχε καταλάβει χειμέρια νάρκη. Ήταν απλά ο κήρυκας της άνοιξης. Άνοιξη ήταν ό ίδιος ο Κύριος.

Ως «έρημο» κατανοούμε επίσης τις ψυχές τών ανθρώπων τής εποχής του, που ήταν χωρισμένες από το Θεό και βυθισμένες στο νεκρικό σκοτάδι, σαν το ποτάμι που χάνεται στην αμμώδη έρημο. Ο άγιος Ιωάννης είναι εκείνος που ξυπνά τις συνειδήσεις μας, σα να τραβά το ποτάμι προς τον ήλιο. Ήλιος είναι ο Χριστός. Συνείδηση είναι ο προάγγελος της αγάπης, όπως είναι ο Ιωάννης για το Χριστό.

«Ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού». Πώς θα γίνει αυτό; Μετανοείτε και εξομολογηθείτε τις αμαρτίες σας. Κάντε τα αυτά γρήγορα, γιατί ο Κύριος έρχεται. Θα κρούσει τη θύρα κάθε ψυχής. Όποιος μετανοεί και εξομολογείται, θα κρατήσει την πόρτα τής ψυχής του ανοιχτή. Κι ο Κύριος θα μπεί μέσα και θα φέρει μαζί Του την αιώνια ζωή. Εκείνου όμως που δε μετανοεί και δεν εξομολογείται τις αμαρτίες του και γι’ αυτό έχει σκουριάσει από την αμαρτία, η πόρτα του θα παραμείνει κλειστή. Ο Κύριος θα τον προσπεράσει. Η αξίνα κι η φωτιά θα τον πλησιάσουν. Δρόμος τού Κυρίου και τρίβοι Του είναι οι ψυχές τών ανθρώπων. Οι άγριοι τόποι είναι η αμαρτία κι η ανομία.

Το νόημα των λόγων «ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου», μας το εξηγεί μ’ αυτά τα λόγια ο προφήτης Ησαΐας: «Πάσα φάραγξ πληρωθήσεται και παν όρος και βουνός ταπεινωθήσεται» (Ησ. μ’ 4). Αυτό σημαίνει: Όλα όσα σκέπτεσθε ότι είναι ταπεινά κι αδύναμα, θα υψωθούν και θα δυναμώσουν κι όλ’ αυτά που τα λογιάζετε ανώτερα και δυνατά, θα ταπεινωθούν. Ή, με άλλα λόγια: Λογαριάζετε το Θεό σαν μια χαμηλή κοιλάδα, αν και βρίσκεται στο μέγιστο ύψος. Και λογιάζετε τον υλικό κόσμο πως βρίσκεται στο μεγαλύτερο ύψος, ενώ είναι χαμηλά, ένα απλό υποπόδιο των ποδών Του.

Η αμαρτία έχει, φέρει όλον τον κόσμο ανάποδα, έχει γυρίσει τα πάνω κάτω. Απορίψτε την αμαρτία, κι αμέσως όλος ο κόσμος θα ορθοποδήσει. Μετανοείστε κι εξομολογηθείτε τις αμαρτίες σας. Βαπτιστείτε με το βάπτισμα της μετάνοιας για να συχωρεθούν οι αμαρτίες σας.

***
«Εγένετο Ιωάννης βαπτίζων εν τη ερήμω και κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών» (Μάρκ. α’ 4). Γιατί ο Ιωάννης λογαριάζεται πρόδρομος τοὖ Χριστού; Είναι μόνο επειδή εμφανίστηκε στον κόσμο λίγους μήνες πριν από το Χριστό; Όχι. Είναι πρόδρομος για το κήρυγμα και τη διακονία του, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο προετοίμασε τους ανθρώπους να περιμένουν την έλευση του Χριστού. Ολόκληρο το κήρυγμά του ήταν κλήση των ανθρώπων σε μετάνοια. Ολόκληρη η διακονία του συνίστατο στο βάπτισμα μετανοίας, για τη συχώρεση των αμαρτιών. Το βάπτισμα του Ιωάννη είχε σαν συνέπεια την άφεση των αμαρτιών. Τη μετάνοια, την εξομολόγηση και το βάπτισμα στο νερό τα έκανε ο ίδιος ο Ιωάννης. Η συχώρεση των αμαρτιών όμως ξεπερνούσε τις δυνάμεις του. Μόνο ο Χριστός μπορούσε να συχωρέσει αμαρτίες. Ο Ιωάννης το αναγνώριζε αυτό και το ομολογούσε: «Εγώ μεν ύδατι βαπτίζω υμάς· έρχεται δε ο ισχυρότερός μου, ου ουκ ειμί ικανός λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού· αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί» (Λουκ. γ’ 16). Ομολογούσε έτσι πως εκείνος, με το βάπτισμά του, απλά προετοίμαζε τους ανθρώπους για το βάπτισμα του Χριστού. Το δικό του βάπτισμα ήταν κάτι παραπάνω από σημείο· το αληθινό βάπτισμα του Χριστού καθαρίζει τον άνθρωπο από την αμαρτία και τον μετατρέπει σε νέα κτίση, γίνεται υιός τού Θεού με υιοθεσία και συναριθμείται με τους δίκαιους πολίτες τής ουράνιας βασιλείας.

Ο Ιωάννης, ο προφήτης τής ερήμου, γνώριζε πολύ καλά τα βάθη τής ανθρώπινης φύσης: τις αδυναμίες της, την κλίση της προς το κακό, την ασυνέπειά της. Τα έμαθε καλά αυτά στα τριάντα χρόνια τής μόνωσής του στην έρημο. Απόκτησε αυτογνωσία κι έτσι γνώρισε και τον κόσμο ολόκληρο κι όλα όσα συμβαίνουν ή μπορούν να συμβούν σ’ αυτόν. Η νικηφόρα μάχη που έκανε με τον εαυτό του του προσπόρισε ανεξάντλητη γνώση τής ανθρώπινης φύσης. Έτσι τώρα παρουσιάστηκε στους ανθρώπους με την ελευθερία τού νικητή. Η γνώση του δεν οφειλόταν σε βιβλία. Προερχόταν από πρώτο χέρι, από τον ίδιο το Θεό, μέσα από τη δική του εμπειρία. Είναι φανερό πως έτσι το κήρυγμά του έχει έναν πολύ ανθρώπινο χαρακτήρα. Δε στηρίζεται στα λόγια των ανθρώπων. Ακόμα κι αν ο άνθρωπος έχει εξομολογηθεί ειλικρινά κι έχει αποδείξει έμπρακτα τη μετάνοιά του για τις αμαρτίες που είχε διαπράξει, ο Ιωάννης δεν τον εμπιστεύεται αμέσως. Γνωρίζει την αδυναμία και την ασυνέπεια της ανθρώπινης φύσης. Γι’ αυτό κι αγωνίζεται μ’ όλες του τις δυνάμεις να ξεκαθαρίσει στους μετανοούντες πως πρέπει ν’ αποδείξουν τα λόγια με τα έργα τους. Όταν η αμαρτία επαναλαμβάνεται, γίνεται συνήθεια. Τώρα συνήθεια πρέπει να γίνουν τα έργα τής αρετής. Κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μακρά άσκηση των αρετών. Ο άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός λέει: «Οι καλές κι οι κακές συνήθειες καίγονται με το χρόνο, όπως το ξύλο στη φωτιά». Κι ο άγιος Ιωάννης έβλεπε με δισταγμό τους «στιγμιαίους» και πρόσκαιρους μετανοοούντες και γι’ αυτό τους φώναζε: «Ποιήσατε ουν καρπόν άξιον της μετανοίας» (Ματθ. γ’ 8).

Στους αγέρωχους Φαρισαίους, τους Σαδδουκαίους και τους γραμματείς της Ιερουσαλήμ, που καυχώνταν για την καταγωγή τους από τον Αβραάμ, έλεγε ο Ιωάννης: «Μη άρξητε λέγειν εν εαυτοίς, πατέρα έχομεν τον Αβραάμ· λέγω γαρ υμίν ότι δύναται ο Θεός εκ των λίθων τούτων εγείραι τέκνα τω Αβραάμ» (Λουκ. γ’ 8). Η ρίζα τού κακού μέσα στον άνθρωπο, απ’ όπου προέρχεται κάθε φανερή αμαρτία, είναι οι αμαρτωλές σκέψεις κι οι αμαρτωλοί διαλογισμοί. Σε τι μπορούν να βοηθήσουν τα λόγια τής μετάνοιας, όταν ο άνθρωπος συνεχίζει να σκέφτεται μέσα του ή να λέει το κακό;

Πονηρές σκέψεις και πονηρά λόγια που λέει κανείς μέσα του δεν είναι απλά σκέψεις και λόγια, αλλά στην ουσία πονηρά έργα, προτού ακόμα εξωτερικευτούν και γίνουν φανερές πονηρές πράξεις. Το φίδι που έχει δηλητήριο στα δόντια του δεν παύει να είναι φαρμακερό φίδι, είτε δαγκώσει είτε όχι. Ακόμα κι αν δε δαγκώσει, είναι φίδι φαρμακερό, δεν είναι αθώο περιστέρι.

Τα λόγια «ο Θεός εκ των λίθων τούτων εγείραι τέκνα τω Αβραάμ» έχουν πολλά νοήματα. Ο Θεός έχει πραγματικά τη δύναμη να φτιάξει ανθρώπους από τις πέτρες, όταν κι όπως θελήσει. Έτσι ο Ιωάννης υπενθυμίζει στους πρεσβύτερους του λαού των Ιεροσολύμων τους απλούς και μετανοημένους ανθρώπους, που οι ίδιοι περιφρονούσαν σαν νεκρές και ακατέργαστες πέτρες. Από τους απλούς αυτούς ανθρώπους ο Θεός θ’ αναστήσει αποστόλους, ευαγγελιστές, άγιους και ήρωες. Και τους πρεσβύτερους του λαού, που αστράφτουν μ’ ένα γήινο και παροδικό, ψεύτικο φως, ο Θεός θα τους αποβάλει αν δεν παρουσιάσουν καρπό άξιο μετανοίας.

***
Ο Θεός μπορεί να μετατρέψει σε υπηρέτες Του ακόμα και άπιστους, που λατρεύουν και προσκυνούν το ξύλο και την πέτρα. Μάταια οι σοφοί τού Ισραήλ τους περιφρονούν σαν ακάθαρτα όντα, ανάξια και για τον ουρανό και για τη γη. Αν οι ίδιοι αυτοί σοφοί άνθρωποι δεν αποδείξουν με τα έργα τους ότι είναι τέκνα τού Αβραάμ, του δίκαιου και πιστού Αβραάμ, ο Θεός θα δημιουργήσει γνήσια τέκνα από τους εθνικούς, που έφτιαχναν θεούς από πέτρα. Τέλος, ας μην αβρύνονται οι σοφοί αυτού του κόσμου επειδή γνωρίζουν τον επίγειο νόμο και το Νόμο τού Θεού, όταν η καρδιά τους είναι σκληρή σαν πέτρα. Ενώ στην πραγματικότητα η καρδιά τους βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση, ο νους τους, που είναι φουσκωμένος απ’ όλα τα είδη τής γνώσης, θα τους οδηγήσει κατευθείαν στο αιώνιο πυρ. Είχαν συνηθίσει να εκτιμούν πως από μόνη της η γνώση τούς αξίζει, χωρίς να υπολογίζουν την καρδιά. Υπερηφανεύονταν ακόμα και για τη σκληροκαρδία τους.

Ο Θεός μπορεί να χρησιμοποιήσει την καρδιά σαν αφετηρία για τη σωτηρία τού ανθρώπου. «Και δώσω υμίν καρδίαν καινήν και πνεύμα καινόν δώσω εν υμίν και αφελώ την καρδίαν την λιθίνην εκ της σαρκός υμών και δώσω υμίν καρδίαν σαρκίνην» (Ιεζ. λστ’ 26). Η σώρευση της γνώσης δεν ήταν ικανή να μαλακώσει τις καρδιές τους. Ο Θεός όμως μπορεί να μαλακώσει τις καρδιές εκείνων που μετανοούν πραγματικά. Όπως το κερί λιώνει με τη φωτιά, έτσι κι ο Θεός με τη χάρη Του μπορεί να φωτίσει και να θερμάνει τις καρδιές τών πιστών Του, να φωτίσει το νου τους με κάθε γνώση που τους χρειάζεται.

Με τον τρόπο αυτόν ο Ιωάννης διδάσκει, τους ισχυρογνώμονες «σοφούς» της Ιερουσαλήμ, πως πρέπει να δείξουν με τα έργα τους την ειλικρίνεια της μετάνοιάς τους. Το μεγαλύτερο έργο που θα μπορούσαν να πράξουν αυτοί οι φαντασμένοι που περιφρονούν τους άλλους ανθρώπους, είναι ν’ απορρίψουν την εγωιστική εσωτερική τους σκέψη ότι είναι τέκνα τού Αβραάμ.

Από κάποιους άλλους ο Ιωάννης απαιτεί διαφορετικούς καρπούς μετανοίας: «Ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι, και ο έχων βρώματα ομοίως ποιείτω» (Λουκ. γ’ 11). Ο Ιωάννης γνωρίζει πως οι μετανοούντες αυτοί είναι περιχαρακωμένοι σε παλιές συνήθειες: πως όταν έχει κανείς δύο χιτώνες, θ’ ακολουθήσει κι ένας τρίτος· πως όταν έχει περισσότερα τρόφιμα απ’ όσα χρειάζεται, δεν έχει λόγο να τα μοιράζεται με τους φτωχούς, αλλά να συσσωρεύσει ακόμα περισσότερα. Προσπάθησε λοιπόν να τους βάλει στο δρόμο τής απόκτησης νέων συνηθειών, να δίνουν ελεημοσύνη, να μοιράζουν τ’ αγαθά τους, ώστε ν’ ανοίξει η στενή καρδιά τους, να νιώθουν την αδελφότητα με τους ανθρώπους, το Θεό ως Πατέρα τους. Εκείνος που ήταν ισχυρότερος από τον Ιωάννη θα τους οδηγούσε στο βάπτισμα «εν Αγίω Πνεύματι και πυρί».

Ο Ιωάννης συνιστά στους τελώνες άλλους καρπούς μετανοίας, κατάλληλους για τον πονηρό τρόπο με τον οποίο πλούτιζαν, εισπράττοντας από τους ανθρώπους περισσότερα απ’ όσα απαιτούσε ο νόμος. Η συνήθεια αυτή είχε ριζώσει μέσα τους τόσο, ώστε με τον πλούτο που είχαν συγκεντρώσει, έγιναν τόσο υπερήφανοι, όσο κι οι πρεσβύτεροι του Ισραήλ για τη σοφία τους. Κι οι δυο τους βέβαια στηρίζονταν στην ανομία και την αδικία. Με ποιον καλλίτερο τρόπο θα μπορούσαν να δείξουν τη μετάνοιά τους από το ν’ απορρίψουν τις κακές αυτές τάσεις και ν’ ακολουθήσουν το γράμμα τού νόμου; Γι’ αυτό κι ο σοφός Ιωάννης τους δίνει το κατάλληλο φάρμακο για την αρρώστια τους.

Τι συμβουλεύει ο Ιωάννης να κάνουν οι στρατιώτες; «Μηδένα συκοφαντήσητε μηδέ διασείσητε, και αρκείσθε τοις οψωνίοις υμών» (Λουκ. γ’ 14). Και πάλι εδώ έχουμε τα κατάλληλα φάρμακα στην αρρώστια. Ο οπλισμένος άνθρωπος έχει όλα τα μέσα για ν’ ασκήσει βία. Τα όπλα του τον ωθούν να το κάνει. Για να κάνει μια βίαιη πράξη όμως, πρέπει να φανταστεί κάποιο επιχείρημα, τόσο για να καθησυχάσει τη δική του συνείδηση, όσο και να δικαιολογηθεί στον κόσμο. Έτσι, σ’ έναν οπλισμένο άνθρωπο που ασκεί βία, είναι συνηθισμένη συμπεριφορά να συκοφαντεί τους άλλους και να παραπονιέται για τα χαμηλά εισοδήματά του. Για νά ‘χει λοιπόν αξία η μετάνοια του στρατευόμενου, πρέπει να εγκαταλείψει τις παλιές του πονηρές συνήθειες: τη βία, τη συκοφαντία και τις διαμαρτυρίες για τα εισοδήματά του.


Όλα όσα συνιστά ο άγιος Ιωάννης ως καρπούς μετανοίας, οπωσδήποτε δεν είναι αρκετά για να σώσουν την ψυχή από την αμαρτία. Φτάνουν όμως για να κάνουν τον άνθρωπο άξιο να παρουσιαστεί μπροστά στο Χριστό. Το καθήκον τού Προδρόμου ήταν να επισημάνει τον κίνδυνο στους ανθρώπους, ώστε να καθαρίσουν τον εαυτό τους και ν’ αξιωθούν να παρουσιαστούν μπροστά στο θείο πρόσωπο του Σωτήρα Χριστού. Όταν έβλεπε κανείς τον φοβερό προφήτη, κοντά στον οποίο συνωστίζονταν οι κάτοικοι ολόκληρης της Ιουδαίας και των Ιεροσολύμων, και άκουγε τις ιδιόρυθμες κραυγές με τις προτροπές και τις απειλές για φωτιά και τσεκούρια, τον ρωτούσε:

«Συ τις ει;» Μήπως είσαι εσύ ο αναμενόμενος Χριστός; «Ουκ ειμί εγώ ο Χριστός», απαντούσε ο Ιωάννης. «Τι ουν; Ηλίας ει συ;» «Ουκ ειμί». « Τις ει ;»«Εγώ φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ευθύνατε την οδόν Κυρίου» (Ιωάν. α’ 20-23).

Και στη συνέχεια ο Ιωάννης αναγνώριζε κι ομολογούσε ταπεινά: «…μέσος υμών έστηκεν ον υμείς ουκ οίδατε. αυτός εστιν ο οπίσω μου ερχόμενος, ος έμπροσθέν μου γέγονεν, ου εγώ ουκ ειμί άξιος ίνα λύσω αυτού τον ιμάντα τού υποδήματος» (Ιωάν. α’ 26-27).

Ο Χριστός ήρθε για να διδάξει στους ανθρώπους την ταπείνωση που είχαν ξεχάσει και την υπακοή που είχαν παραβιάσει. Μας δίνει ένα τέλειο υπόδειγμα με τη δική Του ταπείνωση και υπακοή προς τον ουράνιο Πατέρα Του. Ο Πρόδρομός Του μας διδάσκει την ταπείνωση και την υπακοή, με τη δική του αγνή ταπείνωση και υπακοή στο Χριστό.

Οι άνθρωποι που δεν έχουν ταπείνωση και υπακοή, δεν έχουν ούτε σοφία ούτε αγάπη. Κι όποιος τα στερείται αυτά, στερείται και το Θεό. Κι όποιος δεν έχει Θεό, δεν ορίζει ούτε τον εαυτό του. Είναι σα να μην υπήρχε, αφού ζει στο σκοτάδι και στη σκιά τού θανάτου.

Αν κάποιος έλεγε: «Ο Χριστός είναι μεγάλο κι απλησίαστο παράδειγμα για μένα. Δεν μπορώ να τον πλησιάσω. Μετά υπάρχει κι ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος που, σαν συνηθισμένος άνθρωπος, είναι πιο κοντά στους θνητούς». Αυτός ας προσέξει την ταπείνωση και την υπακοή τού Ιωάννη. Αλίμονο όμως! Όταν ο άνθρωπος δε θέλει ν’ ακολουθήσει το καλό, θα βρίσκει πάντα μια δικαιολογία για να τ’ αποφύγει. Όποιος όμως θέλει να ρίξει λίγο φως στην ελεεινή του ύπαρξη στη γη, θα βρει με χαρά το καλό στο άστρο τού αγίου Ιωάννη τού Προδρόμου. Αυτός θα είναι ευτυχής, γιατί το άστρο αυτό, όπως κι εκείνο που οδήγησε τους μάγους από την Ανατολή στη Βηθλεέμ, θα τους οδηγήσει στο υπέρλαμπρο άστρο, τον Κύριο Ιησού Χριστό, που είναι ο μοναδικός ύμνος των αγγέλων κι η μοναδική σωτηρία των ανθρώπων, χθες, σήμερα και ως τη συντέλεια του κόσμου.

Δόξα λοιπόν και ύμνος πρέπει σ’ Εκείνον, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την τρισυπόστατη και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)

https://alopsis.gr

Πατερικός: Κυριακή προ των Φώτων (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 

ΑΣΥΛΗΠΤΗ ΕΥΩΔΙΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΙΑ.