Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ-JOSEPH MOREAU(1)

JOSEPH MOREAU
ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
     
Ανέλαβα να επεξεργαστώ αυτό το θέμα ύστερα από προτροπή του Καθηγητή Diano, που όπως μου έγραψε, με θεωρούσε τον πλέον κατάλληλο. Διαβάζοντας αυτή του την άποψη αισθάνθηκα, τηρουμένων των αναλογιών, όπως ο Σωκράτης όταν το μαντείο των Δελφών του ανακοίνωσε ότι ήταν ο σοφότερος των Ελλήνων. Δεν την ασπάσθηκα απολύτως, αλλά αναζήτησα τις αιτίες που μπορεί να προκάλεσαν μια τόσο ευνοϊκή κρίση. Θυμήθηκα κατ’ αρχήν ένα  κείμενο του Περί ζώων μορίων ( Ι 1, 641a 14 - b 10) που μου δόθηκε η τιμητική ευκαιρία να παρουσιάσω στο Liviano, και το οποίο μπορεί να θεωρηθεί από πολλές απόψεις ως ένα σχόλιο στην κεφαλαιώδους σημασίας ρήση του Περί ψυχής: ἓστι δέ ἡ ψυχή τοῦ ζῶντος σώματος αἰτία καί ἀρχή (ΙΙ 4, 415b 8). Στην φράση αυτή περιλαμβάνονται ακριβώς οι όροι τους οποίους με προέτρεψε να επεξεργαστώ το Καθηγητής Bono. Ίσως επίσης να είχε υπ’ όψη του ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό «Θωρείν» του Παλέρμο με τίτλο Ο Αριστοτέλης κι εμείς, και αποτελούσε τμήμα μιας μελέτης με τίτλο Θεός, ψυχή και φύση στην φιλοσοφία του Αριστοτέλη, στο οποίο το πρόβλημα της δυναμικής εξετάζεται σε σχέση με την θεολογία τού Αριστοτέλη, την οποία παρουσίασε ήδη εδώ ο Καθηγητής Jean Pepin. Θυμήθηκα όμως επίσης ότι το θέμα που μου προτάθηκε να παρουσιάσω είχε πραγματευθεί ο δάσκαλός μου Leon Robin στο διάσημο άρθρο του: «Περί της αριστοτελικής αντίληψης της αιτιότητας», που δημοσιεύτηκε στα «Αρχεία περί της Ιστορίας της Φιλοσοφίας», 1909 – 1910 και συμπεριλήφθηκε στην Ελληνική Σκέψη (σ. 423-485). Ανατρέχοντας τέλος σε παλαιότερες εποχές αντιλήφθηκα ότι το θέμα που μου ανατέθηκε συνδεόταν στενά με μιαν αντίθεση του Αριστοτέλη στην πλατωνική Ιδέα: η σύλληψη της Ιδέας ως μορφής διακεκριμένης από το πράγμα, ως πρότυπο ή υπόδειγμα αυτού το οποίο εικονίζει, δεν αρκεί για την δημιουργία της· χρειάζεται επίσης έναν φορέα, ένα κινούν αίτιο (Μεταφ., Α 9, 991a 20-23· 992α 24-29)· στην εικόνα του Αρχέτυπου, του νοητικού Μοντέλου, ο Πλάτων καλείται να προσθέσει και αυτή του Δημιουργού: «Δεν χρησιμεύει σε τίποτε, λέει επίσης ο Αριστοτέλης (Λ 6, 1071b 14-16), το να οραματιζόμαστε ουσίες αιώνιες (αϊδίους), όπως κάνουν οι οπαδοί των Ιδεών, εάν δεν αποδεχθούμε μιαν αρχή ικανή να παράξει την αλλαγή (εἰ μή τις δυναμένη ἐνέσται ἀρχή μεταβάλλειν). Το αριστοτελικό εἴδος αντιθέτως, δεν είναι μια αδρανής ολότητα, αλλά μια ουσία ενεργός, δυναμική, όπως προκύπτει από την σθεναρή ερμηνεία του J. Owens:  «Η αριστοτελική μορφή προκύπτει από μιαν ανάλυση αισθητών αλλαγών. Δεν πρόκειται για «μια μεταξύ άλλων» που προέρχεται από την σφαίρα της λογικής και των ορισμών… Πρόκειται για την πράξη ή την «ενέργεια» που ενυπάρχει κατά φυσικό τρόπο στα αισθητά πράγματα». Αυτό το συμπέρασμα θα ήθελα από την σκοπιά μου να φωτίσω με μιαν ανάλυση ορισμένων θεμελιωδών εννοιών του αριστοτελισμού, όχι όμως από την θεωρητική τους σκοπιά, όπως εμφανίζονται στα Φυσικά και τα Μεταφυσικά, αλλά ως προς την βιολογική και κοσμολογική τους εφαρμογή, όπως συναντώνται στο Περί ουρανού, Περί ψυχής, ή το Περί ζώων μορίων.
     Θωρώ ότι το πρώτο βιβλίου του Περί ζώων μορίων, όπως το παρουσιάζει ο P. Le Blond, στην έκδοσή του με μετάφραση και σχόλια, αποτελεί μια από τις καλύτερες εισαγωγές στην φιλοσοφία του Αριστοτέλη, επειδή ακριβώς οι βασικότερες έννοιες του αριστοτελισμού παρουσιάζονται εδώ με την συγκεκριμένη τους εφαρμογή στην ερμηνεία των φαινομένων της ζωής, και δεν ορίζονται με τρόπο αφηρημένο, όπως για παράδειγμα στο βιβλίο Δ των Μεταφυσικών. Θεωρώ επίσης ότι η καλύτερη απεικόνιση του υλομορφισμού, το καλύτερο παράδειγμα μελέτης των σχέσεων της μορφής με την ύλη είναι αυτό που αναφέρεται στο Περί ψυχής, όταν αυτές οι έννοιες εφαρμόζονται στην σχέση της ψυχής με το σώμα· στα πιο δυσνόητα κεφάλαια του βιβλίου Ζ των Μεταφυσικών, καθίσταται αναγκαία η καταφυγή σ’ αυτό το παράδειγμα (10, 1035a 14-25 και 11, 1037a 27-30). Πιο συγκεκριμένα, αυτό ακριβώς το παράδειγμα μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε με ποια έννοια η μορφή είναι δυναμική ενέργεια, όχι πλέον ένα υπερβατικό πρότυπο μόνο, (όπως στον κοινότοπο πλατωνισμό), ούτε μόνο εγγενής προσδιορισμός, (όπως στον κοινότοπο αριστοτελισμό), αλλά πραγματικά αιτία και αρχή, όπως απαιτεί ο αυθεντικός αριστοτελισμός. Ξεκινώντας από το παράδειγμα της ψυχής μπορούμε να κατανοήσουμε πώς η μορφή είναι φύση, δηλαδή αρχή κίνησης και οργάνωσης. Ασφαλώς οι τρείς αυτοί όροι: είδος, φύση, ψυχή, δεν είναι ισότιμοι, αλλά συσχετίζονται· και όπως είναι φυσικό, σε μια εννοιολογική και αιτιολογική φιλοσοφία, ο υπερέχων και ο συνθετότερος, ο όρος ψυχή, επεξηγεί τους απλούστερους. Θα μπορούσαμε να πούμε κατ’ αρχήν, ότι αν κάθε αντικείμενο, φυσικό ή τεχνητό, έχει μορφή, μόνο τα φυσικά πράγματα έχουν φύση, και μόνο τα έμβια όντα έχουν ψυχή· αλλά μόνο εξετάζοντας τί  είναι η ψυχή του ζώντος θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τί εννοούμε με τον όρο φύση, και πώς η φύση μέσα από τον δυναμικό της χαρακτήρα διακρίνεται από τον απλώς τυπικό χαρακτηρισμό της, χωρίς τον οποίο όμως αυτός ο δυναμισμός δεν θα είχε αντικείμενο.
                                                          *
     Ο αριστοτελικός ορισμός της ψυχής βασίζεται στο ζωντανό όν: το ζωντανό όν (ζώον) είναι ένα όν έμψυχον· η ψυχή είναι επομένως αυτό που διακρίνει το έμψυχο από το άψυχο, την ζωντανή ύπαρξη από τα νεκρά σώματα, ή ακόμη αυτό δια του οποίου αυτό που ζει διατηρείται στην ζωή, και του οποίου η απώλεια οδηγεί στον θάνατο. Επομένως αυτό που διακρίνει προφανώς την ζωντανή ύπαρξη από τα νεκρά σώματα είναι η οργάνωσή του, η σύνθετη δομή του, η οποία καθιστά  δυνατή την εξασφάλιση των λειτουργιών δια των οποίων διατηρείται στη ζωή. Εκ πρώτη όψεως λοιπόν η ψυχή μπορεί να ορισθεί ως η οργάνωση. Υπό αυτή την έννοια δεν διακρίνεται από το σώμα, όπως και η μορφή από την ύλη. Ασφαλώς η μορφή δεν περιορίζεται, σ’ αυτήν την περίπτωση, στο σχήμα, ούτε και στην εσωτερική διαμόρφωση· η οργάνωση ορίζεται μόνο σε σχέση με την ζωτική ενέργεια· αποτελεί την απαραίτητη δομή για την συντήρηση και ανάπτυξη της ζωντανής ύπαρξης. Η λειτουργία είναι αυτή που καθορίζει το όργανο· οι απαιτήσεις τής επιβίωσης είναι αυτές που προσδιορίζουν την οργανωτική δομή. Επομένως η μορφή αυτή που είναι η ψυχή, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή εκτός της ζωτικής ενέργειας· αυτό είναι ένα πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει από την διατύπωση που προτείνεται στο Περί ψυχής (ΙΙ 1, 412a 19-21), για τον ορισμό της ψυχής: είναι η ουσία ως είδος ενός φυσικού σώματος που έχει δυνάμει ζωή.
     H δήλωση αυτή προϋποθέτει ότι το ζωντανό ον, όπως κάθε φυσικό ον, αποτελείται από ύλη και μορφή (είδος): η ύλη είναι το διαρθρωμένο σώμα, ο οργανισμός που είναι σε θέση να ασκήσει τις ζωτικές λειτουργίες, που διαθέτει δυνάμει ζωή· η μορφή είναι η οργάνωση, ή ορθότερα το σύνολο των ζωτικών λειτουργιών που συνεπάγεται η οργάνωση, δηλαδή οι λειτουργίες που συνιστούν την οριοθέτησή της. Το σώμα είναι η δυνάμει ζωντανή ύπαρξη· και μόνο δια της μορφής, δηλαδή του είδους και της ψυχής αποκτά ενεργεία την ζωή. Επομένως η ζωή δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα της οργάνωσης· η οργάνωση ή  μορφή, δεν θα μπορούσε να προέλθει από την δυναμική της ύλης· αντιθέτως δημιουργείται από την λειτουργία της ζωτικής ενέργειας· και η προτεραιότητα αυτής της λειτουργίας διευκρινίζεται στην δεύτερη διατύπωση που προτείνεται για τον ορισμό της ψυχής: είναι εντελέχεια η πρώτη, ενός φυσικού σώματος έχοντος δυνάμει ζωήν (412a 27-28), δηλαδή ενός ζωντανού οργανισμού.
     Ο όρος εντελέχεια που υποκαθιστά τον όρο είδος προορίζεται να υπογραμμίζει τον δυναμικό χαρακτήρα αυτής της μορφής που αποκαλούμε ψυχή. Ο όρος αυτός που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε εκπλήρωση, πρωτοεμφανίζεται στον αριστοτελικό ορισμό της κίνησης: η εντελέχεια του δυνάμει όντος καθαυτού (Φυσικά, ΙΙΙ 1, 201a 10-11), δηλαδή καθ’ όσον αυτό είναι δυνάμει, ή (θα μπορούσαμε να πούμε) για όσο αυτό θα είναι ακόμη δυνάμει. Η κίνηση είναι η πορεία της εκπλήρωσης, η διαδικασία της εκπλήρωσης· αλλά όταν η διαδικασία ολοκληρωθεί, η πραγμάτωση τού δυνατού εκπληρωθεί, τότε η κίνηση σταματά· η κίνηση είναι η ατελής εντελέχεια (Φυσ.  5, 275β 8). Αλλά η τέλεια εντελέχεια, η ολοκληρωμένη εκπλήρωση, εάν δεν βρίσκεται πλέον σε κίνηση, εάν επομένως βρίσκεται σε ακινησία, δεν αποκλείει κάθε είδους ενέργεια· είναι ακόμη εν ενεργεία. (Ηθικά Νικ., VII 14,1154b 27: οὐ γάρ μόνον κινήσεώς ἐστιν ἐνέργεια, ἀλλά καί ἀκινησίας)
     Ο Αριστοτέλης (Μεταφ., Θ 6, 1048b 18-35) καθιερώνει μια σαφέστατη διάκριση ανάμεσα στην κίνηση και την ενέργεια. «Κάθε κίνηση, λέει, είναι ατελής: όπως για παράδειγμα το αδυνάτισμα, η μελέτη, η πορεία, η κατασκευή· πρόκειται για κινήσεις (για διαδικασίες), ο οποίες είναι καθαυτές ημιτελείς. Η πορεία σταματά όταν φτάσουμε στο τέρμα, η κατασκευή όταν το κτίσμα ολοκληρωθεί, το γίγνεσθαι και η κίνηση όταν έχουν περατωθεί… Αντίθετα, όποιος έχει δει, εξακολουθεί να βλέπει, και ο νους παραμένει ενεργός ακόμη και αφού κατακτήσει την νόηση· αυτά εδώ είναι παραδείγματα της ενέργειας, ενώ τα προηγούμενα της κίνησης». Η κίνηση είναι μια διαδικασία που οδηγεί από το σημείο εκκίνησης στο σημείο άφιξης (ἒκ τινός εἴς τι Φυσ. VIII 2, 292b 10), σε ένα οριστικό τέρμα: λέμε, έφτασα στον προορισμό μου, το οίκημα κατασκευάστηκε, (δηλαδή περατώθηκε η κατασκευή του)· δεν ισχύει το ίδιο ως προς την ενέργεια μιας δραστηριότητας όπως η όραση ή η νόηση: αν υποθέσουμε ότι μετά από μια προετοιμασία φτάνουμε στο τέλος μιας προσπάθειας, όταν έχουμε φθάσει, όταν η προετοιμασία έχει ολοκληρωθεί, όταν η καθαρή όραση και η πλήρης νόηση έχουν επιτευχθεί, τότε ακριβώς είναι που αρχίζει να ενεργεί· και είναι δυνατόν να συνεχίσει να ενεργεί, να διαιωνίζεται μέσα στην τελειότητά της. Η εκπλήρωση, ή η εντελέχεια δεν αποτελεί πλέον εδώ ολοκλήρωση, οριστικό τέλος· είναι μια συνεχής τελειοποίηση, μια αέναη ενέργεια.
     Με αυτή την έννοια και σε αντίθεση, τόσο με την ακινησία τής ολοκλήρωσης , όσο και με την κίνηση, θα πρέπει να κατανοήσουμε την εντελέχεια στον ορισμό της ψυχής. Η μορφή, ή ουσία, χάρη στην οποία ένας οργανισμός (που κατέχει ζωή δυνάμει) είναι ζων ενεργεία, αυτή η μορφή, που συνιστά την οργάνωση, δεν είναι μια αδρανής δομή. Το ον εν ζωή, δεν αντιστοιχεί στις κατασκευές της ανθρώπινης τέχνης. Στην περίπτωση μιας κατοικίας, διακρίνονται επίσης η μορφή και η ύλη, τα υλικά και η δομή που απαιτούνται· και αυτή επίσης η δομή ορίζεται ανάλογα προς ένα τέλος: η μορφή ή ουσία της κατοικίας ορίζεται από την λειτουργία της ως καταφύγιο, που προστατεύει από την βροχή, τον ήλιο και τον άνεμο, που φιλοξενεί και προστατεύει τα σώματα και τα αγαθά. Αλλά αυτή τη λειτουργία, η κατοικία την εκπληρώνει χωρίς να ενεργεί· η ολοκληρωμένη κατοικία, που έχει κατασκευαστεί από υλικά, από πέτρες, δοκάρια και τούβλα, η κατοικία εν ενεργεία, ή εν εντελέχεια, δηλαδή σε κατάσταση εκπλήρωσης, δεν ενέχει δραστηριότητα, δεν ασκεί καμιά ενέργεια· η κατοικία είναι ένα άψυχο αντικείμενο, μια τεχνητή δημιουργία, μια αδρανής κατασκευή.
     Δεν είναι όμως ίδιες όλες οι ανθρώπινες κατασκευές. Ας εξετάσουμε το παράδειγμα, που αγνοούσε ο Αριστοτέλης, μιας μηχανής αυτοκινήτου· το παράδειγμα αυτό αφορά στην εποχή μας, αλλά όπως θα δούμε, στον Αριστοτέλη υπάρχει κάτι ανάλογο. Όταν ένα αυτοκίνητο έχει κατασκευαστεί, όταν τα εξαρτήματα που αναλογούν στην σύνθεσή του (τα όργανά του) έχουν σφυρηλατηθεί και εγκατασταθεί σύμφωνα με τα σχέδια του κατασκευαστή, με σκοπό μια συγκεκριμένη λειτουργία, θα πρέπει να εκπληρώσει την λειτουργία του τρέχοντας. Σ’ αυτό το παράδειγμα, όπως και στο παράδειγμα της κατοικίας, βλέπουμε ότι η μορφή, ή ουσία, ορίζεται εν σχέσει προς ένα σκοπό (τέλος)· η λειτουργία όμως σ’ αυτή την περίπτωση, δεν προσαρμόζεται στην ακινησία του αντικειμένου που κατασκευάστηκε: η κατοικία εκπληρώνει την λειτουργία της χωρίς να κινείται, το αυτοκίνητο μόνον όταν κινείται.
     Δεν κινείται όμως από μόνο του, χωρίς έναν οδηγό που το τροφοδοτεί, το θέτει σε κίνηση και το κατευθύνει· αυτή ακριβώς η αναγκαιότατα ενός εξωτερικού φορέα για την εκπλήρωση της λειτουργία του, είναι που διακρίνει ένα δημιούργημα αυτού του είδους από ένα ζωντανό οργανισμό. Ας εξετάσουμε για παράδειγμα, αντί για ένα προϊόν της τέχνης, ένα δημιούργημα της φύσης, την γένεση μιας ζωντανής ύπαρξης: όταν ένα πτηνό βγαίνει από το αυγό, η διαδικασία της γέννησης έχει ολοκληρωθεί· το πτηνό που υπήρχε δυνάμει μέσα στο σπέρμα του αυγού, είναι τώρα ενεργεία ον· η ουσία, ή η μορφή του, εκπληρώθηκε δια της ύλης, μέσα σε έναν ζωντανό οργανισμό· εκδηλώνεται μέσα σε μια διάρθρωση που δεν προορίζεται να μείνει αδρανής, αλλά έχει την δυνατότητα να δράσει, να εκπληρώσει κάποιες λειτουργίες, και τούτο, σε αντίθεση με την μηχανή, εντελώς αυθόρμητα, χωρίς εξωτερική παρέμβαση. Η μορφή εκδηλώνεται σ’ αυτή την περίπτωση ως δραστηριότητα, ενέργεια. Για μια ζωντανή ύπαρξη, έναν οργανισμό, ολοκλήρωση σημαίνει δράση· με αυτή την έννοια η διάρθρωση, η μορφή ή ουσία μιας ζωντανής ύπαρξης, αυτό που αποκαλούμε ψυχή, ορίζεται ως εντελέχεια.
     Γιατί όμως εντελέχεια πρώτη; Μήπως για να υπογραμμίσει την υπεροχή της ψυχής απέναντι στο σώμα, της ζωτικής ενέργειας απέναντι στην οργάνωση που υφίσταται ως προϋπόθεση; Αυτός είναι ο τρόπος που την κατανόησε ο Leibnitz, ερμηνεύοντας την αριστοτελική έννοια με τους όρους εντελέχεια πρωτόγονη, ή πρωτόγονη ενεργό ισχύ. Την ακριβή έννοια της έκφρασης έχει όμως προσδιορίσει ο Αριστοτέλης: η εντελέχεια, μας λέει, είναι κατανοητή με δύο τρόπους, είτε ως επιστήμη, είτε ως η ενέργεια του στοχασμού (ὡς τό θεωρεῖν, Περί ψυχής, ΙΙ 1, 412a 22-23). Οι δύο αυτές σημασίες αντιστοιχούν σε μια διάκριση του επιπέδου της δύναμης και της ενέργειας. Οι όροι ενέργεια και δύναμη (θα πρέπει να σημειώσουμε κατ’ αρχήν), όπως και αυτοί της μορφής και της ύλης, έχουν συσχετιζόμενη σημασία: το ξύλο, που είναι η ύλη του αγάλματος, δηλαδή το άγαλμα δυνάμει, έχει την μορφή του ξύλου· είναι ενεργεία ξύλο ως προς την καθαυτό ύλη του, την γη στην οποία αυτό φύτρωσε και κόπηκε. Αλλά και στην ίδια την σχέση της δύναμης ως προς την ενέργεια μπορούμε να εισάγουμε μια ακόμη διάκριση. Αυτός που μαθαίνει (ο μανθάνων), ο φοιτητής, δεν είναι ακόμη επιστήμων, μπορεί όπως να γίνει: είναι δυνάμει επιστήμων. Η μάθηση, η ενέργεια του μανθάνειν, είναι μια κίνηση, μια διαδικασία δια της οποίας μεταβαίνουμε από την άγνοια στη γνώση, από το δυνάμει στο ενεργεία: αλλά αυτός που έχει μάθει (ο μεμαθηκώς), και έχει κατακτήσει την νόηση, εάν μπορεί (όπως είδαμε) να συνεχίσει να την ασκεί, δεν είναι εν τούτοις δυνατόν να περάσει όλη την ζωή του στοχαζόμενος την αλήθεια της οποίας κατέκτησε την γνώση· θα πρέπει τουλάχιστον να μπορεί να κοιμηθεί, να αναπαυθεί ή να ακόμη και να ψυχαγωγηθεί. Έτσι αυτός που κατέκτησε τη νόηση, τη γνώση της αλήθειας, την επιστήμη, είναι ενεργεία επιστήμων· αλλά δεν ασκεί  αδιάλειπτα την στοχαστική δραστηριότητα· όταν όμως το επιθυμεί μπορεί να το κάνει: είναι ικανός (δυνατός), έχει την ικανότητα (δύναμις).
     Μπορούμε να πούμε επομένως ότι αυτός που μαθαίνει είναι δυνάμει επιστήμων, αποδίδοντας εδώ στο δυνάμει το νόημα της δυνατότητας, της κατ’ αξίαν ιδιότητας· αυτός που έχει μάθει, που κατέκτησε τη νόηση, είναι ενεργεία επιστήμων (ἐντελεχείᾳ), αλλά δεν ασκεί συνεχώς την στοχαστική του ενέργεια· έχει όμως την δυνατότητα, με την έννοια της ικανότητας. Η επιστήμη συνίσταται σε αυτήν την δεξιότητα ή δυνατότητα, που είναι ενεργεία σε σχέση με το δυνάμει ως πιθανότητα της μάθησης, την δεξιότητα του φοιτούντος, και δυνάμει σε σχέση με την άσκηση της στοχαστικής ενέργειας. Αυτή η ενδιάμεση ικανότητα, που βρίσκεται ανάμεσα στην δύναμη ως δεξιότητα, και την ενέργεια εν δράσει, αποκαλείται δύναμη δεύτερη, σε αντίθεση με την δεξιότητα ή δύναμη πρώτη, ή ενέργεια πρώτη, εντελέχεια πρώτη, σε σχέση με την άσκηση ή ενέργεια δεύτερη.
     Βλέπουμε τώρα με ποια έννοια η ψυχή αποκαλείται εντελέχεια πρώτη: με την έννοια της ικανότητας, της δεύτερη δύναμης, όπως η επιστήμη, και όχι της εν δράσει ενέργειας, όπως η ενέργεια του στοχασμού. Το ενεργεία ζων όν, μπορεί να ασκήσει τις ζωτικές ενέργειες, αλλά δεν τις ασκεί διαρκώς, ούτε όλες ταυτόχρονα· η ψυχή είναι αυτή ακριβώς η ικανότητα άσκησής τους, ή δεξιότητα· αντιστοιχεί στο σύνολο των ζωτικών λειτουργιών, που βρίσκονται δυνάμει εν ενεργεία, αλλά δεν ασκούνται εν τούτοις πάντοτε (με εξαίρεση τις φυτοζωικές λειτουργίες που ενεργούνται ακατάπαυστα). Η διάκριση της πρώτης εντελέχειας και της δεύτερης αντιστοιχεί σ’ αυτήν της επιστήμης και του στοχασμού, ή γενικότερα στην διάκριση της ικανότητας (δηλαδή της δεξιότητας, της καταλληλότητας) και της ενέργειας. Ο Αριστοτέλης προσδιορίζει ακριβώς την εφαρμογή στην ψυχή αυτής της διάκρισης με αυτή την διαφωτιστική παρατήρηση: «Εάν το μάτι, λέει, ήταν το ζωντανό όν (του οποίου αποτελεί μόνο ένα όργανο), ψυχή του θα ήταν η όραση (ὄψις)» (Περί ψυχής, ΙΙ 1, 412b 18-19). Εάν αντί για τον οργανισμό επιλέξουμε ένα ιδιαίτερο όργανο, παρατηρούμε ακριβώς ότι η ψυχή ανταποκρίνεται στην λειτουργία, δηλαδή την όψη, και όχι στην ενέργεια, δηλαδή στην όραση· και εάν αντί για ένα ζωντανό όργανο (το μάτι), επιλέξουμε ένα όργανο άψυχο, ένα εργαλείο, θα αντιληφθούμε αμέσως αυτή την ανταπόκριση που χαρακτηρίζει το είδος στα ζωντανά όντα, και γενικότερα στα φυσικά όντα, σε αντίθεση με τα τεχνητά αντικείμενα.
     Στα αντικείμενα που παράγει η τέχνη, όπως και στα φυσικά όντα, το είδος προσδιορίζεται από την λειτουργία του (ἒργον): το είδος του σπιτιού από την ιδιότητα του καταφύγιου, το είδος του τσεκουριού από την δική του λειτουργία που είναι το κόψιμο. Είδαμε ότι η κατοικία, όταν κατασκευασθεί, εκπληρώνει τις λειτουργίες τις χωρίς να κινείται· το ίδιο δεν συμβαίνει όπως είδαμε με το αυτοκίνητο· αυτό το παράδειγμα που είναι ξένο για τον Αριστοτέλη, βρίσκει το ανάλογό του στην περίπτωση του πέλεκυ, και μας οδηγεί στην κατανόησή του. Ο πέλεκυς δεν μπορεί να ασκήσει την λειτουργία του σε ακινησία· η λειτουργία του συνδέεται με την ενέργεια· αλλά το πέρασμα από την ικανότητα ή δεξιότητα (ἒξις ) στην άσκησή της απαιτεί την μεσολάβηση του ανθρώπινου χεριού, του ξυλοκόπου, όπως η λειτουργία του αυτοκινήτου απαιτεί την μεσολάβηση του οδηγού. Μόνο στα παραμύθια του δάσους το τσεκούρι δουλεύει μόνο του για χάρη του ξυλοκόπου. Ένα παρόμοιο θαύμα συντελείται συνεχώς και στη φύση. Το ζωντανό εν ενεργεία ον έχει την ικανότητα να ασκήσει τις ζωτικές λειτουργίες· η ψυχή συνιστά αυτή την ικανότητα· αλλά για την άσκηση της λειτουργίας, για το πέρασμα από την ικανότητα στην ενέργεια δεν χρειάζεται εξωτερική παρέμβαση· αρκεί απλώς, όταν θα δωθεί η ευκαιρία άσκησής της, η ενέργεια να μην συναντήσει εμπόδια. Η ανταπόκριση αυτή της ενέργειας χαρακτηρίζει κυρίως τα ζωντανά όντα· υποδηλώνει ότι η οργάνωσή ή η μορφή τους, αυτό που αποκαλείται ψυχή, είναι μια ουσιαστικά ενεργή δομή· αυτός ο δυναμισμός του είδους, τον οποίο μέχρι στιγμής αναγνωρίσαμε στον χαρακτήρα της ψυχής, είναι το συστατικό χαρακτηριστικό της φύσεως εν γένει.

(συνεχίζεται)

ΑΣ ΠΡΟΣΕΞΟΥΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΤΟ ΘΕΜΑ ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ ΦΤΑΝΟΥΝ ΝΑ ΟΡΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΣΑΝ ΤΗΝ ΑΙΤΙΩΔΗ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...