Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (171)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Παρασκευή, 5 Μαΐου 2023


                                                             Jacob Burckhardt
                                                                  ΤΟΜΟΣ 3ος
                                      ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ
: ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ
                                                     IΙ. ΕΞΑΜΕΤΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

7. ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ -2


Είναι συνήθως δύσκολο, και μάλλον αδύνατο, να αξιολογήσουμε τον Ησίοδο ως άνθρωπο της σκέψης και ως ποιητή· δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια τί προηγήθηκε της εμφάνισής του. Οι Έλληνες τον τοποθέτησαν δίπλα στον Όμηρο, και τον αντιμετώπισαν με τον ίδιο σεβασμό. Του απέδωσαν την γνησιότητα του συνόλου της δημιουργίας του· ο ίδιος επιμένει ότι έλαβε το χάρισμα της ποίησης από τις Μούσες, τις οποίες και θεωρεί ως πραγματική πηγή έμπνευσης. Αλλά η ποίησή του έχει καθαρά εγκόσμιο χαρακτήρα· αν είχε υπάρξει παρέμβαση του ιερατείου τα πάντα θα είχαν διαφορετικό νόημα. Στα ολοκληρωμένα αποσπάσματα του έργου του ανακαλύπτουμε έναν μεγάλο καλλιτέχνη, μιας καθαρά αρχαϊκής έμπνευσης· ορισμένες φορές όμως το ύφος του μοιάζει ασαφές, όταν για παράδειγμα προσπαθεί να ερμηνεύσει πώς οι αρχέγονες μορφές, όπως η Γαία, κινούνται και αποκαλύπτονται, άλλοτε σαν πρωτόγονες δυνάμεις, και άλλοτε σαν συνειδητές υπάρξεις, ή καθίστανται συνειδητές μέσα από κάποιον εφιάλτη. Στις περιπτώσεις αυτές διακρίνεται μια λάμψη βαρβαρότητας που θυμίζει τη μεσαιωνική μυθική ποιητική συλλογή με την ονομασία Edda.

Η δημόσια απαγγελία από τον ποιητή δημιουργούσε έντονη αίσθηση στο κοινό, όπως και η Επίκληση των νεκρών στην Οδύσσεια. Αλλά αυτός, και ίσως μόνον αυτός, ανταποκρίθηκε στις ζωτικές ανάγκες του έθνους του, διότι ολόκληρη η μετέπειτα διδακτική ποίηση μειονεκτεί, και αδυνατεί να εκφράσει αυτή την πρωτόγονη ορμή σε ότι αφορά τις προθέσεις της· παρότι και η Θεογονία απευθύνεται στο έθνος, πρόκειται για μια μάλλον λογοτεχνική δημιουργία, που αφορά ένα περιορισμένο ακροατήριο, χωρίς άμεση και οικεία επαφή με το πνεύμα του έθνους που επιθυμεί να εκφράσει. Υπήρξε όμως περισσότερο αγαπητή στους ραψωδούς, ίσως επειδή προσφερόταν περισσότερο στο άσμα· και γι αυτόν ακριβώς το λόγο μας μεταβιβάστηκε με μεγαλύτερη αρτιότητα.

Ως προς την προσωποποίηση αφηρημένων υπάρξεων, παρότι ο ποιητής θα μπορούσε να ανατρέξει στην ίδια την παράδοση του έθνους, ωστόσο το απόσπασμα που αφορά τα τέκνα και τους εγγονούς της Νύχτας είναι συγκλονιστικό και καινοφανές. Ακολουθεί μια καταγραφή όλων των απογόνων: ο Νηρέας, και οι Νηρηίδες συνοδευόμενοι από πλήθος τεράτων που γεννούν οι αδελφές του Νηρέα: τις Γραίες, τις Γοργόνες, την Έχιδνα, τη Χίμαιρα κ.ο.κ , και τότε μόνο αναδύονται η Τηθύς και ο Ωκεανός με τους απογόνους τους, τούς Ποταμούς, τούς Χειμάρρους και τίς Κρήνες. Θα μιλήσουμε αργότερα για τη μυστηριώδη εξύμνηση της Εκάτης, την γέννηση και τη διάσωση του Δία. Το τέχνασμα της σύγκρισης των θεϊκών και των ανθρώπινων προσφορών στη Μηκώνη, που συνδέεται με την αρπαγή του πυρός από τον Προμηθέα, και την εκδίκηση του Δία δια της Πανδώρας, περιγράφεται με συντομία, σαν κάτι πολύ γνωστό στον ακροατήριο· μεγαλοπρεπής, ακόμη και αν προστέθηκε εκ των υστέρων, είναι η Τιτανομαχία, και κυρίως η εξέγερση όλων των στοιχείων, τα οποία συμπαρασύρονται από το πυρ, μαζί με το Χάος, και τέλος η θαυμαστή περιγραφή του εγκλεισμού των Τιτάνων στα Τάρταρα. Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο θρύλος του Τυφώνα ελάχιστα προσφέρει, και τα υπόλοιπα ανήκουν μάλλον στους αναμνηστικούς στίχους.

Η φιλοσοφία αποστράφηκε εξ αρχής το στίχο, και ο αρχαιότερος ελληνικός πεζός λόγος που διασώζεται είναι μερικές φράσεις από το έργο του φιλοσόφου Φερεκύδη του Σύρου. «Ο πεζός λόγος και οι γραπτές μαρτυρίες βρίσκονται σε τόσο στενή σχέση ώστε να μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αν η γραφή είχε χρησιμοποιηθεί νωρίτερα από τους Έλληνες, η ποίηση δεν θα είχε παραμείνει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα η μοναδική προστάτης της ευγενούς έκφρασης του έθνους». Δεν θα ήταν ορθό όμως να αποδώσουμε αυτή την καθυστέρηση στο γεγονός ότι η γραφή εξυπηρετούσε τις ανάγκες μιας μειοψηφίας, και όχι τις απαγγελίες στις τελετές και τους αγώνες. Ο πεζός λόγος ήταν προ πολλού σε χρήση στην Εκκλησία του Δήμου και τα δικαστήρια, και απευθυνόταν ασφαλώς στο ευρύ κοινό· στον φιλοσοφικό λόγο όμως προτιμήθηκε εξ αιτίας της ακριβείας του· εν τούτοις ορισμένοι φιλόσοφοι χρησιμοποίησαν το εξάμετρο επειδή βοηθούσε στην απομνημόνευση· και ο Εμπεδοκλής ανέθετε στους ραψωδούς την απαγγελία των χρησμών της Ολυμπίας.

Ο πεζός λόγος εξ άλλου με τον οποίο εκφράζει ο Φερεκύδης την αναρχική θεο-κοσμογονία του, εμπνευσμένη εμφανώς από τον Ορφέα, έχει ακόμη έντονο ποιητικό ύφος: « Ο Δίας, ο Κρόνος και ο Χθων (αρχέγονη Γη), ήταν αθάνατοι. Ο Χθων ονομάστηκε Γη όταν τιμήθηκε από τον Δία… Ο Ζευς μεταμορφώθηκε σε Έρωτα προκειμένου να αναπλάσει την αρχική ύλη του σύμπαντος και να της προσδώσει μιαν ευμορφότερη διάταξη· επεξεργάστηκε ένα μεγάλο και ωραίο ένδυμα, πρόσθεσε χρωματισμούς στη Γη, τον Ουρανό, και στις κατοικίες του Ωκεανού, και άπλωσε το ένδυμα πάνω σε μια πτερωτή δρυ». Εξίσου πλούσιος σε ζωντανές εικόνες είναι ο πεζός λόγος του Ηρακλείδη, ενώ μια απλούστερη πεζογραφία εμφανίζεται στο προσκήνιο με τον Αναξίμανδρο και τον Αναξιμένη.

Μεταξύ των φιλοσόφων που χρησιμοποίησαν το στίχο είναι και ο Ξενοφάνης (περί το 500 π. Χ.), ο οποίος εκτός από ιστορικά ποιήματα και ελεγείες, συνέθεσε ένα ποίημα Περί Φύσεως, το οποίο απήγγειλε ο ίδιος σε εορταστικές τελετές, και όχι μόνο. Η ποιητική μορφή του λόγου, απέναντι στον πεζό ιωνικό λόγο, έχει την αιτιολογία της στην συναρπαστική θεμελιώδη σύλληψη της Ελεατικής σχολής, τον θεϊσμό-πανθεϊσμό του « Ενός και Παντός». Ομοίως ο Παρμενίδης, που υπήρξε πιθανότατα μαθητής του, συνέγραψε τη θεωρία του περί του Είναι, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, σε έμμετρο λόγο (δακτυλικό εξάμετρο). Και εδώ το έργο φέρει τον τίτλο Περί Φύσεως· εμφανίζει ως μούσα του τη θεά Δίκη, μιαν ευφραδή αποκάλυψη, ενώ ολόκληρη η εισαγωγή του έργου αποτελεί ένα ποιητικό αριστούργημα. Τον ίδιο τίτλο, Περί Φύσεως, έχει και το σύγγραμμα του Εμπεδοκλή από τον Ακράγαντα, που διαδίδεται περί το 444 π. Χ. Επιστρέφει και αυτός σε ένα σθεναρό μυθικό ύφος, και είναι πιθανότατα ο τελευταίος που το κατορθώνει, διότι τα υπολείμματα των ορφικών και πυθαγορίζοντων ποιημάτων είναι ασφαλώς μεταγενέστερα και αμφισβητούμενα. Η συγγραφή σε πεζό λόγο θα ήταν αδιανόητη. Αρχίζει με ύφος θρηνητικό, σαν κάποιος θεός που έχει καταδικαστεί για εγκληματικές πράξεις σε συνεχείς μετεμψυχώσεις επί 30.000 έτη, και αφού ζήσει ως άνδρας, ως κόρη, ως φυτό, ως πτηνό και ψάρι, θα πρέπει να περιπλανηθεί πάνω σ’ αυτή τη γη έμπλεος κακίας και δυστυχίας. Η αληθινή φιλοσοφική του θεωρία, η άρνηση της αναγέννησης προς όφελος μιας αέναης μεταμόρφωσης, είναι ακόμα εμφανώς συμβολική. Επιπλέον περιέχει, όπως και ο Λουκρήτιος, μερικές λεπτομερείς απεικονίσεις, όπως των ζωγράφων, του φανού και της κλεψύδρας.

Η εξοικείωση με το εξάμετρο, καθώς και η δυνατότητα της δημόσιας απαγγελίας στίχων, και επομένως της συγκεκριμένης απομνημόνευσής τους με τη μορφή των versus memorials, αλλά κυρίως η επιθυμία των μεταγενέστερων εγγράμματων να καταστούν ταυτόχρονα ποιητές και καλαίσθητοι, συνδεδεμένη με μια μεγαλύτερη ευχέρεια στη σύνταξη, οδήγησαν, παράλληλα με τις πραγματείες σε πεζό λόγο, σε μια διαρκή δημιουργία ποιητικών συγγραμμάτων με κάθε είδους περιεχόμενο. Φυσικά η πρόθεση της διδαχής, όσο και η σχέση αυτών των διδακτικών ποιητών με το έθνος αφίσταται του Ησιόδου, τόσο σε έκταση όσο και σε βάθος. Δεν πρόκειται πλέον για την εσωτερική αναγκαιότητα που ωθούσε τον ραψωδό και τους ποιητές φιλοσόφους, ούτε για τον εν μέρει ηθικοπλαστικό χαρακτήρα της ποίησης· στη θέση όλων αυτών αναδεικνύεται μια γνώση που απευθύνεται στους ειδικούς, που χειραγωγείται σε μεγάλο βαθμό από τη διανόηση, ενώ η ποίηση προκειμένου να τους ακολουθήσει καταφεύγει σε εντυπωσιακές περιγραφές. Μας επιτρέπεται εδώ άραγε να μιλήσουμε για συνειδητό εκχυδαϊσμό της γνώσης ; θα το αφήσουμε ασχολίαστο. Οπωσδήποτε όμως όλοι γνώριζαν ότι παράλληλα με την πρόθεση αυτών των ποιημάτων να μεταλαμπαδεύσουν τη γνώση, υπήρχε και μια εντελώς διαφορετική πρόθεση. Περιέργως, μαζί με αυτούς τους ποιητές αναφέρονται και συγγραφείς, οι οποίοι αντιθέτως, δεν χειρίστηκαν τον μύθο στην επική του μορφή, αλλά σε πεζό λόγο· πρόκειται για τη Θεογονία του Αριστέα από την Προκόννησο, τα Αργοναυτικά του Διονύσιου από τη Μυτιλήνη, κ.ο.κ.

Υπήρξε και μια αστρονομικο-αστρολογική ποίηση, που σύμφωνα με ένα ασαφές απόσπασμα του Ηροδότου είχε την προέλευσή της στην Αίγυπτο. Αλλά τα Φαινόμενα του Άρατου, που συνέγραψε τον 3ο αιώνα, επί Αντιγόνου Γονατά δεν αναφέρονται στην αστρολογία, ενώ ένα παράρτημα περί μετεωρολογίας περιλαμβάνεται στα Διοσημεία του. Πρόκειται απλώς για την επεξεργασία ενός έργου του Εύδοξου που του ζητήθηκε από τον βασιλέα του, η οποία όμως απέκτησε μεγάλο κύρος και μεταφράστηκε στα λατινικά από τους Κικέρωνα και Βάρρωνα του Ατάκινου, Γερμανικό και Αβιανό· διασώζονται επίσης τέσσερα Σχόλια. Η αστρολογία κάνει εκ νέου την εμφάνισή της αργότερα στον Ψευδο-Μανέθωνα και τον Ρωμαίο Μανίλιο, με την μορφή ποιημάτων διδακτικού περιεχομένου.

Σημαντικός διδακτικός ποιητής υπήρξε ο Νίκανδρος ο Κολοφώνιος με τα Ετεροποιούμενα (μεταμορφώσεις) πού πρόσφερε μια πρώτη έμπνευση στη σύλληψη του ποιήματος του Οβίδιου. Με τα Θηριακά και τα Αλεξιφάρμακα, που σχολιάστηκαν ευρέως, εγκαινίασε την ιατρικο-φαρμακολογική ποίηση, στην οποία τον διαδέχθηκε ο Μάρκελλος από τη Σίδη στα τέλη του πρώτου μ. Χ. αιώνα, με τη συγγραφή περίπου σαράντα βιβλίων ιατρικού περιεχομένου, σε δακτυλικό εξάμετρο. Ο Νίκανδρος είναι επίσης συγγραφέας των απολεσθέντων Γεωργικών, τα οποία χρησιμοποίησε ο Βιργίλιος, ως εισαγωγή στα αγρονομικά λεγόμενα ποιήματα (περιέχουν θέματα γεωπονίας και γεωργίας). Υπήρξαν επίσης ποιητές που ασχολήθηκαν με την κυνηγητική και την αλιευτική, οι οποίοι αναφέρονται σε έναν κατάλογο που καλύπτει την περίοδο ως την εποχή του Οππιανού, τον οποίο οφείλουμε στον Αθήναιο, και περιλαμβάνει επίσης συγγραφείς του πεζού λόγου. Δεν έλλειψε και η γεωγραφική ποίηση: ο Διονύσιος ο Περιηγητής συνέθεσε την Περιγραφή του Κόσμου, την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το πλέον αξιόλογο έργο του είδους ανήκει στον Λατίνο ποιητή Αυσόνιο και έχει τον τίτλο Μοζέλα.

Και τέλος η έμμετρη μαγειρική προέρχεται από τη Σικελία, όπου κάποιος με το όνομα Μιθαϊκός, που αναφέρεται από τον Πλάτωνα, συνέθεσε πρώτος ένα ποίημα για την σικελική κουζίνα, ενώ στις κωμωδίες του Επίχαρμου τα τρία τέταρτα των αποσπασμάτων τους ασχολούνται με τα γεύματα. Στη Σικελία επίσης, ένας σύγχρονος του Διονύσιου του Νεότερου, ο Αρχήστρατος, από τη Γέλα, ή τις Συρακούσες, ο οποίος μάλιστα περιηγήθηκε στον κόσμο μελετώντας αυτόν τον τομέα της γνώσης, υιοθετώντας το πλέον εμβριθές διδακτικό ύφος του Ησίοδου και του Θέογνι, συνέθεσε την Ηδυπάθεια (κατ’ άλλους Γαστρονομία, Δειπνολογία, η Οψοποιία), δηλαδή συνταγές και περιγραφές κάθε είδους εδέσματος. Τον ακολούθησαν και άλλοι. Έτσι υπήρξε και ποίημα για μαριναρισμένους ιχθύς, το οποίο ο Ευθύδημος ο Αθηναίος απέδιδε στον Ησίοδο· αναφέρεται ακόμη και κάποιος Νουμέριος, συγγραφέας έμμετρης μαγειρικής τέχνης, καθώς και ο Τιμαχίδας ο Ρόδιος, που πραγματεύθηκε ένα ανάλογο θέμα με έντεκα βιβλία σε εξάμετρο. Ένα διάσημο Συμπόσιο, όπως αναφέραμε ήδη, είχε συγγραφέα του τον Ματρέα, παρωδό του Ομήρου. Ήδη την εποχή του Διονύσιου του Πρεσβύτερου εμφανίζεται ο διθυραμβικός ποιητής Φιλόξενος, ένας φημισμένος κοιλιόδουλος τυχοδιώκτης, του οποίου το Συμπόσιο δεν έχει ύφος εποποιίας αλλά διθυράμβου, ενώ υπάρχουν και αρκετοί άλλοι συγγραφείς που δεν γνωρίζουμε αν χρησιμοποίησαν έμμετρο ή πεζό λόγο.

Αρκετά από τα ποιητικά έργα διδακτικού περιεχομένου, εξ όσων γνωρίζουμε, προσφέρουν στοιχεία απαράμιλλου κάλλους, που μας πληροφορούν για την ευαισθησία αυτού του έθνους, το οποίο και σ’ αυτή την περίσταση δαπανά από το υπερβάλλον της καλαισθησίας του.

(συνεχίζεται)

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Δυτικός κανόνας.
https://www-ereticamente-net.translate.goog/2019/08/melville-la-forza-del-destino-roberto-pecchioli.html?_x_tr_sl=it&_x_tr_tl=el&_x_tr_hl=el&_x_tr_pto=wapp