Συνέχεια από Πέμπτη 17 Ιουλίου
Εάν ο θεός παραμένει μόνος, παρότι τα πράγματα έχουν
γεννηθεί από Αυτόν, οφείλεται στο γεγονός πως αυτά δεν είναι τίποτε γι' αυτόν.
Σε σχέση με τα όντα που είμαστε εμείς ο θεός είναι "μη-όν", αλλά σε
σχέση με το απόλυτο Όν που είναι Αυτός, εμείς είμαστε μη-όντα. Αυτό το είδος της
αντιθέσεως όπως έχουμε ήδη πει, δεν ανήκει στον Πλωτίνο, στο μέτρο που
αναφέρεται στην σχέση ανάμεσα στο Ένα και σ' αυτό που έρχεται από αυτό. Ο
Πλωτίνος θα την είχε αποδεχτεί για να ορίσει την σχέση μας με τον νοητό κόσμο:
το μη-ον, δηλαδή η ετερότης, μας καθιστά ιδιαίτερους και μας χωρίζει από το
αληθές ιν που είναι ο νοητός κόσμος (Εννεάδες VI, 5, 12).
Ο Πορφύριος επαναπροσδιορίζει αυτή τη θεωρία στο "Αφορμές
προς τα νοητά"(40, 17): ὅταν οὖν τις καὶ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος γένηται, οὐ πᾶς, τῇ
πενίᾳ σύνοικος καὶ ἐνδεὴς πάντων· ἀφεὶς οὖν τὸ μὴ ὄν, τότε πᾶς, κόρος αὐτὸς ἑαυτοῦ
(πληρωμένος στον εαυτό του). [Εισάγει μια διαχωριστική γραμμή την οποία
χρησιμοποιεί στις σχέσεις μας με το Ένα. Αντιστρέφει δηλαδή την προοπτική που
είναι απαραίτητη για να διακρίνουμε το αισθητό από το νοητό, το οποίο δεν
υπάρχει όσο ο άνθρωπος είναι φυλακισμένος στα φαινόμενα και κηρύσσει τα
φαινόμενα ανύπαρκτα, μη ον. Ενώ ο φιλοσοφικός τρόπος είναι να καταλήξουν οι
αισθήσεις, το αισθητό, στον νου και όχι στην φαντασία. Σήμερα η φιλοσοφία με
την βοήθεια του υποκειμένου αντιστρέφει τον Πορφύριο].
Η σύγχυση είναι πολύ σοβαρή. Στον Πλωτίνο η αντίθεση ανάμεσα
στο όν και το μη-ον ήταν μία δευτερεύουσα αντίθεση, μεταγενέστερη από την
θεμελιώδη αντίθεση ανάμεσα στο Ένα και την πολλαπλότητα και εσωτερική κατά
κάποιο τρόπο στο ίδιο το ον. Εάν καταντά θεμελιώδης και απόλυτη όπως στο
απόσπασμα από τις «Αφορμές προς τα νοητά», κινδυνεύει να εισάγει μία ρήξη στην
συνέχεια του πραγματικού, τόσο αγαπητής στον Πλωτίνο. Ανάμεσα στο απόλυτο όν
και το μη-όν θα χαθεί κάθε κοινό και κοινωνία και θα υπάρχει μόνον ολοκληρωτικός
χωρισμός. Ακόμη περισσότερο, όπως παρατηρεί ο Δαμάσκιος, να πούμε ότι ο «θεός»
είναι απολύτως χωρισμένος από κάθε πράγμα, όπως θα ήθελε ο Πορφύριος, θα ήταν
να πούμε ή πάρα πολλά ή πολύ λίγα. Μια τέτοια έκφραση υπονοεί ακόμη μία σχέση
με άλλα πράγματα, όπως και η ίδια η έννοια της αρχής. Ξαναοδηγούμαστε στον
υποκειμενισμό και στον αγνωστικισμό στον οποίο μας είχε μεταφέρει το πρώτο
απόσπασμα. Δεν μπορούμε να πούμε πως ο θεός είναι άγνωστος, αλλά ότι
εντοπίζουμε μέσα μας μία αγνωσία, μία άγνοια και δεν γνωρίζουμε εάν αυτή η
άγνοια είναι σχετική σε ένα αντικείμενο που αγνοούμε.
Είναι φανερό όμως ότι πρόκειται μόνον για μία από τις
δυνατότητες της σκέψης του Πορφύριου, που ο Δαμάσκιος θα αναπτύξει μέχρι της
ακραίες της συνέπειες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ίδιο το απόσπασμα,
διορθώνει αυτή την ακραία συνέπεια, αφήνοντας να εννοηθεί η αντίθεση ανάμεσα
στο δικό μας τίποτα και στην θεία πραγματικότητα, ότι είναι ηθικής τάξεως.
Εμείς οι ίδιοι είμαστε χωρισμένοι από τον θεό και δεν θα είμαστε πια χωρισμένοι
στην σχέση μας με τον θεό, αυτό το απόλυτο μηδέν, εάν κατακτήσουμε την
σωτηριώδη απλότητα του Είναι του, -με όποια σημασία και αν εφαρμόζουμε σε Αυτόν
τον όρο Είναι- από την οποία όλα τα άλλα πράγματα βρίσκουν την σωτηρία, όπως τα
γήινα πράγματα στο Φως του ήλιου. Σε κάθε περίπτωση ας προσθέσουμε ότι ο
Πορφύριος σε άλλες πλευρές της θεωρίας του, δέχεται περισσότερο και από τον
Πλωτίνο, την συνέχεια του πραγματικού.
Εάν το όλον είναι νους αντιπαρατιθέμενο στον θεό, τότε
πρέπει να συμπεράνουμε πως Αυτός αγνοεί το Όλον; Ο Πορφύριος δεν θέλει να δεχτεί
πως στον θεό υπάρχει άγνοια! Αλλά μήπως η ίδια η γνώση δεν απαιτεί ένα πέρασμα
από την άγνοια στην γνώση; Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε πως η θεία γνώση
υπερβαίνει την αντίθεση ανάμεσα σε άγνοια και γνώση, δεδομένου ότι υπερβαίνει
την αντίθεση ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο. Είναι μια απόλυτη γνώση η
οποία είναι μόνον γνώση. Ο Πορφύριος μοιάζει να παραφράζει και να παραμορφώνει,
εδώ, ένα χωρίο της πραγματείας του Πλωτίνου «περί του Αγαθού ή περί του Ενός».
Ο Πλωτίνος άρχιζε αποκλείοντας την σκέψη στο Ένα «διότι σε αυτό δεν υπάρχει
ετερότης». (Εννεάδες VI,
9, 6, 42: ουδέ νόησις, ινά μη ετερότης). Και πράγματι έλεγε (και ο Πορφύριος το
επαναλάμβανε) πως η γνώση, ακόμη και του εαυτού του, θα συνεπάγετο ότι το Ένα
περνά από την άγνοια στην γνώση. Αλλά εάν το Ένα δεν νοεί και δεν γνωρίζεται,
δεν είναι αναγκαίο να συμπεράνουμε πως σ’ αυτό υπάρχει η άγνοια. Η άγνοια
υπάρχει μόνον όταν υπάρχει ένα άλλο ον για να το αγνοήσουμε. Αλλά το Ένα είναι
μόνο. Δεν έχει επομένως τίποτε άλλο να γνωρίσει ή να αγνοήσει. «Υπάρχοντος με
τον εαυτό του» (συνόν αυτώ), δεν έχει ανάγκη της σκέψεως αυτού. Ο Πορφύριος θα
πει: αχώριστον ον εαυτού δεν είναι
στην άγνοια που δεν γνωρίζεται, και δεν γνωρίζεται εάν δεν αγνοεί. Εδώ όμως για
άλλη μια φορά ο Πορφύριος και ο Πλωτίνος χωρίζουν για μια στιγμή. Και ο
Πλωτίνος παραιτείται από την διατύπωση που διετύπωσε «συνόν αυτώ». Αυτή η
διατύπωση κινδυνεύει να εκθέσει την απόλυτη ενότητα (Εννεάδες VI, 9, 6, 50, επεί ουδέ το συνείναι δει
προσάπτειν, ινά τηρής το Εν). Ο Πορφύριος δεν διαθέτει αυτή την επιφύλαξη και
αφήνοντας κατά μέρος την ανανεωμένη απόρριψη του Πλωτίνου: «Είναι αναγκαίο να
αρνηθούμε στο Ένα την ενέργεια του νοείν και της κατανοήσεως, την σκέψη του
εαυτού και των άλλων πραγμάτων» (Εννεάδες VI, 9, 6, 51: αλλά και το νοείν και το συνείναι αφαιρείν και
εαυτού νόησιν και των άλλων), κρατάει μόνον την παράξενη διατύπωση του Πλωτίνου
που ακολουθεί: «δεν πρέπει να το τοποθετήσουμε στην κατηγορία του σκεπτόμενου,
αλλά μάλλον της σκέψης, διότι η σκέψη δεν σκέπτεται τον εαυτό της, αλλά είναι
αιτία του γεγονότος ότι ένα άλλο ον σκέπτεται». (Εννεάδες VI, 9, 6, 52: Ου γαρ κατά το νοούν δει τάττειν
αυτό, αλλά μάλλον κατά την νόησιν. Νόησις δε ου νοεί, αλλ' αιτία του νοείν άλλω). Μοιάζει αυτή η
ιδέα του Πλωτίνου να κατευθύνεται ενάντια στη διάσημη «σκέψη της σκέψης» του
Αριστοτέλη, ο οποίος την ταυτίζει με το πρώτο ενεργούν! «Εάν ήταν η σκέψη, δεν
θα σκεφτόταν καθόλου, διότι αυτό που σκέπτεται είναι αυτό που έχει την σκέψη,
και είναι αναγκαίο κατ’ επέκτασιν να υπάρχουν δύο πράγματα σε ένα υποκείμενο
που σκέπτεται, και η σκέψη από μόνη της δεν είναι αυτά τα δύο πράγματα».
(Εννεάδες VI, 9 :
έπειτα ουδ’ η νόησις νοεί, αλλά το έχον την νόησιν, δύο ουν πάλιν αυ εν τω
νοούντι γίγνεται. τούτο δε ουδαμή δύο). Και πάλι «Εάν είναι σκέψη, δεν
σκέπτεται, έτσι όπως η κίνηση δεν κινείται». (Εννεάδες VI, 7, 37, 15: Ουκ αν ούσα νόησις νοοί,
ώσπερ ουδέ κίνησις κινοίτο αν).
Σε αυτά τα τρία αποσπάσματα ο Πλωτίνος δεν δηλώνει πως το
Ένα είναι σκέψη. Ικανοποιείται μόνον στην αμφισβήτηση της αριστοτελικής θεωρίας
δηλώνοντας μόνο τις προυποθέσεις του σαν υποθέσεις. Ο Πορφύριος όμως κατανοεί
την διατύπωση με μία δογματική σημασία. Φαντάζεται λοιπόν μία απόλυτη γνώση,
μία γνώση στην «απλότητα», μία γνώση χωρίς αντικείμενο που είναι το ίδιο το
Ένα. (Στον Παρμενίδη, V,
32: η γνώσις εστίν ουχ ως γιγνώσκοντος τα γνωστά, αλλά αυτό τούτο γνώσις ούσα.
Επίσης VΙ, 8: γνώσις
απόλυτος ου γιγνώσκοντος ούσα και γιγνωσκομένου, αλλά το εν τούτο γνώσις ούσα).
Το Ένα λοιπόν εμφανίζεται σαν η ιδέα της δευτέρας υποστάσεως: είναι η ιδέα της
γνώσεως, η καθαυτή γνώσις, όπως θα είναι η ιδέα του όντος, το καθαρό Είναι, το
καθαυτό Είναι. Είναι η προΰπαρξη της γνώσεως, όπως θα είναι η προΰπαρξη του
όντος. Αλλά συγκρίνοντας αυτή την απόλυτη γνώση με το καθαρό και απόλυτο Φως, ο
Πορφύριος επιστρέφει στον Πλωτίνο. Το Φως του Πλωτίνου είναι θεωρία του εαυτού,
υπερβαίνει την αντίθεση ανάμεσα στο βλέπω και βλέπομαι, είναι καθαρό βλέπειν,
καθαρότης, η οποία γεννά νου και νοούμενο!
Συνεχίζεται
Αμέθυστος
Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου