Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2023

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (56)

  Συνέχεια Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ

Ο Διόνυσος και ο Εσταυρωμένος

Η οψιμότερη έννοια του διονυσιακού στον Nietzsche σχετίζεται άμεσα με την έννοια του Εσταυρωμένου. Αμφότερες, ωστόσο, είναι δυνατόν να κατανοηθούν μόνο σε συνδυασμό με την ιδέα της βούλησης για δύναμη. Η βούληση για δύναμη είναι μια περίπλοκη και αρκετά αμφιλεγόμενη έννοια. Αναντίρρητα οφείλει την καταγωγή της στη συνάντηση του Nietzsche με την έννοια της βούλησης του Schopenhauer, αλλά ξεπερνά αυτή την έννοια σε έναν αριθμό σημαντικών θεμάτων. Οι χαϊντεγγεριανοί θεωρούν τη βούληση για δύναμη ως την τελική μορφή της σύγχρονης υποκειμενιστικής μεταφυσικής, που συγγενεύει με τη βούληση για ζωή του Schopenhauer, με την εγελιανή αντίληψη του αυτοκινούμενου πνεύματος και με την αντίληψη της ουσίας του Spinoza. Οι μεταμοντέρνοι, αντιθέτως, επιδιώκουν να ελαχιστοποιήσουν τον ρόλο της βούλησης στη σκέψη του Nietzsche, υποστηρίζοντας, για παράδειγμα, ότι για τον Nietzsche δεν υπάρχει βούληση ως τέτοια, δεν υπάρχει κέντρο, αλλά μια πολυαρχία στοιχειακών βουλήσεων. Ορισμένοι προχωρούν περισσότερο αποφαινόμενοι ότι ο Nietzsche επιδιώκει να εξαλείψει όχι μόνο την αντίληψη μιας καθολικής κοσμικής βούλησης αλλά τη βούληση ως τέτοια, αντικαθιστώντας τη με μια έννοια της δύναμης. [Ο James Leigh ισχυρίζεται κατά παρόμοιο τρόπο ότι δεν υπάρχει βούληση που επιθυμεί δύναμη αλλά μόνο δύναμη που βούλεται]. Στην πιο ακραία εκδοχή της, η μεταμοντέρνα ανάγνωση του Nietzsche υποστηρίζει ότι ο Nietzsche αντικαθιστά την έννοια της βούλησης για δύναμη με το δόγμα της αιώνιας επανάληψης που κατανοείται ως η σκέψη του μη ταυτόσημου, το οποίο καθιστά κάθε ταυτότητα διαφορετική σε κάθε στιγμή.

Αναμφίβολα υπάρχουν ερείσματα γι' αυτή τη μεταμοντέρνα ανάγνωση του νιτσεϊκού έργου. Ο Nietzsche κατά διαστήματα επισημαίνει ότι «δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η βούληση». Ωστόσο, με αυτό εννοεί κάτι διαφορετικό απ' ό,τι οι μεταμοντέρνοι ερμηνευτές του θα ήθελαν να πιστεύουμε. Είναι η παραδοσιακή έννοια της βούλησης ως ψυχολογικής ικανότητας που κατά την άποψή του δεν υπάρχει. Η υποτιθέμενη ατομική βούληση είναι στην πραγματικότητα μια συλλογή ενορμήσεων που είναι είτε χαοτικές είτε διατεταγμένες χάρη στην κυριαρχία της μίας πάνω σε όλες τις άλλες. Αποκαλούμε την αταξία αυτών των ενορμήσεων αδύναμη βούληση, την οργάνωσή τους σθεναρή βούληση. Η βούληση υπ' αυτή την έννοια δεν είναι επιθυμία ή δυνατότητα επιλογής, αλλά δυνατότητα επιταγής.

Άρα η βούληση για δύναμη είναι για τον Nietzsche η μεταφυσική ερμηνεία για ό,τι υπάρχει. Ουσιαστικά, ο κόσμος είναι χάος. Μολονότι από αυτό το χάος απουσιάζουν κάθε τάξη, διευθέτηση, μορφή, ομορφιά, νόμος και σκοπός, καθεμία από τις στιγμές του κυριαρχείται από μια επιτακτική ενόρμηση ή αναγκαιότητα, από μια βούληση για δύναμη. Η βούληση για δύναμη, ωστόσο, δεν είναι απλώς η κινητήρια δύναμη όλων των πραγμάτων· όλα τα πράγματα υπάρχουν μόνο ως στιγμές της βούλησης για δύναμη, και ως εκ τούτου μέσω των ανταγωνιστικών σχέσεών τους με όλα τα υπόλοιπα πράγματα. Η βούληση για δύναμη, όπως η βούληση για ζωή του Schopenhauer, είναι επομένως μια καθολική βούληση που διαμερίζεται σε αντίθεση με τον εαυτό της· όμως, σε αντιδιαστολή με τη βούληση του Schopenhauer, δεν υπάρχει κάπου έξω από τον κόσμο, ούτε είναι κάτι παραπάνω από τις στιγμές που την απαρτίζουν. Καθεμία από τις στιγμές της αγωνίζεται να κυριαρχήσει πάνω σε όλες τις άλλες στιγμές. Αδιάκοπα η κάθε στιγμή είτε ελαττώνεται είτε αυξάνεται, είτε κυριαρχεί πάνω σε όλες τις υπόλοιπες είτε καθυποτάσσεται σε αυτές. Η φύση, λοιπόν, δεν χαρακτηρίζεται από την αιτία και το αποτέλεσμα αλλά από τον αγώνα του γίγνεσθαι με τον εαυτό του. Εφ' όσον τα ανθρώπινα όντα είναι στιγμές αυτής της καθολικής βούλησης, βρίσκονται συνεχώς σε πόλεμο με τον εαυτό τους, με κάθε άλλο και με όλα τα υπόλοιπα όντα, επιδιώκοντας συνεχώς την κυριαρχία αλλά κινδυνεύοντας, επίσης, συνεχώς να υποδουλωθούν.

Κάθε στιγμή αυτής της βούλησης, ωστόσο, ενώ επιδιώκει τη δύναμη, ματαιώνεται από φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια του παρελθόντος, από το γεγονός ότι η βούληση πάντοτε δείχνει να υποτάσσεται σε κάποια προγενέστερη αιτιότητα, μια και πάντοτε είναι υπόχρεη και άρα υποχείρια σε κάποια προηγούμενη μορφή ή στιγμή της βούλησης. Η επιδίωξη της δύναμης επομένως προσκρούει στον βράχο του παρελθόντος, σε ό,τι ο Ζαρατούστρα αποκαλεί «ήταν». Το «ήταν» παρουσιάζει τη βούληση σε σχέση με το μεγαλύτερο πρόβλημά της. Πώς είναι δυνατόν η βούληση να βούλεται πραγματικά και να δημιουργεί τον εαυτό της εάν είναι πάντοτε το προϊόν μιας προηγούμενης δημιουργίας; Η αυτοδημιουργία είναι δυνατή εφ' όσον η βούληση μπορεί να βούλεται αναδρομικά.

Η ιδέα των θεών προσφέρει τουλάχιστον μερική επίλυση αυτού του προβλήματος. Οι θεοί είναι θεμελιώδεις δυνάμεις οι οποίες διακανονίζουν τον κόσμο ως όλον, και ως τέτοιες είναι η συναδέλφωση όλων των πραγμάτων. Είναι επομένως η ενσάρκωση και η σύνοψη κάθε προγενέστερης αιτιότητας. Οι άνθρωποι μπορούν, λοιπόν, να αποκτήσουν κάποιο είδος εξουσίας πάνω στο «ήταν», ταυτίζοντας τον εαυτό τους με εκείνο τον θεό ο οποίος το δημιούργησε.

Παρ' ότι η ιδέα των θεών παίζει σημαντικό ρόλο στη σκέψη του Nietzsche, ο ίδιος δεν είναι θρησκευτικός στοχαστής με την παραδοσιακή έννοια. Κατά την άποψή του όλοι οι θεοί είναι ανθρώπινες δημιουργίες. Επομένως οι θεοί όπως κατανοήθηκαν παραδοσιακά δεν υπάρχουν. Ο Nietzsche ωστόσο δεν είναι απλώς ένας αθεϊστής. Μολονότι οι θεοί είναι δημιουργία των ανθρώπων, δεν είναι μόνο δημιουργία των ανθρώπων. [Ο Eugen Biser ορθά επισημαίνει ότι ο αθεϊσμός του Nietzsche δεν είναι απόλυτος αλλά απλώς ένα όπλο το οποίο χρησιμοποιεί στον αγώνα του ενάντια στον Χριστιανισμό]. Τα ανθρώπινα όντα, σύμφωνα με τον Nietzsche, είναι στιγμές της βούλησης για δύναμη, και είναι αυτή η κοσμική δύναμη που προσδιορίζει τη θέση και την κατεύθυνσή τους μέσα στην αταξία του γίγνεσθαι. Οι προσπάθειές τους να κυριαρχήσουν και να κατανοήσουν την ολότητα είναι στιγμές από την ενόρμηση της βούλησης προς την αυτοκατανόηση, προς την αυτοκυριαρχία και τη συμφιλίωση. Δεν δημιουργούν θεούς επειδή το θέλουν αλλά επειδή πρέπει, εξ αιτίας της ορμής για δημιουργία, του εξαναγκασμού για δημιουργία. Οι θεοί για τον Nietzsche είναι, λοιπόν, προβολές της βούλησης για δύναμη. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η βούληση για δύναμη προβάλλει μια εικόνα του εαυτού της μέσω του ανθρώπου, ο τρόπος με τον οποίο «θεοποιεί» τον εαυτό της. Η ανθρώπινη παραγωγή θεών είναι η απόπειρα της βούλησης να ξεπεράσει τη μερικότητά της και να ανασυγκροτηθεί ως όλον. «Γύρω από τον ήρωα» αποφαίνεται ο Nietzsche «καθετί μετατρέπεται σε τραγωδία· γύρω από τον ημίθεο σε σάτιρα· και γύρω από τον Θεό σε τι; Ίσως σε “κόσμο”;».

Μολονότι η προβολή των θεών είναι το έργο της βούλησης για δύναμη, αυτή η βούληση πάντοτε ενεργεί μέσω συγκεκριμένων ανθρώπων. Ο κάθε θεός είναι μια ενσυνείδητα ανιδιοτελής έκφραση της βούλησης για δύναμη κάποιων ανθρώπων. Επομένως ένας θεός ριζώνει στον τρόπο ζωής κάποιου λαού και αντιπροσωπεύει τον σκοπό ή το ιδεώδες που τον ενώνει και τον διαχωρίζει από τους γείτονές του. Το έθνος και ο θεός είναι αδιαχώριστα, και ο θάνατος του θεού ενός έθνους ή η εισαγωγή νέων θεών σημασιοδοτεί την κατάπτωση κάποιου λαού.

Το πρόβλημα του παρελθόντος βιώνεται συγκεκριμένα από κάποιο λαό ως η αίσθηση του χρέους προς τους προπάτορές του. Τα μέλη των πρωτόγονων φυλών αισθάνονταν υπόχρεα προς τους ιδρυτές, οι οποίοι καθίδρυσαν τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή τη συγκεκριμένη μορφή ζωής της φυλής. Η βούληση των ιδρυτών ζει στους θεσμούς της φυλής και οι ίδιοι οι ιδρυτές είναι με τη φαντασία παρόντες ανάμεσα στους ζωντανούς, οι οποίοι, από την πλευρά τους, διατηρούν τόπους όπου τους τιμούν με συμπόσια, θυσίες και ούτω καθεξής. Ο σκοπός αυτών των θυσιών είναι να εξευμενίσουν τους προπάτορες και να κερδίσουν την υποστήριξή τους. Όσο περισσότερο υπάρχει η φυλή και όσο πιο επιτυχημένη είναι, τόσο μεγαλύτερα είναι το χρέος προς τους προπάτορες και ο φόβος γι' αυτούς, επειδή η προνοητικότητα και η ανδρεία τους αυξάνονται ευθέως ανάλογα με την αύξηση της δύναμης της φυλής. Εάν μια τέτοια φυλή ευδοκιμεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι ιδρυτές της μεταμορφώνονται σε θεούς.

Η μορφή που λαμβάνουν οι θεοί εξαρτάται από τον χαρακτήρα του συγκεκριμένου λαού και από τη βούλησή του για δύναμη. Ο Ζαρατούστρα, για παράδειγμα, αναφέρεται σε χίλιους διαφορετικούς λαούς και χίλιες διαφορετικές βουλήσεις για δύναμη. [Περιγράφει, ωστόσο, μόνο τέσσερις. Ο χιλιοστός πρώτος στόχος, σύμφωνα με τον Ζαρατούστρα, δεν είναι ο στόχος κάποιου μεμονωμένου λαού αλλά της ανθρωπότητας. Είναι ο στόχος του υπερανθρώπου. Αυτό το απόσπασμα αναφέρεται στην υπερεθνική στιγμή της σκέψης του Nietzsche που απολήγει στη διαμόρφωση του νέου ανθρώπινου όντος, το οποίο ο Nietzsche μεταγενέστερα αποκαλούσε «ο καλός Ευρωπαίος»]. Μολονότι όλοι αυτοί οι λαοί έχουν διαφορετικούς πραγματικούς σκοπούς, διαχωρίζονται ριζικά με βάση τη δύναμη ή την αδυναμία της βούλησής τους. Ένας ισχυρός λαός που θεωρεί ότι είναι ελεύθερος και ατενίζει το μέλλον ανακαλύπτει στο παρελθόν του τη δικαίωση για την κατάκτηση και την κυριάρχηση άλλων λαών. Ένας αδύναμος λαός βλέπει ότι περιορίζεται από το παρελθόν και αναζητεί στους θεούς του λύτρωση από το «ήταν». Ο ισχυρός λαός είναι γεμάτος ευγνωμοσύνη για την επιτυχία του και πιστεύει ότι μπορεί να βασίζεται στους θεούς του και μελλοντικά. Ένας τέτοιος λαός απολαμβάνει τη ζωή και δοξάζει την ύπαρξη, ακόμη και όταν είναι απεχθής ή τρομερή. Ο αδύναμος λαός, αντιθέτως, κυριαρχείται από το πνεύμα της εκδίκησης, ή ό,τι αργότερα αποκάλεσε ο Nietzsche μνησικακία. Ένας τέτοιος λαός μισεί τη ζωή επειδή υποφέρει από αυτή και δεν έχει σκοπό που να δικαιολογεί τη δυστυχία του· ο αδύναμος λαός απορρίπτει τον πραγματικό κόσμο χάριν κάποιου υπερβατικού εκείθεν ή της μετά θάνατον ζωής.

Ο χαρακτήρας κάποιου λαού και οι θεοί του, κατά τη γνώμη του Nietzsche, προσδιορίζονται από τη σχετική ορμή της βούλησής του για δύναμη. Χρησιμοποιώντας αυτό το μέτρο, ο Nietzsche προσδιορίζει ένα συνεχές λαών και θεών που εκτείνονται ανάμεσα σε δύο άκρα, τα οποία αποκαλεί Διόνυσο και Εσταυρωμένο. Ο Διόνυσος είναι ο θεός ο οποίος προτάσσεται από την ισχυρότερη μορφή της βούλησης για δύναμη, ο Εσταυρωμένος από την πλέον αδύναμη ή ενδεέστερη. Όλες οι υπόλοιπες μορφές της θρησκείας -συμπεριλαμβανομένων του ρωμαϊκού πολυθεϊσμού, του ινδουισμού, του ισλάμ, του ιουδαϊσμού και του βουδισμού- βρίσκονται ανάμεσα στον Διόνυσο και στον Εσταυρωμένο και είναι κατανοητές μόνο σε σχέση με αυτά τα άκρα.

Αυτό το συνεχές είναι επίσης μέτρο για τη σχετική ειλικρίνεια των διαφόρων θρησκειών. Το χάος της ύπαρξης, σύμφωνα με τον Nietzsche, είναι ένα πελώριο ψυχολογικό βάρος που ελάχιστοι μπορούν να σηκώσουν. Για την πλειονότητα αυτό το αδυσώπητο διονυσιακό όραμα παράγει παράλυση και απελπισία. Ο Άμλετ, κατά την άποψη του Nietzsche, είναι το αρχετυπικό παράδειγμα των αποχαυνωτικών συνεπειών ενός τέτοιου οράματος. Η ζωή μπορεί να διατηρηθεί μόνο με τη μεγαλύτερη ή τη μικρότερη άρνηση αυτού του χάους, με την καθίδρυση οριζόντων στο πλαίσιο των οποίων τα ανθρώπινα όντα θα επιβιώνουν και θα ευδοκιμούν. Τα ψεύδη υπ' αυτή την έννοια είναι γενικά πιο πολύτιμα για τη ζωή απ' ό,τι η αλήθεια. Μονάχα η ισχυρότερη μορφή της ζωής είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την τρομακτική αλήθεια ότι η ύπαρξη είναι χαοτική και άνευ νοήματος. Επομένως όσο περισσότερο ισχυρός και ζωντανός είναι ένας λαός τόσο περισσότερο είναι ικανός να συλλάβει την αλήθεια και να την εκφράσει στον θεό του. Κατά συνέπεια ο ισχυρότερος λαός θα δημιουργήσει τον πιο αληθινό θεό, και αυτός ο θεός θα είναι η πιο ολοκληρωμένη συμφιλίωση της βούλησης για δύναμη με τον εαυτό της.

Ο Διόνυσος, σύμφωνα με τον Nietzsche, είναι ο θεός της ανώτερης μορφής της βούλησης για δύναμη. Είναι η πιο επιτυχής απόπειρα για να συλληφθεί και να μεταμορφωθεί το χάος της ύπαρξης σε ολότητα, διότι αντιπροσωπεύει την κατάφαση αυτής της ύπαρξης με όλες τις ανακολουθίες και τις αντιφάσεις της. Είναι, με άλλα λόγια, η πληρέστερη προβολή της ίδιας της ζωής. Όλες οι υπόλοιπες θρησκείες χρειάζεται να αρνηθούν ή να αποκηρύξουν το χάος που δεν μπορούν να υποφέρουν. Επομένως παραμορφώνουν τη ζωή. Η ολότητα την οποία αναγνωρίζουν είναι απλουστευτική, ένα ψεύδος που γίνεται αναγκαίο λόγω της αδυναμίας τους. Ο διονυσιακός άνθρωπος, αντίθετα, είναι σε θέση να επιβεβαιώσει απολύτως το χάος και την αντίφαση της ζωής. Μέσω του Διονύσου, θέλει το παρελθόν στο σύνολό του, μια και θέλει την ολότητα. Αυτή η μεγάλη κατάφαση επιτυγχάνεται αναγνωρίζοντας και επιβεβαιώνοντας ό,τι ο Nietzsche αποκαλεί αιώνια επανάληψη του ίδιου.

Η αιώνια επανάληψη είναι ένα ακόμη όνομα του Διονύσου. Η αναγνώριση και η αποδοχή της αιώνιας επανάληψης είναι η κατάφαση του όλου κατανοημένου ως χάους ή βούλησης για δύναμη, ή, για να το θέσουμε αλλιώς, είναι η στιγμή που η βούληση για δύναμη συγκροτείται ως όλον. Αυτό το όλον δεν είναι κάποιο συστηματικό ή μη αντιφατικό όλον. Είναι ό,τι είναι, αλλά ό,τι κι αν είναι, είναι αυτό το πράγμα ως ένα όλον αιωνίως. Ακόμη κι αν είναι μια χαοτική σειρά στιγμών ή μορφών της βούλησης για δύναμη που εκφράζεται ολοκληρωμένα μόνο μέσα σε μια απίστευτα άπειρη χρονική περίοδο, δεν είναι ανολοκλήρωτο ή αποσπασματικό, ή αιωνίως διαφορετικό από τον εαυτό του. Επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, ακατάπαυστα. Επομένως βρίσκεται πάντοτε στην απαρχή του και πάντοτε στο τέλος του. Εφ' όσον κανείς θέλει το μέλλον, εφ' όσον καταφάσκει σε καθετί που θα έλθει, θέλει επίσης καθετί που υπήρξε, θέλει καθετί μεγαλειώδες και καθετί αβυσσαλέο. Αυτή η κατάφαση, ωστόσο, είναι εφικτή μόνο για τα πιο ισχυρά ανθρώπινα όντα, επειδή μόνο τέτοιοι άνθρωποι είναι σε θέση να υπομείνουν την αβυσσαλέα στιγμή αυτής της αλήθειας. Ως εκ τούτου η ιδέα της αιώνιας επανάληψης, κατά την άποψη του Nietzsche, είναι επίσης μια σφύρα που δοκιμάζει τη δύναμη της ανθρωπότητας και διαχωρίζει τον αδύναμο από τον δυνατό. Ωστόσο, είναι ένα μέσο αναπαραγωγής και επιλογής. Οι αδύναμοι θα συντριβούν από αυτή και οι ισχυροί θα ισχυροποιηθούν περαιτέρω, διότι θα απελευθερωθούν από την οφειλή τους προς το παρελθόν.

ΓΕΝΕ-ΑΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: