Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (65)

                                       
                                      PAUL FRIEDLȀNDER
                                                ΠΛΑΤΩΝ
                                         ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ
                                 ΤΑ  ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ  ΚΕΙΜΕΝΑ
                                           Πρώτη περίοδος
ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΑΔΑ – Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΠΡΩΙΜΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ
                                         14.  ΕΥΘΥΔΗΜΟΣ
                                                ( συνέχεια )

    Πρώτο εριστικό μέρος. – Δυό ερωτήματα τίθενται στον νεανία: Αν είναι εκείνοι που ξεύρουν, οι έξυπνοι, ή εκείνοι που δεν ξεύρουν, οι κουτοί, αυτοί που μαθαίνουν, κι αν μαθαίνουν αυτό που γνωρίζουν ή αυτό που δεν γνωρίζουν όσοι μαθαίνουν. Έχουν λοιπόν εδώ όλες οι λέξεις, τουλάχιστον στα ελληνικά, διπλή σημασία. Λέμε σοφός (αυτός που ξεύρει…) και αμαθής (αυτός που δεν ξεύρει…) τόσο για μια φυσική ικανότητα όσο και για την κατοχή ή μη κατοχή αποκτημένης γνώσης, και λέμε ‘μαθαίνω’, ‘κατανοώ’ (μανθάνειν) τόσο για την απόκτηση της γνώσης όσο και για τη χρήση αυτού που αποκτήθηκε. Και προστίθεται εδώ και η διπλή σημασία τής λέξης γράμματα: τόσο τα γράμματα του αλφαβήτου όσο και το γραπτό έργο. Αποδεικνύεται έτσι κάθε φορά λανθασμένη η απάντηση του Κλεινία, τη μια απ’ την υποκειμενική πλευρά τής φράσης, την άλλη απ’ την αντικειμενική πλευρά: Οι ‘αμαθείς’ μαθαίνουν, όχι όμως και οι ‘σοφοί’. (Αμαθής και σοφός όσον αφορά στην κατοχή τής γνώσης). Οι ‘σοφοί’ μαθαίνουν, όχι όμως και οι ‘αμαθείς’. (Αμαθής και σοφός όσον αφορά στην ικανότητα). Και: μαθαίνεις αυτό που γνωρίζεις, κι όχι αυτό που δεν γνωρίζεις. (Μαθαίνω=κατανοώ). Αλλά: μαθαίνεις αυτό που δεν γνωρίζεις, κι όχι αυτό που γνωρίζεις. (Μαθαίνω=αποκτώ γνώση).
     Το αν θα έπρεπε να χρησιμοποιηθή εδώ η τέχνη τού Πρόδικου, η τόσο συχνά επικαλούμενη δηλ. απ’ τον πλατωνικό Σωκράτη, ειρωνικά εν μέρει, διδασκαλία για τη διάκριση των λέξεων, ή μια οξεία απλώς προσοχή σε λέξεις με πολλές σημασίες, αυτό θα το δείξη σύντομα (277 D κ.ε) με φιλικόν τρόπο στον μπερδεμένο νεανία ο Σωκράτης, προσθέτοντας ότι δεν έχουν «ακόμα» μιλήσει σοβαρά οι ‘δάσκαλοι’ (278 C). Δεν αρκεί ωστόσο το να δούμε απλώς ‘χτυπήματα ξιφομαχίας’ στις εριστικές αντινομίες (Antinomien), που καθιστούν ανίκανο για αγώνα τον αντίπαλο. Γιατί καταργούν, απ’ το υποκείμενο κατ’ αρχάς, κι απ’ το ίδιο το αντικείμενο κατόπιν τη δυνατότητα της γνώσης και της μάθησης γενικά, και χτυπούν έτσι, με μιαν παράδοξη αντιστροφή, τους ίδιους τους τούς κυρίους, όπως θα τους καταστήση σαφή σε άλλα αργότερα παραδείγματα την παραχάραξή τους ο ίδιος ο Σωκράτης (287 Α. Ε).
    Κι έτσι όμως δύσκολα εξαντλούνται εκείνες οι φράσεις. Όχι αυτοί που ξεύρουν… όχι αυτοί που δεν ξεύρουν…: αν τα σκεφτούμε μαζί, δεν αποκτούν ξαφνικά κι ένα ΄δεύτερο’ νόημα; Δεν ακούγεται εντελώς όμοια η διδασκαλία τής Διοτίμας (Συμπ. 203 Ε κ.ε.), ότι δεν είναι ούτε σοφοί ούτε αμαθείς αυτοί που φιλοσοφούν, αλλά στο μέσον μεταξύ σοφίας και μωρίας; Κι αν θέλη να απορρίψη κάποιος για την κατανόηση ενός πρώιμου διαλόγου το «Συμπόσιο», δεν μπορεί να κάνη όμως το ίδιο και με τον «Λύσι», όπου και βρίσκεται αυτολεξεί σχεδόν η ίδια απαγωγή: δεν αναζητούν εκείνοι που είναι σοφοί τη σοφία, ούτε κι εκείνοι που έχουν τέτοιαν αμάθεια, ώστε να είναι άλογοι και κουτοί, αλλά εκείνοι που πιστεύουν ακόμα πως δεν γνωρίζουν, αυτό που δεν γνωρίζουν (218 Α). – Όχι αυτό που γνωρίζεις… όχι αυτό που δεν γνωρίζεις…: αλλά προκύπτει απ’ αυτά μαζί η «εριστική πρόταση», που εκφέρει ο μαθητής τού Γοργία Μένων ενάντια στον Σωκράτη στον ομώνυμο διάλογο (80 D κ.ε.), ότι δεν μπορεί ν’ αναζητά ούτε το ένα ούτε το άλλο κανείς, ότι δεν μπορεί γενικά λοιπόν ν’ αναζητά ή να μαθαίνη, μια πρόταση, που «θα μας καθιστούσε αδρανείς και που θα την άκουγαν γλυκά οι νωθροί ανάμεσα στους ανθρώπους». Φράση που την υπερβαίνει με μιαν άλλην ο Σωκράτης, «που μας καθιστά ενεργητικούς και ερευνητικούς»: ότι είναι ανάμνηση η κάθε μάθηση, σε κάτι που το γνώριζε από πριν η ψυχή. Γνωρίζουμε τη γεωμετρική διδακτική πορεία, που διεξάγει ο Σωκράτης με το αγόρι τού Μένωνα, και που κορυφούται στο εξής: δεν γνώριζε το παλληκάρι, αλλά «υπήρχαν ωστόσο αυτές οι απόψεις ή αυτές οι έννοιες σ’ αυτόν». «Έχει λοιπόν αληθινές απόψεις γι’ αυτό που δεν γνωρίζει αυτός που δεν γνωρίζει» (85 C). Και δείχνει έτσι ο «Λύσις», κι ακόμα σαφέστερα ο «Μένων», ότι δεν εισάγαμε τεχνητά το ‘δεύτερο’ νόημα σε κείνες τις διπλές προτάσεις.
    Aς μην το παρεξηγήσουμε! Βάζει ο Πλάτων συμπεράσματα-παγίδες στο στόμα τών δυό ‘διδασκάλων τής ξιφομαχίας’. Και πρέπει ως τέτοια να αναγνωριστούν απ’ τον αναγνώστη, και να λυθούν όπου είναι δυνατόν. Συνειδητοποιούμε δε έτσι την εριστική μέθοδο, απ’ την οποίαν και θα διακριθή η σωκρατική. Μοιάζει να είναι αυτή όμως η κρυφή ειρωνία τού Πλάτωνα, ότι όχι μόνο στρέφονται με την παρουσία τού Σωκράτη ενάντια στους ίδιους τους τούς κυρίους εκείνες οι ‘παγίδες’, αλλ’ ότι διαλάμπει επίσης από ένα βάθος πιο κάτω κι απ’ αυτό, απρόσιτο στους ίδιους τους ομιλητές, ένα καινούργιο νόημα. Και το αν ερμηνεύουμε εδώ, ή αποδίδουμε εμείς απλώς μιαν έννοια, αυτό θα βεβαιωθή μόνον ασφαλώς απ’ το σύνολο.
     Πρώτο σωκρατικό μέρος. – Μια φιλόστοργη διδαχή για τον δόλο τών Εριστικών, αυτό θα προσφέρη κατ’ αρχάς στον Κλεινία ο Σωκράτης, αφού τον απελευθέρωσε απ’ τις ‘περιπτύξεις’ τών ‘παλαιστών’. Και ξεκινάει κατόπιν τον διάλογο, νοούμενον ως υπόδειγμα μιας «οδηγούσης» προς τη φιλοσοφία συζήτησης. Ξεκινάει απ’ την αυτονόητη για τον καθέναν φράση: «Θέλουν όλοι οι άνθρωποι, να τους συμβαίνη καλώς» (με κείνην την ισχυρότερη ‘δραστηριότητα’, που περιέχουν οι ελληνικές λέξεις εύ πράττειν). Συγκεντρώνονται λοιπόν κατ’ αρχάς τα εξωτερικά και εσωτερικά «αγαθά», που επενεργούν σ’ αυτό. Και ανερχόμαστε μέχρι και τη «σοφία». Κι όταν φτάνουμε μετά στην «ευτυχία» (ευ-τυχία), σε κάτι που έρχεται φαινομενικά εντελώς απ’ έξω – γιατί σημαίνει ως επί το πλείστον την «ευτυχισμένη σύμπτωση» η λέξη -, μας διδάσκει η παρατήρηση σε πολλά αντικειμενικά ‘πεδία’, ότι εξαρτάται πάντοτε απ’ τη γνώση η ευτυχία. Βλέπουμε λοιπόν την προσπάθεια του Πλάτωνα, να αποσπάση απ’ το τυχαίο αυτό που ονομάζουν ευτυχία οι άνθρωποι, και να το συνδέση προς την ανθρώπινη απόφαση  (εξαρτάται από μάς η ευτυχία ‘μας’…). Κι αφού γίνη αυτό, ‘αφαιρείται’ και από όλα τα μεμονωμένα στοιχεία, που φαίνονταν να επενεργούν προστιθέμενα το ‘καλώς συμβαίνειν’, αυτή η ιδιαίτερή τους αξία. Γιατί δεν ‘αποφασίζει’ η κατοχή ενός πράγματος αλλά η σωστή του χρήση για την ‘ευτυχία’, χρήση που εξαρτάται ωστόσο κάθε φορά από μια γνώση (επιστήμη), η οποία και θεωρείται, γνήσια σωκρατικά, με τον τρόπο μιας εξειδικευμένης γνώσης, ώστε να συνδέεται κι εδώ το ‘καλώς συμβαίνειν’, ο σκοπός άρα τού ανθρώπου, με την ίδια του τη «γνώση». Καθώς μάς καθιστούν λοιπόν μόνον η γνώση και η σοφία (φρόνησις και σοφία) ‘ιδιοκτήτες’ τών «αγαθών», ακολουθεί και η αναγκαιότητα, να κάνουμε τα πάντα για ν’ αποκτήσουμε αυτήν τη γνώση. Σ’ αυτήν την απλή και ευθύγραμμη συζήτηση ‘ακούγεται’ προς το τέλος (282 Β) το θέμα τής αγάπης: δεν υπάρχει ούτε ντροπή ούτε κατηγόρια, αν «υπηρετή» κάποιος «και ‘δουλεύει’ σ’ αυτόν που αγαπά και σε κάθε άλλον άνθρωπο» προς χάριν αυτής τής σοφίας. Είναι σαν ν’ ακούμε, σχεδόν κατά λέξιν, τον Παυσανία και τον Αλκιβιάδη τού «Συμποσίου» (184 Β – 219 Ε). Για να τεθή κατόπιν στο τέλος, όπως εντελώς στην αρχή, το μεγάλο πρόβλημα κι αυτού τού διαλόγου, «αν είναι» δηλ. «διδακτή η αρετή», ως κάτι που μένει ακόμα να ‘διαφωτιστή’. ‘Αποφασίζει’ για ένα Ναι ο Κλεινίας, ενώ είναι χαρούμενος, που δεν χρειάζεται να συζητήση περαιτέρω αυτό το πρόβλημα, ο Σωκράτης. Θέλει να πη λοιπόν ο Πλάτων, πως υπάρχει παντού εδώ στο ‘βάθος’ αυτό το ερώτημα (που συζητήθηκε στον «Πρωταγόρα», και θα συζητηθή πάλι στον «Μένωνα»): υπάρχει άραγες η δυνατότητα της ‘παιδαγωγίας’; Βλέποντας ωστόσο, το πώς διδάσκει, σε αντίθεση προς τους σοφιστές, τον Κλεινία ο Σωκράτης, τότε έχει κριθή ‘επί συγκεκριμένου’ και το ερώτημα: Αποδεικνύει δηλ. ‘ζωντανά’ ο Σωκράτης, οδηγώντας με έρωτα προς τη γνώση, ότι ναι, «είναι διδακτή η αρετή». Και θα καθίστατο έτσι βέβαια περισσότερο ένα Όχι αναγκαίο ως απάντηση στο ερώτημα, όπως αυτό τίθεται και εννοείται συνήθως  (δεν μπορεί να διδαχθή χωρίς τον έρωτα η αρετή…).
     Eίχαν αναιρέσει στο πρώτο εριστικό μέρος τη γνώση, τόσο απ’ τη μεριά αυτού που γνωρίζει όσο κι απ’ τη μεριά τού αντικειμένου οι σοφιστές. Απέδειξε όμως στο πρώτο σωκρατικό μέρος τη γνώση ως κυρίαρχη σε κάθε πράξη ο Σωκράτης. Δεν γνώριζαν ασφαλώς τί έπρατταν οι σοφιστές, κι όταν παραδίδη τώρα πάλι σ’ αυτούς την καθοδήγηση του διαλόγου ο Σωκράτης, αρνούνται στο δεύτερο εριστικό μέρος, σε μια σειρά από συναρτώμενες απαγωγές (λογικές αφαιρέσεις…), το λάθος και την εξαπάτηση (ότι δεν μπορεί δηλ. να κάνουν λάθος ή να εξαπατώνται!...) – άρα και την αλήθεια – και διακηρύττουν τελικά, πως είναι αδύνατη η αντίφαση. Γίνονται δε τόσο πιο ασυνάρτητες οι ‘θέσεις’, όσο περισσότερο «εξαπατάται» και «αντιφάσκεται» κανείς σ’ αυτόν τον διάλογο. Τις χρειάζεται όμως ολόκληρη η ‘σκεπτικιστική’ (skeptisch) και ‘ανατρεπτικίστικη’ σοφιστική, που βρίσκεται πίσω απ’ τους δυό εριστικούς μας, για την αυθαιρεσία της αυτές τις θέσεις, τις οποίες και αφήνει να αναπτυχθούν σε μια σειρά έντεχνα διαβαθμισμένων ‘αγώνων’ ο Πλάτων. Με μιαν ‘αστεία’ αψιμαχία, που ξεκινά με τις έννοιες «γίγνεσθαι» και «μη-είναι», εισέρχεται και ο Κτήσιππος ως υπαρασπιστής τού αγαπημένου του Κλεινία στη ‘μάχη’, που αποδεικνύει από τρεις ‘διαδρομές’, σοφιστικά το αδύνατο της εξαπάτησης (και του ψεύδους). Υποστηρίζει τον άνθρωπό του ο Κτήσιππος, ο οποίος και διαπιστώνει ότι «δεν λέει αυτό που υπάρχει (που είναι…)» (ου τά όντα λέγει – 284 Β) εκείνος που εξαπατά, στην πρώτη ‘διαδρομή’· κι ότι «λέει μεν κατά έναν ορισμένον τρόπο αυτό που υπάρχει (που είναι…), όχι όμως και πώς αυτό συμπεριφέρεται» (αλλά τά όντα μέν τρόπον τινά λέγει, ου μέντοι ώς γε έχει – 284 C), στη δεύτερη, με το οποίο και παραπέμπει προφανώς στη λύση, με την έννοια του Πλάτωνα, των αντινομιών (Antinomien), όπως τις υποδηλώνει ο «Κρατύλος» (385 Β, πρβλ. 429 D), τις συζητά ευρέως με τις εικόνες τού κέρινου πίνακα και του περιστερεώνα ο «Θεαίτητος» (187 D κ.ε.), και τις ολοκληρώνει ο «Σοφιστής». Δεν υπεισέρχεται βέβαια εδώ ο Πλάτων, στο να επεξηγήση απ’ τη δική του μεριά την ουσία τού ψεύδους (Pseudos). Αλλά καλύπτονται μάλλον με τον εριστικό κομπασμό οι (όποιες…) επισημάνσεις, και είναι πολύ αστείο, το πώς διεξάγει πλέον, όχι μέσα από τέτοιες αναφορές στο ίδιο το πράγμα, αλλά εντελώς κατά τον τρόπο τών αντιπάλων του τον αγώνα στην τρίτη ‘διαδρομή’ ο Κτήσιππος, αποδεικνύοντας έτσι το πόσο γρήγορα μαθαίνεται αυτή η ‘διαδικασία’ (303 Ε). Δεν είναι βέβαια αρκετά ακόμα εξασκημένος σ’ αυτό και πρέπει πάλι και πάλι να «το παραδεχτή», μέχρι που οδηγείται τελικά στη σιωπή, με την εριστική απόδειξη ότι δεν θα μπορούσε καν κάποιος να αντιφάσκη.
    Kαθώς δεν μπορεί πια να ανταπεξέλθη ο Κτήσιππος, αντιπαρατίθεται ο ίδιος ο Σωκράτης στους ‘καλλιτέχνες τής έριδος’. «Δεν υπάρχει καμμιά αντιλογία» (αντιλέγειν), λένε τώρα οι σοφιστές, φράση που την ανάγει «στον Πρωταγόρα και σε ακόμα πιο παλιούς» ο Σωκράτης, που ήταν σημαντική ως γνωστόν στην κυνική λογική, και έρχεται να χρησιμεύση εδώ στο να ‘εξολοθρεύση’ εντελώς γενικά τον αντίλογο (ή την αντίφαση…), στον οποίον και δεν μπορεί να ανταπεξέλθη στα επί μέρους κανείς. Δεν είναι κάτι το καινούργιο για μένα αυτές οι ‘απαγωγές’, λέει ο Σωκράτης. Προέρχεται άλλωστε κι αυτό απ’ την προηγούμενη ‘θέση’ (These), «ότι δεν θα μπορούσε να πη κάτι το λανθασμένο κανείς» (ό,τι και να λέμε είναι σωστό!...). Δεν μπαίνει ωστόσο, σε αντίθεση προς τον Κτήσιππο, σ’ αυτήν τη συζήτηση γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που δεν είναι (για το Όν και για το Μη-Όν…) ο Σωκράτης. Αλλά υποχρεώνει μάλλον να παραδεχτούν οι ‘αντίπαλοι’, ότι ενώ ανατρέπει τούς άλλους, εκπίπτει η ίδια η θέση τους, όπως αυτο-αναιρείται και στον «Θεαίτητο» (170 Α κ.ε.) η πρωταγόρεια υποκειμενοποίηση της έννοιας της αλήθειας, με την αμφισβήτηση κάθε υπεροχής αυτού που σκέπτεται έτσι απέναντι σε οποιονδήποτε άλλον, στη βάση τής ίδιας του ακριβώς τής θέσης. Αν αρνήστε το λάθος, τότε αρνείστε και την έλλειψη κρίσεως (την ανοησία ή αφροσύνη…), αλλά ακόμα και τη λανθασμένη πράξη, αποδεικνύει εδώ ο Σωκράτης. Και έχετε αρνηθή έτσι (χωρίς καν να το καταλάβετε…) το ίδιο σας το αίτημα, να διδάξετε την αρετή (Arete). Αναιρείται λοιπόν σ’ αυτό το σημείο η ίδια η Εριστική (Eristik) με τον Σωκράτη. Κι όταν προσπαθούν να το καλύψουν αυτό μ’ ένα αστειο-ανόητο ‘χτύπημα’, αποδεικνύοντάς του ένα δικό του λάθος, οι σοφιστές, τους χτυπά κι αυτός άλλη μια φορά με τα δικά τους όπλα, με την ίδια μάλιστα τη δική τους αντιλογική (antilogisch) μορφή: Δεν θα μπορούσατε και να μου αντιλέξετε, αν δεν είχα κάνει λάθος. Αν έχω κάνει όμως εγώ λάθος (αν έχω λαθέψει, αν έχω πλανηθή…), δεν μπορείτε ωστόσο να κάνετε κι εσείς, γιατί δεν αναγνωρίζετε το λάθος  (πόσο ‘τραγικό’ και ηλίθιο…).


    ( συνεχίζεται )  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...