Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (46)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Τετάρτη,13 Μαΐου 2020
                                  Jacob Burckhard
                                                              ΤΟΜΟΣ 1ος
                       ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
                                           ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΣ  
                                                       ΙΙΙ  
              ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΘΕΣΤΩΤΩΝ
   
  Μια από τις πιο ακριβοπληρωμένες συνέπειες στη ζωή και τις οδύνες τής πόλης υπήρξε το γεγονός ότι το ελληνικό πνεύμα έμαθε να αντιμετωπίζει και να κρίνει τα πολιτικά καθεστώτα με αντικειμενικό και συγκριτικό τρόπο. Ο εσωτερικός πολιτικός ορίζοντας του ανθρώπου τής Ανατολής καθοδηγούνταν από ένα ιερό δίκαιο και μια πραγματιστική τυραννία, και ενώ στους Ιουδαίους η κριτική τού Κράτους ασκούνταν κάθε φορά δια μέσου τών προφητών τους, η σκοπιά της ήταν πάντοτε θεοκρατική, απέβλεπε δηλαδή στο να απαντηθή το ερώτημα, αν ο Ιεχωβά απολάμβανε των τιμών που του αναλογούσαν ή όχι, στο επίπεδο της πίστης και της ζωής. Αλλά οι Έλληνες της Ιωνίας  υπήρξαν οι πρώτοι που εισήγαγαν στην αυλή τών Αχαιμενιδών τη διαβούλευση σχετικά με το βέλτιστο πολιτικό καθεστώς (την εποχή της ανόδου στην εξουσία τού Δαρείου), και ο Ηρόδοτος υπήρξε ο πρώτος που συνέγραψε τις εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν για την πολιτική και άλλα σχετικά θέματα στο αρχηγείο του Ξέρξη.
     Η ίδια η γέννηση της πόλης είναι για τους Έλληνες αδιανόητη χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, και έτσι αναδεικνύεται αμέσως η αγορά με τις αναπόφευκτες συνέπειές της· τις συζητήσεις τόσο περί τού Κράτους ως σύνολο, όσο και περί τών επιμέρους ζητημάτων τής πολιτικής καθημερινότητας. Οι αρχαιότεροι ποιητές, όπως ο Ησίοδος με τις συστάσεις του και ο Τυρταίος με τις προτροπές του, βρίσκονται ακόμη σε στενή σχέση με τους προφήτες ως προς το ύφος τών παραινέσεών τους· αλλά στον Σόλωνα εκφράζεται πλέον η ελεύθερη κριτική. Όταν αργότερα απελευθερώθηκαν πλήρως ο λόγος και η σκέψη, οι μεν ποιητές κατήγγειλαν, δόξασαν και χλεύασαν την πόλη με κάθε δυνατό τρόπο, οι πολιτικοί κατέγραψαν συγκεκριμένα περιστατικά με ευκρίνεια και διεισδυτικότητα, ενώ οι ιστορικοί επιβλήθηκαν απόλυτα με τις πολιτικές απόψεις τους· οι φιλόσοφοι όμως δεν αρκέστηκαν στις αναλύσεις για το Κράτος, αλλά το περιέλαβαν στις θεωρητικές τους αναζητήσεις έχοντας ήδη αποστασιοποιηθεί από τη συγκεκριμένη πόλη. Εξαιτίας επιπλέον τού γεγονότος ότι επιδόθηκαν στη ανάλυση του ελληνικού Κράτους, όλα αυτά που γνωρίζαμε, μέχρι τις ανακαλύψεις τού αιώνα μας, για τους πολιτικούς θεσμούς τών άλλων λαών τής αρχαιότητας, όπως ήταν οι Αιγύπτιοι, οι Πέρσες και οι Καρχηδόνιοι, προέρχονται αποκλειστικά και μόνο από τούς Έλληνες· και ο Πολύβιος ήταν ο μόνος που περιέγραψε, αργότερα, με τόσο απέριττο τρόπο το ρωμαϊκό Κράτος στο απόγειό του. Μόνον οι Έλληνες ερευνούν και συγκρίνουν τα πάντα.
     Πιθανότατα, την ίδια ακριβώς ημερομηνία που ο Αριστοφάνης παρουσίασε τις Νεφέλες του φέρει και το αρχαιότερο πολιτικό υπόμνημα στον κόσμο, η πραγματεία που εσφαλμένα αποδόθηκε στον Ξενοφώντα, περί τής Δημοκρατίας τών Αθηναίων. Ένας Αθηναίος ολιγάρχης – ο Κριτίας ή κάποιος άλλος – επιστράτευσε την απαραίτητη ψυχρή αντικειμενικότητα για να προβάλει με κάθε λεπτομέρεια το γεγονός ότι η δημοκρατία, ακόμα και στα χάλια που είναι, ενεργεί συνειδητά με έναν τρόπο απολύτως σύμφωνο προς τα συμφέροντά της. Κατορθώνει έτσι να πείσει εντελώς τον αναγνώστη για τα επιχειρήματά του, παρότι ορισμένες φορές χρησιμοποιεί σκωπτικό ύφος. Στην περιγραφή τών πολιτικών εξελίξεων και της προέλευσης των διαφορετικών απόψεων από τον Θουκυδίδη, οι προφορικές ομιλίες και διαφωνίες, είτε ανήκουν στον ίδιον είτε σε εκείνον που εκφέρει τον λόγο, επιβάλλονται με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα, και στα Ελληνικά τού Ξενοφώντα παρακολουθούμε έναν ασύγκριτο ρητορικό αγώνα περί ζωής και θανάτου ανάμεσα στον Κριτία και τον Θηραμένη. Λίγο αργότερα κάνουν την εμφάνισή τους οι πολιτικές και αστικές αγορεύσεις που μας παρέδωσαν οι Αττικοί ρήτορες.
     Στο μεταξύ η φιλοσοφία αναλαμβάνει κι αυτή τα ηνία, με μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα ο κάθε φημισμένος φιλόσοφος να αφήσει και μια πραγματεία για το Κράτος, όχι μόνο για να μιλήσει και να γράψει γενικά αλλά και ειδικά περί Κράτους, αλλά και για να σχεδιάσει, όπως ήδη αναφέραμε, ιδανικές εικόνες, ουτοπίες για το πώς θα ώφειλε να είναι ένα αληθινό Κράτος, μια προσπάθεια που ανταποκρίνεται εξάλλου απόλυτα στη φαντασία τών Ελλήνων. Εφ’ όσον νομοθέτες τών αρχαίων χρόνων, και ιδιαίτερα της μυθικής εποχής, είχαν συλλάβει εν ελευθερία και εγκαθιδρύσει κατόπιν, όπως πίστευαν, το Κράτος τους, γιατί να μη μπορούσε να επαναληφθεί αυτή η ίδια διαδικασία ; Στην Κύρου Παιδεία ο Ξενοφών σκιαγραφεί το πρότυπο ενός βασιλιά εκπαιδευμένου στη σωκρατική ηθική, και επιδίδεται παράλληλα σε μιαν έμμεση κριτική τής υπό κατάρρευση ελληνικής δημοκρατίας· αλλά η Ελλάδα είχε ήδη συναντήσει στη Σπάρτη, την οποία θαύμαζε, το ιδανικό καθεστώς. Ο Πλάτων, ο οποίος επίσης απελπίστηκε αρκετά νωρίς από το πραγματικό αθηναϊκό Κράτος και απομακρύνθηκε στη συνέχεια  οριστικά, αδυνατούσε για μεγάλο διάστημα να απελευθερωθεί από την επιθυμία, να αναλάβει ο ίδιος κάποιον πολιτικό ρόλο· πίστευε ότι μόνο η αληθινή φιλοσοφία θα επέτρεπε τη διάκριση δικαίου και αδίκου στο Κράτος και την ιδιωτική ζωή, και ότι το ανθρώπινο είδος θα απαλλασσόταν από την αθλιότητα μόνον αν η τάξη τών αληθινών και δίκαιων φιλοσόφων αναλάμβανε υπεύθυνες θέσεις, ή αν οι άνδρες που είχαν την εξουσία στις πόλεις γίνονταν πραγματικοί φιλόσοφοι. Δεν ήταν βέβαια δυνατόν, να περιμένει κανείς κάτι τέτοιο από τούς ηγέτες τής εποχής· αλλά στην περίπτωση ενός παντοδύναμου ηγέτη, ενός αρχηγού Κράτους, έκρινε ο Πλάτων ότι άξιζε τον κόπο να δοκιμάσει την τύχη του. Και εγκαταλείποντας έτσι την πόλη του, την Αθήνα, ανέλαβε τρείς φορές τον ρόλο συμβούλου τών τυράννων τής Σικελίας, αποχωρώντας κάθε φορά με πολλές δυσκολίες,  διακινδυνεύοντας ακόμη και τη ζωή του. Δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει ότι όντως πραγματοποίησε αυτά τα ταξίδια, διότι προϋποθέτουν ακραία τύφλωση, και κυρίως το πρώτο, που αφορά σ’ εκείνον τον γηραιό και ανενδοίαστο κυβερνήτη, τον Διονύσιο τον Πρεσβύτερο· αυτό είναι όμως ακριβώς το ταξίδι που κανείς δεν αμφισβητεί. Αλλά ο κύκλος τών ατόμων που ώθησαν τον Πλάτωνα να επιστρέψει στη Σικελία, συμμεριζόταν την ψευδαίσθηση ότι ο Διονύσιος ο Νεώτερος, όχι μόνο θα μπορούσε να οδηγηθεί στον δρόμο τής αρετής, αλλά θα ήταν επίσης αρκετά ισχυρός, ώστε να αναδιοργανώσει ολόκληρη τη Σικελία σύμφωνα με το πνεύμα του και το πνεύμα τού Πλάτωνα. Εφ’ όσον μετά από κάθε είδους αλλαγή (όπως ο διαμελισμός τού Κράτους τών Συρακουσών και ο σχηματισμός συνομοσπονδίας πόλεων αριστοκρατικού τύπου) ακολουθούσε η κατάρρευση, νέες αναταραχές και μια καινούργια τυραννία ήταν εντελώς αναπόφευκτες. Αλλά ο Πλάτων έφτασε στη σημείο να πιστέψει, ότι μπορούσε να πραγματοποιηθεί η δική του ουτοπία ! Εκτός από την εξιδανικευμένη αναπαράσταση μιας πρωτόγονης Αθήνας καθαρά αιγυπτιακού τύπου πριν από 9.000 χρόνια, όπως αυτή εμφανίζεται στον Τίμαιο και τον Κριτία, σχεδίασε σε δύο μνημειώδη έργα του την εικόνα ενός απόλυτου Κράτους, καθώς και την εικόνα ενός Κράτους μετριοπαθούς, όπως θα έπρεπε να είναι πραγματικά ένα Κράτος.
     Το πρώτο από αυτά τα έργα, η Πολιτεία, ενέχει, παράλληλα με την αρτιότητά της, μιαν άφθαρτη ιστορική αξία, επειδή μάς διαφωτίζει πλήρως σχετικά με την κατάσταση στην κυρίως Ελλάδα εκείνη την εποχή. Ενώ μάς φέρνει ακολούθως με μοναδικό τρόπο σε επαφή με την ελληνική πόλη, τις μυστικές προσδοκίες της και τις αρχικές προθέσεις της, προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να διακρίνουμε ποια ακριβώς θα μπορούσαν να είναι τα επακόλουθα. Η ολοκληρωτική παραίτηση του ατόμου και η υπαγωγή του στο σύνολο τονίζονται από την απουσία ιδιωτικής περιουσίας και την υπαγωγή τών γυναικών και των τέκνων στην κοινότητα, στις δύο ανώτερες τάξεις, την τάξη τών διοικούντων και την τάξη τών φυλάκων ή λειτουργών· διάγουν κοινό βίο, σιτίζονται από κοινού, και τα τέκνα, που δεν γνωρίζουν καν τους γονείς τους, ανατρέφονται ήδη από τη γέννησή τους από το Κράτος. Εδώ διακρίνουμε πολύ καθαρά τη σκληρότητα στην οποία η ιδανική πολιτεία οδηγούσε ακόμη και τα εκλεκτά πνεύματα. Το σύνολο όμως τής εργατικής τάξης – αγρότες και τεχνίτες – , οι μαζικοί δηλ. πληθυσμοί, αποκλείονται από την ενεργό δημόσια ζωή προσφέροντας μόνο την εργασία τους. Αλλά εκείνη την εποχή ήταν η μάζα που κρατούσε τα ηνία στην Ελλάδα, και θα έπρεπε να είναι κανείς υπερβολικά αισιόδοξος για να πιστεύει ότι θα ήταν διατεθειμένη να τα παραχωρήσει εκ νέου. Η κοινότητα αγαθών αποτελεί ακολούθως ένα καθαρά ουτοπικό εκ πρώτης όψεως στοιχείο, το οποίο είχε εγκωμιάσει, λίγο μόλις καιρό πριν από τον Πλάτωνα, ο Πραξαγόρας στη Συνέλευση Γυναικών· αλλά η εφαρμογή της ήταν αδύνατη για δύο κυρίως λόγους: ο πλούτος και η ατομική ευχαρίστηση ήταν κάτι που φιλοδοξούσαν να αποκτήσουν σχεδόν όλοι οι Έλληνες εκείνης τής εποχής, βαθειά ενσωματωμένα ακόμα και στην ίδια τη Σπάρτη, η οποία πλησιάζει περισσότερο την πλατωνική δημοκρατία,  περιλαμβάνοντας περισσότερα χαρακτηριστικά της από ό,τι οι άλλες πόλεις - Κράτη· ενώ είχαν βρει και τον τρόπο να περιορίσουν σε έναν βαθμό τις ανισότητες του πλούτου, με περιοδικές αφαιμάξεις τών εύπορων πολιτών. Οι περιορισμένοι στα στρατόπεδά τους «φύλακες», πιστοί, ως κάτι το αυτονόητο, στο καθήκον, φάνταζαν επιπλέον ως παράξενα πρόσωπα απέναντι στα στρατεύματα των μισθοφόρων, που εκμεταλλεύονταν εκείνη την εποχή τις πόλεις. Αυτή η δημοκρατία, που εμποδίζει τις κάστες, υπαγορεύει την ατομική συμπεριφορά και αποστρέφεται κάθε νεωτερισμό, έρχεται σε πλήρη τελικά αντίθεση με τον ατομικισμό που απελευθερώνεται την ίδιαν εποχή στην Ελλάδα. Αλλά το πιο προβληματικό σημείο ήταν η μορφή τής γενικής διακυβέρνησης. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, Μια έγκαιρη επιλογή και μια φροντισμένη παιδεία θα επέτρεπαν  τη δημιουργία μιας ανώτερης τάξης «κυβερνώντων», σύμφωνα με τον Πλάτωνα, κάτι που είναι δύσκολο να το φαντασθούμε σαν ένα ομοιογενές σύνολο, καθότι ήταν Έλληνες· ενώ θα έπρεπε να είναι επιπλέον και φιλόσοφοι, και είναι ακριβώς εδώ που δυσκολεύεται να παραμείνει σοβαρός ο αναγνώστης.
     Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Πλάτων σχεδίασε την εικόνα μιας μετριοπαθούς ουτοπίας στο έργο του Νόμοι, του οποίου η πατρότητα τού αποδόθηκε ήδη από την εποχή τού Αριστοτέλη, και το οποίο δεν θα μπορούσε να έχει, σύμφωνα με τα βασικά χαρακτηριστικά του, κάποιον άλλον συγγραφέα. Το μετριοπαθές ιδανικό που αναπτύσσεται εδώ με την ελπίδα μιας ευνοϊκότερης πραγμάτωσης, είναι κατά βάθος εξίσου ανεφάρμοστο όπως και το απολυτότερο προηγούμενο, διότι αντιφάσκει εξίσου προς το πνεύμα τών Ελλήνων, αλλά και των ανθρώπων γενικότερα. Δεν πρόκειται πια για κοινοκτημοσύνη των γυναικών και των αγαθών, αλλά για μια πόλη αγροτική 5.400 κλήρων, που πρέπει να διαφυλάσσονται πλήρως, στη δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από τη θάλασσα (η οποία ήταν πάντοτε η πρώτη επιλογή τών Ελλήνων). Η πόλη προδίδει, σύμφωνα με τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις που περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια κι εδώ, για μιαν ακόμη φορά τον ίδιο τον εαυτό της, επιδιώκοντας να ελέγξει απόλυτα τον ιδιωτικό και δημόσιο ανθρώπινο βίο· οι πολίτες, όχι μόνον αποκόπτονται από τη θάλασσα, η οποία συνεπάγεται τη δημιουργία ιδιαίτερων και ολέθριων συνηθειών, αλλά και από την προσωπική τους φαντασία, αφού υποχρεώνονται να «τραγουδούν και να ομιλούν» καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους με μιαν ενιαία φωνή· ακόμη και η ποίηση, που υπήρξε, όπως γνωρίζουμε, η κυρίαρχη μορφή παιδείας τού ελληνικού λαού, θα πρέπει να περιοριστεί, όπως και στην Πολιτεία, μέσα σε εντελώς σαφή όρια, ενώ η τέχνη και η θρησκεία να παραμείνουν πιστές σε μια συγκεκριμένη τελετουργία. Είναι χαρακτηριστικό, ότι τα ηνία αυτού τού Κράτους δεν κατέχουν πια οι αρχηγοί-φιλόσοφοι, αλλά ένας μοναδικός νομοθέτης, ένας μόνιμος γενικός κυβερνήτης, που ανταμείβει, καταγγέλλει, ελέγχει την ηθική, τα αγαθά, τις δαπάνες και όλες τις προσωπικές υποθέσεις, και που διαθέτει απαραιτήτως μιαν ολόκληρη στρατιά δημοσίων λειτουργών, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις αρμοδιότητές του. Αποκορύφωμα όλων αυτών αποτελεί μια κατά παραγγελίαν αισιοδοξία: αφ’ ενός καταβάλλεται προσπάθεια να απαγορευτούν γενικώς τα ταξίδια, και αφ’ ετέρου προτρέπονται όλοι εκείνοι που ταξιδεύουν παρ’ όλ’ αυτά στο εξωτερικό, να διαδίδουν ότι είναι χειρότερη, οπουδήποτε αλλού, η κατάσταση. Ενώ θεωρείται απαραίτητο το να συμβουλεύονται συνεχώς το μαντείο τών Δελφών, σε μια μάλιστα εποχή, όπου η Πυθία ήδη «φιλιππίζει». 
(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: