Παρασκευή 30 Ιουνίου 2023

Ο ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ - ΠΟΙΜΗΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ (1)

  

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ΄

ΠΟΙΜΗΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ

Ο Πνευματικός μεταδίδει στον κόσμο τις λάμψεις της Θεογνωσίας που, ως δέκτης και προβολεύς της Χάριτος του Θεού, αποκτά διά μυστικής εμπειρίας. Όταν ο ίδιος γίνη φως, τότε αυτομάτως θα φωτίζη διά της απλής παρουσίας του. Οφείλει, λοιπόν, να είναι εστία φωτός και πάσης πνευματικότητος, για να μεταλαμπαδεύη το άδυτο φως και στα πνευματικά του τέκνα».

Ο πατήρ Δαμασκηνός ενώ ζούσε στην αφάνεια, σαν ένας άσημος και ταπεινός ιερομόναχος, είχε καταστή εστία φωτός· και δεν ήσαν λίγοι οι κληρικοί -όλων των βαθμίδων- που κατέφευγαν στην φωτισμένη καθοδήγησή του και τον είχαν πνευματικό.

Την χάρι της ιερωσύνης την εθεωρούσε ως την μεγαλύτερη δωρεά του Θεού προς τον άνθρωπο. Γι' αυτό και εκαλλιεργούσε μετά φόβου Θεού τις ιερατικές κλίσεις, προσπαθώντας με ένθερμο ζήλο να διαμορφώνη στους νέους, κυρίως, κληρικούς ακραιφνή ιερατική συνείδηση, συμφώνως προς την Πατερική παράδοση.

«Αρνούμαι τα πάντα χάριν Σου»

Για να μεταδώση ο Γέροντας την δωρεά του Θεού στους αδελφούς του, παραδιδόταν στον φωτισμό του Παρακλήτου, ώστε να χειραγωγή τους λειτουργούς του Υψίστου με σύνεσι και διάκρισι. Ιδιαιτέρως τον ενδιέφερε να διακατέχωνται οι ιερείς από εκκλησιαστικό ήθος και να έχουν ουράνιο φρόνημα και εσχατολογικό προσανατολισμό. Να μελετουν την ματαιότητα του παρόντος βίου και να προσδοκούν «την μέλλουσαν δόξαν... αποκαλυφθήναι»· να ζούν περισσότερο στο επέκεινα του παροδικού αυτού κόσμου, ως ουράνιοι άνθρωποι. Εσχατολογικοί, λοιπόν, ήσαν οι στόχοι που έθετε ο Παππούς, προκειμένου να καταστήση αυθεντικές τις ιερατικές κλίσεις των παιδιών του. 

Συζητώντας, λοιπόν, με ένα νεαρό διάκονο έλεγε: «Νάχης υπ' όψιν, Πάτερ, ότι ο ιερωμένος δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. "Εκ του κόσμου ουκ εστέ", μας ξεκαθαρίζει ο Κύριος. Αυτοί οι Θείοι λόγοι πρέπει να μας συνέχουν διαρκώς, διότι καθορίζουν το ιερατικόν ήθος. Ο ιερεύς δεν επιτρέπεται να έχη κοσμικά φρονήματα. Ο προορισμός του είναι να ζη ο ίδιος τον Ουρανό και να μηνύη στους ανθρώπους την Βασιλεία του Θεού.

«Πρέπει, δηλαδή, να βιώνωμε σιγά-σιγά τα μυστήρια του ουρανίου κόσμου και να εμβαθύνωμε στο άπειρο κάλλος της Βασιλείας του Θεού. Η καρδιά του ιερωμένου πρέπει να είναι δοσμένη πέρα για πέρα στον Χριστό. Να ομολογούμε με πίστι στον Κύριο: "Αρνούμαι τα πάντα χάριν Σου. Δεν διανοούμαι τα παρόντα, δεν σκέπτομαι περιουσίες ούτε θελήματα ούτε συγγενείς ούτε φίλους ούτε τον ίδιο τον εαυτό μου ούτε την ψυχή μου ακόμη... Μόνο Εσένα σκέπτομαι και θέλω μόνο Εσένα!».

Ο Παππούς, που είχε σφηνώσει μονίμως την σκέψη του στις ουράνιες σφαίρες του φωτός, όταν έβλεπε τους ιερωμένους να έχουν προσκόλληση στις γήινες ματαιότητες, ετόνιζε: «Δεν επιτρέπεται σε μας τους κληρικούς να συγχέωμε τα όρια του κόσμου και της Εκκλησίας. Μη συσχηματιζώμεθα τω αιώνι τούτω. Ο ιερεύς οφείλει πάντοτε να έχη την αναφορά του στους εσχάτους καιρούς. Τούτο, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι θα αδιαφορή για τα προβλήματα του κόσμου. Αντιθέτως μάλιστα ενώ θα παρακολουθή τα κοινωνικά προβλήματα, συγχρόνως θα απέχη από τα φρονήματα του κόσμου».

Ο ίδιος είχε τελείως αποδεσμευθή από την έλξι των υλικών πραγμάτων. Εθεωρούσε, λοιπόν, την αφιλοχρηματία ως χαρακτηριστικό γνώρισμα των αποστόλων του Χριστού, ο Οποίος για τριάκοντα αργύρια προδόθηκε από τον μαθητή Του και παραδόθηκε στον θάνατο. Επέμενε, μάλιστα, ότι αυτή η αρετή πρέπει να κοσμή όλους τους κληρικούς, αγάμους και εγγάμους. Οι άγαμοι, κατ' εξοχήν, επειδή έχουν δώσει μοναχικές υποσχέσεις και ωμολόγησαν ότι θα τηρούν πτωχεία, οφείλουν να έχουν μεγαλύτερη συνέπεια· δηλαδή, να μη προσκολλώνται στα υλικά αγαθά, αλλά να αρκούνται μόνο στα απαραίτητα. Ομοίως δεν εδικαιολογούσε την φιλοσυγγένεια, η οποία απάδει προς τις ιερές ομολογίες των μοναχών. Και ισχυριζόταν: «Αφιερωμένος είναι εκείνος που απαρνήθηκε τους πάντας και τα πάντα. Η αφιέρωσης του ιερομονάχου είναι αυταπάρνησις· απάρνησις της περιουσίας, των πτυχίων, των συγγενών, των πάντων».

Όταν κάποτε επληροφορήθηκε ότι ένας ιερομόναχος, από τα πνευματικά του παιδιά, αναμιγνύεται στην οικογενειακή ζωή των αδελφών του, ελυπήθηκε πολύ και αναγκάσθηκε να τον επιπλήξη λέγοντας: «Τι δουλειά έχεις εσύ να επεμβαίνης στα οικογενειακά των συγγενών σου; Δεν τους έχεις απαρνηθή. Δεν τους εμπιστεύθηκες στον Θεό. Δεν ξέρεις ότι τους κάνεις κακό; Η δική σου μέριμνα εμποδίζει τον Θεό να φροντίζη ανά πάσαν στιγμήν γι' αυτούς και έτσι τους υστερείς την Θεία προστασία. Ο άγαμος ιερωμένος, ως αφιερωμένος στον Θεό, οφείλει να μεριμνά και να εργάζεται μόνο για την Εκκλησία· να είναι νεκρός για τον κόσμο και τους συγγενείς, τηρώντας με συνέπεια τις μοναχικές του υποσχέσεις. Έτσι δεν είναι; Δεν υπάρχει πιο άσχημο πράγμα από τον αφιερωμένο στον Θεό άνθρωπο, που παραμελεί τα πνευματικά του καθήκοντα και ασχολείται με τους συγγενείς και τα πράγματα του κόσμου. Ο ιερεύς έχει αναλάβει το ύψιστο έργο επί της γης. Είναι συνεργός του Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων. Στέκεται στην όχθη της στρατευομένης Εκκλησίας και διαπορθμεύει τους πιστούς στην αιώνιο ακτή της Βασιλείας του Θεού. Γι' αυτό συνεχώς έχει να κάνη με τον Ουράνιο κόσμο, με τους Αγγέλους, με τους Αγίους».

Συχνά ο Παππούς προτιμούσε να σε λυπήση προσκαίρως, προκειμένου να σε καθαρίση από την σηπεδόνα της επάρσεως, όπως ομολογεί και ο Απόστολος: «Ει γαρ εγώ λυπώ υμάς, και τις εστιν ο ευφραίνων με ει μη ο λυπούμενος εξ εμού;». Είναι αλήθεια ότι οι λόγοι του πολλές φορές εφαίνοντο αυστηροί. Δρούσαν, όμως, ως ιαματικοί καυτήρες, χωρίς να πληγώνουν, επειδή συνωδεύοντο από την πηγαία αγάπη του και την χάρι του Πνεύματος. Έτσι, αφού ωδηγούσε σε Χριστογνωσία την ψυχή, την έφερνε κατόπιν σε αυτογνωσία. Γι' αυτό οι παραινέσεις του μεταδίδουν την γλυκύτητα της ευσπλαγχνίας και την αγωνία της πατρικής του ψυχής, που αγωνίζεται να αναδείξη τα τέκνα του «κοινωνούς Θείας φύσεως».

Ο Παππούς εθεωρούσε απαράδεκτη την αναστροφή των κληρικών με ανθρώπους που έχουν κοσμικά φρονήματα, καθώς επίσης και την συμμετοχή τους σε κοσμικές εκδηλώσεις. Πολύ δε περισσότερο δεν επέτρεπε στους ιερείς, που καθοδηγούσε, να αναμιγνύωνται στα πολιτικά πράγματα, διχάζοντας και σκανδαλίζοντας το ποίμνιό τους. Επανελάμβανε δε τους λόγους του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Το γαρ της Εκκλησίας όνομα, συμφωνίας όνομα και ομονοίας εστί».

Η αίσθησις της ευθύνης για τους κληρικούς, που κατηύθυνε, τον διακατείχε πάντοτε. Γι' αυτό και δεν έπαυε να προστρέχη ενώπιον του Θεού, με έμπονη και ένθερμη δέησι, ζητώντας φωτισμό για την καθοδήγησή τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια: