Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2023

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (196)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2023


Jacob Burckhardt
ΤΟΜΟΣ 3ος
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ:
ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ
IV. Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ ΕΞΑΜΕΤΡΟΥ

8. Η ΑΡΧΑΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ - 3


Οι χαρακτήρες, τα βασικά πρόσωπα της κωμωδίας, είναι γενικά καρικατούρες (υπερφορτωμένες) με την κυριολεκτική έννοια του όρου, διότι ήδη οι μεταμφιέσεις τους αποτελούνται από αλλόκοτα ενδύματα που περιλαμβάνουν τόσο συνήθη όσο και φανταστικά εξαρτήματα, τα οποία συνθέτουν ένα εντελώς εξωπραγματικό μείγμα. Δεν αποβλέπουν κατά κανένα τρόπο στο πιθανό και το αληθοφανές, ή απλώς σε κάτι το ιδιαίτερο, όπως στη νέα κωμωδία, αλλά καταφεύγουν στην υπερβολή και τη γελοιοποίηση, ενίοτε προσωπική, και καμιά φορά σε μια ουτοπική εξιδανίκευση. Και είναι ακριβώς αυτή η προσωποποίηση που αποκλείει κάθε γενικό χαρακτηριστικό ή τυπικό στοιχείο. Η αρχαία κωμωδία δεν αντανακλά και δεν συνετίζει τον κόσμο, αλλά μόνο τον συγκεκριμένο αθηναϊκό βίο. Μόνο οι δευτερεύουσες φυσιογνωμίες, αυτές που εκπροσωπούν ή προσφέρουν μιαν υπηρεσία ή ασκούν ένα λειτούργημα, όπως η τροφός, ο συκοφάντης, ο χρησμολόγος, και κυρίως οι υπηρέτες, εμφανίζονται με την συνήθη μορφή τους. Ορισμένα πρόσωπα, όπως ο Δικαιόπολης στους Αχαρνείς και ο Τρυγαίος στην Ειρήνη, εκπροσωπούν την καθαυτό φυσιογνωμία του χωρικού. Είναι ιδιαίτεροι χαρακτήρες, οι οποίοι όμως δεν εμπλέκονται μεν στις αλλοπρόσαλλες και κωμικές περιπέτειες, αλλά η ωμή και τυπική πραγματικότητα που αντικατοπτρίζουν ενίοτε, η στάση και η συμπεριφορά τους, ανάγονται στη σφαίρα του κωμικού. Ξεκινώντας από τον Στρεψιάδη και το γυιό του Φειδιππίδη, γίνεται προφανές ότι ένας δολοπλόκος μεταμορφωμένος σε χωρικό και ο αλαζών υιός του δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να μαθητεύσουν στη σχολή των σοφιστών προκειμένου να ρυθμίσουν προσωπικές υποθέσεις, και ότι ένας Σωκράτης, ακόμη και όπως αυτός εμφανίζεται στις Νεφέλες, δεν θα πρόσφερε ποτέ τις υπηρεσίες του σε παρόμοιους συνωμότες. Αλλά ο ίδιος αυτός Στρεψιάδης, που πιστεύει ότι τα χρέη του δεν θα αυξάνονταν αν κατόρθωνε να εγκλωβίσει τη σελήνη μέσα σε ένα κιβώτιο με τη βοήθεια μιας μάγισσας από τη Θεσσαλία, είναι σε θέση να επιχειρήσει μια διένεξη με τον γυιό του σχετικά με τον Σιμωνίδη, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη ! Και δίπλα τους ο Σωκράτης εκπροσωπεί ένα συνονθύλευμα σοφιστικής, μετεωρολογίας, αθεΐας και διαλεκτικής. Ο Φιλοκλέων στις Σφήκες περιγράφεται καθ’ υπερβολή ως συνδαιτυμόνας των Ηλιαστών. Σύμφωνα με την περιγραφή του δούλου του Ξανθία όμως, φοβάται τόσο πολύ μήπως του λείψουν πέτρες για την ψηφοφορία, ώστε να έχει οικοδομήσει ολόκληρο λατομείο στο σπίτι του. Αδιανόητη μοιάζει να είναι στους Βατράχους η απεικόνιση ενός κακόγουστου θεατρικού προτύπου του Διονύσου, στο οποίο αποτυπώνονται χωρίς ενδοιασμούς τα χαρακτηριστικά θείας προέλευσης που ανήκουν στο θεό. Ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί απλώς το θεό επί σκηνής για να σατιρίσει ένα κοινό που εκθειάζει τον Ευριπίδη. Κατά συνέπεια αυτός ο Διόνυσος εμφανίζεται σαν ένας δόλιος, άνανδρος και έκφυλος αθηναίος, σαν ένα υποκείμενο κακάσχημο, νωθρό, εξαθλιωμένο και επιπλέον επίορκο, σε βαθμό που ο υπηρέτης του Ξανθίας να φαντάζει δίπλα του ήρωας. Πρόκειται, σχεδόν πάντοτε, για χαρακτήρες που δεν ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες ιδιότητες του προσώπου που απεικονίζουν, αλλά για πρόσωπα εύπλαστα και μεταβαλλόμενα, χωρίς ουδεμία αληθοφάνεια. Γι αυτό είναι απαραίτητο, εδώ, όπως και στον Ραμπελαί, να αποφεύγεται κάθε συσχετισμός αυτών των προσώπων με συγκεκριμένους και σταθερούς χαρακτήρες. Η παρωδία παραχωρεί στον δημιουργό της το δικαίωμα κάθε είδους μεταμόρφωσης και συσχετισμού των προσώπων με τα γεγονότα. Οι χαρακτήρες της κωμωδίας μπορούν επίσης ανά πάσα στιγμή, εκτός από τις συνεχείς μεταμορφώσεις τους, να μιλήσουν και να συμπεριφερθούν σύμφωνα με την πραγματική τους υπόσταση, ο Δικαιόπολης και ο Τρυγαίος ως πραγματικοί χωρικοί, ο Καρίων και ο Ξανθίας ως δούλοι, ο Στρεψιάδης σαν ένας άξεστος χωρικός, ο Διόνυσος σαν θεός. Προκειμένου να ικανοποιήσει τις καλλιτεχνικές βλέψεις του, ο ποιητής θα πρέπει να χειριστεί τους χαρακτήρες του με την μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία: να μπορεί δηλαδή να αποτυπώσει και ταυτόχρονα να ελέγξει τις διαθέσεις των Αθηναίων απέναντι σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, με ένα απόλυτα σαρκαστικό τρόπο.

Μια πολύ εκλεπτυσμένη και χαρακτηριστική σκιαγράφηση του Αθηναίου πολίτη αποτυπώνεται σε δύο πρόσωπα, τον Πεισθέταιρο, και τον Ευελπίδη στους Όρνιθες. Ο πρώτος είναι η προσωποποίηση της αλαζονικής φύσης του Αθηναίου, που κατορθώνει συνήθως να επινοεί διεξόδους και να αυτοσχεδιάζει απίθανες εξελίξεις. Αρκεί να θυμίσουμε την μακροσκελή δημαγωγική του αγόρευση προς τα πτηνά, (462 κ.ε.) με την οποία επιδιώκει να τα πείσει ότι κάποτε κυβερνούσαν τον κόσμο, και θα πρέπει να τον κυβερνήσουν και πάλι· και μπορούμε να διακρίνουμε εδώ πόσο οικεία υπήρξε στους Αθηναίους αυτή η συμπεριφορά, σε κάποιους άλλους τομείς της καθημερινότητας· ο ποιητής εκμεταλλεύεται εδώ στο έπακρο το σύνολο των συνθηκών. Και είναι επίσης ιδιαίτερα χαρακτηριστική η αυτοπεποίθηση με την οποία αυτό το πρόσωπο αντιμετωπίζει, στο τέλος του έργου, την αντιπροσωπεία των θεών, συμπεριφορά που του επιτρέπει να διαπραγματευθεί όχι μόνο το σκήπτρο, αλλά και την κυριαρχία. Κάθε ενεργός πολίτης των Αθηνών θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του και τους ομοίους του σ’ αυτή την απεικόνιση της θρασείας εμμονής με την οποία ήταν διατεθειμένος να υπερασπισθεί το δίκιο του. Ο σύντροφός του Ευελπίδης είναι ο χαρακτήρας του καλοσυνάτου και αφελούς συμπάσχοντος, ο οποίος όμως δεν παύει να επικαλείται κάθε είδους δυσκολίες· είναι πιστό αντίγραφο μιας κατηγορίας Αθηναίων, αλλά συνδράμει ενίοτε και τον Πεισθέταιρο στην επιδειξιμανία του, ακόμη και απέναντι στους θεούς.

Με τόσο ασυνάρτητα πλάσματα είναι φυσικά δυνατόν να συνθέσει κανείς μία «πλοκή»· είναι ήδη τόσο παράδοξα ώστε το μόνο που απομένει είναι να τους προσφέρει κανείς απόλυτη ελευθερία δράσης, ακόμη και αν φθάσουν σε ακραίες εκδηλώσεις, όπως για παράδειγμα να πυρπολήσουν τον αιωρούμενο κάλαθο του Σωκράτη. Δεν υπάρχουν μυστικά στη συμπεριφορά τους, ούτε χρειάζεται να υποκρίνονται και αποκαλύπτουν τα πάντα εξ αρχής. Η υπερβολή αποτελεί συστατικό στοιχείο της σάτιρας σε όλες τις λεπτομερείς περιγραφές, ακόμη και όταν αφορούν σε πρόσωπα απόντα, όπως στην περίπτωση του Μέγα Βασιλέα, στους Αχαρνείς. Έντεκα χρόνια διήρκεσε το ταξίδι της αντιπροσωπείας που τον επισκέφτηκε, και τον τέταρτο χρόνο της αποστολής της, όταν έφτασε στο παλάτι, ο μονάρχης είχε αναχωρήσει με τη στρατιά του πάνω σε χρυσά βουνά για να κάνει «την ανάγκη του». Η παρωδία, ακόμα και όταν πρόκειται για την αφήγηση σοβαρών, ή και τραγικών γεγονότων, τα οποία μεταφέρονται ελαφρώς αλλοιωμένα, μεταμορφώνει τον αφηγητή, πέρα από κάθε κανόνα λογοτεχνικής δεοντολογίας, σε γελοιογραφία, όπως για παράδειγμα στις Νεφέλες, τον ενεχυροδανειστή που τελικά υποκύπτει.

Και ενώ χαρακτήρες που υποδύονται πρόσωπα με συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα ή κάποια άλλη ιδιότητα μπορεί να γελοιοποιούνται σε απόλυτο βαθμό, όπως ο Διόνυσος, ο Σωκράτης, οι αγγελιοφόροι στις Νεφέλες και τους Όρνιθες, όταν πρόκειται για προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών η δράση τους περιορίζεται, και ο Αριστοφάνης αποφεύγει συνήθως να τις οδηγήσει σε περεταίρω γελοιοποίηση από αυτήν που προϋποθέτουν τα προσωπεία τους· τις καθιστά δηλαδή αμέτοχες σε οποιουδήποτε είδους διαπλοκή. Τέτοιου είδους προσωποποιήσεις υπάρχουν στις Νεφέλες με τα χαρακτηριστικά του Δίκαιου και του Άδικου Λόγου, όπου ο ένας φέρει παραδοσιακό ένδυμα και ο άλλος σύγχρονο (ασφαλώς καθ’ υπερβολήν), και εμφανίζονται μέσα σε συρόμενα κλουβιά. Ο Πόλεμος στην Ειρήνη, και ο Πλούτος στην ομώνυμη κωμωδία περιλαμβάνονται στην ίδια κατηγορία, ενώ ο Δήμος (προσωποποίηση του λαού) τους Ιππείς τοποθετείται σε μια κατηγορία ενδιάμεση. Η παρουσία αυτών των προσωποποιήσεων μας προσφέρει και μια γενική εικόνα της εμφάνισης των διαφορετικών μορφών στην αρχαία κωμωδία.

Παρενθετικά να θυμίσουμε και πάλι τον έντονο ρεαλισμό του Αριστοφάνη σε συγκεκριμένες περιγραφές. Έχουμε ήδη αναφέρει την καλαίσθητη απεικόνιση της Αττικής όπως εμφανίζεται από τα ύψη των νεφών· να προσθέσουμε εδώ την περιγραφή της Αττικής σε καιρό ειρήνης, όπως μας προσφέρεται στην Ειρήνη (520 κ.ε.), και την απεικόνιση των Αθηνών στους Αχαρνείς (544) καθώς ετοιμάζεται η αποστολή μιας αρμάδας.

Σε ότι αφορά τη σατιρική αναπαράσταση του κλίματος μιας συγκεκριμένης εποχής, υπάρχουν και άλλα παραδείγματα ιστορικών περιόδων, αλλά κανένα δεν αγγίζει το μεγαλείο της αυθεντικότητας που προσφέρει η αριστοφανική κωμωδία· το γεγονός ότι ένα ιστορικό συμβάν, όπως ο Πελοποννησιακός πόλεμος, και ολόκληρη η εσωτερική και εξωτερική αναταραχή που προκάλεσε στο ελληνικό βίο, συνοδεύεται από την υπέροχη μελωδία που συνθέτουν τα κουδουνάκια ενός γελωτοποιού είναι μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία. Αναφερόμαστε σε μιαν εντελώς ιδιαίτερη εποχή κατά την οποία ένα αδιανόητο παραλήρημα συνείχε τους περισσότερους ανθρώπους. Η Αθήνα είχε αναδείξει ένα απίστευτο πλούτο πολιτικών θεσμών, κοινωνικής και νομικής καλλιέργειας· και όλα αυτά θυσιάστηκαν εξ ορισμού στο βωμό του ανταγωνισμού, τα πάντα οργανώθηκαν και προσφέρθηκαν στο βωμό του θριάμβου και της αμοιβαίας συναλλαγής· και ο αγώνας αυτός βαθμιαία εκφυλίστηκε σε διεκδικήσεις της μάζας· ας προσθέσουμε εδώ τη διαμάχη ανάμεσα στον αθεϊσμό και την προκατάληψη, καθώς και την κυριαρχία σε μιαν ολόκληρη αυτοκρατορία συνοδευόμενη από την κρίση που ξέσπασε, καθώς το επίκεντρο των εξελίξεων μεταφέρεται στην ανοιχτή θάλασσα· μεγαλοφυΐα και φαυλότητα συμπλέκονται, και ένας σημαντικός αριθμός από αξιόλογες και μάλιστα ξεχωριστές προσωπικότητες ωριμάζει μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες: οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες, ποιητές και φιλόσοφοι, ο Αλκιβιάδης, ο Θουκυδίδης – όλα αυτά μέσα σε συνθήκες πανώλης, λιμού και πολέμου.

Υπόθεση της κωμωδίας ήταν να συλλέξει όλες τις όψεις και τις διαφορετικές στιγμές αυτής της εξέλιξης μέσα στο χώρο ενός τεράστιου κοίλου κατόπτρου. Από την εποχή του Αρχίλοχου και της ιαμβικής δημιουργίας, η ποίηση είχε εξοικειωθεί με τον ρεαλισμό, δηλαδή την αξιοποίηση των λεπτομερειών του βίου, στο βαθμό που ήταν αντιπροσωπευτικές· η κωμωδία από την πλευρά της, αξιοποιεί τα μεγάλα και τα μικρά γεγονότα με τη διαφορά ότι η απροσμέτρητη φαντασία τής επιτρέπει ζωντανέψει τα χαρακτηριστικά στοιχεία τους και να τα αναγάγει σε αλλόκοτη σάτιρα· ταυτόχρονα όμως ήταν σε θέση να συμπεριλάβει ένα πλήθος από θαυμαστές καλλιτεχνικές επιδόσεις και στοιχεία απαράμιλλου κάλλους· ο ενθουσιασμό και η χλεύη έπρεπε να συνυπάρξουν.

Η Αθήνα ήταν ένας τόπος που επιζητούσε τη θέαση μέσα από αυτό το κοίλο κάτοπτρο. Και ενώ η Γαλλική Επανάσταση θα οδηγούσε στη λαιμητόμο οποιονδήποτε τολμούσε να αμφισβητήσει την ορμητικότητά της, έστω και στο ελάχιστο, ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα τον γελοιοποιούσε, και ενώ η σύγχρονη εποχή μόλις που υπομένει επί σκηνής μερικούς «περιπαιχτικούς στίχους», και τόσους πολιτικούς σχολιασμούς όσους αναγράφονται σε έγκριτες εφημερίδες, αλλά δεν ανέχεται ασφαλώς την κριτική μιας μειοψηφίας, ή την αμφισβήτηση ενός παράτολμου ενθουσιασμού της στιγμής, η πόλη αυτή βίωνε τα υψηλά ιδανικά της, αλλά παράλληλα επιζητούσε να μάθει πώς την έκριναν οι μεγάλοι ποιητές της, και τους παραχωρούσε κάθε δικαίωμα προσωπικού λόγου, ο οποίος ενδεχομένως να απηχούσε την άποψη της μειοψηφίας. Και ταυτόχρονα, αυτοί ακριβώς οι κωμικοί ποιητές της, όπως και οι τραγικοί, εμφορούνταν από τον πνεύμα της άμιλλας.

Ο ποιητής είχε χρέος να κατανοεί και να μοιράζεται ότι ακριβώς ενδιέφερε την Αθήνα, και τίποτε περισσότερο. Και την δύναμη που του επέτρεπε να υπερίπταται της τρέχουσας κατάστασης ενέπνεε μακροπρόθεσμα και κατ’ αποκλειστικότητα μια σθεναρή θέληση συνεισφοράς στην ευημερία της πόλης των Αθηνών, στη βάση προτύπων παλαιότερων εποχών, όπως οι μαραθωνομάχοι, κάτι που επεδίωξε με την ποίησή του και ο Αισχύλος. Και δεν θα ήταν δυνατόν να πετύχει κάτι τέτοιο μόνο αστειευόμενος, σατιρίζοντας ή έστω περιπαίζοντας. Ως πατριώτης και laudator temporis acti (υμνητής του παρελθόντος), είχε την ευχέρεια να παρενοχλεί όλα τα πρόσωπα και όλα τα κόμματα, και να υπηρετεί το στόχο του χωρίς να προτάσσει την αρετή, ή προτάσσοντάς την επ’ ευκαιρία, υπηρετώντας όμως εν ελευθερία τον σαρκασμό του. Ταυτόχρονα όμως επέτρεπε ενίοτε στον εαυτό του την αυθαιρεσία, όπως στις Νεφέλες, και την αφιέρωση σε μια πολιτική επιλογή, που μπορεί να μην ήταν πάντοτε η ενδεδειγμένη.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: