Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

Tα πειράματα στο CERN και το σωματίδιο Higgs : Θεωρίες της Φυσικής και Βιβλική Κοσμολογία σε θέση αντίθεση και σύνθεση - Τακαρίδης Γεώργιος (2)

Συνέχεια από: Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2020

Τακαρίδης Γιώργος


ΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΣΤΟ CERN ΚΑΙ
ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ HIGGS
ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΚΗ
ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑ ΣΕ ΘΕΣΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ



ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
που υποβλήθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και
Κοινωνικής Θεολογίας του Α.Π.Θ.
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012


ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Η εργασία αυτή πραγματεύεται ένα θέμα αρκετά δύσκολο και σε κάποιο βαθμό προκλητικό, καθώς το αντικείμενό της φαίνεται να είναι ακραιφνώς επιστημονικό και φιλοδοξεί να το προσεγγίσει μέσα από δύο δρόμους, της Φυσικής και της Θεολογίας. Υπάρχει άραγε κάποια συμβατότητα, κάποιο σημείο που θα μπορούσαν οι δύο αυτοί χώροι να συναντηθούν; Τι σχέση μπορεί να έχει η Θεολογία με το σωματίδιο Higgs; Μήπως το μοναδικό πεδίο συνάντησης είναι αυτό της αντιπαράθεσης; Έχω την αίσθηση ότι δεν πρέπει να βιαστεί κανείς για πρόωρα συμπεράσματα. Είναι πιο συνετό να γίνει ένας απροκατάληπτος διάλογος για τις θέσεις του κάθε χώρου, από όπου μπορούν να προκύψουν είτε συμφωνίες είτε διαφωνίες και εν συνεχεία να βγουν τα συμπεράσματα.

Υπάρχουν βέβαια σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένες αντιρρήσεις και ενστάσεις για το διάλογο αυτό από την πλευρά πολλών επιστημόνων, διότι ιστορικά η Εκκλησία πολλές φορές στάθηκε όχι μόνο τροχοπέδη στην πορεία της Επιστήμης, αλλά και φανατική πολέμιός της3. Έτσι πολλοί επιστήμονες είναι επιφυλακτικοί έως και εκ προοιμίου αρνητικοί, υποπτευόμενοι το όψιμο ενδιαφέρον της Εκκλησίας για διάλογο, ως ένα μέσο διάσωσής της από την οριστική απολίθωσή της. Χωρίς διάθεση παραμικρής αντιπαλότητας αξίζει να τονιστεί ότι μία τέτοια στάση απέναντι στην Επιστήμη ποτέ δεν παρατηρήθηκε σε επίπεδο θεσμικό στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τέτοιες πρακτικές αναπτύχθηκαν στο έπακρο –κατά κανόνα σε θεσμικό επίπεδο– στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η οποία μετά την εκκοσμίκευσή της και την εγκαθίδρυση του θρησκευτικού ουμανισμού οδήγησε τον δυτικό κόσμο στον θρησκευτικό αποχρωματισμό.

Όσον αφορά στην πρόοδο της Επιστήμης δε χρειάζεται να πει κανείς πολλά. Είναι κάτι παραπάνω από προφανής και αντικατοπτρίζεται σε υπερθετικό βαθμό στην καθημερινότητα του ανθρώπου μέσα από τα επιτεύγματα, τα οποία αφενός τον κατακλύζουν και αφετέρου βοούν για την ορθότητα των προβλέψεών της. Η Επιστήμη με τον τρόπο που εργάζεται αποδεικνύει χειροπιαστά ότι ο λόγος της «σαρκώνεται». Η Βιβλική και Αγιοπατερική Θεολογία κηρύττει ότι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν…»4. Για το θεολογικό λόγο ο Λόγος σαρκώθηκε στην ανθρώπινη Ιστορία, κινδυνεύει όμως να μετατραπεί σε απολίθωμά της στη συνείδηση των ανθρώπων, αν δε συνεχίσει να σαρκώνεται μέσα στο καθημερινό βίωμα. Λόγος που δεν μπορεί να αποκτήσει σάρκα και οστά, να μετατραπεί σε μεγέθη της καθημερινότητας, να ψηλαφηθεί μέσα σ’ αυτήν, είναι κενός περιεχομένου. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο εκκοσμικεύεται το φρόνημα. Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί χάσμα μεταξύ των δύο χώρων, όταν στον έναν ο λόγος γίνεται πράξη και στον άλλο μένει στη θεωρία. Προϋπόθεση επομένως για τον όποιον διάλογο είναι τα απτά αποτελέσματα της σάρκωσης του λόγου που εκφράζει ο κάθε χώρος.

Στην Ορθόδοξη Θεολογία πράγματι η σάρκωση του λόγου της, δηλαδή η εμπειρική βίωση του Θεού Λόγου, αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη για την επαλήθευση της ορθότητας των παραδοχών της. Όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενο ή ουτοπικό, αποτελεί την πεμπτουσία της Ορθόδοξης Θεολογίας. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ως γνήσιος φορέας της ζώσας ευαγγελικής και πατερικής παράδοσης, εκφράζει αυτήν την διαχρονική αλήθεια που πηγάζει από την ενιαία αγιοπνευματική εμπειρία της Εκκλησίας, μιλώντας για ανθρώπους που δεν «μαθαίνουν τα θεία» αλλά τα «παθαίνουν»5. Απαραίτητη προϋπόθεση επομένως για την προσέγγιση και κατανόηση του θεολογικού λόγου γίνεται το «πάσχειν τὰ θεῖα», δηλαδή η ενεργειακή μετοχή του ανθρώπου στις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Ο βιβλικός λόγος που εκφράζει είτε την προαναγγελία τής σάρκωσης του Θεού Λόγου (ως Παλαιά Διαθήκη), είτε τα γεγονότα της ιστορικής σάρκωσής Του (ως Καινή Διαθήκη), αλλά και ο μετέπειτα εκκλησιαστικός λόγος της πατερικής παράδοσης δεν φοβάται το λόγο της Επιστήμης ούτε τον περιμένει ως σωτήρα ή υπερασπιστή των αληθειών του. Απεναντίας χαίρεται και δέχεται την πορεία και την πρόοδο του επιστημονικού λόγου ως ερμηνευτικού των δικών του αληθειών στα πεδία βέβαια της συνάντησής τους. Όπως η Επιστήμη δεν έχει ανάγκη ούτε και δεσμεύεται υποχρεωτικά από τις απόψεις και το λόγο κάποιου συγκεκριμένου επιστήμονα, αλλά με υπομονή πορεύεται, βελτιώνει τις απόψεις της, απορρίπτει εσφαλμένα μοντέλα, που ενδεχομένως χρησιμοποιήθηκαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα ως ορθά, επειδή ο γνώμονάς της είναι η προσέγγιση της αλήθειας του λόγου των όντων και όχι η προσκόλληση στις απόψεις κάποιας θεωρίας, έτσι και ο βιβλικός λόγος δεν έχει ανάγκη ούτε και δεσμεύεται από συγκεκριμένες θεωρίες της Επιστήμης. Απλά χρησιμοποιεί για λόγους ερμηνευτικούς τον επιστημονικό λόγο και ασκεί κριτική, όποτε αυτό χρειάζεται, περιμένοντας με υπομονή μέσα από την αέναη εξέλιξη του επιστημονικού λόγου ολοένα και περισσότερες ψυχές να οδηγηθούν από τον λόγο στον Λόγο και από την κτίση στον Κτίστη.

Οι παραπάνω διευκρινίσεις αποτελούν έναν από τους άξονες πάνω στους οποίους βασίζεται η παρούσα εργασία. Προφανώς ούτε η βιβλική κοσμολογία ούτε και η πατερική γραμματεία ασχολήθηκε με το σωματίδιο Higgs ή με τον συγκεκριμένο μηχανισμό της μετατροπής της ενέργειας σε ύλη. Ούτε ο συγγραφέας της Βίβλου γνώριζε κάτι γι’ αυτό, ούτε και οι Πατέρες της Εκκλησίας. Στόχος των εκκλησιαστικών συγγραφέων δεν ήταν η προσκόλληση στην κτίση και τους μηχανισμούς της, ούτε βέβαια η προσκόλληση σε κάτι εξωκοσμικό, αλλά η αρμονική ενεργειακή μετοχή του κτιστού κόσμου της Φύσης, που μελετά η Επιστήμη, με τον άκτιστο κόσμο του Θεού. Για την Επιστήμη ό,τι δεν ενεργεί δεν μπορεί να μετρηθεί και επομένως είτε δεν υπάρχει είτε αδυνατεί να το μελετήσει μέχρι να βρει τρόπο ενεργειακής αλληλεπίδρασης, ώστε να το ανιχνεύσει. Μελετώντας την Φύση, δηλαδή την κτίση, τον κόσμο της κτιστότητας δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ανιχνεύσει κάτι το οποίο ανήκει σε άλλη οντολογική περιοχή. Για τον βιβλικό και πατερικό λόγο, ο Λόγος δεν είναι εκ του κόσμου τούτου6, ανήκει σε άλλη οντολογική κατηγορία. Έτσι η Ορθόδοξη Θεολογία χωρίς να παραθεωρεί τη μέθοδο και τις εμπειρίες της Επιστήμης, εισάγει την εμπειρία μιας άλλης διάστασης, ενός άλλου κόσμου, που δεν μπορεί να προσεγγιστεί από τις επιστήμες· πρόκειται για την εμπειρία του Θεού, για την εμπειρία της άκτιστης ενέργειας του Θεού· μια εμπειρία μη μετρήσιμη από οποιαδήποτε κτιστά μέσα, αλλά που μπορεί να βιωθεί, και να οδηγήσει στην απόκτηση μίας άλλου είδους γνώσης· της γνώσης και γεύσης του Θεού από την οποία απορρέει γνώση και για τα κτιστά όντα. Η εμπειρία αυτή της μετοχής στην άκτιστη Χάρη του Θεού, δεν πραγματοποιείται στη σφαίρα της νόησης ή της φαντασίας, ούτε εκτός του σώματος, αλλά πρόκειται για μια εμπειρία στην οποία μετέχει ο όλος άνθρωπος με όλες του τις δυνάμεις. Μεθοδολογικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι και στην περίπτωση αυτής, της κατά Θεόν γνώσης, απαιτείται ενεργειακή αλληλεπίδραση μεταξύ του κτιστού πλάσματος και του άκτιστου πλάστη του. Τότε και μόνον τότε ο θεολογικός λόγος σαρκώνεται στην πράξη, όταν η κτιστή ανθρώπινη φύση μετέχει ενεργειακά και επομένως κατά κάποιον τρόπο ανιχνεύει, ψηλαφά το μυστήριο αυτής της υπερφυούς ένωσης. Πιστεύω λοιπόν πως το κλειδί της όποιας συνάντησης των δύο Επιστημών της Φυσικής και της Θεολογίας βρίσκεται στον ορθό προσδιορισμό του πεδίου ορισμού και του τρόπου εργασίας του κάθε χώρου και αυτό θα προσπαθήσω στο πόνημα που ακολουθεί.

Σημειώσεις
3. Αξιόλογη είναι η κριτική που κάνει για το θέμα αυτό στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ο Hans Kung ένας ρωμαιοκαθολικός ιερέας και πανεπιστημιακός καθηγητής της Τυβίγγης Γερμανίας. Με απλότητα και ευθύτητα αναγνωρίζει ως απαράδεκτη τη στάση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας η οποία «ως ιδρυματικός θεσμός, αντί να μεριμνά για πνευματική κατανόηση, προσπάθεια και εργασία, καθιέρωσε έλεγχο, Index απαγορευμένων βιβλίων και Ιερά Εξέταση». Με τον τρόπο αυτό κατέστησε τον εαυτό της μία «αυστηρά συντηρητική και αντιδραστική δύναμη… και επέφερε μια σχεδόν αθόρυβη μετανάστευση των φυσικών επιστημόνων από την Εκκλησία και μία διαρκή σύγκρουση μεταξύ της Φυσικής Επιστήμης και της κυρίαρχης Θεολογίας». Βλ. Kung Hans, Η ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ, Φυσικές Επιστήμες και Θρησκεία, Εκδόσεις Ουρανός, Αθήνα 2009, σελ. 39 – 44. Επίσης βλ. Γραμματικάκης Γιώργος, Η ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 4η έκδοση, Ηράκλειο 2006, σελ. 55 – 56, 60 – 64.
4. Ιω. 1:14
5. «…πάσχειν καὶ αὐτῷ τὰ θεῖα … ψυχὴ ἡ τὰ θεῖα πεπονθυῖᾳ», Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, Λόγος 2,2, 12, Π. Χρήστου 1, 518, 18 – 19, ΕΠΕ 2, 314, 8 – 10.
6. Ιω. 18:36, «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου…»

Συνεχίζεται

ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΥΛΗ. 
Η ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΦΑΙΡΕΙ ΤΟ ΠΑΧΟΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΕΤΡΑΠΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑ. ΔΕΝ ΠΡΟΣΤΙΘΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΣΥΝΤΙΘΕΤΑΙ. 
ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ. 
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ, ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΤΗΣ ΑΓΕΝΝΗΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.
 Ο ΝΟΥΣ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ Η ΦΥΣΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΡΕΥΝΑ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΠΤΩΣΗ, ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΑΡΜΟΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΟΤΑΝ ΑΝΑΔΥΘΕΙ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΤΩΤΗ ΦΥΣΗ. 
Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ. ΠΩΣ ΘΑ ΞΑΝΑΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΨΥΧΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ; Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΗ ΚΑΙ Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΒΙΩΜΕΝΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ,

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

"Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ, ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΤΗΣ ΑΓΕΝΝΗΤΗΣ ΨΥΧΗΣ."

Τι θα πει γεννητή αγέννητη ψυχή; Εξηγείς λίγο;