Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο Θεός στην πατερική σκέψη 3

Συνέχεια από Τετάρτη 21. Ιανουαρίου 2026

Ο Θεός στην πατερική σκέψη 3

Του G. L. Prestige

Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon

Εισαγωγή (iii) (συνέχεια)

Το Κεφάλαιο VII περιέχει μια εκτενή επισκόπηση τής υποταγής (Subordinationism) . Ο Ωριγένης ήταν βαθύτατα διαποτισμένος από αυτήν την τάση. Το μεγαλύτερο πρόβλημά του έγκειτο στην προσπάθεια να διατηρήσει την πίστη του στη γνήσια θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ενώ ταυτόχρονα να διαφυλάξει την αρχή ότι όλα τα θεία τους γνωρίσματα απορρέουν από το Είναι του Πατρός. Μόνο με οξύτατη δυσκολία απέφυγε να ταυτίσει την προέλευση με έναν βαθμό κατωτερότητας τέτοιον, ώστε να καταργείται η αξίωση στη θεότητα. Δεν είχε ακόμη βρεθεί καμία διατύπωση που να εκφράζει επαρκώς την προέλευση ως διάκριση από τη δημιουργία. Όταν όμως ο Canon Green (όπ. παρ., σ. 250, σημ. 3) κατηγορεί τον Ωριγένη ότι υποστήριξε πως ο Λόγος είναι «ἐξ ἑτέρας οὐσίας» από τον Πατέρα, πλανάται. Εκείνο που εννοεί ο Ωριγένης ( De oratione 15.1 ) είναι ότι ο Υιός είναι «διακριτό ον» ( ἕτερος κατ’ οὐσίαν ), όπως δείχνει το συμφραζόμενο. Τον Ωριγένη ακολούθησε ο Ευσέβιος, μέγας ιστορικός, αλλά μάλλον συγκεχυμένος θεολόγος.

Πέρα από αυτή τη δυσχέρεια, η οποία είχε εν μέρει βιβλική προέλευση, η κατάσταση περιπλέχθηκε περαιτέρω από τη διστακτική εισαγωγή της πλατωνικής έκφρασης «δεύτερος θεός». Ο Ευσέβιος ιδίως επέτρεψε στον εαυτό του να παρεμποδιστεί από την υιοθέτησή της. Ο Ωριγένης είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο, διακρίνοντας μεταξύ «ὁ Θεός» και «θεός» (διάκριση που αντιστοιχεί περίπου στη διαφορά μεταξύ «Θεός» και «θεός»), επιτρέποντας μόνο τη δεύτερη έκφραση να αποδοθεί στον Υιό. Ο Άρειος και οι οπαδοί του συνέλεξαν όλα τα νήματα τής υποταγής, ωθώντας μέχρι τη λογική τους κατάληξη κάθε μεταφορά που έτεινε να παρουσιάσει τον Υιό ως σαφώς κατώτερο του Πατρός ή να καταστήσει τον προκοσμικό Λόγο μια απρόσωπη λειτουργία του Θεού.

Το Κεφάλαιο VIII΄ διερευνά τη σημασία της ελληνικής λέξης «πρόσωπον» (prosopon). Στη θεολογία δεν σημαίνει ποτέ «προσωπίδα»(προσωπείο), παρότι σύγχρονοι συγγραφείς επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι οι Σαβελλιανοί τη χρησιμοποιούσαν με αυτήν την έννοια. Στην πραγματικότητα, οι Σαβελλιανοί φαίνεται ότι παραδέχονταν ένα μόνο πρόσωπον στη Θεότητα, και η λέξη σημαίνει σταθερά «άτομο». Η persona είναι απλώς η λατινική μετάφραση του prosopon από τον Τερτυλλιανό· μεταφράστηκε εκ νέου στα ελληνικά από τον Ιππόλυτο και παρέμεινε σε ορθόδοξη χρήση έως το τέλος της ελληνικής πατερικής περιόδου. Η ὑπόστασις φέρει ουσιωδώς διαφορετική σημασία. Όταν εφαρμόζεται στα Πρόσωπα του Θεού, εκφράζει την αντικειμενικότητα ή, συγκεκριμένα, ένα αντικείμενο. Αυτή η σημασία αναδύεται καθαρά μέσα από μια ποικιλία άλλων χρήσεων της λέξης σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Η εφαρμογή της στά θεία Πρόσωπα συνεπάγεται ότι δεν πρόκειται για απλά ονόματα ή λειτουργίες ή ιδιότητες, αλλά για ουσιαστικά αντικείμενα. Ο ισχυρισμός ότι η ὑπόστασις απέκτησε ποτέ «μια σημασία ενδιάμεση μεταξύ ‘προσώπου’ και ‘ιδιότητας’, με κλίση προς το πρώτο», είναι καθαρή πλάνη, παρότι ανάγεται τελικά στον Harnack (Hist. Dogm. iv, σ. 85). Οι Έλληνες δεν ήταν ποτέ συγκεχυμένοι στη σκέψη τους και γνώριζαν απολύτως τι εννοούσαν με την ορολογία τους.

Το Κεφάλαιο IX΄ συνεχίζει τη θεολογική διερεύνηση της έννοιας της ὑποστάσεως, δείχνοντας ότι, μολονότι μόνον περί τα μέσα του τετάρτου αιώνα η εφαρμογή της στα τρία Πρόσωπα απαλλάχθηκε οριστικά από κάθε παρεξήγηση, η ιδέα που αυτή μετέδιδε είχε ουσιαστικά γίνει αποδεκτή ήδη νωρίτερα. Φαίνεται ότι στην Ανατολή απέκτησε για κάποιο διάστημα περιορισμένη χρήση ως κατά λέξη μετάφραση της λατινικής substantia, αλλά μόνο υπό τη μορφή λατινισμού. Όταν αυτό το εμπόδιο απομακρύνθηκε από τον Αθανάσιο, ο τύπος των τριών ὑποστάσεων και μίας οὐσίας (substance) έγινε γενικώς αποδεκτός.

Η οὐσία σημαίνει επίσης «αντικείμενο», αλλά με διαφορετική έμφαση. Ενώ η ὑπόστασις δίνει έμφαση στη συγκεκριμένη αυτοτέλεια, η οὐσία την τοποθετεί στην εσωτερική σύσταση. Η ὑπόστασις σημαίνει «πραγματικότητα ad alios», ενώ η οὐσία «πραγματικότητα in se»· ο ένας όρος δηλώνει τον Θεό ως φανερούμενο, ο άλλος υποδηλώνει τον Θεό ως είναι. Ο Αθανάσιος δίδαξε ότι στον Θεό μία και η αυτή ταυτόσημη «ουσία» ή αντικειμενική πραγματικότητα, χωρίς καμία διαίρεση, υποκατάσταση ή διαφοροποίηση περιεχομένου, παρουσιάζεται μόνιμα σε τρεις διακριτές αντικειμενικές μορφές. Είναι μία ως προς το περιεχόμενο και τη συνείδηση, αλλά τρία ως προς την επαφή και την πρόσληψη. Ανθρώπινα ομιλώντας, αυτό συνιστά ένα παράδοξο. Έχει όμως τη δικαίωσή του στο ότι κάθε ανθρώπινη σκέψη περί του απείρου είναι κατ’ ανάγκην παραδοξική. Δεν αξιώνει να αποτελεί τον τύπο με τον οποίο ο Θεός πράγματι ζει, αλλά παρέχει μια έννοια με την οποία μπορεί να παρουσιαστεί στην ανθρώπινη κατανόηση, ανάλογα με την ικανότητά της να δεχθεί ένα μέτρο γνήσιου φωτισμού.

Το Κεφάλαιο X εισάγει τον όρο ὁμοούσιον, με τον οποίο το Σύμβολο της Νικαίας επιδίωξε να αποκλείσει τον Αρειανισμό. Εξετάζεται η ιστορία της λέξης και επιχειρείται να καταδειχθεί ότι η αληθινή της σημασία είναι «ἐκ τῆς αὐτῆς οὐσίας», ή, πιο απλά, «από το ίδιο ‘υλικό’». Στο Σύμβολο σημαίνει ότι ο Υιός είναι αληθινά Θεός, όπως είναι Θεός και ο Πατήρ. Δεν έχει άμεση ή ουσιώδη συνάφεια με το πρόβλημα της θείας ενότητας, αν και οι οπαδοί του Αθανασίου φαίνεται ότι ενέταξαν σε αυτόν τον όρο και τις δικές τους απόψεις επί του ζητήματος αυτού.

Αυτό υπήρξε ένα τυχαίο και παροδικό επακόλουθο των περιστάσεων της εποχής. Ακολουθεί μια ανασκόπηση της αμφισβητούμενης ερμηνείας που αποδόθηκε στον όρο σε σχέση με τον Παύλο τον Σαμοσατέα. Οι Harnack, Ottley, Dr. C. E. Raven (Apollinarianism, σ. 64), Canon Green (όπ. παρ., σ. 260, ακολουθώντας τον καθηγητή Loofs) καταλήγουν όλοι, λίγο-πολύ με βεβαιότητα, στο συμπέρασμα ότι ο Παύλος χρησιμοποίησε τον όρο ὁμοούσιος με μια σημασία όχι ακριβώς ταυτόσημη με εκείνη του Αθανασίου, αλλά τέτοια που υποδήλωνε την ουσιώδη ενότητα του Υιού με τον Πατέρα. Παραθέτω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι το συμπέρασμα αυτό είναι εσφαλμένο. (Η παράθεση του Canon Green της φράσης «ἐνούσιος Σοφία» από τον Αθανάσιο, De synodis 41, τέλος [και όχι 42, όπως αναφέρεται εσφαλμένα, όπ. παρ., σ. 261, σημ. 2], δεν σημαίνει «ἐνυπάρχουσα στην οὐσία του Θεοῦ», αλλά το ίδιο με το ἐνυπόστατος, δηλαδή «συγκεκριμένος», «ον με υποστατική ύπαρξη», ή, όπως αποδίδει η βενεδικτίνη λατινική μετάφραση, Sapientiam substantia praeditam.) Η επίσημη διδασκαλία που συμφωνήθηκε στη Νίκαια άφησε άλυτο το πρόβλημα της θείας ενότητας, αν και ο Αθανάσιος είχε τη δική του λύση, η οποία αργότερα έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.

Στο Κεφάλαιο XI η λύση αυτή εξετάζεται περαιτέρω. Έλαβε μορφή στη διδασκαλία της Ταυτότητας της Οὐσίας, της οποίας η τεράστια σημασία έχει αναγνωρισθεί εξαιρετικά ανεπαρκώς στα εγχειρίδια, παρότι αποτελεί ολόκληρη τη βάση της ορθόδοξης θεωρίας περί θείας ενότητας. Ο Αθανάσιος, σε έργα λίγο γνωστά στην Αγγλία — ίσως επειδή (μέχρι το 1951) δεν είχαν μεταφραστεί στα αγγλικά — συμπεριέλαβε ρητώς το Άγιο Πνεύμα στη διατύπωση αυτής της Ταυτότητας. Ωστόσο, μετά τη Σύνοδο της Νικαίας, η συντηρητική γνώμη ανησύχησε από τις θεωρητικές κατασκευές του Μαρκελλού και, για ένα διάστημα, οδηγήθηκε σε μια αμυντική συμμαχία με τις ακραίες  θέσεις υποταγής της αρειανικής σχολής, προβάλλοντας τον τύπο ὁμοιούσιος («ὁμοίας οὐσίας») ως λιγότερο επιδεκτικό σαβελλιανικής ερμηνείας. Αυτό σήμαινε ότι το πρόβλημα της θείας ενότητας παραμερίστηκε. Στο μεταξύ, η μακεδονιανή πτέρυγα των Αρειανών, αποδεχόμενη τον Υιό ως ημίθεο, απέκλεισε πλήρως το Άγιο Πνεύμα από τη Θεότητα. Αυτό υπερέβη τα όρια αντοχής των συντηρητικών, οι οποίοι, σταδιακά, μέσω της διδασκαλίας του Αθανασίου και υπό την καθοδήγηση του Βασιλείου Καισαρείας και των συνεργατών του, οδηγήθηκαν στην πλήρη αποδοχή της Ταυτότητας της Οὐσίας. Ήταν ο Αθανάσιος, μάλλον παρά η Σύνοδος της Νικαίας, που διέσωσε τον χριστιανικό μονοθεϊσμό. Στο τέλος του κεφαλαίου παρατίθενται ορισμένα παραδείγματα της αναγνώρισης, από Λατίνους συγγραφείς, της διαφοράς μεταξύ ανατολικών και δυτικών δογμάτων περί Τριάδος, από τον Αυγουστίνο έως τον Θωμά Ακινάτη.

Το Κεφάλαιο XII πραγματεύεται ορισμένες λεπτομέρειες της Καππαδοκικής Σύνθεσης, ορίζοντας την ατομικότητα των θείων Προσώπων. Οι μόνες διακρίσεις των επιμέρους Προσώπων λέγεται ότι είναι η Πατρότητα, η Υιότητα και ο Ἁγιασμός. Το ένα θείο Είναι υπάρχει στους τρεις «τρόπους» της ἀγεννησίας, της γεννήσεως και της ἐκπορεύσεως. Πρόκειται για «τρόπους υπάρξεως», μέσα στους οποίους οι τρεις προαναφερθείσες διακρίσεις εκφράζονται αντικειμενικά. Είναι εξαιρετικά παραπλανητικό να αναφέρονται ως «οὐσίες». Αυτό ήταν το σφάλμα του Αετίου και του Ευνομίου, το οποίο όμως απορρίφθηκε με ένταση από τους ορθόδοξους στοχαστές. Τα μόνα εναπομείναντα κατάλοιπα τής υποταγής εντοπίζονται στη διδασκαλία της «μοναρχίας», ότι δηλαδή το θείο Είναι έχει τη μοναδική του πηγή στον Πατέρα, και στη διδασκαλία της διπλής ἐκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, από τον Πατέρα διά του Υιού. Όταν όμως ο Harnack ισχυρίζεται (Hist. Dogm. iv, σ. 87) ότι οι Καππαδόκες θεμελίωσαν την άποψή τους περί θείας ενότητας στην αρχή της μοναρχίας και όχι στο ὁμοούσιον, υπερβαίνει κατά πολύ τα δεδομένα.

Στην πραγματικότητα, όπως δείχνεται στο Κεφάλαιο ΙΑ΄, τη θεμελίωσαν στην Ταυτότητα της Οὐσίας, η οποία ήταν ακριβώς εκείνο που ο Αθανάσιος εννοούσε με τον όρο ὁμοούσιον. Ο «οργανικός» χαρακτήρας της Θεότητας, στον οποίο είχε ήδη από πολύ νωρίς επιστήσει την προσοχή ο Τερτυλλιανός, αναγνωρίστηκε έτσι και συνέβαλε σε μια νέα εκτίμηση της θείας ενότητας. Διακηρύχθηκε με σαφήνεια ότι σε ολόκληρη τη Θεότητα υπάρχει μία μόνο λειτουργία της θελήσεως και μία μόνο αρχή ενεργείας. Τα τρία «Πρόσωπα» δεν πρέπει να θεωρούνται ως τρεις ανεξάρτητες συνειδήσεις.

Το Κεφάλαιο XIII σκιαγραφεί την άνοδο μιας αφηρημένης τάσης σκέψης, η οποία κορυφώθηκε στον Λεόντιο Βυζάντιο και στον Λεόντιο Ιεροσολυμίτη. Η αγάπη τους για τον σχηματικό φορμαλισμό τους οδήγησε να εξαναγκάσουν το δόγμα της Τριάδας σε λεκτική εξομοίωση με εκείνο της Ενανθρωπήσεως. Είχαν επίσης πάθος να αναπαράγουν στη θεολογία ολόκληρο το σύστημα της αριστοτελικής λογικής. Ως αποτέλεσμα, αντικατέστησαν τη δημιουργική μεταφυσική με λογικό φορμαλισμό και, καθιστώντας την «ουσία» αφηρημένη, υπονόμευσαν το δόγμα της Ταυτότητας της Οὐσίας. Το επίτευγμα αυτό επηρέασε βαθύτατα τη μεταγενέστερη θεολογία. Η κατάσταση αποκαταστάθηκε μόνον από έναν άγνωστο στοχαστή στα τέλη του έβδομου αιώνα, του οποίου το έργο ενσωματώθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό στη δική του, ιδιαιτέρως επιδραστική πραγματεία.

Το Κεφάλαιο XIV πραγματεύεται το δόγμα της αλληλοπεριχώρησης των θείων Προσώπων, με το οποίο η αποκατεστημένη αυτή κατάσταση διασφαλίστηκε οριστικά. Η επικράτηση της αφηρημένης σκέψης είχε ευνοήσει την εμφάνιση τριθεϊσμού, και η αλληλοπεριχώρηση αποτέλεσε την ορθόδοξη απάντηση, διατυπωμένη από τον ίδιο ανώνυμο στοχαστή. Κατ’ ουσίαν, το δόγμα αυτό ανάγεται σε θεολόγους του τέταρτου αιώνα. Ο Canon Green (όπ. παρ., σ. 293) αποδίδει στον Ιλάριο την επινόηση του όρου circumincessio, με τον οποίο οι Λατίνοι εξέφρασαν την αλληλοπεριχώρηση, και επίσης φαίνεται να ισχυρίζεται (ό.π., σ. 294) ότι ο αντίστοιχος ελληνικός όρος περιχώρησις χρησιμοποιήθηκε από τους Καππαδόκες. Δεν μπορώ να βρω τεκμήρια για τον πρώτο ισχυρισμό και είμαι βέβαιος ότι ο δεύτερος οφείλεται σε παρανόηση. Ο επιμελής και κατά κανόνα ακριβής Dorner σφάλλει όταν υποθέτει ότι ο όρος περιχώρησις είχε εφαρμοσθεί στα Πρόσωπα της Τριάδας πολύ πριν από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Στην πραγματικότητα, κατά την αρχική του χρήση ήταν χριστολογικός όρος και μόλις λίγο πριν από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό μεταφέρθηκε στο τριαδολογικό πεδίο, ώστε να τον υιοθετήσει. Παρείχε όμως έναν εξαιρετικά έγκαιρο και γόνιμο τύπο για την ιδέα ότι το είναι και των τριών Προσώπων περιέχεται στο είναι του καθενός, και έτσι επανεπιβεβαίωσε, από μια νέα οπτική γωνία, το κρίσιμο δόγμα της Ταυτότητας της Οὐσίας.

Δεν θα ήθελα να κλείσω αυτή τη μακροσκελή ανασκόπηση του βιβλίου μου χωρίς να εκφράσω τη λύπη μου για το ότι αναγκάστηκα να ασκήσω κάπως έντονη κριτική σε συμπεράσματα που προτάθηκαν από δύο στενούς προσωπικούς φίλους. Είναι δυσκολότερο να κρίνει κανείς φίλους παρά ξένους. Ελπίζω, ωστόσο, ότι θα συμφωνήσουν πως αυτό προσφέρει μεγαλύτερη παρηγοριά, διότι ο ύπουλος πειρασμός του odium theologicum υπερβαίνεται από τη συνείδηση της concordia amicabilis. Και επιθυμώ να εκφράσω δημόσια τις ευχαριστίες μου σε δύο ακόμη φίλους για τη γενναιόδωρη βοήθειά τους: στη δεσποινίδα Μ. King, η οποία κατέγραψε μεγάλο μέρος του βιβλίου από την υπαγόρευσή μου, και στον Dr. F. L. Cross, ο οποίος συνέταξε το ευρετήριο των πατερικών παραπομπών.

G. L. P.

Σημείωση στη δεύτερη έκδοση

Με την έκδοση μιας δεύτερης έκδοσης δόθηκε η ευκαιρία να τροποποιηθούν ορισμένες από τις κρίσεις που είχαν διατυπωθεί στην πρώτη και να διορθωθούν αρκετές εσφαλμένες αποδόσεις πατρότητας σχετικά με κείμενα των οποίων η γνησιότητα δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί. Θερμές ευχαριστίες οφείλονται σε έναν ακόμη φίλο, τον π. Henri de Riedmatten, O.P., για τις γενναιόδωρες συμβουλές του κατά τη διενέργεια αυτών των διορθώσεων, και ιδίως για την διαφωτιστική υπόδειξη που καταγράφεται στη σελίδα 209 σε σχέση με τη Σύνοδο της Αντιόχειας.

G. L. P.
1 Νοεμβρίου 1950

ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑΣ-Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΙΡΕΣΗ - Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ (6)

   Συνέχεια από:  Τρίτη 30  Δεκεμβρίου 2025

Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ.
Του Jean-Pierre Torrell.
Κεφάλαιο VII : Ας μιλήσουμε για το Άγιο Πνεύμα!
Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ.

Αποτέλεσμα εικόνας για jean pierre torrell    ..... «Άλλη μία ιδιότης της φιλίας συνίσταται στο πλάσιμο μίας συμφωνίας της ίδιας θελήσεως με εκείνη του Φίλου. [Δέν εγκαταλείπεται το θέλημα μας, αλλά αποθεώνεται]. Η Θέληση του Θεού μάς φανερώθηκε με τον ΝΟΜΟ ΤΟΥ. Γι'αυτό η αγάπη με την οποία αγαπούμε τον Θεό προϋποθέτει την τήρηση των εντολών του: "Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε" (Ιωάν. 14,15). [Ταύτιση του Νόμου με τις εντολές της Κ.Δ.]. Επομένως επειδή γινόμαστε φίλοι του Θεού, μέσω του Αγίου Πνεύματος, μέσω Αυτού ωθούμαστε επίσης να τηρούμε και τους Νόμους του Θεού, σύμφωνα και με όσα μας λέει και ο Απόστολος (Ρωμ. 8,14): Όσοι γαρ πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισίν υιοί Θεού!»(SCG IV 21, n. 3587)...... 

  Επειδή όμως η συμφωνία τής θελήσεως δέν μπορεί να μεταφραστεί πραγματικώς παρά μόνον σε μία υποταγή τής θελήσεως του ανθρώπου [Εμείς λέμε του θελήματος, του γνωμικού θελήματος], σε εκείνη του Θεού, και επειδή βρισκόμαστε σε έναν μονόδρομο, ο Ακινάτης ενδιαφέρεται να αποφύγει αμέσως την πιθανή ασάφεια: αυτή η υποταγή δέν ομοιάζει σε τίποτε με την υποταγή του σκλάβου!
«Είναι αναγκαίο να σημειώσουμε όμως ότι οι υιοί του Θεού κινούνται από το Άγιο Πνεύμα όχι σαν σκλάβοι, αλλά σαν ελεύθερα πρόσωπα. Και επειδή άνθρωπος ελεύθερος είναι εκείνος που είναι Κύριος του εαυτού του (Αριστοτέλης) εμείς ενεργούμε ελεύθερα από μόνοι μας, δηλαδή με την θέλησή μας. Ο,τιδήποτε γίνει ενάντια στην θέληση μας δέν θα γίνει ελεύθερα, αλλά δουλικώς (με οποιονδήποτε τρόπο και αν υποχρεώνετο η θέλησή μας). Το Άγιο Πνεύμα, κάνοντας μας φίλους τού Θεού, μας διδάσκει να πράξουμε, μ'έναν τέτοιο τρόπο ώστε η πράξη να μας είναι θεληματική. [ΜΑΣ ΧΕΙΡΑΓΩΓΕΙ. ΜΑΣ ΧΑΚΑΡΕΙ, Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑΣ]Σαν υιοί του Θεού που είμαστε το Άγιο Πνεύμα μας καθοδηγεί να πράξουμε ελεύθερα, από αγάπη και όχι δουλικά από φόβο. Από εδώ και οι λόγοι του Αποστόλου (Ρωμ 8,15). "Ού γάρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ' ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας"»(SCG IV 21, n. 3588).
Αυτό το κείμενο εκφράζει με δύναμη μία από τις βασικές ιδέες του στοχασμού τού Ακινάτη. Χρειάστηκε να διαλογισθεί επί μακρόν το όγδοο κεφάλαιο τής προς Ρωμαίους επιστολής και το σχόλιό του αποτελεί ένα από τα καλύτερα σημεία τής εργασίας του γύρω από το Άγιο Πνεύμα. Δέν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι σε μία εποχή κατά την οποία η δουλεία συνιστούσε μία κοινωνική πραγματικότητα πολύ διαδεδομένη, ο Ακινάτης είδε σ' αυτή, όπως και ο Απόστολος, το προνόμιο μίας αναλογίας που μπορούσε να εκφράσει κάτι από το μεγαλείο των πιστών του Χριστού, ελεύθερων με μία ένδοξη ελευθερία, αυτή των υιών του Θεού.
«Καθαυτή η θέληση κατευθύνεται πρός αυτό που είναι αληθινά αγαθό.[ΟΥΔΕΙΣ ΕΚΟΝ ΚΑΚΟΣ] Εάν απομακρύνεται λόγω πάθους, κακής διαθέσεως ή συνήθειας από εκείνο που είναι το αληθινό αγαθό σε σχέση με την φυσική τάξη της θελήσεως, τότε η πράξη είναι δουλική και εξαρτημένη από εξωτερικό παράγοντα. Εάν όμως υπολογίσουμε την ενέργεια της θελήσεως, της θελήσεως καθότι ρέπει πρός ένα φαινομενικό αγαθό, τότε ο άνθρωπος πράττει ελεύθερα ακολουθώντας ένα πάθος ή μία κακή συνήθεια. Ενώ θα έπραττε δουλικώς εάν, στην ίδια την διάθεση της θελήσεως, απέρριπτε να κάνει αυτό που θέλει από τον φόβο ενός νόμου που το απαγορεύει. Το Άγιο Πνεύμα, Αυτό, κλίνει από αγάπη την θέλησή μας πρός το αληθινό αγαθό πρός το οποίο αυτή κλίνει εκ φύσεως. Έτσι μας ελευθερώνει τόσο από την δουλεία πού μάς υποχρεώνει να πράξουμε ενάντια στην κατεύθυνση τής θελήσεως μας, και μας κρατά υποδουλωμένους στα πάθη και στις συνέπειες τής αμαρτίας, όσο και από την δουλεία η οποία μας καθοδηγεί να πράξουμε σύμφωνα με τον νόμο, ενάντια στην κίνηση τής θελήσεως μας, αλλά όχι σαν φίλοι, αλλά σαν δούλοι. "Ού δέ το πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία" (2 Κορ 3,17). "Εί δέ πνεύμα άγεσθε, ούκ εστέ υπό νόμον" (Γαλ. 5,18). Γι'αυτό λέγεται πώς το Άγιο Πνεύμα δίνει τον θάνατο στα έργα της σάρκας. Με την αγάπη του το Άγιο Πνεύμα μας κατευθύνει πρός το αληθινό αγαθό από το οποίο μας απομακρύνουν τα πάθη της σάρκας, όπως λέγεται και στην (Ρωμ. 8,13): "εί δέ πνεύματι τας πράξεις του σώματος θανατούτε, ζήσεσθε"»(SCG IV 21, n. 3589-3590).
Εδώ μπορούμε να διακόψουμε την ανάγνωση της summa εναντίον των Ελλήνων, σ' αυτή την πρόσκληση να διαλέξουμε την ζωή. Προσπαθώντας να "επαληθεύσουμε" την γονιμότητα τής θεωρίας τής ιδιοποιήσεως (αναλογία), είδαμε πώς αυτή μας επιτρέπει να δικαιολογήσουμε και να οργανώσουμε θεολογικώς αυτό που μας διδάσκει η Αγία Γραφή για το Τρίτο πρόσωπο της Τριάδος. Η ανάθεση λοιπόν της διακυβέρνησης των όντων και της ζωοποίησής τους,στο Άγιο Πνεύμα, την ζωογόνησή τους, δηλαδή όλης της ιστορίας του κόσμου και της Εκκλησίας, σημαίνει να του αναγνωρίσουμε το προνόμιο να παρουσιάζεται σαν το Θείο πρόσωπο που είναι πιό κοντά στην δημιουργία, ιδιαιτέρως δέ σ' αυτούς που αισθάνονται ωθούμενοι από την φιλανθρωπία![Η ΜΑΚΑΒΡΙΑ ΡΙΖΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΟΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΑΠΕΦΥΓΑΝ ΤΟΝ ΒΑΡΥ ΣΤΑΥΡΟ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ Η ΟΠΟΙΑ  ΞΕΡΙΖΩΝΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΓΩ ΤΟΥ ΦΙΧΤΕ. ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΤΗΝ ΑΦΙΕΡΩΣΕ Ο κ. ΞΙΩΝΗΣ π.χ. ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΖΕΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. ΛΕΤΕ Ο ΑΚΙΝΑΤΗΣ ΝΑ ΥΠΗΡΞΕ Η ΜΕΤΕΜΨΥΧΩΣΗ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ ΦΑΡΑΩ ΑΚΕΝΑΤΩΝ;]

[Η αίρεση του Ιωακείμ ντα Φιόρε απέχει μισό βήμα από τις ψευτοθεολογιες τού Ακινάτη και γι' αυτό δέν αντιμετωπίστηκε εγκαίρως ούτε από τον Ακινάτη. Και οφείλεται στην τραγική ταύτιση των ακτίστων ενεργειών με την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, κάτι που γεννά και την ποταπή θεολογία της αναλογίας των Γιανναρά και Ζηζιούλα, κάτι που θα δούμε γρήγορα καλύτερα].

VIII. Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.


Έτσι λοιπόν αφού είδαμε την οργάνωση του υλικού της Βίβλου περί του Αγίου Πνεύματος [διά της αναλογίας της φιλίας], μπορούμε να προχωρήσουμε στην μεγάλη έμπνευση του Ακινάτη, η οποία στηρίζει όλη αυτή την οργάνωση που είδαμε με συντομία, η οποία έμπνευση δέν είναι άλλη από τον "καθορισμό" του Αγίου Πνεύματος σαν αγάπη και στην εξακρίβωση τής συγκεκριμένης του θέσεως στο εσωτερικό τής κοινωνίας της Αγίας Τριάδος και της επιστροφής αυτής της αγάπης σαν "Εκκλησίας", πρός την Θεία πηγή από την οποία ξεπήδησε!

ΑΓΑΠΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΑΤΑΙ.


Γι' άλλη μία φορά η έννοια της προόδου θα είναι ένα πολύτιμο κλειδί για μας. Ας θυμηθούμε όμως ότι ο Ακινάτης προσλαμβάνει αυτόν τον τεχνικό όρο από την Τριαδική Θεολογία της Κ.Δ. "το πνεύμα της Αληθείας που εκπορεύεται από τον Πατέρα"[Η πρόοδος δέν είναι ακριβώς εκπόρευση αλλά η Λατινική γλώσσα έδειξε τα όρια της γι'άλλη μία φορά]. Η πρόοδος καθαυτή, εξηγεί, δέν εκφράζει παρά την έξοδο των Θείων προσώπων από την αρχή [Νεοπλατωνικώς], και δέν λέει τίποτε για τον όρο στον οποίο ολοκληρώνεται η κίνηση του προσώπου που προοδεύει. [Έχει κατά νού (ο Ακινάτης) πάντοτε την οικονομική Τριάδα]. Όταν όμως πρόκειται για την πρόοδο του Αγίου Πνεύματος δεδομένου του τρόπου με τον οποίο προοδεύει, δηλαδή σαν Αγάπη, δέν μπορεί να μήν συμπεριλάβει το τέλος της. Διότι δέν μπορούμε να εννοήσουμε μία αγάπη χωρίς ένα αγαπημένο αντικείμενο. Επομένως η πρόοδος του Αγίου Πνεύματος έχει αυτή την ιδιαιτερότητα : τείνει πρός το αγαπώμενο όν. Και τοιουτοτρόπως ο Ακινάτης μπορεί να ολοκληρώσει τον παραλληλισμό ανάμεσα στον Υιό και το Πνεύμα στο φώς μίας αρχής την οποία επικαλείται πολύ συχνά.
Αμέθυστος

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (2)

  Συνέχεια από Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

F.M. SCIACCA
Περιεχόμενα:- Το πρόβλημα της Ιστορίας και τα μεταφυσικά θεμέλια αυτής (συγκυρία, συμμετοχή και συνέχεια).
- Το πρόβλημα του χρόνου.
- Επιστήμη και σοφία: φιλοσοφία και θεολογία της Ιστορίας. Οι δύο αγάπες και οι δύο πόλεις. Ελευθερία και χρόνος. Η Ιστορία σαν «προσωπική» Ιστορία.


Δέν υπάρχει ιστορία χωρίς χρόνο, αλλά μπορεί να υπάρξει χρόνος χωρίς ιστορία : ο εξωτερικός χρόνος τών πραγμάτων δέν διαθέτει : η ιστορία ξεκινά με τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, όχι με τα πράγματα που υπήρχαν πρίν τον δημιουργήσει ο Θεός. Δέν υπάρχει ιστορία της Φύσεως. Ο χρόνος λοιπόν δέν ταυτίζεται με την ιστορία : υπάρχει ένας ανιστορικός χρόνος, ο χρόνος των πραγμάτων χωρίς συνείδηση.
Ο Αυγουστίνος δέν είχε ξεκαθαρίσει αυτή την έννοια, ούτε μπορούσε στην εποχή του: η σύγχρονη σκέψη την ξεκαθάρισε και την εμβάθυνε, αλλά το ξεκαθάρισμα και η εμβάθυνση πηγάζουν ακριβώς απο τον Ιερό Αυγουστίνο, ο οποίος ανακάλυψε τον χρόνο της συνειδήσεως ή, όπως λέγεται συνήθως, της διαδοχής (της συνέχειας, της ακολουθίας και επομένως της διάρκειας). Συνέχεια και συμπτωματικότης είναι τα δύο μεταφυσικά θεμέλια της ιστορίας. Αλλά η συνέχεια είναι ο χρόνος της συνειδήσεως, είναι ανθρώπινος και έτσι αυτός είναι ο χρόνος, μαζί με το τυχαίο, που θεμελιώνουν μεταφυσικά την ιστορία και την δημιουργούν όπως την γνωρίζουμε.

Πολύ συχνά ο Αυγουστίνος διστάζει μπρός σε μία σύλληψη της ιστορίας που δέν είναι ανώτερη του πολιτισμού της εποχής του. Μιλάμε για την ιστορία που κατανοείται σαν σύνολο πεπραγμένων που έλαβαν μέρος στην διάσταση του χρόνου και η οποία γίνεται αφήγηση σαν παρελθόν, η γνώση της οποίας πραγματοποιείται με την εμπειρία και όχι με την λογική ή την νόηση : την ιστορία δηλ. η οποία κατανοείται σαν μόρφωση, σαν παράδειγμα, χρήσιμη γνώση πραγμάτων που συνέβησαν κ.τ.λ. Είναι η ιστορία του εξωτερικού χρόνου, των γεγονότων που έγιναν, τα οποία τοποθετούνται στον χρόνο και καταμετρώνται σύμφωνα με την χρονολογική τάξη.

Εάν ο Αυγουστίνος δέν είχε πεί τίποτε άλλο, δέν θα είχαμε προβληματιστεί ποτέ για το πρόβλημα της έννοιας της ιστορίας που συνέλαβε, ούτε θα τον είχαμε αντιμετωπίσει με στοχαστική στάση. Αλλά δέν αναφέρθηκε μόνον σ’αυτό, και μάλιστα ακόμη και αυτός ο χρόνος εννοιολογείται βάσει της άλλης προοπτικής του χρόνου της συνειδήσεως ή του εσωτερικού χρόνου, για τον οποίον το παρελθόν είναι παρόν στο παρόν και προβάλλεται στο μέλλον. Και αυτό ακριβώς το παρελθόν είναι ιστορία, και μόνον αυτός ο χρόνος είναι χρόνος ιστορικός. Οπωσδήποτε το αντικείμενο της ιστορίας είναι πάντοτε το παρελθόν, αλλ’όμως άλλο είναι το παρελθόν του εξωτερικού χρόνου και άλλο εκείνο που μεταφέρεται στον χρόνο της συνειδήσεως.

Παρελθόν είναι αυτό που υπήρξε, και εάν υπήρξε, δέν είναι πλέον. Μέλλον είναι αυτό που θα είναι, και εάν πρέπει να είναι, δέν είναι ακόμη. Παρόν είναι αυτό που κυλά και είναι στιγμή χωρίς διάρκεια, δέν είναι, το Είναι του χρόνου είναι το τίποτα. Αυτός είναι ο χρόνος εξωτερικώς υπολογιζόμενος, εμπειρικά συλλαμβανόμενος, σαν χώρος όπου συμβαίνουν διάφορα γεγονότα και πράξεις. Ο χρόνος δέν είναι η κίνηση ενός σώματος, αλλά το μέτρο του. Και ποιό είναι αυτό το μέτρο; Είναι επέκταση αλλά δέν είναι χωρική, είναι πνευματική επέκταση, η distensio ipsius animi, δηλ. του νού και του πνεύματος.

Παρελθόν, παρόν και μέλλον, οι τρείς τρόποι του χρόνου, είναι τρείς ενέργειες του πνεύματος ξεχωριστές, αλλά και συνδεδεμένες, απο τις οποίες η μία συνεχίζει στην άλλη και γι’αυτό ο χρόνος είναι διάρκεια ή καλύτερα, η διάρκεια της συνειδήσεως. Ο εσωτερικός χρόνος είναι παρόν αλλά δέν είναι εκεί έξω απο μένα ή σαν ένα δεδομένο μέσα σε μένα, αλλά είναι η προσοχή της ψυχής που διαρκεί. Σ’αυτή την διάρκεια το παρελθόν είναι παρόν σαν μνήμη, είναι παρόν το παρόν σαν προσοχή και είναι παρόν το μέλλον σαν αναμονή. Παρόν του παρελθόντος, παρόν του παρόντος και παρόν του μέλλοντος. Αυτοί είναι οι τρείς τρόποι του χρόνου ή του πνεύματος το οποίο ενθυμείται, προσέχει και αναμένει. Στο πνεύμα, και ακριβέστερα στην στιγμή του παρόντος ή στην ενέργεια της προσοχής, συγκεντρώνεται το παρελθόν και προβλέπεται το μέλλον. Έτσι λοιπόν είναι εσωτερική πρόοδος στον χρόνο και όχι φυσική επέκταση σαν να υπάρχουν τρείς χρόνοι, ο καθένας να είναι ξεχωριστός απο τον άλλον, το παρελθόν να τοποθετείται για λογαρισμό του, πίσω απο μάς, το παρόν να σημειώνεται στην εμπειρική, απραγματοποίητη στιγμή, το μέλλον κολλημένο εκεί, μπροστά απο εμάς. Αυτή είναι η εμπειρική ψευδαίσθηση, την οποία διαλύει η συνειδητοποίηση και μας βοηθά να ξαναβρούμε τον χρόνο της εσωτερικότητος μας.

Μέσα σ’αυτόν τον εσωτερικό χρόνο μπορούμε να ξαναβρούμε την ιστορία και το νόημα της : δέν είναι ένα παρελθόν που συνέβη και το οποίο έχει γίνει αφήγηση σε ένα παρόν που του είναι ξένο και απο το οποίο είναι μακρυά (έγινε), αλλά ένα παρελθόν που είναι παρόν, στο παρόν, μνήμη, και γι’αυτό δέν είναι πλέον μόνον παρελθόν ή αφηρημένο γεγονός, αλλά συστατικό στοιχείο αυτού του ίδιου του παρόντος, συνθετική πράξη αυτού του παρόντος, που είναι αυτό το παρόν και το παρόν του παρελθόντος. Και δέν είναι ένα μέλλον που βρίσκεται όπου θέλει, περιμένοντας να γίνει παρόν για να περάσει με την σειρά του, αλλά ένα μέλλον που λειτουγεί ήδη στο παρόν, στο οποίο είναι παρόν το παρελθόν, παρόν και ενεργό σαν αναμονή και το οποίο συντίθεται με το παρόν που είναι γεμάτο απο παρελθόν και είναι γεμάτο μέλλον. Μιλάμε επίσης για διαδοχή, αλλά δέν πρέπει να δώσουμε στην λέξη ένα εμπειρικό νόημα, χωρικά η ακολουθία αυτή είναι η διάρκεια της συνειδήσεως, αλλά όχι πάλι με την έννοια πως το παρελθόν είναι πρίν και το μέλλον μετά και το παρόν στη μέση, αλλά με την άλλη έννοια, πως κάθε σημείο της πνευματικής επεκτάσεως είναι σύνθεση των τριών στιγμών, ώστε η ακολουθία αυτή είναι τό πνεύμα τό οποίο, παρά το ότι είναι προσοχή σαν παρόν, είναι σ’αυτήν την ενεργό προσοχή και μνήμη και αναμονή.

Χρόνος της συνειδήσεως και της προσωπικής λοιπόν ιστορίας κάθε ανθρώπου όπως επίσης και χρόνος της ιστορίας των ανθρώπων και ολοκλήρου της ανθρωπότητος : ο χρόνος της ζωής μου είναι ο ίδιος χρόνος της ιστορίας (εξ.XI, 28,38). Το τυχαίο είναι χρονικό, αλλά ιστορικό, διότι η διαδρομή του χρόνου έχει μία τάξη, που είναι η τάξη της ιστορίας, διότι μέσα στην τυχαιότητα της οποίας ο τρόπος υπάρξεως είναι η χρονικότης, φανερώνονται και ζούν αξίες που δέν παράγονται ούτε αποδίδονται στην ροή της ιστορίας και γι’αυτό υπάρχει η ιστορικότης: αυτό που περνά είναι ιστορικό καθότι δέν είναι νεκρό και ζεί στο παρόν, σαν μνήμη αξίας, εκφρασμένη απο την πράξη και το έργο. Η ιστορική πράξη είναι factum για το Verum (είναι για την αλήθεια), που πράττει, που είναι παρόν μέσα στο παρόν, είναι ενέργεια η οποία τροφοδοτεί το μέλλον, το οποίο περιέχει σαν αναμονή.

Η ιστορία δέν είναι το πέρασμα των ανθρωπίνων γεγονότων όπως περνούν και τα πράγματα του κόσμου, δέν είναι μόνον ροή και Γίγνεσθαι, αλλά στάση εν ενεργεία, που είναι εσωτερική κίνηση των γεγονότων, τα οποία παρόντα στην μνήμη του παρόντος, δέν χάνονται στην λήθη του παρελθόντος και στις προβλέψεις του μέλλοντος : την στιγμή της ενέργειας της συνειδήσεως το παρελθόν και το μέλλον έχουν μία γλώσσα, ομιλούν : ο χείμαρρος της ιστορίας είναι η proflucio mortalitatis humanae : όλα τρέχουν και γλιστρούν, συγκεντρώνονται και τοποθετούνται το ένα πάνω στο άλλο, γεννιούνται άνθρωποι, ζούν και πεθαίνουν. Άλλοι θα γεννηθούν, θα ζήσουν και θα πεθάνουν. Γεγονότα εναλλάσσονται, πεθαίνουν και δέν παραμένουν, και άλλα θα ακολουθήσουν. Τα πάντα συγκεντρώνονται στην άβυσσο του θανάτου: σιωπή το παρελθόν, σιωπή και το μέλλον, και στο μέσον ανάμεσα σε δύο σιωπές ο ήχος του παρόντος, που σβήνει στο παρελθόν ή σε κείνο το άδειο ακόμη του μέλλοντος. Αλλ’όμως είναι ακριβώς αυτή η στιγμή, εάν κατανοηθεί σαν στιγμή του εσωτερικού χρόνου της συνειδήσεως, και όχι σαν ένα λεπτό του εξωτερικού ή φυσικού χρόνου, αυτή η μεσότης στην οποία το όλον sonat et transit, το παρόν της συνειδήσεως ή η προσοχή που συγκεντρώνει το παρελθόν και το μέλλον—συγκεντρώνει τον χρόνο—τον ήχο του παρελθόντος και του μέλλοντος της ανθρωπότητος , που βοηθά να μήν καταγκρεμιστεί στην άβυσσο. Οι δύο σιωπές, στο μέσον των οποίων βρίσκεται το είμαι του παρόντος, γίνονται ο «λόγος» αυτού του ίδιου του παρόντος, με τις πολλές διακοπές, αλλά χωρίς κανένα σημείο που να τον κλείνει επάνω στον εαυτό του. Η διάρκεια αυτής της στιγμής είναι ιστορία του κάθε μοναδικού ανθρώπου και ολοκλήρου της ανθρωπότητος, η ιστορία χωρίς καμμία ετερότητα, ή οποία δέν είναι πλέον κλεισμένη ανάμεσα σε δύο σιωπές (που καταργούν την ιστορία), αλλά ανοιχτή στην παρουσία του παρελθόντος και στην αναμονή του μέλλοντος, που είναι ο λόγος του παρόντος.


Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Η αναζήτηση μιας νέας φιλοσοφίας της ελευθερίας στη σκέψη των Nikolai Berdyaev, Vladimir Lossky και Georges Florovsky 3

 Συνέχεια από Πέμπτη 22. Ιανουαρίου 2026

Η αναζήτηση μιας νέας φιλοσοφίας της ελευθερίας στη σκέψη των Nikolai Berdyaev, Vladimir Lossky και Georges Florovsky 3


Άρθρο στον Τόμο 8 – The Theology of the Russian Diaspora
του Διονύσιου Σκλήρη
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ελλάδα

https://www.analogiajournal.com/article/the-quest-for-novel-philosophy-of-freedom-in-the-thought-of-nikolai-berdyaev-vladimir-lossky-and-georges-florovsky/


Η ελευθερία ως ιστορική ενδεχομενικότητα στη σκέψη του Georges Florovsky (1893–1979) και η έννοια του podvig


Στη θεολογία της δημιουργίας του, ο Georges Florovsky διαμόρφωσε μια ισχυρή έννοια της ενδεχομενικότητας του κόσμου σε σχέση με τον Θεό, αντλώντας και οδηγούμενος σε ορισμένα τολμηρότερα συμπεράσματα που υπήρχαν ήδη εν σπέρματι στην πατερική παράδοση. Σημείο εκκίνησής του φαίνεται να είναι η επιρροή του Karl Barth (1886–1968), ο οποίος διακρίνει ριζικά ανάμεσα στην προσέγγιση του Θεού μέσω της φύσης και στην προσέγγιση μέσω της αποκάλυψης. Όσον αφορά την πρώτη, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία φυσική ικανότητα προσέγγισης του Θεού της Αποκάλυψης. Η αποκάλυψη, αντιθέτως, συνιστά προσέγγιση του Θεού προς τους ανθρώπους, η οποία διαφέρει ριζικά όχι μόνο από τη φυσική θεολογία, αλλά και από τη φυσική θρησκεία εν γένει. [49]

Η αποκάλυψη, ωστόσο, δεν συνίσταται σε έναν μονόπλευρο θείο μονόλογο, αλλά προκαλεί μια διαλογική συνέργεια μεταξύ Θεού και ανθρώπου, η οποία εγκαθιδρύεται μέσα στην ιστορία, αρχικά ως Διαθήκη και κατόπιν ως Εκκλησία, θεμελιωμένη στην Ενσάρκωση του Θεού. Σε μεταγενέστερη φάση του έργου του (τέλη δεκαετίας 1940 – αρχές δεκαετίας 1950), ο Florovsky φαίνεται να επηρεάστηκε από τα έργα Christus und die Zeit (Ζυρίχη: 1945) του Oscar Cullmann και Essai sur le mystère de l’histoire (Παρίσι: Seuil, 1953) του Jean Daniélou. Το ενδιαφέρον του στρέφεται πλέον στην ιστορία της σωτηρίας ως μια απολύτως συγκεκριμένη σωτηριολογική αλληλεπίδραση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Αυτή, ωστόσο, μπορεί να εκφραστεί και στη δογματική, η οποία δεν είναι αφηρημένη, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ίδιας ιστορίας της σωτηρίας. [50] Η χριστιανική θεολογία δεν είναι επομένως ένα αφηρημένο νόημα —φιλοσοφικό, μεταφυσικό ή άλλο— αλλά μια συστηματική ερμηνεία της ιστορίας της σωτηρίας. [51]

Ο Florovsky φαίνεται αρχικά να υιοθετεί τη ριζική διάκριση μεταξύ φυσικής θεολογίας και αποκάλυψης που προτείνει ο Barth ή την αντίθεση μεταξύ Αθήνας και Ιερουσαλήμ που προβάλλει ο Shestov[ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΣΑΝ ΠΟΤΕ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΤΗΝ ΥΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΎ ΑΝΘΡΩΠΟΥ]. Ταυτόχρονα, όμως, θεωρεί ότι οι Έλληνες Πατέρες κατόρθωσαν να επιτύχουν μια σύνθεση ανάμεσα στο υπερλογικό δεδομένο της αποκάλυψης και στη φιλοσοφική του έκφραση μέσα στο ελληνικό γλωσσικό παράδειγμα της εποχής τους. Αυτή η επίτευξη, ωστόσο, αποτελεί η ίδια μέρος της ιστορίας της σωτηρίας. Δεν είναι μια αιώνια φιλοσοφική αλήθεια· είναι το προϊόν μιας συγκεκριμένης Ενσάρκωσης που έλαβε χώρα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο[ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ; ΤΙΝΟΣ;;; ΑΡΕΣΚΟΝΤΑΙ ΟΙ ΘΑΜΩΝΕΣ ΤΟΥ ΠΣΕ ΝΑ ΤΑΥΤΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ  ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ. ΤΗΝ ΚΕΝΩΣΗ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΟΝΟ ΠΟΝΗΡΟΙ ΚΑΙ ΤΥΦΛΟΙ ΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ Σ΄ΑΥΤΟ ΤΟ ΥΠΕΡΙΔΡΥΜΑ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΣΕ ΑΓΑΣΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΤΩΝ ΥΠΕΡΠΛΟΥΣΙΩΝ].

Μια τέτοια ενσαρκωτική θεώρηση επιτρέπει στον Florovsky να αποφύγει δύο αντίθετους κινδύνους: αφενός τον αφηρημένο, ανιστορικό ορθολογισμό και αφετέρου τον συγκειμενικό σχετικισμό[ΜΑ ΓΙ' ΑΥΤΟ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ. ΓΙΑ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΤΟΝ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ] Για τον Florovsky, η δογματική των Ελλήνων Πατέρων αποτελεί μια συγκεκριμένη ιστορική ενσάρκωση (inculturation), η οποία δεν μπορεί να μετατραπεί σε αιώνια αλήθεια με αφηρημένη, καθολική έννοια. Από την άλλη πλευρά, εντάσσεται αναμφίβολα στον σωτηριολογικό διάλογο του Θεού με την ανθρωπότητα. Η Ενσάρκωση του Λόγου μέσα σε ελληνικές λέξεις θεωρείται σχεδόν εξίσου σημαντική με την Ενσάρκωσή του μέσω της ανάληψης μιας φύσης με συγκεκριμένες ιδιότητες, συμπεριλαμβανομένης της ένταξής του σε μια εβραϊκή γενεαλογία. Μια αποελληνίκευση του Χριστιανισμού θα σήμαινε επομένως λιγότερο την απώλεια μιας αιώνιας θεωρημένης αλήθειας και περισσότερο την απώλεια μιας συγκεκριμένης ιστορικής Ενσάρκωσης, η οποία έχει νόημα όχι ως ένα διαχρονικό φιλοσοφικό σύστημα, αλλά ως ένας συγκεκριμένος ιστορικός διάλογος μεταξύ Θεού και ανθρωπότητας. [Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ]

Στη σκέψη του Florovsky, στοιχεία προσωπισμού καθώς και κριτική του ορθολογισμού συνδέονται με τη νέα του αξιολόγηση της ιστορίας ως κατηγορίας διακριτής από τη φύση και τη λογική της θεωρία. Η ιστορία νοείται ως ο τόπος του διαλόγου μεταξύ του προσωπικού Θεού και του προσωπικού ανθρώπου, ο οποίος αποτελεί εικόνα Του.[ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΟΥΤΕ Ο ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΘΕΟΣ,RERSONA DEI, OYTE O ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ] Σε αυτόν τον ιστορικό διάλογο, ο Θεός αποκαλύπτεται με έναν εντελώς διαφορετικό και νέο τρόπο σε σύγκριση με την αποσπασματική Του αποκάλυψη μέσω της φύσης και της λογικής της θεώρησης από τον άνθρωπο. Η αποκάλυψη αυτή εγκαινιάζεται με τη Διαθήκη, αλλά ολοκληρώνεται με την Ενσάρκωση και την Εκκλησία που αυτή θεμελιώνει εν Πνεύματι.

Έτσι, η φύση θεωρείται ότι ενσωματώνεται —αν όχι και υποτάσσεται— στην ιστορία. Η ανάληψη της κτιστής και ανθρώπινης φύσης από τον Χριστό νοείται ως μέρος ενός ιστορικού διαλόγου, και όχι το αντίστροφο (δηλαδή όχι ως η ιστορία να θεωρείται μέρος της φυσικής εξέλιξης ή ενός θείου σχεδίου που πραγματώνεται πρωτίστως μέσω του έλλογου σχεδιασμού της φύσης). Στον Florovsky, η ιστορία φαίνεται να αποτελεί το νόημα και το τελικό αίτιο της φύσης, και όχι το αντίστροφο. Αυτό όμως σημαίνει ότι η φύση εντάσσεται σε έναν ελεύθερο και, κατά κάποιον τρόπο, ενδεχομενικό διάλογο μεταξύ προσωπικών όντων, ενώ το αντίθετο —η ένταξη της ιστορίας στη φύση— θα ισοδυναμούσε με μια ντετερμινιστική εξέλιξη προκαθορισμένων φυσικών μορφών μέσα στον χρόνο.[ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΟ CV ΜΑΣ, Η ΠΡΑΞΗ ΜΑΣ]

Υπό αυτή την έννοια, ο Florovsky είναι ένας σύγχρονος στοχαστής που ανέπτυξε την πατερική σκέψη —για παράδειγμα την έννοια των λόγων της φύσεως— με πρωτότυπο τρόπο. Κοινό στοιχείο με τη διδασκαλία των λόγων είναι ότι και για τον Florovsky εντοπίζεται μέσα στην ιστορία ένα νόημα εκπλήρωσης του θελήματος του Θεού. Το γενικό του σχήμα είναι εκείνο μιας ιστορικής απόστασης ανάμεσα σε ένα τυπολογικό σύμβολο και στην εκπλήρωσή του στον προσήκοντα μελλοντικό χρόνο, ενώ η ανθρωπότητα ζει στο μεταξύ σε μια κατάσταση προσδοκίας. Ο Νικόλαος Ασπρούλης ασκεί δικαίως κριτική σε αυτό το σχήμα ως μια μορφή λανθάνοντος ιστορικισμού στη σκέψη του Florovsky, δεδομένου ότι η μονομερής έμφαση στην επίτευξη και την εκπλήρωση μέσα στην ιστορία θα μπορούσε να ισοδυναμεί με αποδοχή ενός σχήματος γραμμικής ιστορικής προόδου, θέτοντας έτσι υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα του Θεού να προκαλεί γνήσια έκπληξη ή να ματαιώνει ανθρώπινες αντιλήψεις περί ιστορικής προόδου. Φαίνεται, τελικά, ότι ο Florovsky οφείλει τη γενική γραμμή της σκέψης του στον γερμανικό ιδεαλισμό περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχθεί.[ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΗΣΑΤΕ ΤΟΝ ΑΚΙΝΔΥΝΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΑΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΟΤΑΝ ΤΟ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΕΤΕ]

Ταυτόχρονα, όμως, είναι πρωτίστως θεολόγος του διαλόγου και όχι φιλόσοφος της διαλεκτικής. [ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΣΕ. ΑΣ ΠΡΟΣΕΧΕ]Οι εκπληρώσεις μέσα στην ιστορία αποτελούν επιτεύγματα ενός θεανθρώπινου διαλόγου, στον οποίο τόσο ο Θεός όσο και η ανθρωπότητα συναινούν. Σε ένα σημείο, ο Florovsky χρησιμοποιεί τον όρο «επιγένεση» (epigenesis) για να περιγράψει τις ιστορικές εξελίξεις, σε αντιδιαστολή προς την «εξέλιξη». [52] Ενώ η «εξέλιξη» δηλώνει την ανάπτυξη απολύτως εγγενών δυνατοτήτων, η «επιγένεση» υποδηλώνει μια ανάπτυξη ενδεχομενική και εξαρτώμενη από το περιβάλλον, σε αντίθεση με τις θεωρίες του «προδιαμορφωτισμού».

Φαίνεται ότι στη σκέψη του Florovsky υπάρχει μια ορισμένη ένταση. Από τη μία πλευρά, προβαίνει σε συλλογισμούς περί ιστορικών εντελεχειών που οδηγούν την ιστορία σε πρόοδο μέχρι τον εσχατολογικό της σκοπό. Από την άλλη, δεν υιοθετεί έναν απόλυτο ιστορικισμό ούτε μια ιδεαλιστική ιστορική διαλεκτική. Το κρίσιμο στοιχείο της ιστορίας είναι ότι είναι ενδεχομενική και, επομένως, ανοιχτή στην έκπληξη. Τα δύο σκέλη αυτής της έντασης μπορούν να συμφιλιωθούν εάν θεωρήσουμε ότι είναι ο Θεός που οδηγεί την ιστορία στην πλήρωσή της μέσω των παρεμβάσεών Του και της εκπλήρωσης των υποσχέσεών Του. Από την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να αποδεχθεί, να απορρίψει ή ακόμη και να τροποποιήσει τις θεϊκές προθέσεις. Το αποτέλεσμα του ιστορικού διαλόγου [53] δεν είναι, επομένως, κατ’ ανάγκην γραμμικό ή διαλεκτικά προοδευτικό· παραμένει ανοιχτό σε περιπέτειες ή ακόμη και σε οπισθοδρομήσεις. Αυτές, ωστόσο, δεν αναιρούν την τελική αποφασιστικότητα του Θεού να οδηγήσει την ιστορία προς την επίτευξη σωτηριολογικών σκοπών, αλλά ενίοτε συναντούν τον άνθρωπο μέσα στην απόγνωσή του ή αξιοποιούν τα αποτελέσματα της αποτυχίας του με έναν νέο σωτηριολογικό τρόπο.

Η ένταση στον Florovsky ανάμεσα, αφενός, στο γεγονός ότι η ιστορία εμπεριέχει ένα είδος προοδευτικής τάσης και, αφετέρου, στον ανοιχτό και μη προκαθορισμένο χαρακτήρα της, απαντάται επίσης σε Πατέρες όπως ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. [54] Η ένταση αυτή οφείλεται στο ότι υπάρχει ένα τέλος στην ιστορία, δηλαδή ο εσχατολογικός σκοπός της πλήρους φανέρωσης της υποστατικής ένωσης Θεού και ανθρώπου εν Χριστώ[ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΗΚΕ ΗΔΗ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ]. Και ο Θεός παρεμβαίνει διαρκώς για να μας προσφέρει προγεύσεις αυτού του τέλους. Η πορεία, όμως, παραμένει ανοιχτή και ο άνθρωπος μπορεί να πραγματοποιήσει ή να μην πραγματοποιήσει επιμέρους ιστορικούς στόχους.

Επιπλέον, ο Florovsky είναι λόγιος με οξύτατη ιστορική συνείδηση, γνωστός για τη συγγραφή μιας ιστορικής αφήγησης της εξέλιξης της πατερικής σκέψης σε συνάρτηση με την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Και, παρότι θεωρεί την ελληνική γλώσσα ως την ιστορική «σάρκα» της Ενσάρκωσης του Λόγου, δεν διστάζει ταυτόχρονα να επισημάνει ότι ο βυζαντινός χριστιανισμός υπήρξε ιστορική αποτυχία και στις δύο αντινομικές του εκδοχές: ως αυτοκρατορία και ως έρημος. [ΤΟ ΑΚΟΥΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΟΛΟΒΙΕΦ.ΦΙΛΗΣΕ ΚΙ'ΑΥΤΟΣ ΤΗ ΓΗ  ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕ ΣΑΝ ΤΟΝ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ][55] Το ιδεώδες της αυτοκρατορίας οδήγησε σε προσαρμογή της Εκκλησίας στην κοσμική εξουσία, ενώ το ιδεώδες της ερήμου συχνά κατέληξε σε σεχταριστική, αυτάρεσκη απομόνωση. [56] Συνεπώς, η ορθόδοξη πρόοδος στο μέλλον θα μπορούσε να είναι νεοπατερική, αλλά μεταβυζαντινή.

Ο φαινομενικά γραμμικός χαρακτήρας της ιστορίας στον Florovsky αποσκοπεί στην άρνηση της αρχαιοελληνικής κυκλικής αντίληψης του χρόνου. Ο Florovsky αντιτίθεται εξίσου και σε μια υπαρξιακή εσωτερίκευση της εσχατολογίας, όπως αυτή απαντά, για παράδειγμα, στον Rudolf Bultmann. Στον Florovsky, το έσχατο είναι πάντοτε παρόν, αλλά υπάρχει χώρος για γνήσια τραγικότητα μέσα στην ιστορία. Η θέση του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «εγκαινιασμένη εσχατολογία», καθώς το έσχατο εισήλθε πράγματι στην ιστορία, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει ένταση ανάμεσα στο «ήδη» της Ενσάρκωσης και στο «όχι ακόμη» της πλήρους φανέρωσης των αποτελεσμάτων της Ανάστασης. [57]

Ωστόσο, σε αυτή τη σχηματοποίηση ελλοχεύει ο κίνδυνος —όπως επισημαίνει με οξυδέρκεια ο Νικόλαος Ασπρούλης— να θεωρηθούν η ιστορία και η εσχατολογία ως δύο διακριτοί πόλοι σε μια διαλεκτική σχέση, όπου το έσχατο τοποθετείται αποκλειστικά στο τέλος της ιστορικής πορείας ως συνέχειά της. Με αυτή την έννοια, η ιστορία τίθεται στην υπηρεσία της εσχατολογίας, αλλά με τρόπο που εμποδίζει το έσχατο να εισέρχεται διαρκώς στην ιστορία και να τη διαμορφώνει εκ των έσω. Στην προσπάθειά του να ασκήσει κριτική σε ακραία εσχατολογικά οράματα εις βάρος της ιστορικότητας, ο Florovsky καταλήγει να καθιστά την ιστορία το κατεξοχήν πεδίο ανάδυσης του νοήματος. [58] Η εγκαινιασμένη εσχατολογία του Florovsky δίνει ενίοτε την εντύπωση ότι προβάλλει την Ενσάρκωση εις βάρος της Ανάστασης και μια πνευματολογία στην οποία το Πνεύμα κινεί την ιστορία εκ των έσω, εις βάρος μιας πνευματολογίας όπου το Πνεύμα έρχεται «απ’ έξω» για να μεταμορφώσει την ιστορία. [59]

Η έννοια του προσώπου προσεγγίζεται από τον Florovsky μέσα στο πλαίσιο αυτού του θεανθρώπινου διαλόγου. Το πρόσωπο είναι η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, η οποία συνίσταται στην ικανότητα ανταπόκρισης στον Θεό μέσα σε έναν αμοιβαίο διάλογο. [60] Η προσωπότητα συνδέεται εγγενώς με την έννοια της ιστορίας, δεδομένου ότι ο Θεός απευθύνεται μόνο σε πρόσωπα και όχι σε απρόσωπες φύσεις, και αυτή η θεϊκή κλήση είναι που θεμελιώνει την ιστορία ως πεδίο συνεχούς διαλόγου.

Κατά την περιγραφή του προσώπου, ο Florovsky ξεκινά από την αναγνώριση της αριστοτελικής συμβολής, αφού η έννοια της πρώτης ουσίας (πρώτη οὐσία) προσφέρει σταθερότητα και μονιμότητα. Ορισμένα στοιχεία, ωστόσο, που συνδέονται με τη χριστιανική κατανόηση του προσώπου πέραν του αριστοτελισμού είναι η ελευθερία, η δημιουργικότητα, ο δυναμισμός και η καθολικότητα. [61] Η ελευθερία συνδέεται με την έννοια του podvig, δηλαδή του «ασκητικού άθλου», που αποτελεί εμβληματικό στοιχείο της σκέψης του Florovsky. Το podvig είναι ρωσικός όρος δύσκολος στη μετάφραση. Δηλώνει μια γενναία πράξη αυτοάρνησης και αυτοϋπέρβασης σε αντίξοες συνθήκες. Το podvig μπορεί να είναι το κατόρθωμα ενός στρατιωτικού ήρωα, ενός ασκητικού αγίου ή ακόμη και ενός επιστήμονα που αγωνίζεται για την επιστημονική πρόοδο κάτω από δυσμενείς συνθήκες.

Η προσωπότητα, επομένως, εμπεριέχει τον δυναμικό χαρακτήρα του ανθρώπου σε μια πράξη που υπερβαίνει τους αρχικούς περιορισμούς της φύσης, χωρίς όμως να αντιστρατεύεται τις εσωτερικές δυναμικές της δυνατότητες. Ο Florovsky συλλαμβάνει τον άνθρωπο ως ον εν γίγνεσθαι, του οποίου ο προσωπικός χαρακτήρας συνεπάγεται τη δυναμική πραγμάτωση των δυνατοτήτων μέσω της πράξης. Όπως επισημαίνει ο Ασπρούλης, «ο Florovsky […] κατανοεί την έννοια του προσώπου ως εξατομίκευση της ουσίας (ανθρώπινης ή θείας) ή ως ιδιαίτερη έκφρασή της και ως ταυτότητα που αποκαλύπτεται στη φανέρωσή της ad extra μέσω της πράξης, και όχι ως αποτέλεσμα μιας θεωρητικής προσέγγισης ad intra ή ως περιγραφή του είναι της». [62]

Στον Lossky, τον Meyendorff και τον Γιανναρά βρίσκουμε μια παρόμοια κατανόηση του προσώπου ως πραγματούμενου στη φανέρωσή του μέσω της ενέργειας. Ιδίως η έννοια της αυτοϋπέρβασης (αὐθυπέρβασις) στον Γιανναρά παρουσιάζει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με το podvig. [63]

Στον Φλωρόφσκυ συναντά κανείς μια παρόμοια, μετρίως αποφατική, αντίληψη της προσώπου, όμως η έμφαση τίθεται μάλλον στην ηθική πράξη, στο podvig, παρά στη φυσική ενέργεια. Το podvig συνθέτει την ηθική ευθύνη, την αντίδραση στις ιστορικές προκλήσεις και, επίσης, τον εκστατικό χαρακτήρα της προσώπου, η οποία με υπερβατικό τρόπο πραγματοποιεί δυνατότητες που δεν απουσίαζαν πλήρως από το φυσικό δεδομένο, αλλά ανέμεναν την επιτελεστική τους πραγμάτωση. Το podvig είναι μια προσωπική υπέρβαση όχι μόνο των φυσικών περιορισμών, αλλά και του σωματικού και του εμπειρικού εγώ ή του ατόμου.[64] Ωστόσο, αυτό το προσωπικό κατόρθωμα του podvig δεν επιτελείται από ένα υπερβατολογικό προσωπικό εαυτό. Είναι μια πράξη συν-ενέργειας με τον Θεό, η οποία τελικά φανερώνει τις καλύτερες δυνατότητες της φύσης, της ψυχολογίας και της αυτοσυνειδησίας, έστω και σε υπερυψωμένη μορφή, ελκυόμενη από τη θεία χάρη. Η προσώπωση θεωρείται έτσι ως δυνατότητα έναρξης μιας εκστατικής κίνησης που υπερβαίνει τις αρχικές αντίξοες συνθήκες (ό,τι θα μπορούσε βιβλικά να ονομαστεί «ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος», βλ. Προς Κολοσσαεῖς 3:9), χωρίς καμία φυγή από τη φύση. Ο Φλωρόφσκυ βλέπει σε αυτόν τον εκστατικό χαρακτήρα της προσώπου τη δυνατότητα να εσωτερικεύουμε το πλήθος των άλλων προσώπων μέσα μας, κατά το πρότυπο της ενότητας της Τριάδας,[65] που εδράζεται στο ὁμοούσιον και στην περιχώρηση των προσώπων. Ο Φλωρόφσκυ ανιχνεύει στην προσώπωση ψυχολογικά και ηθικά γνωρίσματα, όπως η υποκειμενικότητα και η ηθική ευθύνη — ιδίως στην ανάληψη του podvig. Ταυτόχρονα, όμως, θεωρεί την προσώπωση ως έναν τρίτο δρόμο ανάμεσα στον δυτικό μετα-καρτεσιανό ατομικισμό και την ανατολική συλλογικότητα. Αυτός ο τρίτος «χρυσός» κανόνας είναι η καθολικότητα της ανθρώπινης προσώπου κατ’ εικόνα της Τριάδας. Το πρόσωπο μπορεί να φθάσει σε μια καθολική φέρουσα της φύσης του ακόμη και με την εσωτερίκευση άλλων προσώπων, όπως στην Τριάδα κάθε Πρόσωπο υποστασιοποιεί την ολότητα της φύσης μέσα στην περιχώρηση με τα άλλα θεία Πρόσωπα. Φυσικά, στην ανθρωπότητα αυτό δεν είναι δεδομένο, αλλά ένα δυναμικό κατόρθωμα μέσα στην πράξη του podvig.

Η έμφαση που δίδεται στην ιστορία συνδέεται με μια πολύ ισχυρή κατανόηση της ενδεχομενικότητας του κόσμου. Ο Φλωρόφσκυ μπορεί να εδράζεται καλά στη σκέψη του αγίου Αθανασίου περί του κόσμου ως προϊόντος της θελήσεως του Θεού, όμως ριζοσπαστικοποιεί αυτή τη σκέψη. Ο κόσμος νοείται ως ένα «ενδεχομενικό πλεόνασμα υπάρξεως»,[66] ως μια περίσσεια,[67] που σε καμία περίπτωση δεν είναι οντολογικά αναγκαία· ο κόσμος θα μπορούσε να μην είχε υπάρξει καθόλου.[68] Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση λαμβάνει χώρα σε αντιπαράθεση με τον Μπουλγκάκοφ, ο οποίος έμοιαζε να θεωρεί τη δημιουργία ως εγγενές στοιχείο του χαρακτήρα του Θεού ως Δημιουργού. Ήταν, ωστόσο, και σε αρμονία με τη νεο-θωμιστική προσωποκρατική έμφαση στον ενδεχομενικό χαρακτήρα της υπάρξεως του κόσμου. Επιπλέον, αυτό σήμαινε ότι, εάν ο κόσμος είναι τυχαίος, τότε η θεωρία του δεν μπορεί να μας διδάξει τίποτε για τον Θεό καθ’ εαυτόν, αλλά μόνο για τα ενδεχομενικά αποτελέσματα της θελήσεώς Του. Σε μια ιδιαίτερα τολμηρή διατύπωση, ο Φλωρόφσκυ δηλώνει: «Πρέπει να διακρίνουμε “δύο τρόπους αιωνιότητας”: την “ουσιώδη αιωνιότητα”, στην οποία ζει μόνο η Τριάδα, και την “ενδεχομενική αιωνιότητα” των ελεύθερων πράξεων της θείας χάριτος».[69] Η θέληση του Θεού για τη δημιουργία του σύμπαντος και των διαφόρων κτισμάτων μέσα σε αυτό δεν είναι οντολογικά αναγκαία. Ο Θεός θα μπορούσε να είχε δημιουργήσει έναν άλλο κόσμο με διαφορετικά όντα, ή θα μπορούσε να είχε απόσχει από τη δημιουργία οποιουδήποτε κόσμου.

Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο χαρακτηρισμός των πράξεων της θείας χάριτος ως ενδεχομενικών αποτελεί μια νέα και ριζοσπαστική κίνηση, η οποία δεν απαντά στους βυζαντινούς Πατέρες. Σε αυτούς, μπορούμε να βρούμε στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή έννοιες όπως οι λόγοι των όντων, οι οποίοι θεωρούνται ως θελήματα του Θεού, χωρίς όμως να χαρακτηρίζονται ως «ενδεχομενικοί». Η ίδια η έννοια της «ενδεχομενικότητας» αποτελεί βεβαίως μάλλον μια δυτική, ιδίως θωμιστική, ενασχόληση, η οποία έχει αποκτήσει νέα επικαιρότητα τόσο σε νεο-θωμιστικές όσο και σε αθεϊστικές εκδοχές του υπαρξισμού. Ο Φλωρόφσκυ, λοιπόν, ριζοσπαστικοποιεί την πατερική σκέψη προκειμένου να ανταποκριθεί σε ένα σύγχρονο προβληματισμό. Η απάντησή του είναι ότι οφείλουμε μάλλον να αγκαλιάσουμε και να εορτάσουμε τον ενδεχομενικό και πλεονάζοντα χαρακτήρα του κόσμου, καθώς αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος είναι ένα δώρο, ένα χάρισμα της αγάπης του Θεού. Οι περισσότεροι θεολόγοι θα συμφωνούσαν με αυτό· ωστόσο, φαίνεται ότι η περαιτέρω κίνηση να χαρακτηριστούν ακόμη και οι θείες πράξεις σε σχέση με αυτόν τον κόσμο ως επίσης ενδεχομενικές είναι κάτι που θα συγκέντρωνε μικρότερη συναίνεση.

Ο Φλωρόφσκυ επιθυμεί να συλλάβει έναν Θεό ο οποίος είναι απολύτως ελεύθερος από τη δημιουργία και θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να δημιουργήσει μια ποικιλία διαφορετικών κόσμων ή και κανέναν απολύτως, χωρίς ο ίδιος να χάνει την ύστατη οντολογική του αξία. Η προσπάθειά του αποσκοπεί, συνεπώς, στην εξύψωση της θείας ελευθερίας. Ταυτόχρονα, όμως, θα μπορούσε να θεωρηθεί προβληματικό το να εισαχθεί κατά κάποιον τρόπο η ενδεχομενικότητα στον Θεό, ακόμη και στο επίπεδο των πράξεών Του, διότι αυτό θα σήμαινε ένα είδος διαφορετικών δυνατοτήτων, ανάμεσα στις οποίες ο Θεός «επιλέγει». Οι βυζαντινοί Πατέρες, ωστόσο, συνήθως απέφευγαν να αποδώσουν στον Θεό ελευθερία επιλογής, διότι αυτή θα προϋπέθετε ένα παιχνίδι ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία (δηλαδή, την παρουσία πραγματικοτήτων και την απουσία δυνατοτήτων). Στους Πατέρες, το υπερουσιώδες «είναι» του Θεού νοείται μάλλον ως πλήρης παρουσία, που δεν συνυπάρχει με καμία απουσία, ως ενέργεια/πραγματικότητα που δεν αποκλείει ανύπαρκτες δυνατότητες. Ο Θεός είναι, επομένως, ελεύθερος κατά τρόπο υπερθετικό, χωρίς να επιλέγει. Αν θέλαμε να το αποδώσουμε με μια εικόνα, ο Θεός δεν επιλέγει έναν δρόμο· αντιθέτως, δημιουργεί έναν δρόμο που «εκ των υστέρων» αναδεικνύεται ως ο μόνος δυνατός. Για παράδειγμα, σύγχρονοι ερμηνευτές του αγίου Μαξίμου προτιμούν να ερμηνεύουν τους «λόγους των όντων» ως άκτιστους, χωρίς να εισέρχονται στο χαλαρό και προβληματικό ερώτημα αν είναι ενδεχομενικοί ή όχι. Βεβαίως, μετά την πτώση του ανθρώπου, ο Θεός προσαρμόζει τα σχέδιά Του για να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα της Πτώσεως· και πάλι όμως αυτό δεν εκλαμβάνεται ως θεία «επιλογή», αλλά μόνον ως θεία «πρόνοια». Σε κάθε περίπτωση, το νόημα των παρατηρήσεών μου είναι ότι ο Φλωρόφσκυ πράγματι υπερβαίνει μια παραδοσιακή αντίληψη του Θεού, επισημαίνοντας αιώνιες αλλά ενδεχομενικές θείες πράξεις που απευθύνονται στον ενδεχομενικό κόσμο. Η επιθυμία του είναι να εξυψώσει την ελευθερία του Θεού, ο οποίος δεν εξαρτάται από μια εσωτερική αναγκαιότητα ως προς τη δημιουργία. Ταυτόχρονα, όμως, αυτός ο τρόπος κατανόησης της υπερβατικότητας της θείας ελευθερίας είναι νέος, ένας σύγχρονος τρόπος, ο οποίος δεν υπήρχε στην πατερική εποχή. Σε άλλα σημεία του έργου του, πάντως, ο Φλωρόφσκυ προσπαθεί να ακολουθήσει μια μαξιμιανή διαίσθηση, σύμφωνα με την οποία η θεία ιδέα περί της δημιουργίας είναι υπερβατική και διαφορετική από την ίδια τη δημιουργία.[70] Φαίνεται, έτσι, ότι ο Φλωρόφσκυ υιοθετεί την παραδοσιακή αντίληψη των θείων και ακτίστων λόγων των όντων. Θέτει, όμως, ένα περαιτέρω ερώτημα, το οποίο είναι κατεξοχήν σύγχρονο: κατά πόσον αυτοί οι άκτιστοι λόγοι είναι, υπό μια έννοια, ενδεχομενικοί, εφόσον ο Θεός θα μπορούσε να είχε θελήσει έναν διαφορετικό κόσμο. Οι βυζαντινοί στοχαστές δεν επιδίδονταν σε τέτοιου είδους υποθέσεις, όμως η νεωτερικότητα έχει φέρει μια νέα οξύτητα στη συνείδηση της μη αναγκαιότητας του σύμπαντος, και ο Φλωρόφσκυ φαίνεται να ανταποκρίνεται σε αυτή την υπαρξιακή αγωνία. Επιπλέον, από επιστημολογική άποψη, η έμφαση στην πλήρη ενδεχομενικότητα του κόσμου ή ακόμη και των θείων πράξεων που τον αφορούν σημαίνει ότι, εάν θέλουμε να γνωρίσουμε τον Θεό καθ’ εαυτόν, θα πρέπει μάλλον να αποστραφούμε τη φύση και να στραφούμε προς την ιστορία ως τον προνομιακό τόπο της φανέρωσής Του. Διότι στην ιστορία λαμβάνει χώρα μια αποκάλυψη του μη ενδεχομενικού είναι του Θεού.

Συμπέρασμα

Στη μελέτη αυτή προσπάθησα να αναδείξω τον πειραματικό χαρακτήρα της σκέψης ορισμένων εξέχοντων Ρώσων στοχαστών της διασποράς σε σχέση με το ζήτημα της ελευθερίας. Αυτό που αναδύεται ως κοινή τους μέριμνα είναι η ανάγκη να ανταποκριθούν στη νεωτερική έννοια της ελευθερίας, η οποία διαμορφώθηκε στη Δύση από την εποχή του μεσαιωνικού νομιναλισμού έως τα νεότερα ρεύματα του προσωποκρατισμού και του υπαρξισμού. Στην προσπάθεια αυτή, οι Ρώσοι της διασποράς αναζητούν έμπνευση στην πατερική παράδοση, παρότι συχνά επισημαίνουν, όπως ο Μπερντιάεφ και ο Λόσσκυ, ότι στους Πατέρες δεν υπάρχει ανεπτυγμένη ανθρωπολογία της προσώπου, γεγονός που καθιστά το έργο αυτό καθήκον της δικής μας εποχής.[71] Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η προσπάθεια απάντησης σε σύγχρονα ερωτήματα δεν θα μπορούσε παρά να διαμορφώσει κατά κάποιον τρόπο και τις ίδιες τις απαντήσεις. Με άλλα λόγια, παρότι ο στόχος των στοχαστών που εξετάσαμε ήταν η τελική σύνθεση ελευθερίας και φύσης, σύμφωνα με τη σχετική ορθόδοξη παράδοση, ο τρόπος με τον οποίο έθεσαν το πρόβλημα οδήγησε συχνά στην εξίσωση της φύσης με την αναγκαιότητα και της ελευθερίας με την απελευθέρωση από αυτήν. Η στάση αυτή ασκείται σήμερα ευρέως κριτική, σε μια εποχή όπου είμαστε πλέον περισσότερο συνειδητοί ως προς τις μεσαιωνικές νομιναλιστικές ρίζες του υπαρξισμού.[72] Στην παρούσα μελέτη προσπάθησα να αναδείξω δύο πτυχές της σχετικής συμβολής των Ρώσων της διασποράς: αφενός το ήθος τους ως στοχαστών, δηλαδή το γεγονός ότι δεν πίστευαν πως η παράδοση είναι κλειστή στην τελειότητά της, αλλά επέμεναν ότι υπάρχουν νέες προκλήσεις που αναμένουν μελλοντική επίλυση· αφετέρου, επιχείρησα να παρουσιάσω ορισμένους συγκεκριμένους καρπούς του πειραματισμού τους. Ορισμένες από τις έννοιες που προτάθηκαν, όπως εκείνη του Ungrund από τον Νικολάι Μπερντιάεφ, είναι λιγότερο παραδοσιακές και δημιουργούν οξείες δυσκολίες, όπως η προσπάθεια εξύψωσης της ανθρώπινης δημιουργικότητας εις βάρος της παντοδυναμίας του Θεού, σαν να πρέπει ο Θεός να περιοριστεί για να αφήσει χώρο στην ανθρώπινη δημιουργική ιδιοφυΐα. Άλλες λύσεις, όπως η επιμονή του Λόσσκυ στην υπερουσιότητα του Θεού ή η πρωτότυπη σύνθεση του Φλωρόφσκυ ανάμεσα στην ελληνική έννοια του προσώπου και τη χαρακτηριστικά ρωσική έννοια του podvig, αποδείχθηκαν πιθανότατα πιο επιτυχείς. Το πολυτιμότερο στοιχείο της κληρονομιάς των Ρώσων της διασποράς είναι ίσως το ίδιο τους το παράδειγμα δημιουργικού πειραματισμού, πνευματικής εντιμότητας και βίωσης της ιστορικότητας, τόσο στα αδιέξοδά της όσο και στις απελευθερωτικές της εκπλήξεις.
                                 ΤΕΛΟΣ

Σημειώσεις:

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΨΕΥΔΗΣ ΕΑΥΤΟΣ

ΦΩΝΑΖΟΥΝ ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΝΑ ΦΟΒΗΘΟΥΝ ΟΣΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΧΟΥΝ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ 

ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΣΑΙ ΤΩ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΩ

Πραγματοποίηση διαδικτυακής στρογγυλής τράπεζας

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΨΕΥΔΗΣ ΕΑΥΤΟΣ
 

Η πρώτη εκδήλωση του φετινού κύκλου «Καιρός του ποιήσαι» πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026 συγκεντρώνοντας πολυάριθμο ακροατήριο. To θέμα ήταν «Θρησκευτικότητα και ψευδής εαυτός» και συμμετείχαν ως ομιλητές ο π. Βασίλειος Θερμός (πρώην Καθηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών, Ψυχίατρος παιδιών και εφήβων), ο Χριστόφορος Ζώνας (Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπευτής) και ο Παναγιώτης Αριστοτελίδης (Ψυχίατρος, εκπαιδευόμενο Μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχανάλυσης). Τη συζήτηση συντόνισε η Αναστασία Μωραϊτάκη (Ψυχολόγος, Υπαρξιακή Συστημική ψυχοθεραπεύτρια), ενώ εναρκτήριο χαιρετισμό απηύθυνε ο αναπληρωτής διευθυντής της Ακαδημίας, Νικόλαος Ασπρούλης.
 

 
Μιλώντας πρώτος, ο Χριστόφορος Ζώνας παρουσίασε την έννοια του ψευδούς εαυτού, όχι ως ψέμα, αλλά ως δομή συμμόρφωσης και προσαρμογής, που οφείλεται σε αποτυχίες του περιβάλλοντος ήδη από τη βρεφική ηλικία. Παρουσίασε το κλινικό φάσμα του ψευδούς εαυτού, τον διανοητικό ψευδή εαυτό αλλά και την σχέση της θρησκευτικότητας και της ευσέβειας με τον ψευδή εαυτό, που λειτουργεί όχι ως υποκρισία, αλλά ως δομή: η πίστη γίνεται κανόνας, η σχέση γίνεται καθήκον, η εμπιστοσύνη γίνεται ορθότητα. Παρουσίασε κλινικά παραδείγματα, όπως το «ντύσιμο» της ευσέβιας και την μεταμόρφωση της πίστης σε συμμόρφωση που οδηγούν σε κάτι σιωπηλό και επικίνδυνο· μια ηθικά άψογη, κοινωνικά επιτυχημένη, πνευματικά οργανωμένη αλλά ψευδή ζωή.

Στη συνέχεια ο π. Βασίλειος Θερμός τόνισε ότι παραμερίζοντας και υποτιμώντας το σώμα, τα συναισθήματα και τις επιθυμίες διογκώνονται η διάνοια και η βούληση, δημιουργώντας τον ψευδή εαυτό σε ένα πρόωρο «μεγάλωμα», το οποίο συχνά αποδομείται στην εφηβεία, αλλά όχι σε όλους τους ανθρώπους. Η αποδόμηση αυτή συνοδεύεται από συμπτώματα όπως άγχος, κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, κλπ, και κάποιες φορές μαζί με τον ψευδή εαυτό αποβάλλεται ολοσχερώς και η θρησκευτικότητα. Καθώς το θρησκεύειν αποτελεί βαθειά και πανανθρώπινη ανάγκη, η θρησκευτικότητα δεν εξαντλείται σε διανοητικές παραδοχές αλλά περιλαμβάνει προσωπική σχέση με τον Θεό και όπως κάθε σχέση είναι συναρπαστική, αλλά γεννά άγχος. Ο ψευδής εαυτός αναλαμβάνει να προστατέψει από το άγχος της εγγύτητας, αλλά αυτό στη συνέχεια αυξάνει. Μόνη λύση είναι η ειλικρινής αναγνώριση του εαυτού, σύμφωνα με το βιβλικό «γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. 8: 32).

Τέλος ο Παναγιώτης Αριστοτελίδης αναφέρθηκε σε περιπτώσεις ασθενών με αναπτυγμένο ψευδή εαυτό και τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι κατανοούν τον Θεό όχι σαν Θεό αγάπης, αλλά σαν Θεό της τάξης και της τιμωρίας. Αναφέρθηκε στις ανθρωπομορφικές κατανοήσεις του Θεού, και τόνισε ότι συνήθως η εικόνα του Θεού διαμεσολαβείται από την εικόνα και τη σχέση που έχει κανείς με τους γονείς του. Η υγιής θρησκευτικότητα έχει ως επίκεντρο την ευγνωμοσύνη, ενώ η νοσηρή έχει ως επίκεντρο την ενοχή. Παραλλήλισε τον ψευδή εαυτό με τον αδελφό του ασώτου της παραβολής, που αποφεύγει να ξανοιχτεί στην περιπέτεια της αυτογνωσίας, καθώς και με τους Αποστόλους στη Μεταμόρφωση, που ήθελαν να στήσουν σκηνές και να μείνουν μόνιμα στο Θαβώρ, και τόνισε ότι η Εκκλησία δεν καλεί σε ομοιομορφία, αλλά σε αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων με τις διαφορετικότητες και τις ιδιαιτερότητές τους.

Ακολούθησε συζήτηση με θεολογικά ερωτήματα αλλά και με τοποθετήσεις των ακροατών πάνω στις ψυχαναλυτικές και τις πατερικές προσεγγίσεις.

Η βιντεοσκόπηση της εκδήλωσης είναι διαθέσιμη στο κανάλι της Ακαδημίας στο YouTube, στη διεύθυνση https://youtu.be/5Cie2r5uUcM .

Copyright © 2026 Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου, All rights reserved.
www.acadimia.org

Our mailing address is:
info@acadimia.org


Ανώνυμος είπε...

…Πάλι ρώτησε ο Όσιος: «πές μου κι αυτό, ως τώρα πλήθυναν οι άγιοι σε όλο τον κόσμο; Και ως το τέλος του κόσμου θα υπάρχουν άραγε άγιοι ;»
Και ο άγγελος του είπε: «ως την συντέλεια του κόσμου, τίμιε πάτερ, δεν θα εκλείψει δίκαιος και προφήτης, ούτε αυτός που θα υπηρετεί τον σατανά. Στους έσχατους χρόνους, όσοι αληθινά εργάζονται για τον Χριστό θα κρύβονται από τους ανθρώπους, και αν δεν κάμουν σημεία και τέρατα όπως τώρα, αλλά θα βαδίζουν την πρακτική οδό με ταπείνωση, αυτοί θα βρεθούν μεγαλύτεροι στη Βασιλεία των ουρανών από αυτούς που σήμερα κάμουν σημεία. Διότι τότε, στους έσχατους καιρούς δε θα μπορούν να βρουν κάποιον να κάμνει σημεία και θαύματα, για να παρακινηθούν από αυτά οι άνθρωποι και να κάνουν πνευματικό αγώνα, γιατί εκείνοι πού θα ποιμαίνουν και θα εξουσιάζουν, σε όλον το κόσμο, θα είναι εντελώς αδόκιμοι, χωρίς να έχουν καμία αρετή. Αντίθετα θα είναι γαστρίμαργοι, φιλάργυροι, κενόδοξοι και έτσι περισσότερο μάλλον, θα σκανδαλίζουν τους ανθρώπους, παρά θα είναι παραδείγματα.! Εξ αιτίας λοιπόν αυτής της καταστάσεως, θα παραμεληθεί κάθε αρετή, θα βασιλεύει η φιλαργυρία και αλίμονο σ’ εκείνους, πού θα χαίρονται ότι έχουν χρήματα πολλά, θα γίνουν όνειδος (ντροπή) στα μάτια του Κυρίου και Θεού μας και δεν πρόκειται να δουν Πρόσωπο Θεού Ζώντος. Μοναχός ή λαϊκός πού τοκίζει τα χρήματά του στους ανθρώπους, στα βαθιά τάρταρα θα καταποντιστεί, διότι δεν προτιμά να τα κάνη αυτά καρποφόρα, στον Κύριο και Θεό μας, με τις ελεημοσύνες στους φτωχούς.
Αυτά αφού είπε ο άγγελος στον Αββά Μακάριο, και αφού έκλινε προς αυτόν την κεφαλή του είπε: «ευλόγησον, Πάτερ Άγιε, συγχώρησόν με». Τότε έπεσε και τον προσκύνησε ο Γέρων λέγοντας: «πορεύου εν ειρήνη, παράστηθι τη Αγία Τριάδι και πρέσβευε υπέρ εμού». Έτσι αναχώρησε ο άγγελος και ανέβηκε στον ουρανό, ο δε Αββάς Μακάριος ευχαρίστησε τον Θεό, και αφού πήγε στο κελλί του διηγήθηκε στους αδελφούς και συνασκητές του όσα άκουσε από τον αγιο άγγελο, δοξάζοντας και ευλογώντας τον Θεό.
(Περί απόκρυφων και αρρήτων μυστηρίων και περί Μνημοσυνών των κεκοιμημένων, του Αββα Μακαρίου του Αιγυπτίου λόγος πανυ ωφέλιμος. Και περί τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων)

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

  ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΕΠΕΣΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΟΥ, ΑΦΟΥ ΛΕΓΟΥΝ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Διεξοδικότερη απόδειξις (παράστασις) ότι δυσσεβώς αυτός (ο Ακίνδυνος) λέγει ότι τέτοιες ενέργειες είναι ο Υιός και το άγιο Πνεύμα

7. Κοινές λοιπόν έχουμε διδαχθεί εμείς ότι είναι αυτές οι άκτιστες ενέργειες, αλλ’ όχι ότι υπάρχουν καθ’ εαυτές όπως σε πολλά σημεία και με πολλά λόγια λέγει και κατασκευάζει ο Ακίνδυνος· ούτε η καθεμιά είναι ο Υιός ή το άγιο Πνεύμα, αν και δεν είναι εκτός αυτών.Γι’ αυτό βέβαια και ο επώνυμος της θεολογίας Γρηγόριος λέγει, «εθυμήθηκα τον ήλιο, την ακτίνα και το φως. Αλλά με πιάνει κι’ εδώ φόβος μη τυχόν στον Πατέρα μεν ουσιώσουμε (δώσουμε ουσία), δεν δώσουμε όμως υπόσταση στα άλλα, αλλά τα θεωρήσουμε δυνάμεις του Θεού που ενυπάρχουν σ’ αυτόν αλλά δεν είναι υποστάσεις». Και στις επιστολές Προς τον Κληδόνιο επίσης λέγει ότι «το να λέγουμε τον Υιό ακτίνα του Πατρός ως ήλιου, ανήκει στη δυσσέβεια του Απολιναρίου». Διότι «άλλος ήλιος είναι (αυτός), που έχει την ίδια με τον Πατέρα μεγαλειότητα, δύναμη, λαμπρότητα κι’ όλα τα περί αυτόν θεωρούμενα». Διότι, λέγουν άλλοι, «τούτων πλούτος είναι η συμφυΐα και το ενιαίο αναπήδημα της λαμπρότητος» και είναι «σαν από τρεις ήλιους, μία του φωτός σύγκρασις».

8. Όπως λοιπόν ακτίνα του Πατρός απαγορεύεται να ειπούμε με αυτή την έννοια τον Υιό, αλλά λέγεται ευσεβώς κατά διαφορετικό τρόπο, για να νοήσουμε το απαθές (τον απαθή χαρακτήρα) της γεννήσεως και το αϊδίως συνείναι (την αΐδια συνύπαρξι) με τον Πατέρα, εννοώντας τότε με την ακτίνα και το ενυπόστατον, έτσι λέγεται ότι ο Υιός είναι δύναμις και ενέργεια και σοφία και βουλή του Πατρός, και τα παρόμοια· αλλά λέγεται έτσι, ώστε κατά τον μέγαν Αθανάσιο «και δι’ αυτών να λογιζόμαστε το απαθές της γεννήσεως και την αϊδιότητα και το πρέπον στον Θεό», και ότι δι’ αυτού έγιναν τα πάντα· κι αν εξετάσει κανείς θα μάθει ότι και οι πατέρες εξυπακούουν ή καί συνεκφωνούν με την κάθε μιά υπόσταση το ενυπόστατον, και έτσι τις διαστέλλουν από τις κοινές ενέργειες.

9. Ότι δε υπάρχουν άκτιστες ενέργειες του Θεού, κοινώς στα τρία πρόσωπα ενθεωρούμενες, αυτό έχει διακηρυχθεί περισσότερο από κάθε τι άλλο κοινώς από όλους τους θεολόγους. Πράγματι o πολύς τα πάντα και μέγας Βασίλειος, διακηρύσσοντας ακριβώς αυτό το πράγμα και δεικνύοντας με αυτό ότι δεν είναι τέτοια ενέργεια του Θεού ο Υιός, λέγει, «αν ο Υιός είναι ενέργεια και όχι γέννημα, τότε αυτός δεν είναι ούτε ο ενεργήσας ούτε το ενεργηθέν (διότι η ενέργεια είναι κάτι το διαφορετικό από αυτά), αλλά είναι και ανυπόστατος· διότι καμιά ενέργεια δεν είναι ένυπόστατος». Βλέπεις σαφώς ότι οι ενέργειες του Θεού δεν είναι ούτε κτίσματα, διότι τα κτίσματα είναι ενεργηθέντα, ούτε ο Χριστός, διότι αυτός είναι ενυπόστατος; Αλλά και στους λόγους Περί του Πνεύματος, αφού απαρίθμησε όσο ήταν δυνατό αυτές τις ενέργειες, προσθέτει· «όλα αυτά τα έχει αϊδίως το άγιο Πνεύμα· αλλά αυτό μεν, πηγάζον εκ Θεού, είναι ενυπόστατο, τα δε πηγάζοντα από αυτό είναι ενέργειες του». Με μόνο λοιπόν το ότι είπε το άγιο Πνεύμα ενυπόστατο, έδειξε ότι αυτές οι ενέργειες δεν είναι ενυπόστατες· με το ότι είπε ότι το Πνεύμα τις έχει αϊδίως, διεκήρυξε τον άκτιστο χαρακτήρα τους. Πώς θα μπορούσε να είναι ενυπόστατο οποιοδήποτε κτίσμα; Πώς επίσης θα μπορούσαν αυτά τα πολλά να είναι ουσία του Θεού, αφού μάλιστα πηγάζουν από το Πνεύμα; «Γι’ αυτό», λέγει πάλι ο ίδιος, «οι μεν ενέργειες του Θεού είναι ποικίλες, η δε ουσία απλή». Ποιές ενέργειες εννοεί; Αυτές που εμνημόνευσε και ό ίδιος· «την πρόνοια, την δύναμη, την αγαθότητα, το προγνωστικόν, το δημιουργικόν, το ανταποδοτικόν και όλα τα παρόμοια».

10. Ο θεσπέσιος Κύριλλος, απευθυνόμενος προς τους ημιαρείους, που ισχυριζόνταν ότι ο Υιός είναι όμοιος κατά τη βούληση του Πατρός, λέγει, «ο Υιός, ως ενυπόστατος, δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να ομοιάζει με την ανυπόστατη βούληση». Και πάλι· «η ομοιότης των ευρισκομένων σε ουσία και υπόσταση είναι προς τα ενούσια και ενυπόστατα, αλλά όχι προς εκείνα πού έχουν το είναι τους (την ύπαρξή τους) μέσα σε άλλα (εν ετέροις), όπως η σοφία στο σοφό και η βουλή στο βουλευόμενο». Ο δε επώνυμος της φιλοσοφίας και μάρτυς του Χριστού Ιουστίνος, λέγει, «αν άλλο είναι το υπάρχειν και άλλο το ενυπάρχειν, και υπάρχει μεν η ουσία τού Θεού, ενυπάρχει δε στην ουσία η βουλή, άρα άλλη είναι η ουσία του Θεού και άλλη η βουλή». Και πάλι· «το βούλεσθαι ή είναι ουσία ή προσυπάρχει στην ουσία. Αλλ’ εάν μεν είναι ουσία, δεν υπάρχει ο βουλόμενος· αν δε προσυπάρχει στήν ουσία, κατ’ ανάγκη άλλο είναι το ένα κι’ άλλο το άλλο. Δεν ταυτίζονται πράγματι τον ον και το προσόν». Και πάλι· «αν ο Θεός βούλεται πολλά, αλλά δεν είναι πολλά κατά την ουσία, άρα στο Θεό δεν είναι το ίδιο πράγμα το είναι και το βούλεσθαι». Άραγε δεν είναι σαφής η διαφορά της θείας ουσίας προς την θεία ενέργεια, συγχρόνως δε και προς κάθε μιά από τις υποστάσεις; Κατά τον ίδιο πράγματι τρόπο είναι δυνατό να ειπούμε και περί τού Υιού, ότι πολλά μεν βούλεται, αλλά δεν είναι πολλά κατά την υπόστασιν· άρα δεν είναι το ίδιο βουλή και υπόστασις. Κατά παρόμοιο τρόπο μπορούμε να ειπούμε και για το Πνεύμα. Και ό,τι είπαμε για τη βουλή, το ίδιο θα μπορούσε κανείς να είπε και για κάθε φυσική ενέργεια• διότι και η βουλή είναι φυσική ενέργεια τού Θεού. Γι’ αυτό λοιπόν ο θείος Γρηγόριος προεστώς της Νύσσης λέγει,«Ο Θεός δηλώνει τον ενεργούντα· η θεότης την ενέργεια. κανένα δε από τα τρία δεν είναι ενέργεια, αλλά μάλλον το καθένα τους είναι ενεργούν». Μεταξύ λοιπόν των ενεργειών που παρατηρούνται (ενθεωρούνται) στα τρία πρόσωπα είναι και η θεότης, αλλ’ όχι κατά την ιδιαίτερη υπόστασί τους, αν και δεν είναι χωριστά από αυτές. Διότι πλην από εκείνα τα τρία τίποτε άλλο δεν είναι ενυπόστατον στον θεό, δηλαδή αυθυπόστατον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5


Παραπέρα απόδειξις ότι ο ίδιος (ο Ακίνδυνος) δυσσεβώς θεωρεί ως μόνην άκτιστη θεότητα την ουσία του Θεού

11. Ότι δε αυτή η κοινώς ενθεωρούμενη θεότης που παρατηρείται στα τρία πρόσωπα δεν είναι ούτε ουσία, εκτός από όλους τους άλλους θεολόγους, μας το δίδαξε και τούτος (ο Γρηγόριος Νύσσης) διεξοδικότερα. Πράγματι γράφοντας γι’ αυτό το θέμα στο Προς Αβλάβιον αφού το κατοχύρωσε με πολλούς τρόπους, λέγει πλέον συμπερασματικώς,«αποδείχθηκε από τα λεχθέντα ότι το όνομα της θεότητος σημαίνει ενέργεια και όχι φύσιν». Ποιά ενέργεια; «Την εποπτική και θεατική», όπως λέγει εκεί ο θεοφάντωρ αυτός. 

Ο δε Ακίνδυνος λέγει, «δεν υπάρχει άλλη άκτιστη θεότης και ενέργεια, έκτος από τη φύσιν τού Θεού», απομακρύνοντας σαφώς από τον Θεό και υποβιβάζοντας σε κτίσμα εκείνη τη θεατική ενέργεια, δηλαδή τη θεία πρόγνωση και πρόνοια, αφού δεν είναι θεία φύσις. Και λέγει επίσης· «ο λόγος της ευσεβείας δεν δέχεται άλλη άκτιστον θεότητα έκτος από τη θείαν φύσιν», σαφώς ως λόγο ευσεβείας εννοώντας μόνη την κακοδοξία του Βαρλαάμ κι’ αυτού του ιδίου, τα αντίθετα της οποίας διδάσκουν οι θειοι θεολόγοι. Και πάλι λέγει· «δεν μπορούμε κάποιο από τα άκτιστα και φυσικά του Θεού να θεωρήσουμε ότι είναι κάτι διαφορετικό από την ουσία και τη φύσιν αυτού, ούτε να δεχθούμε ανούσια ή ανυπόστατη ή άλλου είδους σοφία ή δόξα ή αγαθότητα έκτος του Υιού, και γενικώς κάποια κοινή άκτιστη ενέργεια της αγίας Τριάδος». Και τα λέγει αυτά άλλοτε μεν χαρακτηρίζοντας κτιστές τις παραπάνω αναφερόμενες από τους θεολόγους κοινές άκτιστες ενέργειες των τριών προσκυνητών προσώπων, άλλοτε δε αποκαλώντας αυθυπόστατη την καθεμιά τους, κι’ άλλοτε συνδέοντάς τες με τη φύσιν του Θεού κακώς σαν να μην διαφέρουν κατά τίποτε από αυτήν.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6


Ότι προβάλλει (ο Ακίνδυνος) εναντίον εαυτού και το κεφάλαιο του θείου Μαξίμου περί του ότι o θεός δεν είναι μήτε μεταξύ των νοούντων μήτε μεταξύ των νοουμένων

12. Πρόχειρο όμως είναι τόσο γι’ αυτόν (τον Ακίνδυνο) όσο και για τους οπαδούς του το σοφότατα γραμμένο κείμενο του άγιου Μαξίμου, «κάθε νόησις, όπως ακριβώς έχει τη θέσιν της ως ποιότης (ιδιότητα) μέσα στην ουσία, έτσι έχει και την κίνησιν ποιωμένη περί (γύρω από) την ουσία· δεν είναι δυνατό να τη δεχθούμε (την νόηση) σαν κάτι αυτοτελές και απλό που υφίσταται καθ’ εαυτό, διότι δεν είναι αυτοτελής και απλή. Ο δε Θεός, αφού και κατά τα δύο υπάρχει εντελώς απλός, δηλαδή και ουσία χωρίς υποκείμενο υλικό και νόησις που δεν έχει καθόλου υποκείμενο, δεν είναι από τα νοούντα και νοούμενα, διότι βέβαια είναι πάνω από ουσία και νόηση». Τούτο λοιπόν είναι πρόχειρο γι’ αυτούς, επειδή δεν καταλαβαίνουν για ποιά νόηση ομιλεί εκείνος ο θεόσοφος (ο Μάξιμος ο Ομολογητής)· πράγματι, όπως επισήμανε και ο ίδιος παρακάτω, ομιλεί για εκείνη τη νόηση, κατά την οποία ο Θεός είναι εντελώς αυτοτελής, αυτός ο ίδιος νοώντας τον εαυτό του και παραμένοντας στον εαυτό του χωρίς εκφοίτηση, ενώ εμείς πραγματευόμαστε προς αυτούς που τελευταία μας προσβάλλουν περί των προόδων και ενεργειών, κατά τις οποίες ο Θεός θεωρείται σε σχέση με κάτι, όπως προαναφέρθηκε· δεν καταλαβαίνουν ότι εκείνος ο κλεινός θεολόγος γράφει αυτά τα πράγματα κατά την αποφατική θεολογία. Πράγματι συνηθίζουν οι θεολόγοι να χρησιμοποιούν μερικές καταφατικές εκφράσεις που έχουν έννοια υπεροχικής αποφάσεως, όπως ο ίδιος το δήλωσε στο τέλος του κεφαλαίου, λέγοντας ότι αίτιο των λόγων του αυτού τού είδους είναι το γεγονός ότι ο Θεός δεν είναι μήτε από τα νοούμενα μήτε από τα νοούντα. Το ένα μάλιστα από τα δύο δεν υπάρχει τρόπος να το πει κανείς, εφ’ όσον δεν θεολογεί κατά υπεροχική απόφαση, αν και βέβαια ο θεηγόρος αρνήθηκε επί του Θεού τη νόησιν ως ποιότητα, δεν την αρνήθηκε όμως ως ενέργεια· μολονότι η νόησις είναι προσκείμενη φανερά ευθύς εξ αρχής σ’ αυτόν και φανερώνει τον υπερφυή χαρακτήρα των θεωρούμενων στον Θεό.

13. Αλλά βέβαια, με το να πει ο θειος Μάξιμος τον Θεό απλό και κατά τα δυό, έδειξε εδώ ότι έχει και ουσία και ενέργεια, την οποία βέβαια αυτός ονομάζει εδώ νόηση, αλλά και ότι αυτές οι δυό έχουν διαφορά μεταξύ τους. Πράγματι δικός του λόγος είναι το ότι «χωρίς διαφορά είναι αδύνατο να ευρεθεί αριθμός». Αλλά ούτε η αποφατική θεολογία αντίκειται στην καταφατική, μάλλον δεικνύει τον υπερφυή χαρακτήρα της, με την έννοια ότι στην πραγματικότητα επί του Θεού τίθενται όλα τα γνωρίσματα από μας, αλλά αυτός τα έχει επάνω από ό,τι μπορούμε να ειπούμε και να νοήσουμε εμείς.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
Περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού
PG 90. Εντός παρενθέσεων αριθμοί μέσα στο κείμενο, π.χ. (72), δηλώνουν την αντίστοιχη στήλη του τόμου της PG.

 ΕΚΑΤΟΝΤΑΣ  Β΄
α΄. Εἷς Θεός, ὅτι μία θεότης· μονάς [deest τό, μονάς,  in tribus Regiis] ἄναρχος καί ἁπλῆ καί ὑπερούσιος· (1125) καί ἀμερής καί ἀδιαίρετος· ἡ αὐτή μονάς καί Τριάς· ὅλη μονάς ἡ αὐτή, καί ὅλη Τριάς ἡ αὐτή· μονάς ὅλη κατά τήν οὐσίαν ἡ αὐτή, καί Τριάς ὅλη κατά τάς ὑποστάσεις ἡ αὐτή. Πατήρ γάρ, καί Υἱός, καί Πνεῦμα ἅγιον ἡ θεότης, καί ἐν Πατρί, καί Υἱῷ, καί ἁγίῳ Πνεύματι ἡ θεότης. Ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί ἡ αὐτή· καί ὅλος ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ ὁ Πατήρ· καί ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Υἱῷ ἡ αὐτή· καί ὅλος ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ ὁ Υἱός. Καί ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἡ αὐτή· καί ὅλον ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Ὅλη Πατήρ, καί ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί· καί ὅλος ἐν ὅλῃ ὁ Πατήρ· καί ὅλη ὅλος ὁ Πατήρ. Καί ὅλη ὅλος ὁ Υἱός ἡ αὐτή· καί ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Υἱῷ ἡ αὐτή· καί ὅλος ὅλη, καί ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ ὁΥἱός. Καί ὅλη Πνεῦμα ἅγιον ἡ αὐτή, καί ἐν ὅλῳ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ· καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ὅλον ὅλη, καί ὅλον ἐν ὅλῃ τῇ αὐτῇ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Οὐ γάρ ἐκ μέρους ἡ θεότης ἐν τῷ Πατρί, ἤ ἐκ μέρους Θεός ὁ Πατήρ· οὔτε ἐκ μέρους ἐν τῷ Υἱῷ ἡ θεότης, ἤ ἐκ μέρους Θεός ὁ Υἱός· οὔτε ἐκ μέρους ἐν τῷ ἁγίῳ Πνεύματι ἡ θεότης, ἤ ἐκ μέρους Θεός τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Οὔτε γάρ μεριστή ἡ θεότης· οὔτε ἀτελής ὁ Θεός ὁ Πατήρ, ἤ ὁ Υἱός, ἤ τό Πνεῦμα τό ἅγιον· ἀλλ᾿ ὅλη ἐστίν ἡ αὐτή τελεία τελείως ἐν τελείῳ τῷ Πατρί· καί ὅλη τελεία τελείως ἡ αὐτή ἐν τελείῳ τῷ Υἱῷ ἡ αὐτή· καί ὅλη τελεία τελείως ἡ αὐτή ἐν τελείῳ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι. Ὅλος γάρ ἐν ὅλῳ τῷ Υἱῷ καί τῷ Πνεύματι τελείως ἐστίν ὁ Πατήρ· καί ὅλος ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί καί τῷ Πνεύματι τελείως ἐστίν ὁΥἱός· καί ὅλον ἐν ὅλῳ τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ τελείως ἐστί τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Διό καί εἷς Θεός ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Μία γάρ καί ἡ αὐτή οὐσία καί δύναμις καί ἐνέργεια Πατρός καί Υἱοῦ καί ἁγίου Πνεύματος· οὐκ ὄντος οὐδενός τοῦ ἑτέρου χωρίς ἤ νοουμένου.  
β΄. Πᾶσα νόησις, τῶν νοούντων καί νοουμένων ἐστίν· ὁ δέ Θεός, οὔτε τῶν νοούντων ἐστίν, οὔτε τῶν νοουμένων· ὑπέρ ταῦτα γάρ· ἐπεί περιγράφεται, τῆς τοῦ νοουμένου σχέσεως, ὡς νοῶν, προσδεόμενος· ἤ τῷ νοοῦντι φυσικῶς ὑποπίπτων, διά τήν σχέσιν νοούμενος. Λείπεται γοῦν, μήτε νοεῖν, μήτε νοεῖσθαι τόν Θεόν ὑπολαμβάνειν· ἀλλ᾿ ὑπέρ τό νοεῖν εἶναι καί νοεῖσθαι. Τῶν γάρ μετ᾿ αὐτόν, φυσικῶς ἐστι τό νοεῖν καί τό νοεῖσθαι.  
γ΄. Πᾶσα νόησις ὥσπερ ἐν οὐσίᾳ πάντως ἔχει τήν θέσιν ὡς ποιότης, οὕτω καί περί οὐσίαν πεποιωμένην ἔχει τήν κίνησιν. Οὐ γάρ ἄφετόν τι καθόλου καί ἁπλοῦν καθ᾿ ἑαυτό ὑφεστώς δυνατόν ἐστιν αὐτήν ὑποδέξασθαι, ὅτι μή ἄφετός ἐστι καί ἁπλῆ. Ὁ δέ Θεός, κατ᾿ ἄμφω πάμπαν ὑπάρχων ἁπλοῦς, καί οὐσία τοῦ ἐν ὑποκειμένῳ χωρίς, καί νόησις μή ἔχουσά τι καθάπαξ ὑποκείμενον· οὐκ ἔστι τῶν νοούντων καί νοουμένων, ὡς ὑπέρ οὐσίαν ὑπάρχων δηλονότι καί νόησιν.  
δ΄. Ὥσπερ ἐν τῷ κέντρῳ τῶν ἐξ αὐτοῦ κατ᾿ εὐθεῖαν ἐκτεταμένων γραμμῶν ἀδιαίρετος θεωρεῖται (1128) παντελῶς ἡ θέσις· οὕτως ὁ ἀξιωθείς ἐν τῷ Θεῷ γενέσθαι, πάντας εἴσεται τούς ἐν αὐτῷ τῶν γεγονότων προϋφεστῶτας λόγους, καθ᾿ ἁπλῆν τινα ἀδιαίρετον γνῶσιν.  
ε΄. Μορφουμένη τοῖς νοουμένοις νόησις, πολλαί νοήσεις ἡ μία καθίσταται νόησις, κατ᾿ εἶδος ἕκαστον μορφουμένη τῶν νοουμένων. Ὁπηνίκα δέ τῶν μορφούντων αὐτήν αἰσθητῶν τε καί νοητῶν τό πλῆθος περάσασα, γένηται πάμπαν ἀνείδεος, τηνικαῦτα προσφυῶς αὐτήν ὁ ὑπέρ νόησιν οἰκειοῦται Λόγος, καταπαύων τῶν ἀλλοιοῦν αὐτήν ταῖς τῶν νοημάτων μορφαῖς πεφυκότων· ὅπερ ὁ παθών, καί αὐτός κατέπαυσεν ἀπό τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὥσπερ ἀπό τῶν ἰδίων ὁ Θεός.  

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής – 200 κεφάλαια προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού, Δεύτερη εκατοντάδα. (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Β΄).

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
200 κεφάλαια προς τον Θαλάσσιο, περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού
Δεύτερη εκατοντάδα
1. Ο Θεός είναι ένας, γιατί μία είναι η θεότητα, άναρχη, απλή, πάνω από ουσία, δίχως μέρη και αδιαίρετη. Η ίδια θεότητα είναι μονάδα και τριάδα. Μονάδα ακέραιη η αυτή, και Τριάδα πλήρης η αυτή. Μονάδα ακέραιη κατά την ουσία η ίδια, και Τριάδα πλήρης κατά τις υποστάσεις η ίδια. Γιατί η θεότητα είναι Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Και η θεότητα είναι και στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Όλη η θεότητα σε όλον τον Πατέρα η ίδια, και όλος ο Πατέρας σε όλη την ίδια. Και όλη η ίδια σε όλο τον Υιό, και όλος ο Υιός σε όλη την ίδια. Και όλη σε όλο το Άγιο Πνεύμα η ίδια θεότητα, και όλο το Άγιο Πνεύμα σε όλη την ίδια. Όλη η θεότητα είναι Πατέρας, και είναι σε όλο τον Πατέρα· και ο Πατέρας είναι όλος σε όλη την θεότητα· και αυτή όλη είναι όλος ο Πατέρας. Και στην ίδια όλη είναι όλος ο Υιός· και η ίδια είναι όλη σε όλο τον Υιό, και όλος ο Υιός είναι όλη η θεότητα και σε όλη. Και η ίδια είναι όλη Άγιο Πνεύμα, και σε όλο το Άγιο Πνεύμα· και το Άγιο Πνεύμα είναι όλο όλη η θεότητα· και σε όλη την ίδια είναι όλο το Πνεύμα το Άγιο. Γιατί δεν είναι η θεότητα κατά ένα μέρος της στον Πατέρα, ούτε κατά ένα μέρος είναι Θεός ο Πατέρας· ούτε κατά ένα μέρος είναι η θεότητα στον Υιό, ή κατά ένα μέρος είναι Θεός ο Υιός· ούτε κατά ένα μέρος είναι η θεότητα στο Άγιο Πνεύμα, ή το Άγιο Πνεύμα κατά ένα μέρος είναι Θεός.Γιατί ούτε μερίζεται η θεότητα, ούτε είναι ελλιπής Θεός ο Πατέρας ή ο Υιός ή το Άγιο Πνεύμα, αλλά όλη η θεότητα είναι η ίδια τέλεια τελείως στον τέλειο Πατέρα και όλη τελείως στον τέλειο Υιό η ίδια και όλη τελείως η ίδια στο τέλειο Άγιο Πνεύμα. Γιατί ο Πατέρας είναι όλος τελείως σε όλο τον Υιό και στο Πνεύμα· και όλος τελείως σε όλο τον Πατέρα και το Πνεύμα είναι ο Υίός· και όλο τελείως σε όλο τον Πατέρα και τον Υιό είναι το Άγιο Πνεύμα. Γι’ αυτό και είναι ένας Θεός ο Πατέρας και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα· γιατί μία και η αυτή είναι η ουσία και η δύναμη και η ενέργεια του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και δεν υπάρχει ούτε νοείται καμιά από τις τρεις Υποστάσεις χωρίς τις άλλες.
2. Κάθε νόηση ανήκει στα όντα που νοούν και σ’ αυτά που νοούνται. Ο Θεός όμως δεν είναι από εκείνα που νοούν, ούτε από εκείνα που νοούνται, γιατί είναι πάνω από αυτά. Διαφορετικά, περιορίζεται· ή από την ανάγκη της σχέσεως με το νοούμενο, αν θα νοούσε· ή με το να υπόκειται φυσικά σ’ εκείνον που τον νοεί, αν θα ήταν νοούμενος. Απομένει λοιπόν να παραδεχθούμε ότι ούτε νοεί ο Θεός, ούτε νοείται, αλλά ότι είναι πέρα από το να νοεί ή να νοείται. Γιατί οι ιδιότητες αυτές ανήκουν εκ φύσεως στα ύστερα από Εκείνον.
3. Κάθε νόηση, όπως έχει τη θέση της οπωσδήποτε σε κάποια ουσία ως ιδιότητα, έτσι έχει και την κίνηση της γύρω από κάποια ουσία με ιδιότητες. Γιατί δεν είναι δυνατό να τη δεχθεί κάτι που υπάρχει καθ’ εαυτό, απόλυτα ανεξάρτητο και απλό, γιατί και η νόηση δεν είναι ανεξάρτητη και απλή. Ο Θεός όμως, επειδή είναι και κατά τα δύο απόλυτα απλός (και ως ουσία δηλαδή δεν είναι κάτι που νοείται, και ως νόηση [δεν] έχει καθόλου ένα δεδομένο υποκείμενο), δεν είναι από εκείνα που [νοούν και] νοούνται· γιατί βέβαια ο Θεός είναι πάνω από ουσία και νόηση.
4. Για όλες τις ευθείες γραμμές που ξεκινούν από ένα κέντρο, αυτό παραμένει η ολότελα αδιαίρετη αρχή τους. Έτσι και εκείνος ο οποίος αξιώθηκε να βρεθεί μέσα στο Θεό, θα μάθει με μιά απλή και αδιαίρετη γνώση όλους τους λόγους των δημιουργημάτων που προϋπάρχουν σ’ Αυτόν.
5. Όταν η νόηση παίρνει τη μορφή όσων νοούνται, τότε η μία νόηση διαιρείται σε πολλές νοήσεις, παίρνοντας μορφή ανάλογα με κάθε ένα είδος όσων νοούνται. Όταν όμως ξεπεράσει το πλήθος των αισθητών και νοητών που της δίνουν μορφή και γίνει εντελώς χωρίς μορφή και σχήμα, τότε με κατάλληλο τρόπο ο λόγος που είναι πάνω από κάθε νόηση την οικειοποιείται και τη σταματά από όσα εκ φύσεως την αλλοιώνουν με τις μορφές των νοημάτων. Εκείνος που φτάνει στο σημείο αυτό αναπαύθηκε από ολα τα έργα του, όπως ακριβώς και ο Θεός από τα δικά Του(Εβρ. 4, 10· Γεν. 2,2).
ΣΧΟΛΙΟΑς κρατήσουμε ετούτο τό μάθημα. Ο Ακίνδυνος δέν καταλάβαινε τόν Αγιο Μάξιμο, στήν εποχή  κατά τήν οποία η θεολογία μεσουρανούσε καί επιπλέον μαθητής τού Αγίου Γρηγορίου. Σήμερα όμως, σέ μιά εποχή κατά τήν οποία η θεολογία προδόθηκε, εμφανίζονται άνθρωποι οι οποίοι ισχυρίζονται ότι τόν κατανοούν, χρησιμοποιώντας τον.

Διεξοδικότερη απόδειξις (παράστασις) ότι δυσσεβώς αυτός (ο Ακίνδυνος) λέγει ότι τέτοιες ενέργειες είναι ο Υιός και το άγιο Πνεύμα

ΣΗΜΕΡΑ Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΗΤΗ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ. Η ΟΠΟΙΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΑΝ ΘΕΩΣΗ ΣΕ ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΔΙΑΣΗΜΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ. ΑΝ ΠΡΟΣΘΕΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΟΠΩΣ ΤΟ ΙΣΧΥΡΙΣΤΗΚΑΝ ΠΡΩΤΟΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΒΡΩΜΙΚΗ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ΜΕΤΑΛΛΑΣΣΕΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΕ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΕΣ, ΤΟΝ ΚΛΗΡΙΚΑΛΙΣΜΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΗΛΩΝΕΙ ΟΤΙ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΛΟΓΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ , ΟΠΩΣ ΔΙΕΡΡΕΥΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΖΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΣΤΗΡΙΧΘΕΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΠΡΟΤΑΣΣΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ ΤΗΝ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΑΧΡΙΣΤΗΣ  ΠΟΡΕΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΝΤΟΜΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΙΡΕΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑΣΜΕΝΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.
Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΕΠΙΣΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ

 Το οντολογικό πρόβλημα στην πατερική παράδοση

Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου

* Ο Γεώργιος Δ. Μαρτζέλος είναι Ομότ. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστο τελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Εισαγωγή

Ένα από τα θεμελιώδη προβλήματα στην πατερική θεολογία και γενικώτερα στη φιλοσοφία, τη θύραθεν και τη χριστιανική, είναι το λεγόμενο οντολογικό πρόβλημα. Το πρόβλημα αυτό μαζί με το γνωσιολογικό, το ηθικό και το αισθητικό συναπαρτίζουν όλα τα επιμέρους προβλήματα τόσο του χριστιανικού όσο και του θύραθεν φιλοσοφικού στοχασμού. Το οντολογικό πρόβλημα απαντά στο βασικό ερώτημα ποιο είναι το ον σε όλες τις μορφές της υπάρξεώς του και ειδικώτερα ποια είναι η ουσία του, είτε πρόκειται για τον Θεό είτε για τον κόσμο.[ΚΟΙΝΗ ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ]

Το οντολογικό πρόβλημα τέθηκε στη χριστιανική σκέψη εξ αφορμής δύο επιμέρους θεμελιωδών ζητημάτων που αποτέλεσαν σημεία σύγκρουσης της πατερικής σκέψης με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Πρόκειται για την έννοια της θεότητας και την έννοια της δημιουργίας. Τόσο η έννοια, με την οποία αντιλαμβάνονται οι Πατέρες της Εκκλησίας τον Θεό, όσο και η έννοια, με την οποία αντιλαμβάνονται τη δημιουργία του κόσμου, όχι μόνο είναι τελείως ξένες προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά ανατρέπουν εκ βάθρων τις δύο αυτές φιλοσοφικές αντιλήψεις.

Εκτός αυτού όμως οι διδασκαλίες των Πατέρων για την οντολογική διάκριση κτιστού και ακτίστου, την οντολογική σύσταση των κτιστών όντων και την οντολογία του ανθρώπου, που είναι στενώτατα συνδεδεμένες όχι μόνο με τις διδασκαλίες τους για την έννοια της θεότητας και την έννοια της δημιουργίας, αλλά και με την προσπάθειά τους να διατυπώσουν την τριαδολογική και χριστολογική διδασκαλία τους, αντιπαρατιθέμενοι στις δογματικές κακοδοξίες των κατά καιρούς αιρετικών, δημιουργούν νέες προοπτικές για την επίλυση των επιμέρους αυτών οντολογικών προβλημάτων, οι οποίες όχι μόνο είναι άγνωστες και ξένες για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά προωθούν και αναπτύσσουν γόνιμα μέσα στην πατερική παράδοση και τον οντολογικό προβληματισμό.[Η ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΗΤΑΝ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΡΧΑΙΑ. ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ. ΕΔΩΣΕ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ]

Με αυτόν τον τρόπο οι Πατέρες καταφέρνουν όχι μόνο να κλονίσουν συθέμελα την οντολογία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά και να δημιουργήσουν μία νέα οντολογία, πάνω στην οποία θα οικοδομήσουν την όλη θεολογία τους. Πέρα από αυτό όμως η δημιουργία μιας νέας οντολογίας από τους Πατέρες καθιστά εμφανή και την τεράστια συμβολή τους στην προώθηση του φιλοσοφικού στοχασμού της εποχής τους. Υπό την έννοια αυτή οι Πατέρες δεν αναδεικνύονται μόνο μεγάλοι θεολόγοι, αλλά και μεγάλοι φιλόσοφοι, που ανατρέπουν φιλοσοφικές αντιλήψεις μιάς μακράς και ισχυρής φιλοσοφικής παράδοσης και δημιουργούν νέες με εξαιρετική πρωτοτυπία και δυναμισμό.[ΑΝΑΛΟΓΙΚΟ ΘΑ ΣΕ ΔΟΥΜΕ.ΚΛΟΝΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΜΑΛΛΟΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΧΩΡΟ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ; ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΟΝΟΝ ΕΓΙΝΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ. ΠΩΣ ΠΡΟΕΚΥΨΑΝ ΕΧΘΡΟΙ;]

1. Η έννοια της θεότητας

α. Κινητικότητα και κοινωνικότητα του Θεού

Στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία η θεότητα είναι κατά κανόνα στατική και ακίνητη[ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ;ΤΟ ΔΥΝΑΜΕΙ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΜΟΙΑΖΕΙ ΑΚΙΝΗΤΟ; ΠΟΥ ΤΡΕΧΕΙ Ο ΛΟΓΙΣΜΟΣ ΣΟΥ;]. Κι αυτό γιατί η κίνηση αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του «γίγνεσθαι» και κατά συνέπεια των ατελών όντων η θεότητα ως τέλεια, ως το όντως ον, δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται από κίνηση αλλά από ακινησία και στάση. Κίνηση στη θεότητα θα σήμαινε ουσιαστικά άρνηση της τελειότητάς της, πράγμα που θα ήταν τελείως αντιφατικό με την έννοια της θεότητας.[ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ; ΜΗΠΩΣ ΔΙΑΒΑΖΕΣ ΑΚΙΝΑΤΗ;]

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Πλάτων θεωρεί την κίνηση ως χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανωμαλίας και της ατέλειας, ενώ η στάση χαρακτηρίζει γι' αυτόν πάντοτε την ομαλότητα και την τελειότητα1. Άλλωστε η κίνηση αποτελεί γι' αυτόν πορεία προς την τελειότητα, είτε αυτή νοείται ως πορεία της άμορφης ύλης προς τις τέλειες μορφές του «γίγνεσθαι» (των αισθητών όντων) είτε ως μία νοητική πορεία από τα αισθητά στα νοητά, από το «γίγνεσθαι» στο «είναι», δηλ. στις ιδέες. Με την έννοια αυτή, εφ' όσον η θεότητα δεν είναι δυνατό να χαρακτηρίζεται από κάποια ανωμαλία ή ατέλεια ούτε βέβαια μπορεί να ανήκει στο «γίγνεσθαι», στο οποίο ανήκουν μόνο τα αισθητά όντα, δεν αρμόζει σε αυτήν η κίνηση αλλά η στάση.[ΠΑΣΑ ΨΥΧΗ ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟ ΓΑΡ ΑΕΙΚΙΝΗΤΟΝ ΑΘΑΝΑΤΟΝ.Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΛΟΥΣ; ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΤΕΒΑΙΝΑΝ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΥΣΑΝ Ή.....ΜΗΠΩΣ ΔΙΔΑΧΘΗΚΕΣ ΤΟ ΝΙΡΒΑΝΑ;]

Εξάλλου για τον Αριστοτέλη η θεότητα είναι αδύνατο να κινείται, γιατί η κίνηση αποτελεί γι' αυτόν μετάβαση από το «δυνάμει είναι» στο «ενεργεία είναι». Επειδή δε το «δυνάμει είναι» συνιστά γι' αυτόν η ύλη, αφού μόνο αυτή έχει τη δυνατότητα να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, αλλάζοντας τη μορφή της, γι' αυτό η κίνηση χαρακτηρίζει μόνο τα αισθητά αντικείμενα που έχουν ύλη. Το θείο, που ως νούς δεν έχει ύλη αλλά είναι καθαρό είδος, δεν έχει το «δυνάμει είναι» αλλά μόνο το «ενεργεία είναι»· είναι δηλαδή καθαρό «ενεργεία είναι», καθαρή ενέργεια (με την αριστοτελική έννοια του όρου) και για τον λόγο αυτόν είναι κατά φύση ακίνητο2. Ακόμη και την κίνηση που μεταδίδει στον κόσμο, δεν τη μεταδίδει ως «κινούμενον» αλλά ως «ερώμενον»3, όπως ο μαγνήτης μεταδίδει την κίνηση στα σιδηρά αντικείμενα που βρίσκονται στο μαγνητικό του πεδίο, έλκοντάς τα στον εαυτό του. Έτσι το θείο ως το «πρώτον κινούν» παραμένει για τον Αριστοτέλη πάντοτε «ακίνητον»4. Γι' αυτό και είναι, όπως και για τον Πλάτωνα, τελείως υπερβατικό και ακοινώνητο, ζώντας μακριά από τον κόσμο σε κατάσταση απόλυτης μακαριότητας.[ΜΑΛΛΟΝ ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ.ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΕΙ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ; Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΓΙΝΕΣΑΙ ΒΑΡΕΤΟΣ ΚΑΙ ΑΣΧΕΤΟΣ. ΑΠΟ ΕΔΩ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΘΕΟΛΟΓΟΙ;]

Εξαίρεση στην ελληνική φιλοσοφία φαίνεται ότι αποτελούν τόσο ο Στωικισμός, για τον οποίο ο Λόγος ως θεότητα αποτελεί τη μόνη ενεργητική και κινητική δύναμη πάνω στην παθητική και αδρανή φύση ύλης5, όσο και ο Νεοπλατωνισμός, για τον οποίο η κίνηση στη θεότητα (στο Εν) είναι αναγκαστική έκφανση της τελειότητάς της στις κατώτερες βαθμίδες του είναι6. Παρ' όλα αυτά και στα δύο αυτά φιλοσοφικά συστήματα, όπως και σε ολόκληρη την ελληνική φιλοσοφία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσωπική και ελεύθερη σχέση της θεότητας με τον κόσμο. Η θεότητα παραμένει καθ' εαυτήν απρόσωπη και ακοινώνητη.[ΚΑΙ Η ΚΙΝΗΣΗ ΜΟΝΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ; ΤΟ ΕΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΛΛΑΧ.Ο ΝΟΥΣ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΖΕΙ ΑΙΩΝΙΩΣ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ, ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ]

Σε αντίθεση με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, στην πατερική σκέψη η έννοια της θεότητας είναι πέρα για πέρα δυναμική. Ο Θεός για τους Πατέρες δεν είναι ακίνητος και ακοινώνητος προς τον κόσμο, ζώντας μακριά από αυτόν σε κατάσταση μακαριότητας σύμφωνα με τις αντιλήψεις της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά κοινωνεί με αυτόν μέσω των ενεργειών του, που εκδηλώνονται στην κτίση και την ιστορία. Δεν είναι το απρόσωπο «ὄντως ὂν» της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά «ὁ Ὤν», που ως πρόσωπο αναπτύσσει προσωπικές σχέσεις με τον κόσμο και τον άνθρωπο. Όπως πολύ χαρακτηριστικά τονίζει ο αγ. Γρηγόριος Παλαμάς, όταν εμφανίστηκε ο Θεός στον Μωυσή, δεν του είπε «ἐγώ εἰμι ἡ ουσία», ένα δηλ. απρόσωπο όν, αλλά «ἐγώ εἰμι ὁ ὤν», που υπάρχω δηλαδή ως πρόσωπο[ ΩΣ ΕΓΩ;]. Γιατί, όπως εξηγεί ο Παλαμάς, δεν γίνεται αντιληπτός «ὁ ὤν» ως πρόσωπο από την ύπαρξη της ουσίας του, αλλά η ουσία γίνεται αντιληπτή από την ύπαρξη του «όντος» ως προσώπου. Άλλωστε «ο ων» ως πρόσωπο συμπεριλαμβάνει στον εαυτό του ολόκληρο το είναι, δηλαδή εν προκειμένω και τις τρεις υποστάσεις η τα τρία πρόσωπα της Αγ. Τριάδος και την ουσία και τις ενέργειες της7. Το σημαντικώτατο αυτό χωρίο του Παλαμά έχει κατά λέξη ως εξής: «Καὶ τῷ Μωϋσῇ δὲ χρηματίζων ὁ Θεός, οὐκ εἶπεν ἐγώ εἰμι ἡ οὐσία, ἀλλ' ἐγώ εἰμι ὁ ὤν· οὐ γὰρ ἐκ τῆς οὐσίας ὁ ὤν, ἀλλ' ἐκ τοῦ ὄντος ἡ οὐσία· αὐτὸς γὰρ ὁ ὢν ὅλον ἐν ἑαυτῷ συνείληφε τὸ εἶναι»8.[Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΩΥΣΗΣ ΕΙΔΕ ΤΑ ΟΠΙΣΘΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΑΝ ΓΝΟΦΟΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ, ΑΠΟΦΑΤΙΚΩΣ, ΕΚΦΡΑΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΠΟΥ ΑΚΟΥΣΕ Ο ΜΩΥΣΗΣ, ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ. ΔΕΝ ΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΟΠΩΣ ΙΣΧΥΡΙΣΤΗΚΕ Η ΡΩΜΑΙΚΗ ΠΛΑΝΗ. ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΔΕΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΙΔΙΟ ΜΟΝΑΔΑ ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ, ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ.]

Ο Θεός όμως δεν είναι κινητικός και κοινωνικός μόνο κατά την εξωτριαδική σχέση του με τον κόσμο, που συντελείται με τις ενέργειές του, αλλά και κατά την ενδοτριαδική του ζωή και ύπαρξη, που συνίσταται στην κατά την ουσία σχέση των προσώπων της Αγ. Τριάδος μεταξύ τους. Αφορμή για την ανάπτυξη της πατερικής αυτής διδασκαλίας υπήρξε κυρίως ο Αρειανισμός, με τον οποίο αναβιώνει ουσιαστικά η αρχαιοελληνική φιλοσοφική αντίληψη για την έννοια της θεότητας.

Για τον Άρειο ο Θεός είναι ακίνητος και ακοινώνητος κατά την ουσία του. Πριν από τη «γέννηση» του Υιού του, ο Θεός ζούσε σε μία κατάσταση απόλυτης ακινησίας και μοναξιάς9. Η θεία ουσία, όπως παρατηρεί ο Μ. Αθανάσιος, είναι κατά τον Άρειο άγονη («μη καρπογόνος») και ακοινώνητη («έρημος»), «ώς φῶς μὴ φωτίζον καὶ πηγὴ ξηρά»10. Αλλωστε η ύπαρξη φυσικής κινητικότητας και κοινωνικότητας στον Θεό, που θα εκδηλωνόταν με τη γέννηση του Υιού του, θα αποτελούσε για τον Άρειο υποταγή του Θεού στην ανάγκη, εφ' όσον σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του ο,τι γίνεται κατ' ουσίαν η κατά φύσιν, γίνεται κατ' ανάγκην, και μόνο ο,τι γίνεται κατά βούλησιν, γίνεται ελεύθερα11. Κατά συνέπεια η αποδοχή φυσικής κινητικότητας και κοινωνικότητας στον Θεό θα σήμαινε ουσιαστικά για τον Άρειο άρνηση της τελειότητας και της θεότητας του Θεού.[ΟΛΟΣ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ]

Στην πρόκληση αυτή του Αρείου ιδιαίτερα οι Πατέρες του Δ΄ αιώνα απάντησαν προβάλλοντας τη δυναμική έννοια της θεότητας, που συνίσταται όχι μόνο στην οικονομική αλλά και στην αίδια κινητικότητα και κοινωνικότητά της. Με άλλα λόγια ο Θεός για τους Πατέρες είναι κινητικός και κοινωνικός κατά φύσιν, τόσο κατά την αίδια ύπαρξή του όσο και κατά την οικονομική σχέση του με τον κόσμο.[ΠΑΛΙ ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΧΩΡΗΣΗ;] Όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά ο Μ. Αθανάσιος, αν ο Θεός είναι κατά την ουσία και τη φύση του άγονος και έρημος σαν φως που δεν φωτίζει η σαν ξερή πηγή, όπως τον θέλουν οι Αρειανοί, τότε είναι αντιφατικό να δέχεται κανείς ότι έχει δημιουργική ενέργεια, γιατί αυτό που είναι ο Θεός κατά φύσιν υπέρκειται και προηγείται οντολογικά σε σχέση με αυτό που κάνει κατά βούλησιν12. Για να κατανοήσουμε το επιχείρημα αυτό του Μ. Αθανασίου, πρέπει να έχουμε υπ' όψιν μας ότι, καίτοι στην πατερική παράδοση σε αντίθεση με τον Νεοπλατωνισμό13 η βούληση του Θεού διακρίνεται σαφώς από τη φύση ή την ουσία του14, ωστόσο δεν νοείται ανεξάρτητα από αυτήν, αλλά αποτελεί κατά την έκφραση του Γρηγορίου Νύσσης «σύνδρομο» της θείας φύσης15[ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΝΟΙΑ]. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει βούληση έξω από τη φύση, γιατί η φύση είναι που συνιστά το οντολογικό της υπόβαθρο. Αν λοιπόν ο Θεός δεν είναι κινητικός κατά τη φύση του, πως μπορεί να είναι κινητικός κατά τη βούλησή του; Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν απολύτως αντιφατικό και παράλογο.[ΕΚ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ Η ΟΥΣΙΑ]

"Ας δούμε όμως και μία θεολογική ερμηνεία της κινήσεως της Αγίας Τριάδος, την οποία ερμηνεύει Ιεραρχικά ο μεγα­λύτερος Θεολόγος, Άγιος Μάξιμος ομολογητής, ambigua, 23: «Πώς εξηγείται το γραφέν υπό Γρηγορίου; Διά τούτο μονάς απ’ αρχής εις δυάδα κινηθείσα μέχρι Τριάδος έστη!; Κινείται (απαντά ο Άγιος Μάξιμος) μέσα στον Νου που είναι άξιος να την κατανοήσει, ο οποίος μέσω της Μονάδος και μέσα στην Μονάδα ολοκληρώνει κάθε έρευνα του σ’ αυτή ή για να το πούμε διαφορετικά, ολόκληρη η Μονάς αχώριστη διδάσκει και φανερώνει στον Νου, στην πρώτη του επαφή μαζί Της, την αλήθεια γύρω από την Μονάδα, έτσι ώστε να μην εισαχθεί χωρισμός στην πρώτη Αιτία. Μετά όμως προχωρά στην φανέρωση της θείας και απόρρη­της Θεογονίας αυτής της πρώτης Αιτίας, αποκαλύπτοντας του Μυστικά και κρυφά ότι δεν πρέπει να σκεφτεί ποτέ πως αυτό το Υπερού­σιο Αγαθό μπορεί να είναι άγονο, στείρο Λόγου και Σοφίας ή Αγιαστικής Δυνάμεως, ομοουσίους και υπαρκτές σαν υποστάσεις, για να μην διατρέξει τον κίνδυνο, αυτός ο Νους, να εννοήσει πως ο Θεός είναι Σύνθεση αυ­τών, ωσάν να επρόκειτο για τυχαία κατηγορήματα, αντί να πιστεύει δια της πίστεως ότι Αυτοί συνυπάρχουν, συναιω­νίως. Λέγεται λοιπόν πως ο Θεός κινείται, καθώς είναι Αιτία της έρευνας του τρόπου με τον οποίον συνυπάρχει. Διότι είναι αδύνατον χωρίς θεϊκό φωτισμό να κατανοήσουμε κάτι από τον Θεό. Διότι ο Θεός που δεν έχει την ίδια φύση με τους ανθρώπους, έχει ασφαλώς και διάφορον τρόπον γεννή­σεως.»"[ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΝΩΤΕΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΩΤΕΡΟ;]
Κατά συνέπεια η κινητικότητα και κοινωνικότητα του Θεού νοείται κατά τους Πατέρες όχι μόνο εξωτριαδικά, κατά την κατ' ενέργειαν σχέση των προσώπων της Αγ. Τριάδος με τον κόσμο, αλλά και ενδοτριαδικά, κατά την κατ' ουσίαν σχέση των προσώπων της Αγ. Τριάδος μεταξύ τους.[ΣΑΝ ΤΡΙΑ ΕΓΩ;] Έτσι η υπαρκτική πρόοδος του Υιού και του Αγ. Πνεύματος από τον Πατέρα, η οποία χαρακτηρίζει αιδίως την ενδοτριαδική ζωή του Θεού κατά την ουσία του, συνιστά έκφανση της ενδοτριαδικής κινητικότητας και κοινωνικότητάς του, ενώ η κατά την ενέργεια σχέση του με τον κόσμο εκφράζει την εξωτριαδική κινητικότητα και κοινωνικότητά του.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι για τους Πατέρες η τελειότητα του Θεού δεν χαρακτηρίζεται από ακινησία και στάση, όπως πίστευε η αρχαία ελληνική φιλοσοφία η και ο Άρειος, αλλά από κίνηση, που χαρακτηρίζει ακόμη και την ίδια την ενδοτριαδική ζωή του. Αναφερόμενος συγκεκριμένα ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στην ενδοτριαδική κινητικότητα του Θεού με βάση τις πυθαγόρειες αριθμολογικές αντιλήψεις που ήταν διάχυτες στην εποχή του, τονίζει ότι ο χριστιανικός Θεός κατ' αντίθεση προς τον ιουδαϊκό μονοθεϊσμό και τον ελληνικό πολυθεϊσμό είναι η τέλεια και πλούσια μονάδα που κινήθηκε στη δυάδα και σταμάτησε στην τριάδα16. Έτσι τελειότητα και ενδοτριαδική κίνηση στον Θεό συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους.[ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΡΕΙΣ ΘΕΟΥΣ!]

Όπως γίνεται σαφές, η ενδοτριαδική αυτή κίνηση του Θεού, παρά το ότι συνδέεται;;; με την ουσία του, δεν συνεπάγεται τροπή η αλλοίωση της θείας ουσίας ούτε συμβαίνει κατ' ανάγκην στον Θεό, όπως θα δεχόταν ο Άρειος, αλλά είναι μία ελεύθερη και αγαπητική αίδια κίνηση που προσδιορίζει την υπαρκτική ιδιαιτερότητα των τριών θείων προσώπων. «Ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ», σημειώνει χαρακτηριστικά ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής, «κινηθεὶς ἀχρόνως καὶ ἀγαπητικῶς προῆλθεν εἰς διάκρισιν ὑποστάσεων».[ΣΤΟΝ ΝΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΞΙΟΣ ΝΑ ΠΡΟΣΛΑΒΕΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ, ΟΠΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ]
Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, όπως παρατηρεί ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, ο Θεός χαρακτηρίζεται άλλοτε ως έρωτας και αγάπη και άλλοτε ως εραστός και αγαπητός. Κι αυτό γιατί αφ' ενός, ως Πατήρ, είναι αίτιος της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγ. Πνεύματος, και αφ' ετέρου, ως Υιός και Αγ. Πνεύμα, είναι αιτιατό και με την έννοια αυτή αφ' ενός κινεί, αφ' ετέρου κινείται, η καλύτερα κατά την έκφραση του Διονυσίου: «αὐτὸς ἑαυτοῦ καὶ ἑαυτῷ ἐστι προαγωγικὸς καὶ κινητικός»18. Η υπαρκτική σχέση των προσώπων της Αγ. Τριάδος αποτελεί κατά τον Διονύσιο αίδια έκφραση της ενδοτριαδικής κινητικής αγάπης του Θεού η καλύτερα της ενδοτριαδικής αγαπητικής του κίνησης19. Έτσι η ενδοτριαδική κίνηση του Θεού, καίτοι φυσική, δεν υποτάσσεται στη φυσική αναγκαιότητα που χαρακτηρίζει τα κτιστά όντα, αλλά εκφράζει και επιβεβαιώνει την οντολογική ελευθερία του Θεού, που συνίσταται στην ενδοτριαδική αγαπητική κοινωνία του ως τριάδας προσώπων20. Με άλλα λόγια οι Πατέρες αντιλαμβάνονται το Ιωάννειο χωρίο «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί» (Ιω. 1, 4, 8) με την έννοια ότι ο Θεός είναι αγάπη όχι μόνο σε σχέση με τον κόσμο, αλλά και καθ' εαυτόν ως αίδια κοινωνία θείων προσώπων21.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο λόγος που κάνουν οι Πατέρες για την αίδια ενδοτριαδική κινητικότητα και κοινωνικότητα η αγάπη του Θεού δεν πρέπει να μας οδηγήσει στην άποψη ότι ο Θεός κινείται η αγαπά όπως και τα κτιστά όντα. Γι' αυτό, όπως πολύ σωστά υπογραμμίζει και πάλι ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης, θέλοντας να διαφοροποιήσει μέσω της αποφατικής θεολογίας τη φύση του Θεού από τη φύση των κτιστών όντων, ο Θεός: «οὔτε ἕστηκεν, οὔτε κινεῖται, οὔτε ἡσυχίαν ἄγει ... οὐδὲ ἕν [ἐνν. ἐστί, οὐδὲ ἑνότης, οὐδὲ ἀγαθότης οὔτε υἱότης, οὔτε πατρότης, οὐδὲ ἄλλῳ τι τῶν ἡμῖν ἢ ἄλλῳ τινὶ τῶν ὄντων συνεγνωσμένων»22. Η κίνηση, η στάση και η αγάπη, όπως τις γνωρίζουμε εμείς, χαρακτηρίζουν τα κτιστά όντα και όχι τον Θεό που ως άκτιστος είναι πέρα και πάνω από αυτά.
Από όσα είπαμε φάνηκε, νομίζουμε, σαφώς ότι η πατερική σκέψη συνδέοντας την τελειότητα του Θεού τόσο με την εξωτριαδική όσο και με την ενδοτριαδική κινητικότητα και κοινωνικότητά του ανέτρεψε εκ βάθρων τις θεολογικές αντιλήψεις της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, που ήθελε βέβαια έναν Θεό τέλειο, αλλά ακριβώς για τον λόγο αυτό ακίνητο και ακοινώνητο. Για τους Πατέρες ο Θεός, ακριβώς επειδή είναι τέλειος, είναι κινητικός και κοινωνικός όχι μόνο εξωτριαδικά αλλά και ενδοτριαδικά. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε πάντοτε υπ' όψιν μας ότι αυτή η κινητικότητα και κοινωνικότητα του Θεού δεν έχει καμμία σχέση με την κινητικότητα και κοινωνικότητα των κτιστών όντων.
[ΑΛΛΟ Ο ΘΕΟΣ, Η ΘΕΟΤΗΣ, ΑΛΛΟ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ, Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ. ΧΑΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΩΡΑ ΜΑΣ]

(Συνεχίζεται)
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ. ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΑΙΡΕΣΗ ΠΑΡΟΤΙ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΚΙΝΔΥΝΟ. ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΚΑΤ' ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ. ΚΑΙ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ ΕΚ ΤΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ ΤΗΝ ΔΑΜΟΝΙΚΗ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ. ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΟΥΜΕ.
Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. ΑΣ ΜΑΣ ΓΙΝΕΙ ΜΑΘΗΜΑ ΤΟ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ.

 «Εrgo sum qui sum et sa signification pour une philosophie chretienne» δηλ. «Εγώ ειμί ο ών και η σημασία του γιά μιά χριστιανική φιλοσοφία» στό «Revue des sciences religieuses», XXXV, σελ. 337-355».  Cornelia de Vogel 

Σημειώσεις