Τρίτη 20 Ιουνίου 2023

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ (4)

Συνέχεια από: Κυριακή 18 Ιουνίου 2023

W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

5. Σε όλους αυτούς τους διαλογισμούς του Ιερού Αυγουστίνου κεντρικό σημείο είναι η έννοια της ελευθερίας της βούλησης. Είναι μια προαίρεση, μια επιλογή ή συγκατάθεση της βούλησης, που συντελείται ανεξάρτητα από τις δραστηριότητες της διάνοιας και δεν καθορίζεται από γνωστικά κίνητρα· αντίθετα, αυτή η ίδια επιδρά καθοριστικά στη γνώση, χωρίς η συνείδηση να μπορεί να έχει λόγο γι' αυτό. Ο Αυγουστίνος έμεινε σταθερός στην έννοια της ελευθερίας της βούλησης και προσπάθησε να αντικρούσει τις ποικίλες αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν γι' αυτήν. Εκτός από την ηθική-θρησκευτική υπευθυνότητα επιμένει προπαντός στο θέμα της δικαιοσύνης του Θεού. Αλλά τις πιο μεγάλες δυσκολίες τις συναντά καθώς προσπαθεί να συμβιβάσει την αναίτια πράξη που αντικειμενικά είναι εξίσου δυνατή όσο και η ακριβώς αντίθετή της με τη γνώση που εκ των προτέρων έχει ο Θεός γι' αυτήν. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ο Αυγουστίνος καταφεύγει στη διάκριση αιωνιότητας (άχρονου) και χρόνου. Υποστηρίζει ότι ο χρόνος, που τον διερευνά με εξαιρετικά λεπτό τρόπο, έχει πραγματική σημασία μόνο για τις συγκρίσεις των λειτουργιών της εσωτερικής εμπειρίας, και μόνο αργότερα αποκτά σημασία και για την εξωτερική εμπειρία. Η γνώση που έχει από πριν ο Θεός για τα πράγματα, γνώση καθαυτήν άχρονη, έχει αιτιακά τόσο λίγη καθοριστική δύναμη πάνω στα μελλοντικά γεγονότα όσο και η ανάμνηση πάνω στα περασμένα. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αυγουστίνος δίκαια θεωρείται ένας από τους πιο ένθερμους και σθεναρούς υποστηρικτές της ελευθερίας της βούλησης.

Αλλά η άποψη αυτή, που βασικά κατακτήθηκε με τα μέσα της προηγούμενης φιλοσοφίας, διαπλέκεται στο έργο του Αυγουστίνου με μια άλλη ενότητα ιδεών, που πυρήνας της είναι η έννοια της Εκκλησίας και η λυτρωτική δύναμή της. Εδώ, απέναντι στην αρχή της αυτοβεβαιότητας του ατομικού πνεύματος, υπερισχύει η αρχή της ιστορικής γενικότητας. Η ιδέα της χριστιανικής Εκκλησίας -της οποίας ο Αυγουστίνος υπήρξε ο πιο δυναμικός υπέρμαχος- ριζώνει στην πανανθρώπινη ανάγκη για λύτρωση. Η ιδέα όμως αυτή δεν συμβιβάζεται με την απόλυτη ελευθερία της βούλησης που δεν καθορίζεται από τίποτε. Γιατί η ιδέα της λύτρωσης προϋποθέτει αναγκαστικά ότι κάθε άτομο είναι αμαρτωλό και χρειάζεται να λυτρωθεί. Υπό την τεράστια πίεση αυτής της ιδέας ο Αυγουστίνος αναγκάστηκε, παράλληλα με τη θεωρία του για την ελευθερία της βούλησης, που τόσο πλατιά την αναπτύσσει στα φιλοσοφικά έργα του, να διατυπώσει και μια άλλη εντελώς αντίθετη θεωρία.

Ο Αυγουστίνος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα της προέλευσης του κακού -ένα πρόβλημα στο οποίο έδινε μεγάλη σημασία- διαμέσου της ελευθερίας της βούλησης, μένοντας έτσι σταθερός στην ιδέα της ανθρώπινης ευθύνης και της δικαιοσύνης του Θεού. Στο θεολογικό όμως σύστημά του περιορίζει αυτή την ελευθερία της βούλησης στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο. Η υπόθεσή του για την ουσιαστική ενότητα του ανθρώπινου γένους -που υπήρχε και στην πίστη ότι χάρη στον ένα Σωτήρα θα σωθούν όλοι- έκανε δυνατή και τη διδασκαλία του ότι στο πρόσωπο του Αδάμ είχε αμαρτήσει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Η κατάχρηση της ελευθερίας της βούλησης από τον πρώτο άνθρωπο έχει διαφθείρει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, με αποτέλεσμα να είναι πιά αδύνατο στον άνθρωπο να μην αμαρτάνει (non posse non peccare). Η απώλεια της ελευθερίας της βούλησης αφορά ολόκληρο το γένος που κατάγεται από τον Αδάμ χωρίς καμία εξαίρεση. Κάθε άνθρωπος έρχεται στον κόσμο έχοντας αυτή τη διεφθαρμένη φύση, που δεν είναι ελεύθερη ούτε μπορεί πια με τη δική της μόνο δύναμη να πλησιάσει το αγαθό. Αυτό το κληρονομικό αμάρτημα είναι η τιμωρία για το πρωταρχικό αμάρτημα. Ακριβώς όμως γι' αυτό έπεται ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι χρειάζονται τη λύτρωση και τη χάρη της Εκκλησίας. Τη χάρη αυτή κανένας δεν είναι άξιος να τη δεχτεί. Γι' αυτόν το λόγο, υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, δεν πρέπει να θεωρηθεί αδικία το γεγονός ότι ο Θεός δεν χορηγεί αυτή τη χάρη (που άλλωστε κανένας δεν μπορεί να την απαιτήσει ως δικαίωμά του) σε όλους, αλλά μόνο σε λίγους - χωρίς κανείς να γνωρίζει ποιοί είναι αυτοί. Από την άλλη πλευρά η θεία δικαιοσύνη απαιτεί τουλάχιστον μερικοί άνθρωποι να τιμωρούνται διαρκώς για το αμάρτημα του Αδάμ και να εξαιρούνται από τη χάρη και τη λύτρωση. Και καθώς όλοι οι άνθρωποι, εξαιτίας της διεφθαρμένης φύσης τους, είναι στον ίδιο βαθμό αμαρτωλοί και ανίκανοι να διορθωθούν, η επιλογή εκείνων που θα δεχτούν τη χάρη δεν βασίζεται στην αξία τους (αφού αυτή η αξία είναι ανύπαρκτη προτού εκδηλωθεί η θεία χάρη) αλλά σε μια ανεξιχνίαστη απόφαση του Θεού. Ο Θεός αποκαλύπτεται με μια ακαταμάχητη δύναμη (gratia irresistibilis) μόνο σε όποιον θέλει εκείνος να σώσει. Ο μη εκλεκτός δεν είναι δυνατό να σωθεί με κανέναν τρόπο. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ούτε καν να πλησιάσει το αγαθό, αν στηριχτεί αποκλειστικά στη δική του δύναμη: κάθε αγαθό προέρχεται από τον Θεό και μόνο από αυτόν. Στη θεωρία του Αυγουστίνου για τον προκαθορισμό του ανθρώπου (και εδώ ακριβώς έγκειται το φιλοσοφικό στοιχείο της) η απόλυτη αιτιότητα του Θεού συνθλίβει την ελεύθερη βούληση του ατόμου. Το άτομο δεν έχει ούτε μεταφυσική αυτοτέλεια ούτε τη δυνατότητα να πράττει αυθόρμητα: υποχρεώνεται από τη φύση του να αμαρτάνει ή από τη χάρη του Θεού να πράττει το αγαθό. Έτσι στον Αυγουστίνο συγκρούονται δύο ισχυρότατα ιδεολογικά ρεύματα. Θα είναι πάντοτε εκπληκτικό το γεγονός ότι ο άνθρωπος που θεμελίωσε τη φιλοσοφία στη βεβαιότητα που έχει η ατομική συνείδηση για τον εαυτό της, ο άνθρωπος που μελέτησε με τον πιο λεπτό τρόπο τα βάθη της εσωτερικής εμπειρίας και ανακάλυψε ότι πηγή της πνευματικής προσωπικότητας είναι η βούληση, ο ίδιος αυτός άνθρωπος για χάρη μιας θεολογικής διαμάχης υποχρεώθηκε να υποστηρίξει μια άποψη για τη σωτηρία της ψυχής, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις της ατομικής βούλησης έχουν αμετάκλητα καθοριστεί είτε από την καθολική διαφθορά της ανθρώπινης φύσης είτε από τη χάρη του Θεού. Στη σύλληψή του για την ψυχική πραγματικότητα του ανθρώπου αντιπαλεύουν δύο εντελώς αντίθετες τάσεις: η μία αναγνωρίζει την κυριαρχία του ατόμου (individualismus), η άλλη την κυριαρχία του γένους (universalismus). Η έκδηλη αντιφατικότητα αυτών των δύο τάσεων δεν αίρεται από τις διαφορετικές σημασίες της λέξης «ελευθερία», που στην πρώτη περίπτωση έχει ψυχολογικό και στη δεύτερη ηθικοθρησκευτικό νόημα. Η αντίθεση των δύο τάσεων, που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους, κληροδοτήθηκε και στην παραπέρα εξέλιξη της φιλοσοφίας ύστερα από τον Μεσαίωνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: