Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

MARIE-DOMINIQUE RICHARD: Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ (15)

 Συνέχεια από Σάββατο, 6 Μαΐου 2017
                 
                        Μια νέα ερμηνεία του πλατωνισμού
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2Ο : ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΜΜΕΣΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Β. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
     
Image result for πλατωναςΑπό τις μαρτυρίες των μελών της Παλαιάς Ακαδημίας, τρία κείμενα χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή. Πρόκειται για το απόσπασμα ΙΙΙ, 6a 15- β 17 της Μεταφυσικής του Θεόφραστου, την μαρτυρία του Ερμόδωρου, και τέλος την αναφορά του Σέξτου Εμπειρικού.
   Θα αναλύσουμε επομένως με τη σειρά τα τρία αυτά κείμενα.
Ι. ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΙΙΙ, 6a 15 – β 17 ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ
     Το απόσπασμα αυτό αναδεικνύει τα εξής τρία ερωτήματα.
      –  σε ποιους φιλοσόφους αναφέρεται ο Θεόφραστος όταν ομιλεί περί «φιλοσόφων των αρχών»;
     – ποιο είναι το ακριβές νόημα του δόξειεν ἄν στο 6b 12;
     – η διαφορά του ισχυρισμού του Θεόφραστου, κατά τον οποίο ο Πλάτων επαναφέρει τις Ιδέες στους Αριθμούς, με τις μαρτυρίες του Αριστοτέλη, ο οποίος αποδίδει στον Πλάτωνα το δόγμα της ταύτισης των Ιδεών με τους Αριθμούς, συνεπάγεται την απόρριψη της μαρτυρίας του Θεόφραστου ως μη αυθεντικής;
1. Το πρόβλημα της πατρότητας των δογμάτων
     Ενώ κατά τον R. Heinze ο Θεόφραστος αναφέρεται στο Ξενοκράτη, ο W.D. Ross υποστηρίζει ότι πρόκειται για τον Πλάτωνα και τους ορθόδοξους μαθητές του διότι, εκτός του ότι η ορολογία είναι καθαρά πλατωνική, το απόσπασμα 11a 27 – β 7του κεφαλαίου IX παραθέτει ακριβώς το όνομα του Πλάτωνα ως του φιλοσόφου που ανήγαγε στο επίπεδο της αρχής το Εν και την αόριστη Δυάδα. Επιπλέον, ο W.D. Ross εκτιμά ότι η αναφορά του Θεόφραστου στον Πλάτωνα είναι περισσότερο σαφής από την αναφορά του Αριστοτέλη στο απόσπασμα ΙΙΙ 4, 203a 1-16 των Φυσικών: πράγματι, ενώ ο Αριστοτέλης περιορίζεται στην ταύτιση του συμπαντικού χώρου με την Δυάδα, ο Θεόφραστος αναφέρεται σε μια γένεση της χώρας, έννοια που  προσχωρεί με μεγαλύτερη σαφήνεια στο σύνολο του δόγματος των αρχών. Τέλος, ο W.D. Ross, ακολουθούμενος από τον W. Burkert και τον  H.J. Krämer, προσεγγίζει το απόσπασμα 6a 27 κ. επ. με το απόσπασμα Ι 2, 404b 18 της πραγματείας Περί Ψυχής: σύμφωνα λοιπόν με τους τρεις αυτούς ερευνητές, αυτό το τελευταίο απόσπασμα παραπέμπει στον Πλάτωνα. Παρεμφερής είναι και η θέση του K. Gaiser  για τον οποίο η φράση «Αυτό ακριβώς κάνουν και οι φιλόσοφοι που…» αναφέρεται αποκλειστικά στον Πλάτωνα. Αλλά  οι αντίπαλοι της θεωρίας της ύπαρξης προφορικής διδασκαλίας δεν θεωρούν πειστικά αυτά τα επιχειρήματα. Για παράδειγμα κατά την M. Isnardi Parente  οι δύο ειδικές αναφορές στον Πλάτωνα που συναντώνται στο έργο Μεταφυσική του Θεόφραστου σε σχέση με το δόγμα των αρχών, δεν ευνοούν την απόδοση στον ίδιο τον Πλάτωνα της περιγραφής του δόγματος του αποσπάσματος 6a 24 κ. επ. Πράγματι στις γραμμές 6b 11-15 ο Θεόφραστος αναφέρει μεν τον Πλάτωνα ως τον μοναδικό φιλόσοφο που κατόρθωσε να καταγράψει ένα ικανοποιητικό διάγραμμα της γένεσης των πραγματικότητα από τον Εν και την αόριστη Δυάδα. Αλλά στο 11b 1 κ.επ., η αναφορά στον Πλάτωνα, δεν σχετίζεται καθόλου με το ίδιο δόγμα στο απόσπασμα 6a 24 κ.επ.: εκεί ο Θεόφραστος χρησιμοποιεί την αριστοτελική ερμηνεία του δόγματος των αρχών σαν προάγγελο του δόγματος της ύλης και της μορφής, προκειμένου να αναδείξει τις απορίες που άφησε αναπάντητες  η τελεολογική μεταφυσική. Επιπλέον, κατά την άποψη της M. Isnardi Parente  η θεωρία σύμφωνα με την οποία ο συμπαντικός χώρος προέρχεται από την Δυάδα, δεν ανάγεται στον ίδιο τον Πλάτωνα, αλλά στην ακαδημαϊκή ερμηνευτική του Πλάτωνα. Τέλος η M. Isnardi Parente εκτιμά ότι η ομοιότητα του αποσπάσματος Ι, 2, 404b 18 κ.επ. της πραγματείας Περί Ψυχής και το κείμενο του Θεόφραστου είναι πολύ ασθενική και πολύ γενική για να αποτελέσει την βάση μιας οποιασδήποτε υπόθεσης. Το γενικό ύφος του κειμένου δίνει την εντύπωση ότι, σε πρώτο πλάνο, ο Θεόφραστος καταγγέλλει μια τάση που του φαίνεται να χαρακτηρίζει την σχολή του Πλάτωνα στο σύνολό της, ενώ στην συνέχεια ασχολείται με αναφορές σε ειδικότερα θέματα. Έτσι, παρότι δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η έκφραση «φιλόσοφοι των αρχών» περιλαμβάνει το Ξενοκράτη και τον Σπεύσιππο, δεν μπορούμε επίσης να τους αποκλείσουμε ολοσχερώς. Όσο για τον Πλάτωνα είναι σαφές ότι ο Θεόφραστος του παραχωρεί μια ιδιαίτερη θέση. Το συμπερασμέ της M. Isnardi Parente είναι το εξής:
     Η ερμηνευτική προσπάθεια του Θεόφραστου αποβλέπει να αναδείξει την διαφορά ανάμεσα στην πλατωνική αναγωγή, η οποία τεκμαίρεται, και την μορφή, η οποία στην σκέψη των διαδόχων του συνεπάγεται αυτή την ίδια αναγωγή.
      Αυτή είναι η λύση που πρότεινε η M. Isnardi Parente.
     Σύμφωνα όμως με τον H.J. Krämer, εάν η M. Isnardi Parente, δικαίως βεβαιώνει ότι στην εισαγωγή του ο Θεόφραστος δεν είχε την πρόθεση να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τα μέλη της Ακαδημίας, και ότι οι ειδικότερες αναφορές του αρχίζουν μετά τον στίχο 6b 5, εν τούτοις είναι εντελώς απίθανο ο μαθητής το Αριστοτέλη να συμπεριέλαβε τον Σπεύσιππο στους φιλοσόφους που επέλεξαν ώς αρχές το Εν και των αόριστη Δυάδα: ο πρώτος διάδοχος του Πλάτωνα στην Ακαδημία είναι ακριβώς αυτός που επέδωσε στην δεύτερη αρχή την έννοια του πλήθους. Έτσι ο H.J. Krämer προτείνει μια κάπως διαφορετική λύση: ο Θεόφραστος αποσυνδέει το σύστημα του Σπευσίππου από τα υπόλοιπα εξ αιτίας των ιδιαιτεροτήτων του, και στη συνέχεια ονομάζει συνδυαστικά, τρείς φιλοσόφους στους οποίους αυτό το κοινό χαρακτηριστικό μπορεί να αποδοθεί με επιφύλαξη, όπως ο Ξενοκράτης, ο Εστιαίος και ο Πλάτων. Το χαρακτηριστικό αυτό μπορεί να αποδοθεί χωρίς επιφύλαξη σε όλα των συστήματα των ανώνυμων φιλοσόφων (οι δέ) που αναφέρει το απόσπασμα 6b 15.
2. Το νόημα της έκφρασης δόξειεν ἄν
     Θα προσεγγίσουμε τώρα το δεύτερο ερώτημα: πώς ερμηνεύεται η έκφραση δόξειεν  ἄν του στίχου 6b 12; Και εδώ οι απόψεις διίστανται. Ενώ σύμφωνα με την M. Isnardi Parente  η έκφραση προδίδει απλώς την υποκειμενικότητα της αναφοράς του Θεόφραστου, κατά τον H.J. Krämer η επιφύλαξη του δοξογράφου οφείλεται το ότι αρκείται να αναπαράγει σχηματικά την μείωση που επιχειρεί ο Πλάτων. Ο μαθητής του Αριστοτέλη περιορίζεται στο πρώτο στάδιο της μείωσης και δεν αναφέρεται ούτε στην μείωση της διάστασης ούτε σε αυτήν της κατηγορίας.
     Στην πραγματικότητα καμιά από αυτές τις εκδοχές δεν είναι επαρκής: δεν πιστεύουμε αφ’ ενός ότι για το Θεόφραστο ο Πλάτων ήταν αυτός που επεξεργάστηκε το καλύτερο επαγωγικό σύστημα, και εφ’ ετέρου, η επιφύλαξη του δοξογράφου δεν ερμηνεύεται, κατά τη γνώμη μας, από την επιθυμία του να μην υπεισέλθει στις λεπτομέρειες της πλατωνικής θεωρίας.
    Επομένως, από τους στίχους 6b κ. επ. συμπεραίνεται ότι η αποδοκιμασία των ακαδημαϊκών δογμάτων από τον Θεόφραστο, απευθύνεται κατά ένα βαθμό μόνο στον Ξενοκράτη, τον Εστιαίο και τον Πλάτωνα, ενώ αποδεικνύεται ότι η σειρά με την οποία αναφέρονται αυτοί οι τρείς φιλόσοφοι εκφράζει το πέρασμα από ένα θετικό άκρο σε ένα αρνητικό: ο πρώτος απ’ αυτούς, ο Ξενοκράτης, είναι ο μόνος που πρόσφερε τις περισσότερες επεξηγήσεις και ανέδειξε τις πιθανές εξελίξεις του δόγματος στο πλαίσιο της κοσμικής τάξεως. Ακολούθησε ο Εστιαίος, ο οποίος προσπάθησε επίσης να αναπτύξει το δόγμα των αρχών χωρίς να το κατορθώσει. Με αυτή την παρατήρηση, ο Θεόφραστος, περνά στον Πλάτωνα και μετατρέπει το ύφος του από ενδεικτικό σε επιλεκτικό. Η επιλεκτική βεβαιότητά του αποδεικνύει ότι η μομφή του Θεόφραστου στοχεύει επίσης την πλατωνική δογματική. Ασφαλώς ο τρόπος που σ’ αυτή την θεωρία τα αισθητά Πράγματα συνδέονται με τις αρχές αντανακλά ένα κλειστό σύστημα. Αλλά παραμένει γεγονός ότι ο Πλάτων παραμέρισε τον κοσμικό χώρο με την στένη έννοια, προς όφελος του οντολογικού και της θεωρίας των αρχών, που θεώρησε οπωσδήποτε ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία. Η αποσιώπηση της προφορικής παράδοσης αποκτά και εδώ ιδιαίτερο νόημα.
     3. Το πρόβλημα της διάστασης απόψεων ανάμεσα στις μαρτυρίες του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου ως προς την σχέση των Ιδεών με τους αριθμούς.
     Το τελευταίο πρόβλημα που μένει να εξετάσουμε είναι το εξής: υπάρχει όντως διάσταση απόψεων ανάμεσα στις μαρτυρίες του Αριστοτέλη και του Θεόφραστου περί της σχέσεως των Ιδεών με τους Αριθμούς; Πριν προσεγγίσουμε το ζήτημα, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αν ο Θεόφραστος είχε όντως εμπνευστεί από τον Αριστοτέλη, θα χρησιμοποιούσε την ίδια φρασεολογία μ’ αυτόν. Το γεγονός ότι δεν το έκανε επιβεβαιώνει την θέση ότι η μαρτυρία του αποτελεί μια ανεξάρτητη από τον Αριστοτέλη δοξογραφική πηγή.
     Γεγονός παραμένει ότι η διάσταση απόψεων ανάμεσα στις μαρτυρίες του μαθητή και του δασκάλου έδωσαν λαβή σε έντονες αντιπαραθέσεις. Οι αντίπαλοι του πλατωνικού εσωτερισμού, όπως ο H. Cherniss και  ο Γ. Βλαστός,  στηρίχθηκαν σε αυτή την διάσταση για να αρνηθούν, για μια ακόμη φορά, την αυθεντικότητα της έμμεσης παράδοσης. Από την πλευρά τους οι εσωτεριστές εξέφρασαν διαφορετικές γνώμες. Έτσι ορισμένοι ερευνητές, μεταξύ των οποίων και ο L. Robin,  θεώρησαν αξιόπιστη μόνο την μαρτυρία του Θεόφραστου, δηλαδή την μαρτυρία περί της υπαγωγής των Ιδεών στους Αριθμούς. Άλλοι, όπως ο W.D. Ross, υποστήριξαν την μαρτυρία του Αριστοτέλη,  και μάλιστα την θεωρία ότι οι Ιδέες είναι Αριθμοί. Μερικοί ερευνητές προσπάθησαν να συμβιβάσουν τις δύο απόψεις. Σ’ αυτούς συγκαταλέγονται ο P. Wilpert και ο  C.J. de Vogel. Να προσθέσουμε ότι ο W. D. Ross  συμφώνησε με τις απόψεις που εκφράζει ο C.J. Vogel: οι Αριθμοί προηγούνται των Ιδεών, όπως βεβαιώνει ο Θεόφραστος, και όπως προκύπτει από την παράγραφο 258 της κατάθεσης του Σέξτου. Σε ότι αφορά τα πολυάριθμα αποσπάσματα στα οποία ο Αριστοτέλης φαίνεται αντιθέτως να ταυτίζει πλήρως Αριθμούς και Ιδέες, μπορούμε να τα ερμηνεύσουμε με έναν τρόπο που δεν παραβιάζει την προτεραιότητα του αριθμού: αποτελούν την βάση μιας υπόθεσης που προσδιορίζει με ποια έννοια μια Ιδέα, είτε πολλές Ιδέες, μπορούν να ταυτιστούν με έναν συγκεκριμένο Αριθμό που συνιστά το κοινό γένος τους, επειδή αυτές περιλαμβάνουν τον ίδιο αριθμό στοιχείων.
     Αλλά όπως αναφέραμε προηγουμένως, σύμφωνα με τον K. Gaiser,  το απόσπασμα αυτό του Σέξτου δεν παραπέμπει στο προφορικό πλατωνικό δόγμα, αλλά στο γραπτό. Δεν μπορούμε επομένως να το επικαλεστούμε για την κατασκευή μιας υπόθεσης περί της θεωρίας των Ιδεών και των Αριθμών. Επιπλέον ο K. Gaiser, κρίνοντας ανεπαρκείς τις ερμηνείες που προαναφέραμε, διατύπωσε μια οξυδερκή άποψη, λύνοντας το πρόβλημα της φαινομενικής διάστασης ανάμεσα στις δύο μαρτυρίες: κατά τη γνώμη του θα πρέπει απλώς να εφαρμόσουμε την διάκριση ανάμεσα στους Αριθμούς της Δεκάδας, που προηγούνται των Ιδεών, και τις Ιδέες-Αριθμούς που προκύπτουν, και στους οποίους Ιδέες και Αριθμοί όντως συμπίπτουν. Επομένως, ούτε οι ισχυρισμοί του Θεόφραστου ούτε αυτοί του Αριστοτέλη είναι αναξιόπιστοι.
     ΙΙ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΜΟΔΩΡΟΥ
     Θα πρέπει να ερευνήσουμε τώρα την μαρτυρία του Ερμόδωρου, διότι σύμφωνα με τον H. Cherniss,  οι ισχυρισμοί του μαθητή αντιλέγουν σ’ αυτούς του δασκάλου, και επομένως στερούνται ενδιαφέροντος.  Στο Αίνιγμα της Πρώιμης Ακαδημίας, ο H. Cherniss αναφέρεται σε αυτό το κείμενο επιδιώκοντας απλώς να αναδείξει το απόσπασμα της 7ης Επιστολής στο οποίο ο Πλάτων επικρίνει αυτούς που δημοσιοποίησαν την θεωρία του: επομένως για τον H. Cherniss, οι επιθέσεις του Πλάτωνα αφορούν κυρίως τον Ερμόδωρο και τον Αριστοτέλη. Στο πρώτο του έργο, ο H. Cherniss εκθέτει τους λόγους που τον οδήγησαν στην απόρριψη του κειμένου.
     Έτσι, κατά την άποψή του, η προ-τελευταία πρόταση του κειμένου του μαθητή είναι πλήρως ασύμβατη με την θεωρία που εκτίθεται στον Σοφιστή: διότι, όπως ισχυρίζεται, ενώ κατά τον Ερμόδωρο «το πράγμα αυτού του είδους (που υπόκειται στο μάλλον και το ήττον), αναφέρεται χωρίς σαφήνεια, χωρίς μορφή, χωρίς όριο και ως Μη-Ον, δια της αρνήσεως του Όντος», στον Σοφιστή το Μη-Ον δεν αντιπαρατίθεται στο Ον, αλλά αποκαλείται έτερον. Δεν μπορούμε επομένως να στηριχθούμε στην θεώρηση του Ερμόδωρου για να αποδώσουμε στο πλατωνικό δόγμα την μορφή ενός υλικού υποστρώματος. Επιπλέον αφού ο Ερμόδωρος δεν χρησιμοποιεί τον όρο «αόριστη Δυάδα», ο W.D. Ross σφάλει όταν αναφέρεται σ’ αυτόν για να αποδώσει στον Πλάτωνα αυτό τον ορισμό.
     Επιπλέον, ο ισχυρισμός του Ερμόδωρου κατά τον οποίο «ό,τι προσδιορίζεται ως Μέγιστο-προς-Ελάχιστο, περιλαμβάνει το μάλλον και το ήττον» είναι αντίθετος με τι πλατωνικές θέσεις: διότι στον Φίληβο το ζεύγος διπλάσιο-ήμισυ δεν προέρχεται από την κατηγορία του μάλλον και ήττον.
    Επιπλέον, η κατάταξη των πρός έτερα σε «ορισμένα» και «αόριστα» δεν έχει νόημα, διότι επικαλύπτει την κατάταξη σε «ενάντια» και σε «πρός τι». Η διαίρεση αυτή δημιουργεί σύγχυση κατά μείζονα λόγο αφού στο κείμενο του Σέξτου Εμπειρικού το ζεύγος διπλάσιο-ήμισυ αποδεικνύει την ύπαρξη των ορισμένων πρός τι.
     Όσο για την υποδιαίρεση των προ έτερα σε ενάντια και πρός τι, δεν μπορεί να παραπέμπει στο πλατωνικό δόγμα διότι ο Ξενοκράτης δεν αναφέρεται σ’ αυτά.
     Θα πρέπει τέλος να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με ένα φανατικό οπαδό του Chernis,τον J.L. Ackrill, δεν δικαιούμαστε να παραλληλίσουμε την μαρτυρία του Ερμόδωρου με τα κείμενα του Σέξτου και του Αλέξανδρου: διότι η σιγή του Ερμόδωρου σχετικά με την θεωρία των ιδανικών Αριθμών αποδεικνύει ότι η μαρτυρία του αναφέρεται σε άλλα περιεχόμενα.
     Αυτές είναι σε γενικές γραμμές οι αντιρρήσεις του H. Cherniss  και του μαθητή του ως προς την μαρτυρία του Ερμόδωρου.  Αντιρρήσεις που δεν έγιναν αποδεκτές από τους υποστηρικτές του πλατωνικού εσωτερισμού.
      Για παράδειγμα, για τον C.J. de Vogel, είναι προφανές ότι ο Ερμόδωρος δεν έχει κατά νου το μη-ον του Σοφιστή. Γι’ αυτό και δεν αναφέρει καθόλου αυτόν τον όρο. Η πραγματικότητα είναι ότι ο μαθητής του Πλάτωνα, όταν ορίζει το άπειρον όχι ως ένα σχετικό Μη-Ον, ή μια πραγματικότητα διαφορετική από μιαν άλλη πραγματικότητα, αλλά ως ένα οὐκ’ όν, δηλαδή ως ένα απόλυτο Όχι-Ον, το οποίο «αρνείται το Ον», αναφέρεται στην ουσία  στα άγραφα δόγματα. Όσο για την έκφραση «αόριστη Δυάδα» είναι φανερό ότι δεν εμφανίζεται πουθενά στο έργο του Ερμόδωρου. Είναι όμως εξίσου φανερό ότι η έννοια αυτή αντιπροσωπεύεται από τις εκφράσεις μέγα-μικρόν και μάλλον-ήττον. Ασφαλώς ο Ερμόδωρος, ακολουθούμενο από τον Σιμπλίκιο, αναγνωρίζει ως μόνη αρχή το Εν, ενώ θεωρεί την ύλη ως βοηθητική αρχή (συν-αίτιον). Παρά την νεοπλατωνική χροιά της, αυτή η ερμηνεία απηχεί την προοπτική την οποία ασπάσθηκε ο Ερμόδωρος: στον αντίποδα αυτής της άποψης, ο Σπεύσιππος θεωρεί  την Δυάδα, και όχι το Εν ως αρχή της εξατομίκευσης. Οποιαδήποτε όμως και αν είναι η αιτία αυτής της παραλλαγής, ο τρόπος με τον οποίο ο μαθητής του Πλάτωνα καταλήγει στον ορισμό της ύλης συμπίπτει σε γενικές γραμμές με τις καταθέσεις του Αριστοτέλη και την μαρτυρία του Θεόφραστου, έτσι ώστε να μην υφίσταται καμιά αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής της ύλης με την αόριστη Δυάδα.
     Εξ άλλου, σύμφωνα με τον H.J. Krämer, είναι μάταιο να επιχειρούμε να συνάγουμε από τους Διαλόγους τις μαρτυρίες των μαθητών: έτσι, κανένα από τα αποσπάσματα που παραθέτει ο H. Cherniss  δεν υπαινίσσεται τα καθαυτά του κατηγορικού διαγράμματος που περιγράφει ο Ερμόδωρος. Αντιθέτως, η ανάλυση του Ερμόδωρου συναρτάται με τους ισχυρισμούς του Αλέξανδρου και του Σέξτου Εμπειρικού, καθώς και με ορισμένα αποσπάσματα των Κατηγοριών του Αριστοτέλη. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Αφροδισιέα και τον σκεπτικιστή φιλόσοφο, τα γένη των όντων που αναφέρονται στο διάγραμμα του Ερμόδωρου ανάγονται στις αρχές: επομένως οι μαρτυρίες αυτές απέχουν και ως προς αυτό το σημείο από τα γραπτά κείμενα των Διαλόγων. Επομένως ο Αλέξανδρος παραπέμπει ρητά στην προφορική Διδασκαλία, ενώ αποκλείεται επίσης σαφώς η εξάρτηση του κατηγορικού διαγράμματος του Ερμόδωρου από γραπτά έργα. Επίσης ο Ξενοκράτης δεν κάνει καμία μνεία του τριμερούς των όντων, επειδή ακριβώς θέλει να αποδείξει ότι η Ακαδημία πραγματεύεται έναν περιορισμένο αριθμό κατηγοριών, και έτσι αρκείται στην γενικότερη χρήση της έννοιας του προς έτερα. Σύμφωνα με τον K. Gaiser,  θα πρέπει εξ άλλου να επιχειρήσουμε μια διάκριση ανάμεσα στα ορισμένα και τα απολύτως αόριστα σχετικά (πρός έτερα). Η διάκριση αυτή περιλαμβάνει την ιεράρχηση των σχέσεων (λόγοι), από την ιδιαίτερη και ορισμένη σχέση, ως την γενική και αόριστη. Στο βιβλίο Δ των Μεταφυσικών, ο Αριστοτέλης απεικονίζει την διαφορά που υφίσταται ανάμεσα στα δύο είδη σχέσεων με την βοήθεια μαθηματικών υποδειγμάτων: για παράδειγμα, ενώ η σχέση του διπλάσιου προς το ήμισυ είναι μια ορισμένη αριθμητική σχέση, η σχέση της υπεροχής προς το έλλειμμα είναι απολύτως αόριστη, διότι αν της ορίζαμε ένα μέτρο δεν θα επρόκειτο πλέον για την υπεροχή εν γένει, αλλά για το διπλάσιο, ή το τριπλάσιο. Η διατύπωση αυτή συμβαδίζει απόλυτα με τους ισχυρισμούς του Αλέξανδρου:
Αυτό που υπερέχει λοιπόν, σε σχέση με αυτό του οποίου υπερέχει, δε μπορεί να καταστεί το διπλάσιο ή το ήμισυ παρά μόνο αν γίνει ορισμένο – διότι το διπλάσιο και το ήμισυ δεν θα είναι πλέον αόριστα, όπως ούτε το τριπλάσιο και το τρία, το τετραπλάσιο και το τέσσερα, η οποιοσδήποτε άλλος αριθμός του οποίου η υπεροχή θα έχει πλέον ορισθεί…
     Το συμπέρασμα είναι ότι ο ισχυρισμός του Ερμόδωρου κατά τον οποίο «οτιδήποτε έχει προσδιοριστεί ως Μέγιστο-προς- Ελάχιστο, περιλαμβάνει το μάλλον και το ήττον» δεν είναι ασυμβίβαστος ούτε με την μείωση του διπλασίου σε Περατό του Φίληβου, ούτε με το γεγονός ότι στην μαρτυρία του Σέξτου Εμπειρικού, το ζεύγος διπλάσιο-ήμισυ αποδεικνύει την ύπαρξη ορισμένων συσχετικών (πρός τι): όπως πράγματι αναδεικνύουν η έκφραση μέγα προς μικρόν και τα παραδείγματα που επιλέγει ο Ερμόδωρος, ο ισχυρισμός αυτός αφορά στα σχετικά (πρός έτερα) που επιδέχονται την επ’ άπειρον εξέλιξη, και όχι αυτά που υπόκεινται σε ένα ακριβή αριθμητικό προσδιορισμό (πέρας). Επομένως, η οντολογική κατανομή του Ερμόδωρου έχει την ακόλουθη μορφή:

                 Όντα
                         

         καθαυτά       προς έτερα, αντικείμενα
 


                           προς ενάντια                     πρός τι       
 


                                                   ορισμένα             αόριστα
    
Με το ίδιο τρόπο μπορούμε να φωτίσουμε το νόημα και ενός άλλου  αποσπάσματος αυτού του κειμένου που καθιστούν δυσνόητο οι ελλειπτικές προτάσεις που περιέχει:
     Επομένως όλοι οι όροι αυτών των δύο συζυγιών (δηλαδή η κατηγορία των εναντίων και αυτή των πρός τι), εκτός από έναν (αυτόν που δεν ενέχει διττότητα, και βρίσκεται στην θετική πλευρά των εναντίων, δηλαδή το ίσον, το μένον, το ηρμοσμένον), περικλείουν το μάλλον και το ήττον.
     Σε ότι αφορά τώρα την αντίρρηση του J.L. Ackrill, κατά την οποία δεν μπορούμε να συγκρίνουμε την κατάθεση του Ερμόδωρου με αυτές του Αλέξανδρου και του Σέξτου Εμπειρικού, διότι συναρτάται με άλλα περιεχόμενα όπως αποδεικνύεται από την σιγή του ως προς το ζήτημα των ιδανικών Αριθμών, ο H.J. Krämer την αναιρεί με το ακόλουθο επιχείρημα: όταν ο Δερκυλλίδης πραγματεύτηκε το ζήτημα της ύλης (ένθα περί ύλης ποιείται τον λόγον), δανείστηκε από το έργο του Ερμόδωρου μόνο τα στοιχεία που ενδιέφεραν το αντικείμενό του. Η πλήρης αναφορά στα άγραφα δόγματα δεν ήταν απαραίτητη.
     Είναι επομένως απολύτως θεμιτό, όπως συμπεραίνεται από όλη αυτή την ανάλυση, να συμπεριλάβουμε το έργο του Ερμόδωρου στις μαρτυρίες περί της πλατωνικής θεωρίας των αρχών.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...