Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

Παύλος Χριστόπουλος - Η έννοια του θανάτου στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή (9)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 23 Μαρτίου 2023

ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘ. ΠΑΥΛΟΣ - Πτυχιούχος ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ 

ΘΕΜΑ
«Η έννοια του θανάτου στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ
Β. 1. Ο πνευματικός θάνατος
Β. 1. 3. «Πτώση ἄμᾳ τῇ γνώμη»: η ανθρώπινη προαίρεση ως παράγοντας της πτώσης

Μελετώντας κανείς τους παραπάνω τρείς πυλώνες της πτώσης – τους οποίους και χαρακτηρίσαμε ως πτωτική αλυσίδα εξ αιτίας της μαθηματικής συνέχειας αυτών – μπορεί να διακρίνει μια λεκτική, εκ πρώτης όψεως, σύνδεση και μια θεολογική προσέγγιση που εισχωρεί βαθιά στον παράγοντα της πτώσης. Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να εντοπίσουμε μια ιδιαίτερη διδασκαλία του αγίου. Σύμφωνα με αυτή, ο όσιος θέλοντας να τονίσει την αξία της ελευθερίας του ανθρώπου αλλά και το μέγα ζητούμενο που είναι η ταύτιση του με το Θεό;;;, παρουσιάζει την πτώση «ταυτόχρονη» της δημιουργίας. Αν δεν γίνουν σοβαρές επισημάνσεις, ελλοχεύει ο κίνδυνος να θεωρηθεί η γραφίδα του αγίου πέραν της λοιπής των Πατέρων παράδοσης. 

Συγκεκριμένα αναφέρεται πως η πτώση τίθεται «ταυτόχρονη» της γέννησης. Πως όμως μπορεί να ευσταθεί ένας τέτοιος «νεοτερισμός» εκ μέρους του αγίου, τη στιγμή μάλιστα που σε πολλά σημεία του συνολικού έργου παρατηρούμε την ταύτιση του με την πατερική παράδοση και την γνωστή από την Παλαιά Διαθήκη διήγηση;284 Θα χρειαστεί μια προσεκτική ανάγνωση των χωρίων για να μπορέσουμε να διακρίνουμε το τί ακριβώς θέλει να ορίσει ο άγιος. Οφείλουμε, πάντως, να κατανοήσουμε πως η πατερική γραφή ανάλογα με την πραγμάτευση του εκάστοτε θέματος χρωματίζει θεολογικά τα ενδιαφέροντά της χωρίς να διαιρεί τον λόγο.285 Νομίζουμε πως ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με το θέμα της πτώσης σε σχέση με την δημιουργία. 

Θα πρέπει στο σημείο αυτό, λοιπόν, να επαναφέρουμε στη μνήμη μας πως η έννοια του χρόνου, όπως άλλωστε και του χώρου, αναφέρεται στην κτιστή πραγματικότητα. Δηλαδή, οτιδήποτε αναφέρεται στην κτίση εξετάζεται εν τόπο και χρόνο. Εξ αιτίας των πολλών αναφορών του αγίου που προβάλουν μια χρονικότητα ανάμεσα σε δημιουργία και πτώση θα πρέπει να αναζητηθεί η ορθή ερμηνεία για τον λόγο που τίς τοποθετεί ως «ταυτόχρονες». Σε διαφορετική περίπτωση οφείλουμε να παραδεχτούμε πως διακρίνονται αντιφατικά σημεία στο έργο του αγίου Μαξίμου. Η λογική του αγίου δεν έγκειται στο να θέσει την φθορά της πτώσης στην δημιουργική πράξη του Θεού αλλά στην ανθρώπινη απόφαση. 
Έτσι, εισερχόμαστε στην μαξιμιανή σκέψη κρίνοντας σκόπιμο να παρατεθούν συγκεντρωτικά και τα τρία προαναφερόμενα κείμενα του οσίου που σχετίζονται με την εν λόγο θεματική. Με τον τρόπο αυτό, ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να έχει μια εποπτική θέση των πραγμάτων. Μάλιστα, τα τοποθετούμε με στην σειρά κατά την οποία παρουσιάσαμε την αλυσιδωτή εκείνη σχέση που χαρακτηρίζει την πτωτική πορεία του ανθρώπου. Επιπλέον, θεωρήσαμε ορθό να επιλέξουμε και την νεοελληνική μετάφραση προς καλύτερη κατανόηση βασιζόμενοι σε αυτή του Ιγνατίου Σακάλη: 
«Αφού, δηλαδή, έλεγε, αμέσως με την ύπαρξη του ο άνθρωπος με την παρακοή έβαλε πίσω στην αρχή του, δε μπόρεσε να ζητήσει αυτό που είχε πάει πίσω»,286 «…ο Κύριος που θεραπεύει την ανθρώπινη φύση και την επαναφέρει στην αρχαία χάρη της αφθαρσίας, ήρθε να την ελευθερώσει και να δείξει με έμφαση το καλό προς το οποίο, όταν δημιουργήθηκε δεν κινήθηκε καθόλου, και να πατήσει το πονηρό προς το οποίο αμέσως μόλις γεννήθηκε, αφού ξεγελασμένη κινήθηκε παρά φύση, κένωσε με όλη τη δύναμή της, και να δέσει σφιχτά με τον εαυτό του τη δύναμη της επιθυμίας…»287, «Αυτή τη δύναμη (εννοώ τη φυσική έφεση του νου προς το Θεό), ευθύς μόλις έγινε ο πρώτος άνθρωπος την έδωσε στην αίσθηση και σύμφωνα με αυτή την πρώτη κίνηση προς τα αισθητά δια μέσου της αίσθησης δοκίμασε παρά φύση τη λειτουργεία της ηδονής…»288. 

Χωρίς λοιπόν να αναιρούν τη γνωστή παλαιοδιαθηκική διδασκαλία, οι τρεις παραπομπές που θέτουν την πτώση των πρωτοπλάστων σχεδόν ταυτόχρονη με την δημιουργία, εξυπηρετούν άλλο σκοπό. Δηλαδή, στα χωρία δεν ενδιαφέρεται ο άγιος να παρουσιάσει την ήδη γνωστή ιστορική πορεία;;; – που πρακτικά κατανοούμε πως η γραφή του κάθε άλλο παρά ξεφεύγει από το ιστορικό γίγνεσθαι – αλλά ουσιαστικά θέλει να υπογραμμίσει την ανθρώπινη προαίρεση289. Ο στόχος του εδράζει στο να αναδείξει πως όχι μόνο η αναζήτηση μιας άλλης αρχής για να ακολουθήσει, όχι μόνο η λανθασμένη κίνηση οδηγεί στην πτώση, αλλά και η έλλειψη ακόμα τού προς το Θεό προσανατολισμού έχει όμοια αρνητικά αποτελέσματα για τον άνθρωπο. Έτσι, η μέσω της παρακοής ἅμα τῷ εἶναι ολική άρνηση της αρχής του, η παράδοση του νου ἅμα τῷ γενέσθαι προς τα αισθητά, και η μη κίνηση προς το σκοπό σε συνδυασμό με την ἅμα τῷ γενέσθαι παρά φύση κίνηση τοποθετούν σε στέρεες βάσεις την ανθρώπινη πράξη τονίζοντας πως η προαίρεση του ανθρώπου είναι ο κοινός παρονομαστής στην κάθε ερμηνεία290. Οτιδήποτε, δεν έχει ως αρχή και τέλος τον άκτιστο Θεό αποτελεί αστοχία της φύσης του ανθρώπου και επομένως οντολογική διάσπαση του είναι του. 

Αναφέρθηκε πως η χρήση του «ἄμα» στον όσιο γίνεται για την απουσία χρόνου. Όμως, κρίνουμε σκόπιμο να τονίσουμε για ακόμα μια φορά την έννοια της ιστορικότητας. Η ιστορία, δηλαδή η χρονική πορεία των κτιστών, αναφέρεται μονάχα στα δημιουργήματα εκ του μη όντος. Δεν μπορούμε να τοποθετήσουμε το Θεό σε χρονικό και τοπικό περιορισμό. Επομένως, ο άνθρωπος ερχόμενος στην ύπαρξη περικλείεται από τα μεγέθη του χρόνου και του τόπου.[ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΝΟΥΝ ΛΟΓΟ ΓΙΑ ΑΦΘΑΡΣΙΑ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΕΝΤΑΣΣΟΥΝ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ.Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΝ ΧΡΟΝΟΣ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ.]Με βάση δε, την ανωτέρα ανάγνωση του οσίου, το μαξιμιανό «άμα» σημαίνει «εν» διότι ο άνθρωπος αποτελεί τον παράγοντα εκείνο που ορίζει το πριν και το μετά της πτώσης. Έτσι, το ενδεχόμενο ερώτημα που μπορεί να προκύψει, αν δηλαδή ο άνθρωπος προπτωτικά υπήρξε αναπαυμένος στο Θεό ή αν λόγω πρόγνωσης της πτώσης αναδύθηκε με πτωτικά χαρακτηριστικά εδράζεται στο χώρο της σχολαστικής σκέψης υποβαθμίζοντας την διάκριση κτιστού και ακτίστου και δεν ανταποκρίνεται στην πατερική μεθοδολογία291. Γιατί πολύ απλά, και οι δύο θέσεις που μπορούμε να παρατηρήσουμε στη γραφίδα του οσίου, αναφέρονται στο κτιστό – ιστορικό ανθρώπινο γίγνεσθαι.

Αν το θέμα της πτώσης δε αναζητηθεί στην ιστορική σφαίρα, ελλοχεύει ο κίνδυνος να θεωρηθεί πως ο Θεός δημιουργεί a priori και προτετελεσμένα πέραν της θέλησης τού ανθρώπου. Αλλά όπως και με την παραδείσια «τελειότητα» όπου το ζητούμενο, όπως είδαμε, είναι η κίνηση και η πορεία και όχι η δήθεν προβληματική περί στατικού παραδείσου, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο πρέπει να κατανοηθεί και η πτώση του ανθρώπου. Δηλαδή, το ζητούμενο για τον όσιο Μάξιμο, είτε μεσολάβησε διάστημα θείας πορείας292 είτε όχι293 είναι η ανάδειξη της ανθρώπινης προαίρεσης ως καταλυτικού παράγοντα για το «πριν» και το «μετά» της πτώσης294. Η ανθρώπινη προαίρεση και εκλογή είναι το σημείο εκείνο το οποίο χρωματίζει το ιστορικό «πριν» και το «μετά». Η ελευθερία του ανθρώπου είναι ο παράγοντας που ρυθμίζει την επιλογή του να αναζητά ή να αρνηθεί το Θεό. Και αυτό, βεβαίως, είναι το τεντωμένο σκοινί και η προοπτική της αποτυχίας που έχει η εκ του μη όντος δημιουργία, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και το μεγαλείο του Θεού που θέλει την εκλογή από το πλάσμα του ως συνειδητή επιλογή. [ΜΑΣ ΦΛΟΜΩΣΕ ΣΤΙΣ ΠΑΠΑΡΙΕΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ.ΣΑΝ ΘΕΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ , ΔΕΝ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΙΝΕ Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΚΑΤΙ ΞΕΝΟ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΘΕΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΟ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ, ΤΗΝ ΘΕΩΣΗ ΔΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΜΗΣ. ΟΛΗ ΑΥΤΗ Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΑΡΝΗΘΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΓΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ  ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΚΟΙΝΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ Η ΟΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ ΠΡΩΤΕΙΟΥ ΓΙΑ  ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ]

Στο σημείο αυτό θα επιμείνουμε στο θέμα στο ότι η προαίρεση του ανθρώπου είναι ο παράγοντας εκείνος που καθορίζει την έκβαση της ιστορίας, μιας και ο Θεός δημιουργεί εν ελευθερία με σκοπό την ελεύθερη πορεία του δημιουργήματος.[ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΑΛΛΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΟΧΗΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ] Για το λόγο αυτό θα φέρουμε στο προσκήνιο ακόμα ένα υπέροχο κείμενο – προσωπικά θεωρούμε πως αποτελεί και το σπουδαιότερο για τη θεματική μας – το οποίο επιβεβαιώνει όλα όσα αναφέραμε: «Ἐπειδή τῷ τῆς ἀφθαρσίας τε καί ἀθανασίας κάλλει παρά Θεοῦ κατηγγλαϊσμένος ὁ ἄνθρωπος γέγονε, τό δέ τῆς περί αὐτόν ὑλικῆς φύσεως αἶσχος τοῦ νοεροῦ καλλους προτιμήσας λήθην τοῦ κατά την ψυχήν θεοειδῶς καλωπίσαντος πάμπαν ἐπεποίητο, τῆς γνώμης ἄξιον κατά θείαν ψῆφον τήν σοφῶς τήν ἡμῶν σωτηρίαν οἰκονομοῦσαν ἐδρέψατο καρπόν, οὐ μόνον τοῦ σώματος τήν φθοράν καί τόν θάνατον, καί τήν πρός πᾶν πάθος εὐέμπωντον κίνησίν τε ἐπιτηδειότητα, ἀλλά καί τῆς ἐκτός καί περί αὐτόν ὑλικῆς οὐσίας τό ἄστατον καί ἀνώμαλον, καί πρός τό ἀλλοιοῦσθαι εὔφορόν τε καί εὐχερές, εἴτε τότε αὐτήν τοῦ Θεοῦ διά τήν παράβασιν τῷ ἡμετέρῳ σώματι συμμετακεράσαντος, καί τήν πρός τό ἄλλοιοῦσθαι καί αὐτῇ, ὥσπερ τῷ σώματι, τήν πρός τό πάσχειν τε καί φθείρεσθαι καί ὅλως ὅλως λύεσθαι• ὡς δηλοῖ ἡ τῶν νεκρῶν σωμάτων περιβολή, ἐνθεμένου δύναμιν κατά τό γεγραμμένον, ὅτι καί αὐτή ἡ κτίσις ὑπετάγη τῇ φθορᾷ οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλά διά τον ὑποτάξαντα ἐπ’ ἐλπίδι, εἴ τε ἐξ ἀρχῆς κατά πρόγνωσιν οὕτως αὐτήν δημιουργήσαντος διά τήν προορασθεῖσαν παράβασιν• ὥστε τῷ πάσχειν καί κακοῦσθαι δι’ αὐτῆς, εἰς συναίσθησιν ἑαυτοῦ καί τοῦ οἰκείου ἀξιώματος ἐλθεῖν, καί ἀσπασίως καταδέξασθαι τήν πρός τό σῶμα καί αὐτήν ἀποδιάθεσιν»295.

Είδαμε λοιπόν στο κεφάλαιο της Δημιουργίας πως ο Θεός παράγει εκ του μη όντος με σκοπό την κατά χάριν τελείωση του ανθρώπου αλλά και όλης της κτίσης που είναι το φυσικό ακόλουθο της ανθρώπινης θέωσης.[ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΧΑΡΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΛΛΟΓΙΜΩΤΑΤΕ] Έτσι, ο Θεός δεν θέτει στον άνθρωπο ως επιλογή την αλλοίωση προς την παρυποστασία αλλά ούτε και την επιβάλλει. Αλλά καθότι προγνωρίζει την πτώση παραχωρεί τη σύμμειξη της ζωής με το θάνατο ως ανοιχτό προορισμό, μια άλλη οδό, για την πραγμάτωση του στόχου[ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΣΚΑΤΟΛΟΓΙΑΣ, ΤΟ ΠΙΑΣΑΜΕ]296. Άρα, επανερχόμαστε πάλι στο ότι ο Θεός δημιουργεί με μόνη προοπτική την ένωση με αυτόν. Καμία άλλη επιλογή δεν υπάρχει στην δημιουργία. Η δημιουργία του ανθρώπου και του κόσμο γίνεται με σκοπό το κτιστό να ενωθεί ηθελημένα με το άκτιστο. Κανένας άλλος δρόμος δεν υφίσταται. 
Βέβαια, η κτίση και συγκεκριμένα ο άνθρωπος όπως έχει ειπωθεί, έχει δύναμη είτε προς την τελείωση είτε στο μηδενισμό κατά προαίρεση εξ αιτίας του αυτεξουσίου του297. Αυτό γίνεται καθώς από τη μία δεν έχει και δεν είναι αυτοζωή, άρα η ύπαρξη της εξαρτάται από το αν θα έχει εμπειρία με την όντως ζωή, ενώ από την άλλη η ελεύθερη εκλογή είναι που την καθιστά λογική και αυτεξούσια. Θα μπορούσαμε να θέσουμε προς κριτική πως τα μεταπτωτικά χαρακτηριστικά αποτελούν φυσικά χαρακτηριστικά, υπό την έννοια της προγνώσεως του Θεού για την άρνηση του ανθρώπου. Δηλαδή, στην περίπτωση της συνεχούς ανόδου του ανθρώπου και της μη αποστασίας του, αυτά δε θα είχαν καμία ισχύ στη ζωή του. Δηλαδή τα πτωτικά χαρακτηριστικά δε θα τα ενεργοποιούσε με την πτώση298. Οποιαδήποτε περεταίρω ανάλυση θα άγγιζε σχολαστικά πρότυπα μελέτης και θα ξέφευγε από την αγιοπνευματική σκέψη του αγίου. 

Παράλληλα, είναι σημαντικό να τονίσουμε και να διαχωρίσουμε πως άλλο η μη πληρότητα της δημιουργημένης φύσης μας και άλλο η ασθένεια της πτωτικής κατάστασης. Διότι «στη φύση πριν την πτώση μπορεί κανείς να μιλά για έλλειψη και ελαττώματα. Αλλά στον πεπτωκότα κόσμο υπάρχει κάτι περισσότερο – μια διαστροφή, μια επανάσταση, μια βλασφημία που προκαλεί ίλιγγο»299. Είναι σπουδαίας σημασίας αυτή η διαφοροποίηση καθώς η εκ του Θεού δημιουργία δε δύναται να έχει ατέλειες. Η αναφερόμενη «ατέλεια» γίνεται αντιληπτή μόνο υπό το πρίσμα του τέλειου Θεού καθώς επίσης και σε σχέση με την μετοχή ή όχι σε αυτόν. Επιπλέον, η διαστροφή που παρατηρούμε στην κτιστή πραγματικότητα είναι προϊόν της αποστασίας του ανθρώπου, ο οποίος την καταδικάζει την ύπαρξή του προς το εκμηδενισμό παρασέρνοντας μαζί του και όλη την κτίση. Δηλαδή, δε μπορούμε να ορίσουμε κάτι αυτοτελώς αλλά είναι αναγκαίο να το συγκρίνουμε με κάτι. Για παράδειγμα, τα πτωτικά χαρακτηριστικά, όπως ό θάνατος, είναι κάτι φυσικό για την ανθρώπινη ζωή αλλά κάτι παρά φύση σε σχέση με την αρχική δημιουργία του Θεού. [ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ Ο ΝΕΟΣ, ΚΑΘΩΣ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ]

Για όλα τα χαρακτηριστικά που ακολουθούν της πτώσης θα έχουμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε στο τρίτο μέρος του Κεφαλαίου. Αξίζει, πάντως, προτού εισχωρήσουμε σε αυτά τα ενδιαφέροντα ζητήματα να σταθούμε λίγο ακόμα στο κομμάτι του Παραδείσου και να το αναλύσουμε από την προοπτική της πατερικής γραμματείας αλλά και του οσίου Μαξίμου. Έτσι, το ζητούμενο, αν κρίνουμε από την όλη διδασκαλία του αγίου, δεν είναι τόσο η παρουσίαση ορισμένων καταστάσεων του παρελθόντος αλλά η προοπτική που πηγάζει από αυτά. Η αναφορά ενός χαμένου παραδείσου δε σχετίζεται μονάχα με την απώλεια ενός αγαθού, αλλά κυρίως με την απώλεια της μελλοντικής τελείωσης και την ματαίωση του «καθ’ ομοίωση»300. Άλλωστε, ο άνθρωπος ως κτιστός είναι συνδεδεμένος με την κίνηση• ο προορισμός είναι δεδομένος αλλά και η άρνηση αυτού ποιόν της εν ελευθερία δημιουργημένης προσωπικότητάς του. Έτσι, δικαιολογείται η προσήλωση του οσίου στο τέλος που ολοκληρώνει την αρχή301. Μόνο η εσχατολογική προοπτική που συμβαίνει από την παρούσα ζωή μπορεί να διασώσει την κατά Θεόν κίνηση που αποβλέπει στη στάση εν Χριστώ, καθώς ολοκληρώνει την οντολογία του ανθρώπου.

Σημειώσεις
284 Κεφάλαια θεολογικά και οικονομικά ε’, PG 90, 1392AB. 
285 Είδαμε για παράδειγμα το θέμα της παραδείσιας κατάστασης των πρωτοπλάστων ή αυτό του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» όπου παρατηρήσαμε μια πολύπλευρη ερμηνευτική των Πατέρων. Όμως, η πολυμορφία αυτή, την οποία θα την συναντήσουμε και σε άλλα σημεία της εργασίας, έχει ανάγκη να ερμηνευτεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος, είναι πως οι πολλές απόψεις αποτελούν διαφορετικά αλλά όχι αντίθετα κομμάτια μιας ενιαίας πραγματικότητας. Οι πατέρες θεολόγησαν σε διαφορετικές εποχές, με διαφορετικά προβλήματα και διαφορετικού υποβάθρου αποδέκτες. Άρα και οι λόγοι αυτών διαφέρουν ως προς αυτά και όχι ως προς την εν Χριστώ αλήθεια που βιώνουν. Ο δεύτερος τρόπος, αποτελεί την διαφοροποίηση από την κοινή γραμμή. Εφόσον, διαφέρει από το consensus partum τότε ενδέχεται να μην είναι ορθή και να αποτελεί απλά μια προσωπική θέση, μία θέση που δεν είναι απαραίτητα άχρηστη και άσκοπη αλλά διαφεύγει από την ασφαλή πατερική οδό. 
286 Προς Θαλάσσιον, PG 90, 613C
287 Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1321AB.
288 Προς Θαλάσσιον, PG 90, 628AB.
289 Βλ. Ιωάννη Γ. Κουρεμπελέ, Ηδονοδοξία: Κριτική στη μεταπατερική θεώρηση της Παρθενίας της Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη: Αλτιντζής, 2019, σελ. 110.
290 Για την θέση της ανθρώπινης προαίρεσης και της ελεύθερης επιλογής στην θεολογία του αγίου βλ. την μελέτη του Farrell P. Joseph, Free choice in St. Maximus the Confessor, South Canaan, United Stages: St. Tikhon’s Seminary Press, 1989.
291 Βλ. Ιωάννη Γ. Κουρεμπελέ, Ηδονοδοξία…, σελ. 99 – 100.
292 Κεφάλαια θεολογικά και οικονομικά ε΄, PG 90, 1392AB.
293 Προς Θαλάσσιον, PG 90, 628AB, Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1321AB, Προς Θαλάσσιον, PG 90, 613C.
294 Βλ. J. C. Larchet, La divinization de l’ homme selon Saint Maxime le Confersseus, Paris, 1996. Στο έργο του και συγκεκριμένα τη σελίδα 187 ο Γάλλος συγγραφέας αναλύοντας το θέμα της πτώσης και ερμηνεύοντας το χωρίο «άμα τω γενέσθαι» παρατηρεί πως η πτώση δεν είναι δοκητική αλλά συμβαίνει μετά από μεσολαβήσασα λόγο της ανθρώπινης προαίρεσης χρονική περίοδο.
295 Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1104AB.
296 Βλ. Ιωάννη Γ. Κουρεμπελέ, Ηδονοδοξία:…, σελ. 105 – 106.
297 Βλ. για περισσότερες λεπτομέρειες το Πρώτο Κεφάλαιο της παρούσης έρευνας που πραγματεύεται αυτή την θεματολογία. 
298 Βλ. Ιωάννη Γ. Κουρεμπελέ, Ηδονοδοξία:…, σελ. 112 υποσημ. 106 «… η σχέση του ανθρώπου με το Θεό δε στερείται ηδονής, αλλά ίσα – ίσα, προκαλείται να μην αποστραφεί την θεουργούσα ηδονή, την οποία θέτει με τη δημιουργία ο Θεός στο κτίσμα του και ζητά γι’ αυτή την έφεση και τη δυναμική γνωμική κίνηση της ανθρώπινης προαίρεσης. Η στροφή του πτωτικού ανθρώπου στην ψευδηδονή των κτιστών αισθήσεων και η άρνηση της κατά φύσιν προς Θεόν ηδονής έχει ως συνέπεια τη βίωσης της θανατηφόρου ηδονοδύνης. … ο πρώτος άνθρωπος, όμως, κατά τον άγιο Μάξιμο, είναι αυτός που δεν κινητοποιεί την κατά φύσιν έφεση προς το Θεό στρεφόμενος προς τον παρά φύσιν ηδονικό μηδενισμό». 
299 Βλ. Γεωργίου Φλορόφσκυ, Δημιουργία και Απολύτρωση, (Μετάφραση. Π. Πάλλη) Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, 1983 σελ. 97. 
300 Βλ. Νίκου Α. Ματσούκα, Το πρόβλημα του κακού:…, σελ. 78 – 79. 
301 Προς Θαλάσσιον, PG 90, 616A. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: