Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Ο προφήτης της συντριβής

Δεν είναι πλέον μόνο το οικονομικό σύστημα εγγενώς ασταθές, αλλά ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός διεθνώς που υπόκειται σε βραχυπρόθεσμες προσπάθειες επίτευξης κερδών – οι οποίες, με τη σειρά τους, έχουν επιπτώσεις στην οικονομική ζωή. Μεταξύ άλλων, επειδή οι εργαζόμενοι ή οι απολυμένοι δεν έχουν πια καμία σιγουριά – γεγονός που καθιστά αδύνατο τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό των δαπανών τους, όπως για παράδειγμα το δανεισμό για την αγορά ενός σπιτιού. Εάν τώρα δεν είναι δυνατός ο μακροπρόθεσμος προγραμματισμός, οι καταναλωτές είναι απρόθυμοι να κάνουν μεγάλες αγορές – οπότε η οικονομία δεν αποφεύγει τελικά την ύφεση και το κραχ.

Ανάλυση

Έχουμε αναφερθεί στο παράδοξο του Minsky αρκετές φορές (ανάλυση) – στην εγγενή αστάθεια του καπιταλιστικού συστήματος και στις προφητείες του, όσον αφορά τις οικονομικές καταρρεύσεις (πηγή). Η «Υπόθεση της Χρηματοοικονομικής Αστάθειας» (Financial Instability Hypothesis, FIH) που ανέπτυξε θεωρείται περίεργη, με την έννοια ενός πιθανόν ρεαλιστικού μοντέλου που όμως έχει αγνοηθεί για πολλές δεκαετίες – ενώ τέθηκε στο επίκεντρο με την παγκόσμια κρίση του 2008. Η FIH βασίζεται μεν στη «Γενική Θεωρία» του Keynes, αλλά επικεντρώνεται σε μία θεμελιώδη και ξεχασμένη πτυχή της – στο «Παράδειγμα της Wall Street».
Όταν τώρα ο οικονομολόγος δημοσίευσε το βιβλίο του «Σταθεροποιώντας μία ασταθή οικονομία» το 1986, με συμπέρασμα το ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές πρέπει να ελέγχονται αυστηρότερα, κανένας δεν του έδωσε σημασία – αφού δεν ταίριαζε καθόλου με τους οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού που είχαν πάρει τα ηνία ήδη από το 1980 και κυρίως με τη θεωρία του M. Friedman. Ο μονεταρισμός κυριαρχούσε, με πολιτικούς εκπροσώπους του τους Reagan και Thatcher – με βασικά στοιχεία του την πλήρη απελευθέρωση των αγορών, την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού, τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων και την πολιτική αποδυνάμωση των εργατικών συνδικάτων.
Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ιδεολογία, η αγορά ήταν σε θέση να χειριστεί την οικονομία πολύ καλύτερα, από οποιοδήποτε κρατικό όργανο – ενώ το «Σύνταγμα της Ελευθερίας» (The Constitution of Liberty) του Hayek ήταν η Βίβλος της Thatcher. Το «Αυτό πιστεύουμε» (This is what we believe) που κυριάρχησε στη Μ. Βρετανία, είχε ως αποτέλεσμα τη μαζική ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα στις μεγάλες μητροπόλεις – όπως στη Νέα Υόρκη, στο Τόκυο και στο Λονδίνο. Συνοδεύθηκε δε από την άνοδο ενός νέου είδους σταδιοδρομίας – μίας καινούργιας ελίτ που επωφελήθηκε πολύ γρήγορα από την εκμετάλλευση του νέου «πνεύματος της εποχής» (Zeitgeist).
Εν τούτοις ο M. Friedman, παρά τη θριαμβευτική πορεία του, δεν κατάφερε να εφαρμόσει όλες τις ριζικές αντιλήψεις του στην αγορά – αφού δεν καταργήθηκε όπως ήθελε ούτε η «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς» των Η.Π.Α. (SEC), ούτε η «Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων» (FDA). Όσον αφορά δε τη Μ. Βρετανία, δεν ήταν σε θέση να ιδιωτικοποιήσει όλες τις κρατικές εταιρείες – οπότε η ακραία νεοφιλελεύθερες, ριζοσπαστικές απαιτήσεις δεν εξασφάλισαν την πλήρη συναίνεση, ακόμη και σε αυτό το φιλικό προς τις αγορές περιβάλλον της εποχής.
Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής ο Minsky ήταν στη σκιά, παρά το ότι πριν και μετά το 1986 οι ιστορικές εξελίξεις επιβεβαίωναν συχνά τη θεωρία του (FIH) – όπως η τεράστια πιστωτική φούσκα που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1980 στην Ιαπωνία, τροφοδοτώντας πρώτα την αγορά ακινήτων και μετά τη χρηματιστηριακή αγορά. Για παράδειγμα, η μικρή περιοχή του αυτοκρατορικού παλατιού της Ιαπωνίας ήταν πιο ακριβή από ολόκληρη την Καλιφόρνια – ενώ η άνοδος των μετοχών ήταν εξωπραγματική.
Το σπάσιμο της φούσκας, μετά την ανατίμηση του χειραγωγημένου γεν που επέβαλλαν οι Η.Π.Α., ξεκίνησε από την αντίθετη πλευρά, αφού προηγήθηκε το χρηματιστήριο και ακολούθησε η αγορά ακινήτων – προκαλώντας μία βαθιά ύφεση που διήρκεσε πάνω από μία (χαμένη για τους Ιάπωνες) δεκαετία. Υπήρξαν βέβαια πολλές άλλες μικρότερες κρίσεις, όπως αυτή των ταμιευτηρίων στις Η.Π.Α. (Saving & Loans), η κρίση μακροπρόθεσμης διαχείρισης κεφαλαίων (Long Term Capital Management), η φούσκα του διαδικτύου, η κρίση της Αργεντινής, η Ασιατική και η κρίση της τεκίλας (Μεξικό).
Όλες αυτές οι κρίσεις επιβεβαίωναν τη θεωρία του Minsky, χωρίς όμως ποτέ να του δοθεί σημασία – κάτι που άλλαξε το 2007/08 με την κρίση των ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης. Τότε, όλοι άρχισαν ξαφνικά να ενδιαφέρονται – με την πρώτη έκδοση του βιβλίου του «Σταθεροποιώντας μία ασταθή οικονομία»  να φτάσει να διαπραγματεύεται στο διαδίκτυο έως και 1.000 $.  
Εν τούτοις, ακόμη και σήμερα ο Minsky αντιμετωπίζεται μόνο επιφανειακά – αφού οι κεντρικές τράπεζες, τυπώνοντας τεράστιες ποσότητες χρημάτων, κατάφεραν τελικά να σταθεροποιήσουν τις αγορές. Εκμεταλλεύθηκαν δε κυρίως το γεγονός ότι, αυτά τα νέα χρήματα συγκεντρώθηκαν στους λίγους πάμπλουτους συμμετέχοντες – οι οποίοι ήταν και είναι (ακόμη) σε θέση να ελέγχουν τα τεκταινόμενα στα χρηματιστήρια και στην αγορά ακινήτων.
Όμως, εάν εμβαθύνει κανείς στο έργο του οικονομολόγου, θα διαπιστώσει πως σε μελέτες του που ακολούθησαν, περιέγραψε την εικόνα του «καπιταλισμού των διαχειριστών κεφαλαίων» που βιώνουμε σήμερα – σε μία εξέλιξη του νεοφιλελευθερισμού δηλαδή που το χρηματοπιστωτικό κεφαλαίο επηρεάζει όλο και περισσότερο την πραγματική οικονομία. Εν προκειμένω, οι διαχειριστές κεφαλαίων (ανάλυση), επιβάλλουν ουσιαστικά στους επενδυτές τις συνεχείς αγορές μετοχών – με την έννοια πως έτσι αυξάνουν την αποδοτικότητα των επενδύσεων τους.
Το αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών των διαχειριστών κεφαλαίων είναι η συνεχής αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων – με στόχο τη βραχυπρόθεσμη άνοδο των κερδών τους με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο, οπότε την αύξηση της αξίας των μετοχών τους. Ειδικότερα, οι διαχειριστές κεφαλαίων, όπως και οι αναλυτές, λειτουργούν με βάση τα βραχυπρόθεσμα κέρδη και τις τριμηνιαίες αναφορές των επιχειρήσεων που επενδύουν ή αναλύουν – ενώ οι πρώτοι έχουν άμεση επιρροή στη στρατηγική και στη διαχείριση των εταιρειών, επειδή ως κεφαλαιακοί μέτοχοι έχουν επίσης δικαιώματα ψήφου.
Το γεγονός αυτό καθιστά τις θέσεις εργασίας όλο και πιο επισφαλείς, ενώ η αγορά εργασίας έχει μετατραπεί σε μία «επιτόπια αγορά» (Spot Market) – στην οποία υπάρχει μόνο βραχυπρόθεσμη ζήτηση για εργαζομένους που, όταν ολοκληρώσουν την εργασία τους, «επιστρέφονται πίσω» (out sourcing, ενοικιάσεις εργαζομένων κλπ.). Όσο πιο επισφαλείς είναι τώρα οι θέσεις εργασίας, τόσο ανομοιόμορφη είναι η εξέλιξη των μισθών – ενώ, παρά το ότι οι μέσοι μισθοί των εργαζομένων μένουν στάσιμοι (μόνο στην Ελλάδα έχουν μειωθεί οι ονομαστικές αμοιβές), έχουν εκτοξευθεί στα ύψη οι αμοιβές των manager και τα κεφαλαιακά κέρδη.
Επομένως δεν είναι πλέον μόνο το οικονομικό σύστημα εγγενώς ασταθές, αλλά ολόκληρος ο κοινωνικός ιστός που υπόκειται σε βραχυπρόθεσμες προσπάθειες επίτευξης κερδών – οι οποίες, με τη σειρά τους, έχουν επιπτώσεις στην οικονομική ζωή. Μεταξύ άλλων, επειδή οι εργαζόμενοι ή οι απολυμένοι δεν έχουν πια καμία σιγουριά – γεγονός που καθιστά αδύνατο τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό των δαπανών τους, όπως για παράδειγμα το δανεισμό για την αγορά ενός σπιτιού. Εάν τώρα δεν είναι δυνατός ο μακροπρόθεσμος προγραμματισμός, οι καταναλωτές είναι απρόθυμοι να κάνουν μεγάλες αγορές – οπότε η οικονομία δεν αποφεύγει τελικά την ύφεση και το κραχ.
Δεν είναι επίσης πρόθυμοι να συνάψουν δάνεια, υποθετικά για την αγορά κατοικιών, γνωρίζοντας πως η «ασφάλεια» των δανείων πηγάζει από την προοπτική της αύξησης των τιμών των σπιτιών που αγοράζουν – κάτι που όμως συμβαίνει μόνο όταν απέναντι στους πωλητές ευρίσκονται περισσότεροι αγοραστές. Το ότι λοιπόν η σημερινή πιστωτική φούσκα θα σπάσει, αφού πρόκειται για ένα σχήμα PONZI που είναι αδύνατον να λειτουργεί επ’ άπειρον είναι απλά θέμα χρόνου. Στα πλαίσια αυτά, είναι σίγουρη η έλευση της «στιγμής Minsky» – της επιβεβαίωσης δηλαδή της εγγενούς αστάθειας του καπιταλιστικού συστήματος, με την επόμενη συντριβή του.
Βασίλης Βιλιάρδος22 Φεβρουαρίου 2020

Δεν υπάρχουν σχόλια: