Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» με βάση τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (29)

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ: ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

π. Χρίστος Μαλάης

Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» με βάση τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά


ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» 
στο θεολογικό έργο του αγ. Γρηγορίου Παλαμά

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

Αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» (Β)

2.4.2. Αναλογία και Filioque (συνέχεια)


2.4.2.4 Η αναλογία της σωλήνας και του οργάνου
Εμείς γνωρίζουμε, λέει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, ότι η φανέρωση του Αγίου Πνεύματος είναι «έγχρονος» και ότι όλα τα έγχρονα έχουν γίνει διά του Υιού, γι’ αυτό, ενώ λέμε ότι φανερώνεται διά του Υιού το Πνεύμα, ωστόσο δε λέμε ότι εκπορεύεται δι’ αυτού1. «Εἰ μὲν διαβατικῶς τε καὶ παροδικῶς, βαβαὶ τῆς ἀσεβείας˙ ὡς γὰρ διὰ σωλῆνος οἴει τοῦ Υἱοῦ διέρχεσθαι τὸ Πνεῦμα καὶ κενὸν ἑαυτοῦ τοίνυν ἕξει μεταξὺ ὁ πληρῶν τὰ πάντα καὶ πλήρης ὤν ἀεί»2. Αποτελεί πολύ μεγάλη ασέβεια το να υποστηρίζει κανείς ότι το Πνεύμα διέρχεται «διαβατικώς» και «περιοδικώς» διαμέσου του Υιού. Σύμφωνα με τους Λατίνους, η εκπόρευση του Πνεύματος από τον Πατέρα διέρχεται διαμέσου του Υιού «ὡς διὰ σωλῆνος». Η φράση «ὡς διὰ σωλῆνος» σημαίνει ότι η εκπόρευση αποτελεί μία διαβατική διέλευση μέσα από κάποιο άλλο αντικείμενο. Η αναλογία ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο έρχεται το Άγιο Πνεύμα στην ύπαρξη και στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η διάβαση κάποιου πράγματος μέσα από μία σωλήνα είναι ανεπίτρεπτη για τη θεολογία. Διότι κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργούνται τα εξής άτοπα:
α) σχηματίζεται κάποιο κενό μέσα στον υπερπλήρη Θεό, ανάλογα προς το κενό που μεσολαβεί ανάμεσα στο σωλήνα και στο αντικείμενο που διέρχεται διαμέσου του3,
β) το Πνεύμα θα περιλαμβάνεται τοπικά μέσα στον Υιό, όπως συμβαίνει με το αντικείμενο που διέρχεται μέσα από σωλήνα4,
γ) ο χώρος τον οποίο καταλαμβάνει το Πνεύμα αποτελεί πέρας για τον Υιό, διότι οπεριεχόμενος τόπος αποτελεί πέρας του περιέχοντος5,
δ) ο Υιός δε θα είναι της ίδιας φύσεως με το Πνεύμα, διότι δεν είναι ίδια η φύση του τόπου και εκείνου που υπάρχει μέσα του6,
ε) η φύση του Υιού δε θα είναι ίδια με τη φύση του Πνεύματος διότι η διέλευσή του είναι παροδική7.
Αν με τη λέξη σωλήνας σημαίνεται κάποιο όργανο8, τότε δημιουργούνται τα εξής άτοπα: α) η φύση του Υιού είναι διαφορετική από τη φύση του Πνεύματος, διότι άλλη είναι η φύση του οργάνου και άλλη είναι η φύση του τελουμένου δι’ εκείνου9.
β) θα είναι αναγκαστικά διαφορετική και η φύση εκείνου που τελεί από το τελούμενο10.
Αν ισχύουν, λοιπόν, όλα αυτά τα άτοπα, τότε το μόνο που απομένει να πούμε, λέει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, είναι το εξής: ότι όπως όλα τα κτιστά όντα διέρχονται εκ του Πατρός δια του Υιού, όχι διαβατικά αλλά δημιουργικά, όχι ως δια οργάνου αλλά ως συνδημιουργού, ανάλογα και το Άγιο Πνεύμα θα διέρχεται εκ του Πατρός διά του Υιού όχι διαβατικά αλλά δημιουργικά, ούτε ως δι’ οργάνου αλλά ως συνδημιουργού11. Επιπλέον, για να παραμείνουν ομοούσια και να συνεχίσουν να θεωρούνται ομότιμα τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας δε θα πρέπει να υπάρχει τίποτα κοινό ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό, το οποίο να μην είναι κοινό και στο Άγιο Πνεύμα12. Αφού, λοιπόν, το «ἐκπορεύειν» είναι κοινό τόσο στον Πατέρα όσο και στον Υιό, τότε θα πρέπει αναγκαστικά να αποδεχτούμε ότι είναι κοινό και στο Άγιο Πνεύμα. Αν όμως ανήκει και στο Άγιο Πνεύμα το «ἐκπορεύειν», τότε δε μιλάμε πια για Τριάδα αλλά για Τετράδα13. Για να μην πέσουμε σ’ όλες αυτές τις αιρέσεις, υποστηρίζει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, πρέπει οπωσδήποτε να ξεχωρίσουμε ανάμεσα στην «πέμψη» και στην «εκπόρευση» του Αγίου Πνεύματος, αποδίδοντες την πρώτη και στα τρία πρόσωπα, ενώ τη δεύτερη μόνο στον Πατέρα.

2.4.2.5 Η αναλογία ανάμεσα στο ανθρώπινο πνεύμα και στο Άγιο Πνεύμα
Σύμφωνα με το λόγο του αποστόλου, «οὐδεὶς οἶδε τὰ τοῦ ἀνθρώπου, εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ»14. «Ὡς οὖν Πνεῦμα μὲν ἀνθρώπου λέγεται, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ἐκ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ᾿ ὡς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ὄν, οὕτω καὶ τὸ θεῖον Πνεῦμα καλεῖται τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ᾿ ὡς ἐν τῷ Υἱῷ φυσικῶς ἐξ ἀϊδίου ὄν»15. Όπως το πνεύμα ανήκει στον άνθρωπο επειδή βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν και όχι επειδή προέρχεται απ’ αυτόν, έτσι και το Άγιο Πνεύμα ανήκει στον Υιό όχι επειδή προέρχεται απ’ αυτόν, αλλά επειδή βρίσκεται αιωνίως μέσα σ’ αυτόν με φυσικό τρόπο. Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς διακρίνει ανάμεσα στον άνθρωπο και στο πνεύμα του, με σκοπό να βρει μία κατάλληλη αναλογία για να περιγράψει την «υποστατική» σχέση ανάμεσα στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Χρησιμοποιώντας αυτό το παράδειγμα, υποστηρίζει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, μπορούμε να αποφύγουμε «τὰς ἀφύκτους δοκούσας σοι τῶν συλλογισμῶν ἀνάγκας»16.

2.4.2.6 Η αναλογία ανάμεσα στον ανθρώπινο νου και στο Άγιο Πνεύμα
Το Πνεύμα είναι πράγματι του Υιού, διότι εκπορεύεται εκ του Πατρός ενώ υπάρχειμε φυσικό τρόπο και αναπαύεται μέσα στον Υιό17. «Καὶ ὁ νοῦς γὰρ τοῦ ἀνθρώπου ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι γενόμενος καὶ ἐν αὐτῷ ὑπάρχων, δηλονότι τῷ ἀνθρώπῳ˙ καί νοῦς μὲν ἀνθρώπου λέγεται, ἄνθρωπος δὲ τοῦ νοῦ οὐ λέγεται˙ ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἐξ ἀνθρώπου λέγεται ὁ νοῦς, ὅ γε κατ᾿ οὐσίαν˙ οὐ γάρ δή περί ἐνεργείας νῦν ὁ λόγος. Οὐκ ἄρα ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐστι τὸ Πνεῦμα, εἰ μὴ τὴν χάριν εἴπῃς Πνεῦμα καὶ τὴν ἐνέργειαν˙ καὶ τὸν νοῦν γάρ, ὅταν τὴν ἐνέργειαν σημαίνῃ τοὔνομα, φαίῃς ἄν ἐκ τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἐκφαινόμενός τε καὶ μεταδιδόμενον»18. Όπως ο νους του ανθρώπου έχει δημιουργηθεί μεν από το Θεό, αλλά υπάρχει μέσα στον άνθρωπο, γι’ αυτό και καλείται νους ανθρώπου ως προς το που βρίσκεται αλλά όχι ως προς την αιτία της υπάρξεώς του, έτσι και το Άγιο Πνεύμα ενώ προέρχεται από το Θεό Πατέρα, υπάρχει και μέσα στον Υιό και καλείται Πνεύμα του Υιού, χωρίς ωστόσο να οφείλει τον ιδιαίτερο τρόπο της υπάρξεώς του στον Υιό αλλά στον Πατέρα. Επίσης, όπως ο νους όταν η λέξη σημαίνει ενέργεια, είναι εκ του ανθρώπου γιατί σ’ αυτόν φαίνεται και από αυτόν μεταδίδεται, με ανάλογο τρόπο μπορούμε να πούμε ότι και το Άγιο Πνεύμα είναι εκ του Υιού όταν θεωρείται ως χάρη και ενέργεια.
Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς συγκρίνει αναλογικά το πως είναι ο ανθρώπινος νους κατ’ ουσία και κατ’ ενέργεια με το πως είναι το Άγιο Πνεύμα κατ’ ουσία και κατ’ ενέργεια, για να αποδείξει ότι ενώ ως προς την ύπαρξή του προέρχεται μόνο από τον Πατέρα, ωστόσο ως προς την ενέργεια ανήκει και στον Υιό. Όπως λοιπόν στην περίπτωσή μας ο νους είναι του ανθρώπου και κατ’ ουσία και κατ’ ενέργεια, με τη διαφορά πως κατ’ ουσία είναι μεν «αὐτοῦ» αλλά όχι «ἐξ αὐτοῦ», ενώ κατ’ ενέργεια είναι «αὐτοῦ» και «ἐξ αὐτοῦ», έτσι και το Άγιο Πνεύμα είναι του Χριστού ως Θεού και κατ’ ουσία και κατ’ ενέργεια, με τη διαφορά πως κατά την ουσία και την υπόσταση είναι «αὐτοῦ» αλλά όχι «ἐξ αὐτοῦ» ενώ κατά την ενέργεια είναι «αὐτοῦ» και «ἐξ αὐτοῦ»19. Με βάση αυτές τις αναλογίες αποδεικνύεται πόσο εσφαλμένες είναι οι απόψεις των Λατίνων, οι οποίοι δογμάτισαν ότι το Πνεύμα έχει την ύπαρξη εκ του Υιού, εφόσον είναι και λέγεται του Υιού20. Η αναλογία ανάμεσα στον ανθρώπινο νου και στο Άγιο Πνεύμα, επιτελεί κατ’ αυτό τον τρόπο, διπλό έργο: φανερώνει αφενός ποιο είναι το ορθό δόγμα σχετικά με την εκπόρευση του Πνεύματος, μαρτυρώντας αφετέρου την εγκυρότητα του δόγματος της κατ’ ενέργεια προέλευσης του Πνεύματος και εκ του Υιού21.

2.4.2.7 Η αναλογία του πυρός, του φωτός και του ατμού
Σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, το αναίτιο αίτιο της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος δεν υπάρχει μέσα σε δύο πρόσωπα, όπως διδάσκουν οι Λατίνοι, αλλά μόνο σε ένα. «Ποιήσωμεν δ᾿ ὡς ἔνι φανερὰν καὶ διὰ παραδειγμάτων τὴν διάνοιαν»22. Για να το αποδείξει αυτό καταφεύγει στη χρήση των παραδειγμάτων, τα οποία κατά τη γνώμη του μπορούν να φανερώσουν με ενάργεια την αλήθεια μέσα στη διάνοια. «Ἐκ τοῦ πυρὸς ἀμέσως καὶ τὸ φῶς καὶ ὁ ἀτμὸς προέρχεται˙ οὐ γὰρ ἕτερον διὰ θατέρου. Τὸ τοίνυν πῦρ ἐπειλημμένον ὕλης ἀτμίζειν ἅμα καὶ φωτίζειν πέφυκε, τὸ μὲν φῶς οἷα δὴ γεννῶν, τὸν ἀτμὸν δὲ ἐκπορεῦον»23. Από το πυρ προέρχεται αμέσως και το φως και ο ατμός, χωρίς έτσι να προέρχεται το ένα και από το άλλο. Το πυρ, όταν αγγίζει τα ξύλα, έχει την ιδιότητα να ατμίζει και να φωτίζει συγχρόνως, σα να γεννά το φως και σα να εκπορεύει τον ατμό. Το φως προέρχεται άμεσα από το φωτίζον, γι’ αυτό μπορεί να νοηθεί και ως καθεαυτό και ως αιτιατό24. Ομοίως και ο ατμός μπορεί να νοηθεί και ως καθεαυτό και ως αιτιατό επειδή προέρχεται άμεσα από το φωτίζον25. Το φως λοιπόν και ο ατμός προέρχονται άμεσα από την ίδια αιτία, δηλαδή τη φωτιά. Ως προς τη φύση τους, έτσι, τόσο το φως όσο και ο ατμός, είναι αιτιατά και προέρχονται άμεσα από μία κοινή αιτία. Ανάλογα μπορούμε να σκεφτούμε ότι και στην περίπτωση των θείων προσώπων, τόσο ο Υιός όσο και το Άγιο Πνεύμα προέρχονται άμεσα από την ίδια αιτία. «Εἰ δὲ τὸν ἀτμὸν φαίη τις ἐκ τοῦ φωτίζοντος, διὰ τὸ φῶς ἐρεῖ, διὰ τοῦ φωτὸς νοήσας τὸν ἀτμόν ἐκ τοῦ φωτίζοντος»26. Ως προς τον τρόπο που φανερώνονται σε μας, είναι δυνατό να πούμε ότι ο ατμός προέρχεται από εκείνο που φωτίζει, διότι το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Ανάλογα και το Άγιο Πνεύμα λέγεται εκ του Πατρός ένεκα του Υιού, χωρίς το ένα να παρεμβαίνει στην άμεση προέλευση του άλλου από την κοινή τους αιτία. «Τῆς μεσιτείας τοῦ φωτὸς καὶ ἑαυτῷ τὸ μονογενὲς φυλαττούσης καὶ τὸν ἀτμὸν μὴ ἀπειργούσης τῆς πρὸς τὸ φωτίζον σχέσεως, τουτέστι μὴ ἐμποδιζούσης ἀμέσως εἶναι ἐξ αὐτοῦ»27. Η μεσιτεία του φωτός είναι τέτοια ώστε το φως να διατηρεί στον εαυτό του την ιδιότητα του μονογενούς, και ταυτόχρονα να μην παρακωλύει τον ατμό από την άμεση σχέση του με εκείνο που φωτίζει, δηλαδή τη φωτιά. Με ανάλογο τρόπο και η μεσιτεία του Υιού δεν εμποδίζει να εκπορεύεται αμέσως εκ του Πατρός το Άγιο Πνεύμα28. Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς χρησιμοποιεί ως παράδειγμα τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται μεταξύ τους το φως και ο ατμός σύμφωνα προς την κοινή τους προέλευση από τη φωτιά, για να φανερώσει με βάση την αναλογία ότι: (α) τόσο ο Υιός όσο και το Άγιο Πνεύμα προέρχονται άμεσα από την ίδια αιτία, (β) η μεσιτεία του Υιού δεν εμποδίζει να εκπορεύεται αμέσως εκ του Πατρός το Άγιο Πνεύμα, (γ) το Άγιο Πνεύμα λέγεται εκ του Πατρός ένεκα του Υιού, χωρίς το ένα να παρεμβαίνει στην άμεση προέλευση του άλλου από την κοινή τους αιτία.

2.4.2.8 Η αναλογία των «υποστατικών ιδιωμάτων»
«Ἀλλ᾿ εἰ βούλεσθε, καὶ ἕτερον παράδειγμα προσθῶμεν, οὐ καινὸν οὐδ᾿ ἄηθες τοῖς θεολόγοις, σαφηνείας χάριν πλείονος». Το επόμενο παράδειγμα προστίθεται από τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, με σκοπό να καταστούν ακόμα πιο σαφή τα όσα έχουν ήδη ειπωθεί. «Ὁ Κάϊν υἱὸς ὑπῆρχε τοῦ Ἀδὰμ καὶ μονογενὴς αὐτῷ πρὸ τοῦ τεκεῖν τοὺς ἄλλους, ἡ δὲ Εὔα τμῆμα˙ καὶ ἐγένετο ἄν καὶ ἐνοεῖτο τότε τμῆμα Πατρὸς ἐπ᾿ ἀληθείας πάσης διὰ τοῦ Κάϊν καὶ εἶναι καὶ νοεῖσθαι καὶ λέγεσθαι πατρὸς τμῆμα κτησαμένη, τῆς τοῦ υἱοῦ τούτου μεσιτείας καὶ τὸ μονογενὲς ἑαυτῷ τότε φυλαττούσης καὶ τὴν Εὔαν πατρὸς εἶναι τμῆμα μὴ κωλυούσης»29. Ενώ ο Κάιν θεωρείται ως υιός του Αδάμ και μονογενής, η Εύα θεωρείται πως αποτελεί τμήμα του. Όταν ο Αδάμ έγινε πατήρ, η Εύα έγινε τμήμα του πατρός. Η Εύα έχει την ιδιότητα να είναι, να νοείται και να λέγεται τμήμα του Πατρός ένεκα του Κάιν. Η μεσολάβηση του υιού δεν εμπόδιζε την Εύα από το να αποτελεί τμήμα του Αδάμ, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα την προσηγορία του μονογενούς για τον εαυτό του. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι η Εύα στην αρχή αποκόπηκε εμμέσως και όχι αμέσως από τον Αδάμ30. «Ἀφεὶς τοίνυν τὴν χρονικὴν ἀρχὴν τε καὶ διάστασιν καὶ τὴν ἐκ συζυγίας γέννησιν καὶ τ᾿ ἄλλ᾿ ὅσα μὴ θεότητι κατάλληλα, σκόπει πρὸς τοὺς τοῦ ἁγίου λόγους τὸ παράδειγμα καὶ συνήσεις τἀληθές»31. Σύμφωνα με το παράδειγμα, στο Θεό Πατέρα αναλογεί ο Αδάμ, στον Υιό αναλογεί ο Κάιν ενώ στο Άγιο Πνεύμα αναλογεί η Εύα. Αφαιρώντας λοιπόν, από το παράδειγμα, τη χρονική αρχή και διάσταση, την εκ συζυγίας γέννηση και όσα άλλα δεν είναι κατάλληλα στη θεότητα, μπορούμε να αποδείξουμε με βάση την αναλογία ότι η μεσολάβηση του Υιού δεν παρεμποδίζει την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος εκ μόνου του Πατρός. Με το παράδειγμα αυτό αποδεικνύεται έτσι, πως στην Αγία Τριάδα το γέννημα είναι προς τον γεννήσαντα ό,τι είναι το «πρόβλημα» προς τον «προβολέα», δηλαδή ότι είναι και τα δύο άμεσα αποτελέσματα32. Βασισμένο στην αναλογική σύγκριση ανάμεσα στα θεία και στα ανθρώπινα πρόσωπα, το παράδειγμα αυτό πράγματι φανερώνει με πολύ μεγάλη σαφήνεια ότι: (α) το Άγιο Πνεύμα έχει την ιδιότητα να είναι, να νοείται και να λέγεται εκ του Πατρός ένεκα του Υιού, (β) η μεσολάβηση του Υιού δεν εμποδίζει το Άγιο Πνεύμα να προέρχεται άμεσα από τον Πατέρα, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα και την προσηγορία του μονογενούς για τον εαυτό του.

2.4.2.9 Η αναλογία των «υποστατικών αρχών»
«Πῶς δὲ καὶ αἱ δύο κατὰ Λατίνους τοῦ ἑνὸς Πνεύματος ἀρχαὶ μία ἐστὶν ἀρχή;»33. Οι Λατίνοι, σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, θεωρούν ότι η μία αρχή προέρχεται εκ την άλλης. Προκειμένου να εξετάσει την εγκυρότητα της θεωρίας αυτής, καταφεύγει στην αναλογική χρήση του παραδείγματος: «ἡ Εὔα, ἐκ μόνου οὖσα τοῦ Ἀδάμ, ἐκ μιᾶς ἐστιν ἀρχῆς, ὁ δὲ Ἀδάμ ἐκ γῆς ἐστιν, ἀλλ᾿ οὐ παρὰ τοῦτο ἡ Εὔα ἐκ τῆς γῆς καὶ τοῦ Ἀδάμ˙ ὁ γὰρ Ἀδάμ μόνος ἐκ τῆς γῆς»34. Παρά το γεγονός ότι ο Αδάμ προέρχεται από τη γη και η Εύα από τον Αδάμ, αυτό δε σημαίνει ότι είναι δύο οι υποστατικές αρχές της Εύας (δηλαδή ο Αδάμ και η γη), αλλά είναι μόνο μία (δηλαδή ο Αδάμ). Γι’ αυτό το λόγο ακριβώς, πρέπει να λένε ότι το Πνεύμα προέρχεται μόνο από τον Υιό, αν θέλουν να είναι μόνο μία η υποστατική αρχή του35. Από αυτό πάλι προκύπτει ότι η «θεογόνος» αρχή του Αγίου Πνεύματος είναι άλλη από τη «θεογόνο» αρχή του Υιού. Τότε ή θα γίνουν δύο οι αρχές της θεότητας και ο Πατήρ δε θα είναι ανώτερος του Υιού κατά την αιτία ή θα γίνουν τρεις οι αρχές, προσθέτοντας και το ίδιο το Άγιο Πνεύμα σ’ αυτές για να μη θεωρείται κατώτερό τους36. Το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται παραδείγματα για την απόδειξη της σφαλερότητας του εν λόγω δόγματος δεν προϋποθέτει οποιαδήποτε ουσιαστική ή υπαρκτική αναλογία ανάμεσα στα θεία και στα ανθρώπινα. Η αναλογική σύγκριση ανάμεσα στην υποστατική αρχή της Εύας και στην υποστατική αρχή του Αγίου Πνεύματος δε βασίζεται σε οποιαδήποτε υπαρκτική ομοιότητα ανάμεσά τους, αλλά στην πρόθεση του αγ. Γρηγορίου Παλαμά να προσκομίσει πρακτικά τεκμήρια που να αποδεικνύουν ότι είναι παράλογη κάθε σύμπτυξη των δύο υποστατικών αρχών σε μία. Η αναλογία, κατ’ αυτό τον τρόπο δεν αποτελεί μία νοητική προσπάθεια για πρόσβαση στα θεία με βάση την ανθρώπινη λογική, αλλά μία παραδειγματική επεξήγηση των ορίων έξω από τα οποία διαστρεβλώνεται η ορθή πίστη σχετικά με το «τριαδολογικό δόγμα».

2.4.2.10 Συμπεράσματα
Οι Λατίνοι, σύμφωνα με τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, τοποθετούν το ένα αίτιο σε δύο διαφορετικά πρόσωπα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην τα μειώσουν σε ένα πρόσωπο εξαιτίας της αναφοράς τους «πρὸς ἕν». Οι Λατίνοι ερμήνευαν την αριστοτελική αναφορά των κατηγορημάτων του όντος προς μίαν αρχή, σύμφωνα με τη λεγόμενη «αναλογία των ιδιοτήτων». Βασιζόμενοι σ’ αυτό το σκεπτικό υποστηρίζουν ότι η «θεογόνος» ιδιότητα ανήκει τόσο στον Πατέρα όσο και στον Υιό, με τον ίδιο τρόπο που οι ιδιότητες του όντος αναφέρονται αναλογικά «πρὸς ἕν», δηλαδή προς την ουσία. Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, χωρίς να έχει γνώση των φιλοσοφικών αυτών ζυμώσεων που συνέβαιναν στη λατινική θεολογία, προσπαθεί να αναιρέσει τις θέσεις τους με βάση τα δεδομένα που είχε ήδη υπόψη του. Όπως αποδείξαμε, ωστόσο, η αναίρεση των λατινικών δοξασιών στην οποία προβαίνει είναι τόσο καίρια, ώστε δικαιολογημένα να θεωρούμε ότι συν-αναιρούνται εμμέσως και οι παράμετροι εκείνοι για τις οποίες ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς δεν είχε λάβει κάποια γνώση. Ο αποκλεισμός του ενδεχομένου να ανήκει ταυτοχρόνως στον Πατέρα και στον Υιό η «θεογόνος» ιδιότητα, είτε με τον τρόπο της ομωνυμίας (υποστατικά) είτε με τον τρόπο της συνωνυμίας (φυσικά), αποδεικνύει ότι είναι αδύνατο να τοποθετηθεί το ένα αίτιο σε δύο διαφορετικά πρόσωπα.
Για να φανερώσει πόσο λανθασμένος είναι ο τρόπος σκέψης των Λατίνων, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς δε διστάζει να συγκρίνει αναλογικά τον «τρόπο ύπαρξης» των υποστατικών αρχών στον άνθρωπο και στο Θεό. Η αναλογία με τα ανθρώπινα χρησιμοποιείται από τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά, για την απόδειξη της σφαλερότητας του λατινικού δόγματος. Επίσης, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς διακρίνει ανάμεσα στον άνθρωπο και στο πνεύμα του με σκοπό να βρει μία κατάλληλη αναλογία για να περιγράψει την «υποστατική» σχέση ανάμεσα στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Επιπλέον, συγκρίνει αναλογικά το πως είναι ο ανθρώπινος νους κατ’ ουσία και κατ’ ενέργεια με το πως είναι το Άγιο Πνεύμα κατ’ ουσία και κατ’ ενέργεια, για να αποδείξει ότι ενώ ως προς την ύπαρξή του προέρχεται μόνο από τον Πατέρα, ωστόσο ως προς την ενέργεια ανήκει και στον Υιό. Η αναλογία ανάμεσα στον ανθρώπινο νου και στο Άγιο Πνεύμα, φανερώνει αφενός ποιο είναι το ορθό δόγμα σχετικά με την εκπόρευση του Πνεύματος, μαρτυρώντας αφετέρου την εγκυρότητα του δόγματος της κατ’ ενέργεια προέλευσης του Πνεύματος και εκ του Υιού. Βασιζόμενος στην αναλογική σύγκριση ανάμεσα στα θεία και στα ανθρώπινα πρόσωπα, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς χρησιμοποιεί το παράδειγμα με σκοπό να αποδείξει ότι: (α) το Άγιο Πνεύμα έχει την ιδιότητα να είναι, να νοείται και να λέγεται εκ του Πατρός ένεκα του Υιού, (β) η μεσολάβηση του Υιού δεν εμποδίζει το Άγιο Πνεύμα να προέρχεται άμεσα από τον Πατέρα, διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα και την προσηγορία του μονογενούς για τον εαυτό του. Αποδείξαμε, ωστόσο, πως το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται παραδείγματα για την απόδειξη της σφαλερότητας του «filioque» δεν προϋποθέτει οποιαδήποτε ουσιαστική ή υπαρκτική αναλογία ανάμεσα στα θεία και στα ανθρώπινα. Η αναλογία δεν αποτελεί έτσι μία νοητική προσπάθεια για πρόσβαση στα θεία με βάση την ανθρώπινη λογική, όπως στην περίπτωση της αναλογίας του όντος, αλλά μία παραδειγματική επεξήγηση των ορίων έξω από τα οποία διαστρεβλώνεται η ορθή πίστη σχετικά με το «τριαδολογικό δόγμα».
Για όλους αυτούς τους λόγους αποδεικνύεται έτσι ότι η αξίωση των Λατίνων να εξηγήσουν την απόδοση μίας «υποστατικής» ιδιότητας σε δύο διαφορετικά πρόσωπα, με βάση την αρχή της αναλογίας των ιδιοτήτων, είναι εντελώς εσφαλμένη και αιρετική.
(Συνεχίζεται)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 60, ό.π., σελ. 132, «Ἡμεῖς μὲν γὰρ τὴν φανέρωσιν ὑπὸ χρόνον οὖσαν ἴσμεν, πάντα δὲ τὰ ὑπὸ χρόνον ὄντα διὰ τοῦ Υἱοῦ γενόμενα˙ διὸ καὶ φανεροῦσθαι μὲν ἐξ αὐτοῦ καὶ δι᾿ αὐτοῦ φαμεν τὸ Πνεῦμα, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκπορεύεσθαι».
2. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 60, ό.π., σελ. 132.
3. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 60, ό.π., σελ. 132, «καὶ κενὸν ἑαυτοῦ τοίνυν ἕξει μεταξὺ ὁ πληρῶν τὰ πάντα καὶ πλήρης ὤν ἀεί».
4. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 60, ό.π., σελ. 132, «καὶ ὡς ἐν τόπῳ τῷ Υἱῷ περιληφθήσεται τὸ Πνεῦμα».
5. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 60, ό.π., σελ. 132, «πέρας ἔσται τοῦ Υἱοῦ, καθ᾿ ὅ τὸ Πνεῦμα περιλήψεται (πέρας γὰρ τοῦ περιέχοντος ὁ τόπος)».
6. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 60, ό.π., σελ. 132, «φύσεως δὲ οὐκ ἔσται τῆς αὐτῆς τῷ Πνεύματι˙ καὶ γὰρ οὐχ ἡ αὐτὴ τόπου φύσις καὶ τοῦ ἐν αὐτῷ».
7. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 60, ό.π., σελ. 133, «Πῶς δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Υἱὸς ἐστιν ἐν τῷ παροδικῶς δι᾿ αὐτοῦ διερχομένῳ Πνεύματι;».
8. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 61, ό.π., σελ. 133, «Εἰ δ᾿ ὡς δι᾿ ὀργάνου, καὶ τοῦτο ἀσεβές».
9. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 61, ό.π., σελ. 133, «Εἰ δ᾿ ὡς δι᾿ ὀργάνου, καὶ τοῦτο ἀσεβές˙ ἄλλη γὰρ ὀργάνου φύσις καὶ τοῦ δι᾿ ἐκείνου ἄλλη».
10. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 61, ό.π., σελ. 133, «καὶ αὖθις ἑτέρα τοῦ δι᾿ αὐτοῦ τὸ τελούμενον τελοῦντος».
11. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 61, ό.π., σελ. 133, «τοῦτό σοι λέγειν ἔτι λείπεται, ὅτι καθάπερ δι᾿ αὐτοῦ τὰ πάντα ἐκ Πατρός, οὐ διαβατικῶς ἀλλὰ δημιουργικῶς, οὐχ ὡς δι᾿ ὀργάνου ἀλλ᾿ ὡς συνδημιουργοῦντος, οὕτω καὶ τὸ Πνεῦμα δι᾿ αὐτοῦ».
12. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 61, ό.π., σελ. 133, «Τί γάρ ποτε κοινόν Υἱῷ τε και Πατρί, ὅ μή καί τῷ Πνεύματι κοινόν;»
13. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 61, ό.π., σελ. 133, «Οὐκοῦν ἐπειδήπερ, ὡς κοινὸν Πατρί τε καὶ Υἱῷ τὸ ἐκπορεύειν κατ᾿ αὐτούς, ἀνάγκη τοῦτ᾿ ἔχειν καὶ τὸ Πνεῦμα, τετρὰς ἔσται ἡ Τριάς».
14. Α’ Κορ. 2, 11.
15. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 29, ό.π., σελ. 105.
16. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 29, ό.π., σελ. 105.
17. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 29, ό.π., σελ. 105.
18. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 29, ό.π., σελ. 105.
19. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 29, ό.π., σελ. 105, «Καθάπερ οὖν ἐφ᾿ ἡμῶν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐστὶ καὶ κατ᾿ οὐσίαν καὶ κατ᾿ ἐνέργειαν, καὶ κατ᾿ οὐσίαν μὲν αὐτοῦ ἐστιν ὁ νοῦς, ἀλλ᾿ οὐκ ἐξ αὐτοῦ, κατ᾿ ἐνέργειαν δὲ καὶ αὐτοῦ ἐστι καὶ ἐξ αὐτοῦ, οὕτω καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Χριστοῦ ἐστιν ὡς Θεοῦ καὶ κατ᾿ οὐσίαν καὶ κατ᾿ ἐνέργειαν. Ἀλλὰ κατὰ μὲν τὴν οὐσίαν καὶ τὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ ἐστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐξ αὐτοῦ˙ κατὰ δὲ τὴν ἐνέργειαν καὶ αὐτοῦ ἐστιν καὶ ἐξ αὐτοῦ».
20. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 32, ό.π., σελ. 107, «ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχειν τὸ Πνεῦμα ἐδογμάτησαν, ὅτι ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐστί τε καὶ λέγεται».
21. Σύμφωνα με τον π. Ι. ΡΩΜΑΝΙΔΗ, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος σελ. 349-350, οι θεωρητικές βάσεις θεμελιώσεως του «filioque» εντοπίζονται στα έργα του ι. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ, ιδίως στο Περὶ Τριάδος, στο οποίο ασχολήθηκε με το «τριαδολογικό δόγμα» χωρίς προηγουμένως να συμβουλευθεί τους Ρωμαίους Πατέρες. Με βάση τα όσα ο ίδιος ομολογεί, υποστηρίζει, πρέπει να θεωρήσουμε ότι οι Ἐννεάδες του ΠΛΩΤΙΝΟΥ απετέλεσαν «πρώτιστη πηγή» για την περί Τριάδος διδασκαλία του ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ. Πράγματι, ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ δε διέκρινε πραγματική διαφορά ανάμεσα στις τρεις αρχικές υποστάσεις του ΠΛΩΤΙΝΟΥ και της χριστιανικής περί Θεού διδασκαλίας. Από αυτό συμπεραίνει ότι και η εκ του Υιού ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος είναι το ίδιο πράγμα στη σκέψη του ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ, με την εκ του νοός ύπαρξη της ψυχής του κόσμου. Με αυτές τις προϋποθέσεις προσπαθεί να ερμηνεύσει το ρητό του Ευαγγελιστή Ιωάννη ότι ο Θεός είναι αγάπη, θεωρώντας ότι στην Τριάδα υπάρχει «ὁ ἀγαπῶν, τὸ ἀγαπώμενον καὶ ἡ ἀγάπη». Το Πνεύμα το Άγιον είναι η κοινή αγάπη ή θεότης του Πατρός και του Υιού. Άλλη τριάδα η οποία αμυδρώς εικονίζει την Αγία Τριάδα μέσα στην ψυχή του ανθρώπου είναι το «είναι», το «γνωρίζειν» και το «θέλειν». Βλέπουμε κι εδώ ότι το «θέλειν» εξαρτάται κατά την ύπαρξή του από το «είναι» και από το «γνωρίζειν» Άλλη τριάδα είναι η μνήμη, η νόηση και η βούληση. Αυτή η τελευταία τριάδα για τον Αυγουστίνο καθρεφτίζει καλύτερα από τις άλλες την εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο, διότι διά της μνήμης του Θεού, διά της νοήσεως των περί Θεού και διά της προς Θεόν αγάπης ο άνθρωπος τελειοποιείται και φτάνει στην κατά Θεόν ευδαιμονία».
22. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55, ό.π., σελ. 128.
23. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55, ό.π., σελ. 128.
24. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55, ό.π., σελ. 128, «Ἐκ μὲν οὖν τοῦ φωτίζοντος τὸ φῶς προσεχῶς καὶ ἔστι καὶ δ᾿ ἑαυτοῦ νοεῖται ἐξ αὐτοῦ».
25. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55, ό.π., σελ. 128, «ὡσαύτως καὶ ὁ ἀτμός ἐκ τοῦ ἀτμίζοντος».
26. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55, ό.π., σελ. 128.
27. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55, ό.π., σελ. 129.
28. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55, ό.π., σελ. 128, «μηδὲ συνεργοῦσαν εἴρηκε ὁ μέγας οὗτος τὴν μεσιτείαν τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ μὴ ἀπείργουσαν, τουτέστι μὴ κωλύουσαν ἀμέσως ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι».
29. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55, ό.π., σελ. 129.
30. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55, ό.π., σελ. 129, «ἀλλ᾿ οὐ διὰ τοῦτο ἐμμέσως τε καὶ οὐκ ἀμέσως ἡ Εὔα τὴν ἀρχὴν ἐκ τοῦ Ἀδὰμ ἐτμήθη».
31. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55, ό.π., σελ. 129.
32. Περὶ Ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος Β΄, 55 , ό.π., σελ. 129, «Ὥσπερ οὖν ἔχει τὸ γέννημα πρὸς τὸν γεννήσαντα, οὕτως ἕξει καὶ τὸ πρόβλημα πρὸς τὸν προβολέα ἑαυτοῦ, ἀμέσως δηλαδὴ ἑκάτερον».
33. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Α΄ πρὸς Ἀκίνδυνον, 6, ό.π., σελ. 208.
34. Α΄ πρὸς Ἀκίνδυνον, 6, ό.π., σελ. 209.
35. Α΄ πρὸς Ἀκίνδυνον, 6, ό.π., σελ. 209, «Ἤ τοίνυν καὶ αὐτοὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ μόνου λεγέτωσαν τὸ Πνεῦμα, καὶ οὕτως αὐτὸ ἐκ μιᾶς ἀρχῆς λεγέτωσαν».

36. Α΄ πρὸς Ἀκίνδυνον, 6, ό.π., σελ. 209, «ἀλλ᾿ οὐκ ἐκ τῆς αὐτῆς, ἀφ᾿ ἧς καὶ ὁ Υἱός, κἀντεῦθεν πάλιν δύο εἰσὶν ἐπὶ τῆς θεότητος ἀρχαὶ καὶ οὐκ ἔτ᾿ ἐστὶ μείζων ὁ Πατήρ τῷ αἰτίῳ τοῦ Υἱοῦ, ἐπίσης γὰρ καὶ αὐτὸς αἴτιος θεότητος, ἤ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς αὐτὸ λέγοντες, μίαν ἐν τῷ Πνεύματι ὡς καὶ τῷ Υἱῷ εὐσεβῶς διδότωσαν ἀρχήν».

Δεν υπάρχουν σχόλια: