Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

Εγώ. Το παιχνίδι της ζωής (38)


Συνέχεια από Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Υποταγή α
Ο άνθρωπος είναι όλα όσα θέλει να είναι, και εμείς ξέρουμε τι θέλει.
Στην μέχρι τώρα διήγηση μας είδαμε πως το «νούμερο 2» μεγάλωσε και δυνάμωσε, και πως έκανε τα πάντα ώστε να διαχειριστεί την ταυτότητα μας, τις προτιμήσεις μας, τα πάθη και τις επιθυμίες μας. Αυτό ήταν ένα στρατηγικό επίτευγμα ενός διανοητικού ιμπεριαλισμού, του μοναδικού που ακόμα μετράει σε μια οικονομία της πληροφορίας, η οποία πανηγυρίζει για την «υποταγή της ύλης».
Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα, το οποίο το «νούμερο 2», μέσα στην αιθέρια αερικότητά του, δεν ήταν σε θέση να λύση. Εκεί που το είχαν φυτέψει, στα κεφάλια των ανθρώπων, καθόταν ήδη κάποιος άλλος. Μερικοί το ονόμασαν «εγώ», άλλοι «εαυτό».
Οι λεγόμενοι μεταμοντέρνοι φιλόσοφοι είχαν κάνει αρκετά ώστε να καταλυθεί αυτό το φρούριο, αλλά το εγώ αποδείχθηκε αρκετά σκληρό. Ήθελε πράγματα που είχαν να κάνουν με την ταυτότητα: μακροχρόνια συμβόλαια εργασίας, ή το βράδυ, μετά την δουλειά να πάει σπίτι, και όπως πολλές γενιές ανθρώπων, να είναι σε θέση να πει πως πούλησε την εργασία του αλλά όχι την ψυχή του.
Όπως η Ellen Ullman, μια προγραμματίστρια, που κατά την δεκαετία του ’90 είχε αρχίσει να εργάζεται στην Silicon Valley, και τα έχει ζήσει όλα αυτά: την ουτοπία της συνεργασίας, την νέα σκέψη, την αντίληψη ότι συμβάλλει στην οικοδόμηση ενός νέου κόσμου. Η Ellen Ullman είναι ένα από εκείνα τα λίγα πρώτα δείγματα του ψηφιακού homo nuovo, που έδωσαν μαρτυρία για τις ώρες και τα χρόνια που πέρασαν μαζί και μέσα στο εσωτερικό της μεγάλης μηχανής που λέγεται SiliconValley.
Το βιβλίο της είναι, όπως έγραψε ένας κριτικός, ένα είδος «κραυγής ενός σώματος, το οποίο εξαφανίζεται μέσα σε μια μηχανή». Είναι μια συναρπαστική μαρτυρία μιας γυναίκας, που όπως πολλοί από την γενιά της, στο σύντομο καλοκαίρι ενός πραγματικά ελεύθερου δικτύου, πίστεψε πως «μπορούσαμε να κατακερματίσουμε την μηχανή και να κατασκευάσουμε μια καλύτερη», για να βρεθούμε και πάλι, πολύ βαθιά, «στην μεγάλη μηχανή της αγοράς».
«Ήθελα να υποβάλω στον εαυτό μου, πως οι υπολογιστές είναι ουδέτεροι, ένα εργαλείο όπως όλα τα άλλα, ένα σφυρί με το οποίο μπορείς να κτίσεις ένα σπίτι ή να σπάσεις ένα κεφάλι. Αλλά μέσα στο σύστημα αυτό υπάρχει κάτι, στην τυπική λογική των δεδομένων και προγραμμάτων, το οποίο δημιουργεί εκ νέου τον κόσμο βάσει της δικής του κοσμοθεωρίας... είναι σαν να διακηρύττουμε πως το σκάκι είναι το ανώτερο επίπεδο της ανθρώπινης ύπαρξης.191»
Ακριβώς αυτό όμως έχει συμβεί. Όχι μέσω του υπολογιστή, αλλά μέσω της επίθεσης της οικονομίας της πληροφορίας. Αυτό που αισθάνεται η Ullman δεν είναι κάποια παρενέργεια μιας τεχνολογίας την οποία δεν ξέρουμε ακόμα να χειριστούμε σωστά. Ποιος θα μπορούσε να είναι καλύτερα προετοιμασμένος από κάποιον όπως η EllenUllman; Αυτά που συμβαίνουν είναι μάλλον η λογική συνέπεια εκείνου του οικονομικού ιμπεριαλισμού, για τον οποίο ο υπολογιστής είναι το τέλειο εργαλείο. Ας το εκφράσουμε με ένα soundbyte: νομίζαμε ότι η Silicon Valley θα κατακτούσε τον κόσμο. Όχι, δεν έγινε αυτό. Ένα συγκεκριμένο είδος παιχνιδιού της οικονομίας (που στον πυρήνα της είναι νεοκλασική, αλλά εδώ και καιρό υπερβαίνει αυτά τα όρια) κατέκτησε τον κόσμο - και τώρα κατακτά την Silicon Valley. Ένας από τους κριτικούς της θεμελιώδους μελέτης του John Davis περί της κατάργησης του ατόμου στην «πολιτική οικονομία», περιέγραψε επακριβώς τι συμβαίνει: «Για τους νεοκλασικούς οικονομολόγους, όλα αυτά είναι άσχετα... ο Davis θα μπορούσε να είχε γράψει αυτά τα πράγματα και για φιγούρες του σκακιού, γιατί το αφηρημένο άτομο είναι τόσο λίγο πολύπλοκο, και έχει τόσο λίγη σχέση με τον κόσμο όσο και οι φιγούρες του σκακιού.192» Αυτό είναι κάτι που η Ullman αισθάνθηκε διαισθητικά. Αν υπήρχε σήμερα λογοτεχνικός ντανταϊσμός (dadaismus) επιπέδου, θα σκιαγραφούσε τον άνθρωπο ως φιγούρα σκακιού που παίζει πόκερ.
Για τον λόγο αυτό οι θεωρίες παιγνίων και «rational choise», βρήκαν ένα τόσο δεκτικό κοινό στην Silicon Valley. Η ψηφιακή ελίτ, έχει από την εποχή της RAND αποδεχθεί μια σειρά υποθέσεων περί λογικής, για πεδία που κυμαίνονται από την καθαρή επιστήμη υπολογιστών και θεωρίας της πληροφορίας, μέχρι την στατιστική και το design (η αρχιτεκτονική του Bauhaus έχει επηρεάσει την Silicon Valley περισσότερο από κάθε θεωρία - σαν ψάρι κολυμπούσε στον ωκεανό της «λογικής»). Πως θα μπορούσε να αντισταθεί κάποιος από εκείνους, σε μια θεωρία η οποία μείωσε τόσο τον άνθρωπο, και άφησε μόνο τις προτιμήσεις του και ένα εγωιστικό κίνητρο για να τις πραγματοποιήσει; Και η οποία θεωρία, θεωρεί ως α-λογο οτιδήποτε ξεφεύγει από τον σκοπό της μεγιστοποίησης του συμφέροντος για το άτομο.193
Θέλουμε αυτό που θέλουμε - ο νεοκλασικισμός δεν ενδιαφέρεται γιατί θέλουμε κάτι. Αυτό σημαίνει πως τα ενδιαφέροντά μας έρχονται απ’ έξω. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο κλειδί, στο οποίο βασίζεται η οικονομία της πληροφορίας στην ψηφιακή εποχή. Για τον λόγο αυτό βρίσκονται παντού οι συστάσεις για «like it», «yourpreferences», εξατομικευμένη αναζήτηση. Το Google (αλλά και πολλοί οικονομικοί αλγόριθμοι, το Facebook, και διάφορες λειτουργίες λογισμικών παρακολούθησης) υποστηρίζει με αρκετά αλαζονικό τρόπο, πως αποκαλύπτει τις προτιμήσεις μας: οι προβλέψεις του, οι συστάσεις του και οι λειτουργίες του, είναι σαν ένας καθρέφτης που αντικατοπτρίζει τις επιθυμίες μας.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα αυτό που ο Eric Schmidt, σημερινός προϊστάμενος του Google, λέει περί «αυτόνομης αναζήτησης». Τα κινητά μας, σύμφωνα με τον Schmidt, ψάχνουν αδιάκοπα για μας, και θα είναι σε θέση να προβλέψουν τι θα έπρεπε ή τι θα θέλαμε να κάνουμε. «Ξέρει (το κινητό) ποιος είμαι. Ξέρει τι με ενδιαφέρει. Ξέρει με μεγάλη ακρίβεια που είμαι. Αυτή είναι η ιδέα της αυτόνομης αναζήτησης - η ικανότητα να μου λέει πράγματα, τα οποία δεν γνώριζα, τα οποία όμως μπορεί να με ενδιαφέρουν, είναι το επόμενο επίπεδο.194» Μπορούμε επίσης νά σκεφτούμε τις νέες λειτουργίες που υπόσχεται το Google Maps. Ένα Application που λειτουργεί σαν συσκευή πλοήγησης, και δεν λέει απλά αυτό που βλέπει ο χρήστης, αλλά και αυτό που θα του αρέσει. «Εκεί στην γωνία γυρίστηκε μια σκηνή της αγαπημένης σου ταινίας», θα μπορούσε να πει το App, σύμφωνα με την «Atlantic Wire»195. Τέτοια συστήματα είναι απολύτως αδύνατο να λειτουργήσουν, χωρίς να κάνουν υποθέσεις για τον χρήστη. Και όπως έχουν τα πράγματα, οι υποθέσεις αυτές δεν μπορεί να είναι άλλες από εκείνες της θεωρίας παιγνίων και της Rational-Choise.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως το «νούμερο 2» δεν χρειάζεται τίποτε άλλο: ούτε στο πεδίο της κατανάλωσης, αλλά ούτε και σε πεδία μακράν της αγοράς, όπως είναι οι εκλογές ή οι κοινωνικές επαφές. 

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...