Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ “ΚΑΚΟ ΣΤΟΝ ΘΕΟ” (12)

Συνέχεια από: Tετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΟΝ ΘΕΟ 
Του Antonio Stevenazzi.
          
ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, 
ΔΗΛΑΔΗ Ο ΘΕΟΣ ΣΑΝ ΑΒΥΣΣΑΛΕΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ(συνέχεια)
          
Επιστρέφοντας στο διάσημο αυτό χωρίο, ο Pareyson απορρίπτει αποφασιστικά την έννοια τού Θεού σαν Είναι, κάτι που υπονοεί και η ελληνική μετάφραση τών εβδομήκοντα και εκείνη τού Θεού με τούς όρους τού προσώπου. Αυτές για τον συγγραφέα μας είναι μυστικιστικές, καθώς πάσχουν από έναν φθειρόμενο ανθρωπομορφισμό που τον αντικειμενοποιούν, κρυμμένο κάτω από την μάσκα εννοιολογικών ορισμών. Η πρώτη σαν οντοθεολογική μείωση τού Θεού στο Είναι και τού Είναι στο υπέρτατο Όν. Ο δεύτερος παρότι λιγότερο αφαιρετικά, παρόλα αυτά παραμένει ένα ανθρωπομορφικό μυστικιστικό όραμα, διότι θεωρεί τον Θεό σαν πρόσωπο κάνοντας τήν ίδια υποστατικοποίηση τών ανθρωπομορφικών ποιοτήτων όσων εννοούν τον Θεό σαν αξία, αιτία, Είναι, Αγαθό, ή Νόηση!
          Η ερμηνεία τού Pareyson σύμφωνα με έναν ανθρωπομορφισμό συμβολικό και όχι κατώτερο καί παραποιημένο στρέφεται προς τον χαρακτηρισμό τής ελευθερίας τού Θεού. Μέσα σ ’αυτό το πλαίσιο, το βιβλικό “Εγώ ειμί ο ών” ή “Εγώ είμαι αυτός που είμαι”- μία μετάφραση η οποία προτιμάται από όλες όσες προκύπτουν από την γραμματική τού βιβλικού χωρίου- ερμηνεύεται σαν την έκφραση τής θείας θελήσεως ώστε να μην αποκαλύψει τό ιδιαίτερο όνομα, σαν το ειρωνικό κρύψιμο τού Θεού πίσω από την αινιγματική έκφραση, η οποία θα υπερασπιζόταν κατά κάποιο τρόπο και θα προστάτευε την αβυσσαλέα και αξεπέραστη Θεία υπερβατικότητα! Αλλά αυτή η αποποίηση τού Θεού δεν είναι μία καθαρή και απλή αποσιώπηση δεν είναι μία κενή σιωπή, η οποία θα καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε σχέση τού ανθρώπου με το Θείο, καθότι αντιθέτως είναι πάντοτε ένας λόγος, μυστηριώδης χωρίς αμφιβολία, αλλά παρ’όλα αυτά ένας λόγος, ο οποίος αφήνει να φανεί κάτι, παρότι εμμέσως, από το μυστήριο πού λέει. Η βιβλική λέξη λοιπόν αποκαλύπτει και κρύβει ταυτοχρόνως, το όνομα τού Θεού, που είναι εν τέλει η “ίδια η πραγματικότης τού Θεού”. Αυτή η πραγματικότης η οποία τήν αποκαλύπτει σαν μυστηριώδη και απροσπέλαστη και την κρύβει στον συμβολικό αυτόν χαρακτήρα είναι ακριβώς η άπειρη και απρόσιτη Θεία ελευθερία!
          Έτσι το “Εγώ είμαι αυτός που είμαι” τού Θεού κατανοείται από τον Pareyson όχι μόνον απλώς σαν μία βαθύτατη έκφραση όσο και παράξενη τής απολύτου και σχετικής ελευθερίας τού Θεού, αλλά πολύ περισσότερο, σαν μία αποκάλυψη τού Θεού, σαν ελευθερία και θέληση πρωτογενώς. Το “Εγώ είμαι αυτός πού είμαι” λοιπόν θα σήμαινε “εγώ είμαι όποιος θέλω”, δηλαδή “εγώ είμαι αυτό που θέλω να είμαι”, δηλαδή “το είναι μου τό προσφέρω όπως θέλω”. Γι’ αυτό τό Είναι τού Θεού-τόσο η ύπαρξη, όσο και η ουσία- εξαρτάται από την θέλησή του, με την έννοια ότι “είναι ελεύθερος όχι μόνον απέναντι στο Είναι γενικώς, αλλά πάνω απ’όλα απέναντι στο δικό του Είναι, και δεν είναι δεμένος ούτε στην ύπαρξη του, ούτε στην ουσία του”. Είναι σαν μία απροσμέτρητη άβυσσος και μία άπειρη απόσταση να παρουσιάζεται ανάμεσα στον Θεό και τό ίδιο του τό Είναι, σαν να ήταν ο Θεός πέραν και πάνω από το ίδιο του τό Είναι. Και εδώ ο Pareyson παραπέμπει στον Σέλινγκ, όταν λέει : “ο Θεός δεν είναι δεμένος σε τίποτα, ούτε καν στο Είναι του, ο Θεός είναι το μοναδικό όν που δεν έχει σχέση με τόν εαυτό του. Δεν είναι περισφιγμένος όπως ο άνθρωπος στο είναι του, αλλά μάλλον συνοδεύεται από αυτό, είναι απρόσβλητος από τον εαυτό του και γι’ αυτό απολύτως ελεύθερος. Μ’αυτή την έννοια είναι ο Κύριος τού Είναι. Έτσι εξηγείται, σε σχέση με την Θεία ουσία, ο καθοριστικός αφορισμός τού Σέλινγκ, τον οποίο οικειοποιήθηκε ο Pareyson : Η θέληση είναι μη είναι! Αλλά η άβυσσος και η απόσταση τού Θεού απέναντι στο ίδιο του το Είναι δεν είναι παρά η άβυσσος και η απόσταση τής ελευθερίας, δεν είναι παρά η έκφραση τού γεγονότος ότι το Είναι τού Θεού είναι το αποτέλεσμα μίας επιλογής απολύτου ελεύθερης δωρεάς, μία επιλογή δηλαδή-ας το πούμε έστω και σαν παράλογο- η οποία θα μπορούσε να είναι διαφορετική, από εκείνη που υπήρξε στην πραγματικότητα! Γι’ αυτό ο Pareyson απορρίπτει αποφασιστικά την παραδοσιακή εφαρμογή τής κατηγορίας τής ανάγκης στον Θεό, στο είναι του και στον δεσμό ανάμεσα στην ουσία του και στην ύπαρξή του! Ο Θεός “δεν είναι επειδή πρέπει να είναι, αλλά πρέπει να είναι επειδή Είναι”, Είναι επειδή Είναι και δεν μπορεί πιά να μην Είναι διότι Είναι! Η αναγκαιότης τού Θεού να είναι έπεται τής πραγματικότητός του! Σ ’αυτόν το μη-αντιστρεπτό τού είναι δεν είναι παρά το αμετάκλητο τής πράξης τής ελευθερίας. Με την κρίση και την διάλυση τής έννοιας τού Θεού σαν αναγκαίου όντος ανοίγει πίσω από την ύπαρξη τού Θεού ένα βάραθρο το οποίο δεν μπορεί να καλυφθεί παρά μόνον από την ελεύθερη και αυθαίρετη Θεία ελευθερία. Ο “Θεός πριν από τον Θεό” είναι λοιπόν η άβυσσος η ίδια τού Θεού: εκείνη η ασύλληπτη δίνη στην οποία βυθίζεται η Θεία ελευθερία, συναντώντας ένα άλλο αβυσσαλέο στοιχείο όπως είναι το μηδέν, το οποίο όμως δεν είναι ένα τίποτα, ούτε και το μηδέν, αλλά γι’άλλη μια φορά, ο ίδιος ο Θεός, η ίδια η πρωταρχική ελευθερία, η οποία είναι ακριβώς εμπειρία και γνώση του μηδενός στην μορφή της νίκης πάνω του! Από αυτές τις δηλώσεις προκύπτει μία εννοιολόγηση τής υπάρξεως τού Θεού, η οποία φαίνεται να προσλαμβάνει στοιχεία τού χαρακτήρος τού συμβάντος: η ύπαρξις του Θεού θα συνέπιπτε, σ’αυτή την προοπτική, με το συγκεκριμένο συμβάν τής αποφάσεως τού Θεού να εισβάλλει στο Είναι, με μία απροσδόκητη και ανεξήγητη πράξη ελευθερίας, η οποία δίνει καταγωγή και αρχή στον Θεό, τον τοποθετεί στο Είναι και κατά κάποιο τρόπο, τον εγκαθιστά. Δεν είναι δύσκολο όμως να δούμε ότι η πρόσληψη μίας τέτοιας εννοιολογήσεως του Θεού, εκείνης δηλαδή ενός Θεού ο οποίος κατά κάποιο τρόπο συμβαίνει, ή καθίσταται ένα γεγονός, είναι θεωρητική χειρονομία με σοβαρές συνέπειες, όπως και με δύσκολα αντιμετωπίσιμα προβλήματα! Ο ζωντανός και σταθερός δυναμισμός τού συμβάντος ενός Θεού ο οποίος επιλέγει ελεύθερα να είναι, μοιάζει να προκαλεί αμέσως- και αναπόφευκτα- σαν από αντίπραξη, το άνοιγμα ενός είδος αβύσσου, κενής και σκοτεινής, η οποία κατά κάποιο τρόπο θα προηγείτο και θα συνιστούσε το βάθος και τον σύνδεσμο τής εισβολής και τής εκρηκτικής επέκτασης τού Θεού στο Είναι. Είναι σαν να προκύπτει ο Θεός από μία αρνητικότητα η οποία προηγείται και τον αγκαλιάζει από όλες τις πλευρές και κατά κάποιο τρόπο τον καθιστά δυνατό, ακριβώς ενώ με την σειρά της νικάται και εκμηδενίζεται από το συμβάν του! Για την φανέρωση τής αρνητικότητος στο βάθος τής προαιρετικότητος η οποία χαρακτηρίζει την Θεία επιλογή, σαν μία θεμελιώδης στιγμή τού δυναμισμού τής πρωταρχικής ελευθερίας τού Θεού. Αυτή η εννοιολόγηση όμως από πλευράς τών νεοθωμιστών μοιάζει απαράδεκτος και είναι εν πολλοίς κατανοητή “Εάν στο απόλυτο οι κατηγορίες τής πράξης πάρουν την πρωτοβουλία πάνω σ ’εκείνες τού Είναι, με την έννοια ότι εισάγεται μία προτεραιότης τής ελευθερίας απέναντι στήν ύπαρξη, τότε μοιραίως θα εισέλθουμε στο παρανοϊκό. Η διαλεκτική τού θεμελίου δεν μπορεί να προχωρήσει τόσο μακριά ώστε να θέσει μία ελευθερία χωρίς Είναι, πριν τού Είναι η οποία θέτει τό Είναι. Περί αυτού μαρτυρούν εκφράσεις σαν η Θεία ελευθερία νά ξεκινά από το μηδέν και νά μπορεί να επιστρέψει στο μηδέν. Αυτές τείνουν να δείχνουν μία δημιουργικότητα τού μηδενός, αντιφατικώς οντοποιημένο σαν μία καταγωγή και ένα τέλος. Έτσι ώστε η κίνηση τής προόδου καταχωρείται τελικώς στο αρνητικό! Ο ίδιος ο Θεός τίθεται στο Είναι με μία υπέρτατη πράξη τής θελήσεως η οποία επιβεβαιώνεται ενάντια στην απειλητική δυνατότητα τού μηδενός”.

Συνεχίζεται

Αρχίζει νά διαγράφεται καθαρά ο άλλος θεός τής Δύσεως. 
Τόν οποίο γέννησε ο Αυγουστίνος επινοώντας τό υποκείμενο καί τήν θεολογία τής θελήσεως. Οι συνέπειες τής εμμονής του στό πρωτείο τής ουσίας καί τής ενότητος πού γέννησε καί τό θρυλικό πλέον Φιλιόκβε, καθώς κανείς πλέον δέν τό λογαριάζει. Η ανικανότητα τής Δύσεως νά διακρίνει τίς άκτιστες ενέργειες τού θεού από τήν ουσία καί τήν διαφορά τους από τήν ενυπόστατη ενέργεια τού Κυρίου. Η εμμονή της στήν αγαπολογία, τήν μόνη ενέργεια τού θεού πού δίνει τήν δυνατότητα μεθέξεώς της, παρότι τήν αχρηστεύουν ταυτίζοντάς την μέ τό Αγιο Πνεύμα.
 Γίνεται κατανοητή καί η τραγική προσπάθεια τών σημερινών θεολόγων νά φορέσουν ορθόδοξο ένδυμα στήν αρνητική δύναμη τήν οποία αποδέχθηκε ο Εγελος καί στό μηδέν τού Χάιντεγκερ καί τών Ρώσων θεολόγων τύπου Μπερντιάεφ. 
Καί η αδυναμία μας νά κατανοήσουμε πλέον τούς Πατέρες τής ορθοδόξου εκκλησίας καθώς εκπαιδευόμαστε σέ μιά διαφορετική θεολογία ενός διαφορετικού θεού. 
Τό μηδέν κατά τούς Πατέρες δέν υφίσταται παρά μόνον τής δημιουργίας ένεκεν.

Αμέθυστος.

9 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΤΟ ΜΗ ΟΝ ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΣΩΣΤΟ; ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΙΘΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΤΕΙ ΚΑΤΙ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ Ή ΚΑΠΟΣ ΕΤΣΙ... ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ;

amethystos είπε...

Εδώ γίνεται λόγος γιά τά πρίν τήν δημιουργία. Μή όν προυποθέτει τό όν. Λένε εκ τού μή όντος καί εκ τού μηδενός. Αλλά λόγω τής δημιουργίας η οποία δέν είναι συναίδιος. Ο Φλωρόφσκι μίλησε γιά τό θέμα, στό ανατομία προβλημάτων τής πίστεως,η κτίσις καί τό κτιστόν, Ρηγόπουλος. Ισως καί αλλού αλλά δέν βρίσκω κάτι άλλο πρόχειρο.

Νίκος Κ. είπε...

Καλημέρα,με αφορμή τα σχόλια στο άρθρο,θυμήθηκα τη φράση "Συ εκ του μη όντος εις το είναι ημάς παρήγαγες" όπου με προβληματίζει το "παρήγαγες" ως επιλογή αντί κάποιου άλλου ρήματος.Σε σχετικό ψάξιμο είχα βρει κι'αυτό: https://amoustakis.wordpress.com/tag/%CE%B5%CE%BA-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B7-%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82/

amethystos είπε...

Ερριξα μιά ματιά. Καταλαβαίνουμε γιατί οι αρχαίοι μας πρόγονοι δέν διέθεταν ψυχολογία. Είναι εξ ορισμού συγκρητιστικά ισοπεδωτική, στό νέο πνεύμα. Σέ μιά βιβλιοθήκη μπορείς νά βρείς τό άρθρο τού Φλωρόφσκι. Προτιμότερο. Καλημέρα. Ταυτίζεται η οικονομία μέ τήν θεολογία από τήν στιγμή δέ πού η πηγή κτιστού καί ακτίστου είναι η ίδια ο θεός τους είναι απλώς ο πρώτος. Εχει τό πρωτείο. Η συνέχεια είναι τερατώδης. Τίς ιδέες αυτές τίς εισήγαγε ο Γιανναράς μέ τό αίνιγμα τού κακού.

Μαρία Π. είπε...

Έχω γράψει μια απάντηση σε αυτά που μου είπε ο αδελφός Νίκος Κ. εδώ, αν θέλει να τη δει:
https://trelogiannis.blogspot.com/2020/01/blog-post_843.html

amethystos είπε...

Ωραία σειρά σχολίων. Θά τό δεί καί ο Νίκος σίγουρα. Εμείς τόν αποφεύγουμε λίγο τόν τρελο-γιάννη μετά τό δούλεμα πού μάς έριξε μέ τόν Καραλή, μέ τήν μόνη δικαιολογία ότι δέν είναι δαιμονισμένος σάν τόν Διώτη. Κατά τήν άποψή μας είναι καί χειρότερος. Είναι επιδειξίας.
Αποφεύγουμε καί τίς ΑΚΤΙΝΕΣ. Τί άλλο.

Νίκος Κ. είπε...

Μαρία,είδα την απάντηση σου,για να είμαι ειλικρινής,με δυσκολία καμία φορά καταφέρνω να μην γράψω κάτι καυστικό για αόρατους,ανώνυμους τύπους,που ενώ προσπαθείς να διαβάσεις τεκμηριωμένες απόψεις για κάποιο θέμα παρεμβάλλονται και χαλάνε τη συζήτηση με γηπεδικού τύπου εκφράσεις ,ή υποδείξεις άκυρες τύπου "μετανόησε" κ.α,πάντα μέσα από το χριστιανικό τους μανδύα.Προφανώς δρουν πιστεύοντας ότι ωφελούν γιατί ίσως να τους λείπει, σε μεγαλύτερο βαθμό απ'το κανονικό,η διάκριση,ώστε να μην κάνουν καμία παρέμβαση,αν μ'αυτά που λένε τρελαίνουν τους άλλους.Το είδα και χθες εδώ σε σχόλια στο άρθρο:
"Χρυσόστομος Α. Σταμούλης, Επίψαυσις αιωνιότητος. Η γοητεία της ζωγραφικής και η ατελεύτητος δημιουργία της προσευχής κατά τον γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ",που έστειλα ένα,τύπου δηκτικού σχολίου,απόσπασμα απ'την ταινία "Όλα είναι δρόμος" του Παντελή Βούλγαρη με το Γιώργο Αρμένη,και κάτι ανώνυμοι είπαν ότι είμαι σε ηθική κατάπτωση γι'αυτό (όχι ότι δεν είμαι,αλλά όχι γι'αυτό) και μετά πρήζαν τον Αμέθυστο και τους έστειλε.Τώρα εδώ ή λείπει η διάκριση ή το κάνουν επίτηδες.Τι να πω.

Μαρία Π. είπε...

Λοιπόν να πω κι εγώ τη γνώμη μου. Ο π. Διώτης είναι «περίπτωση».. κάποιες φορές αγγίζει την γραφικότητα. Άσχετα αν γράφει ανάμεσα και κάποιες παραγράφους για τον Πατριάρχη με κάποια σωστά. Μόνος του παραδέχεται ότι δεν προσλαμβάνει τα νοήματα, με τις λέξεις «κυκεών, τελεία σύγχυσις», όπως και ότι δεν έχει κάνει τον κόπο να διαβάσει αυτά που κατηγορεί.
Όλοι μπορεί να δυσκολευόμαστε, άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο, όπως και κάποια πράγματα πιθανόν δεν τα έχουμε διαβάσει, δεν παριστάνουμε όμως με θράσος τους ειδήμονες, με κατάληξη την Αγιομαχία.
Ουσιαστικά όμως ο Διώτης «καρφώνεται» ότι είναι άσχετος, μέσα απ΄όσα λέει.
Όπως και με τη λύσσα του και το δηλητήριο απέναντι στον Άγιο Γέροντα (φαίνεται από τις λέξεις του), που μαρτυρεί όντως ότι υπάρχει δαιμονική ενέργεια και επιρροή.
Από την άλλη ο Καραλής λέει ότι «δεν έχω τίποτα με τον Γέροντα Σωφρόνιο, και κρίνω μόνο τις κακοδοξίες του».
Λοιπόν προσωπικά πιστεύω ότι ο Καραλής είναι πιο επικίνδυνος απ΄τον γραφικό Διώτη. Γιατί έχει έναν «επιστημονικό μανδύα» με τον οποίο ντύνει τα ψεύδη του.
Ψεύδη τόσο ξεκάθαρα και απροκάλυπτα, που απορώ δηλαδή, πως γίνεται..
Η μαθηματική ακολουθία του μυαλού του τον οδηγεί εκεί, ξεκινώντας από μία παρανόηση.
Δεν ξέρω τι συμβαίνει με αυτόν τον άνθρωπο.
Παίρνει αποσπασματικά τα τμήματα, κάνει «ανατομία» στις προτάσεις (όπως έκανε στο εργαστήριο στα πτώματα ως γιατρός;) και καταλήγει σε άλλα αντ΄άλλων συμπεράσματα. Τριπλασιασμός του Θεού, και άλλες ανοησίες.
Δεν ήθελα να συνεχίσω, γιατί τα έχω ξαναπεί. Απλώς περιμένω την αναίρεση (και την καθαίρεση).
Έτσι απλά θέλω μόνο να πω ότι στενοχωριέμαι όταν κάποιος άνθρωπος με άγνοια, «πέσει» πάνω στον Καραλή, και άθελά του πιστέψει όλα αυτά. Με αυτή την έννοια δεν θέλω να υπάρχει η πρόσβαση από κανένα ιστολόγιο σε αυτά τα λιβελογραφήματα.
ΔΟΞΑΖΩ όμως τον Θεό, γιατί όλοι αυτοί οι Διώτηδες και οι Καραλήδες έχουν ήδη ξεσκεπαστεί, με την Χάρη του Χριστού. Αυτό έχει σημασία.
Όποιος ξανατολμήσει διασυρμό ελπίζω να τον πάρουν με τις πέτρες.

Μαρία Π. είπε...

Αγαπητέ Νίκο, το πιο πιθανό είναι ότι παίρνουν τα πάντα με το «γράμμα» τους. Εμένα μου είπε κάποιος να μην λέω για «θεούς και δαίμονες» που μας πολεμούν, «γιατί ένας είναι ο Θεός και δεν μας πολεμάει» :)
Μου το εξήγησαν κιόλας.. Ε, τι να κάνουμε αδελφέ, καθένας με τον τρόπο του...
Προσωπικά δεν με πειράζουν αυτά γιατί μπορεί να περιέχουν μια δόση φαιδρότητας, αλλά δεν αισθάνομαι ότι εισπράττω κακεντρέχεια.
Αυτό που δεν αντέχω (και μου έχει συμβεί) είναι η απροκάλυπτη επιθετικότητα, το μπούλινγκ, η κακή προαίρεση, και η υπόσκαψη με διαστρέβλωση λόγων, και απαξίωση.
Αυτά δεν ξέρεις πως να τα αντιμετωπίσεις. Αν δεν μιλήσεις ο άλλος το παίρνει σαν δείγμα αδυναμίας και προχωρά. Προσπαθείς με καλό τρόπο, ξανά και ξανά, συνεχίζεις, αρχίζεις μετά εφόσον δεν καταλαβαίνει να προσπαθείς να του βάλεις όρια. Αλλά στο τέλος υπάρχει και η πιθανότητα να μην βγει τίποτα, και απλά να αναγκαστείς να αποχωρήσεις.