Παρασκευή 29 Μαΐου 2020

Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς - ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ (3)

Συνέχεια από Πέμπτη, 28 Μαΐου 2020


6. Άραγε δεν ήρθε ποτέ στον νου τους ούτε εκείνο, ότι ξεπέσαμε από εκείνον τον θειο τόπο της τρυφής επειδή επιθυμήσαμε και φάγαμε από το δέντρο της γνώσεως; Επειδή δηλαδή δεν θελήσαμε να εργαζόμαστε και να φυλάγουμε αυτό σύμφωνα με την εντολή, επιτρέψαμε στον πονηρό σύμβουλο την είσοδο, ο οποίος ως κλέφτης εισήλθε και μας έθελξε με το κάλλος της γνώσεως του καλού και του κακού. Ίσως βέβαια και τώρα αυτός υπόσχεται σ’ αυτούς, που δεν θέλουν να εργάζονται και να φυλάγουν την καρδιά τους σύμφωνα με την καθοδήγηση των πατέρων, ακριβή γνώση των ουράνιων σφαιρών και των σχετικών με αυτές, των πολυκίνητων και αντίρροπων, γνώση του καλού και του κακού η οποία, επειδή δεν έχει μέσα στην φύση της το καλό, αλλά μέσα στην προαίρεση εκείνων που χρησιμοποιούν αυτήν, μεταβάλλεται μαζί με τη φύση και προς το ένα και προς το άλλο. Πριν από αυτά όμως, ίσως μάλιστα και χάριν αυτών, υπόσχεται εμπειρίες και χαρίσματα πολύγλωσσων διαλέκτων, δύναμη ρητορείας, μάθηση ιστορίας, εύρεση μυστηρίων της φύσεως, πολυειδείς μεθόδους λογικής διαπραγματεύσεως, πολυμερείς σκέψεις συλλογιστικής επιστήμης, πολύσχημες αναμετρήσεις αυλών σχηματισμών, τα οποία θα μπορούσα εγώ να χαρακτηρίσω όλα ως καλά και κακά, γιατί δεν μεταποιούνται μόνον από εκείνους που τα χρησιμοποιούν σύμφωνα με τη δική τους γνώμη και συμμορφώνονται εύκολα προς τον σκοπό εκείνων που κατέχουν αυτά, αλλά και είναι καλό ή ενασχόληση με αυτά, αφού ασκεί τον οφθαλμό της ψυχής προς οξυδέρκεια. Το να παραμένει κανείς αφοσιωμένος σ’ αυτά μέχρι τα γεράματα είναι κακό, ενώ καλό είναι, αφού γυμναστεί με αυτά με μέτρο, να μεταφέρει τον αγώνα προς τα πολύ ανώτερα και μονιμότερα, οπότε και η περιφρόνηση των λόγων παρέχει πολλή αμοιβή εκ μέρους του Θεού. Γι’  αυτό ο θεολόγος ο δεύτερος λέγει για τον μέγα Αθανάσιο, ότι αυτό κέρδισε από τα έξω μαθήματα, το ότι κατανόησε εκείνα τα όποια δοκίμασε να περιφρονήσει, ενώ ο ίδιος, όπως λέγει πάλι αυτός, αυτό μόνον απόλαυσε από αυτά, το να παραβλέψει να διατηρήσει αυτά, αντί των οποίων προτίμησε τον Χριστό.

7. Αλλ’ o πονηρός, επιθυμώντας πάντοτε να μας αποσπάσει με πονηρό τρόπο από τα ανώτερα, ενσπείρει μέσα στις ψυχές μας σφοδρούς πόθους και τις δένει σχεδόν αδιάλυτα με δεσμά αγαπητά στους ανόητους, και προβάλλει το μεγάλο και μακρό μήκος και πλήθος αυτών των γνώσεων έτσι, όπως σε άλλους τον πλούτο ή τη δόξα και τις σαρκικές ηδονές, ώστε, απασχολούμενοι σ’ όλη τη ζωή μας με την αναζήτηση αυτών, να μη μπορέσουμε να επιδοθούμε με αφοσίωση στην παιδεία που καθαρίζει την ψυχή, της οποίας αρχή είναι ο φόβος του Θεού, από τον οποίον γεννιέται συνεχής κατανυκτική δέηση προς τον Θεό και η φύλαξη των ευαγγελικών εντολών, και όταν με τη βοήθεια αυτών πραγματοποιηθεί καταλλαγή με τον Θεό, ο φόβος μεταβάλλεται σε αγάπη και η οδύνη της προσευχής μετατρεπόμενη σε τέρψη, ανατέλλει το άνθος του φωτισμού• και οσμή αυτού κατά κάποιο τρόπο που διαδίδεται σε εκείνον που φέρει αυτόν είναι η γνώση των μυστηρίων του Θεού. Αυτή είναι παιδεία και γνώση αληθινή, στης οποίας ούτε την αρχή, δηλαδή τον φόβο τού Θεού, δεν μπορεί να προχωρήσει κανείς, αν κατέχεται από την αγάπη της μάταιας φιλοσοφίας, αν περιτυλίσσεται και συστρέφεται στις στροφές και θεωρίες αυτής. Πώς δηλαδή θα μπορούσε να εισέλθει γενικά ο φόβος του Θεού στην ψυχή, και πώς αφού εισέλθει θα μπορούσε να παραμείνει, εφόσον αυτή είναι κυριευμένη και παραδομένη στις ηδονές και κατά κάποιο τρόπο καταπιέζεται από κάθε είδους και κάθε μορφής διαλογισμούς, αν αυτή δεν εγκαταλείψει μια για πάντα τα πάντα και αφοσιωθεί ολόκληρη στον Θεό, ώστε να παραδοθεί όλη και στην αγάπη αυτού σύμφωνα με την εντολή; Γι’ αυτό ακριβώς ο φόβος είναι αρχή της θείας σοφίας και θεωρίας, επειδή, μη μπορώντας να παραμένει μαζί με άλλα στοιχεία, αφού απαλλάξει την ψυχή από όλα και τη μακαλώσει με την προσευχή, την καθιστά σαν κατάλληλη πινακίδα προς καταγραφή των χαρισμάτων του Πνεύματος.

Αρχαίο κείμενο

6. Ἆρ᾿ οὐδ᾿ ἐκεῖνο ποτ᾿ ἐπῆλθεν ἐπί νοῦν αὐτοῖς, ὡς ἐφέσει τε καί μεταλήψει τοῦ φυτοῦ τῆς γνώσεως ἐκπεπτώκαμεν ἐκείνου τοῦ θείου χωρίου τῆς τρυφῆς; Ἐργάζεσθαι γάρ αὐτό καί φυλάττειν κατά τήν ἐντολήν οὐκ ἐθελήσαντες, εἴξαμεν τῷ πονηρῷ συμβούλῳ τήν εἴσοδον κλέψαντι καί τῷ κάλλει θέλξαντι τῆς γώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ πονηροῦ. Τάχα δή καί νῦν οὗτος τοῖς μή βουλομένοις ἐργάζεσθαι καί φυλάττειν τήν ἑαυτῶν καρδίαν, κατά τήν τῶν πατέρων ὑφήγησιν, οὐρανίων σφαιρῶν τε καί τῶν κατ᾿ αὐτάς ἀκριβῆ γνῶσιν ἐπαγγέλλεται, πολυκινήτων τε καί ἀντιρρόπων, γνῶσιν οὖσαν καλοῦ καί  πονηροῦ, τῷ μή ἐν τῇ ἑαυτῆς φύσει κεκτῆσθαι τό καλόν, ἀλλ᾿ ἐν τῇ τῶν χρωμένων προαιρέσει, συμμεταβάλλουσαν ταύτῃ πρός ἑκάτερον. Πρό δέ τούτων, μικροῦ καί διά ταῦτ᾿ ἴσως, ἐμπειρίας τε καί χάριτας πολυγλώσσων διαλέκτων, δύναμιν ρητορείας, εἴδησιν ἱστορίας, μυστηρίων φύσεως εὕρεσιν, πολυειδεῖς μεθόδους λογικῆς πραγματείας, πολυμερεῖς σκέψεις λογιστικῆς ἐπιστήμης, σχηματισμόν ἀύλων πολυσχήμονας ἀναμετρήσεις, ἅ πάντα καλά τε καί πονρά φαίην ἄν ἔγωγε, μή μόνον πρός τό δοκοῦν τοῖς χρωμένοις μεταγινόμενα καί συμμεταμορφούμενα ρᾳδίως τῷ σκοπῷ τῶν ἐχόντων, ἀλλ᾿ ὅτι καί καλόν μέν ἡ πρός ταῦτα σχολή, γνμνάζουσα πρός ὀξυωπίαν τόν τῆς ψυχῆς ὀφθαλμόν˙ παραμένειν δ᾿ ἄχρι γήρως ταύτῃ προσανέχοντα πονηρόν, πρός ἀγαθοῦ δ᾿ ἄν εἴη μετρίως ἐκγυμνασάμενον πρός τά μακρῷ κρείττω καί μονιμώτερα μετασκεύασασθαι τόν ἀγῶνα, πολλήν αὐτῷ καί τῆς τῶν λόγων περιφρονήσεως φερούσης τήν ἐκ Θεοῦ ἀμοιβήν. Διό φησιν ὁ θεολόγος ὁ δεύτερος περί Ἀθανασίου τοῦ πάνυ τοῦτ᾿ ἐκ τῶν ἔξω κερδῆσαι λόγων, τό συνιδεῖν ὧν ὑπεριδεῖν ἐδοκίμασεν˙ αὐτός τε τούτων, ὡς αὐτός αὖθις λέγει, τοῦτ᾿ ἀπήλαυσε μόνον, τό παριδεῖν καί ἐσχηκέναι ὧν Χριστόν προετίμησεν. 

7. Ἀλλ᾿ ὁ πονηρός, πονηρῶς ὑποσπᾶν ἡμᾶς τῶν κρειττόνων ἀεί γλιχόμενος, ἴυγγας ἐντίκτει ταῖς ἡμετέραις ψυχαῖς καί δεσμοῖς ἀγαπωμένοις τοῖς ἀνοήτοις σχεδόν ἀδιαλύτως συνδεῖ, τό πολύ τε καί μακρόν ὑποτίθεται μῆκος καί πλῆθος τούτων τῶν γνώσεων, ὥσπερ ἑτέροις πλοῦτον ἤ δόξαν ἄδοξον καί σαρκικάς ἠδονάς, ὡς ἄν, τῇ τούτων ζητήσει διά βίου παντός ἀπασχολήσαντες ἑαυτούς, ἀπρίξ ἐπιλαβέσθαι τῆς καθαιρούσης τήν ψυχήν παιδείας οὐκ ἐξισχύσωμεν, ἧς ἀρχή μέν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, παρ᾿ οὗ δέησις ἐν κατανύξει συνεχής πρός τόν Θεόν γεννᾶται καί ἡ τῶν εὐαγγελικῶν θεσπισμάτων φυλακή, διά τούτων δέ καταλλαγῆς γεγονυίας πρός θεόν, ὁ φόβος εἰς ἀγάπην μεταβάλλει καί τό τῆς εὐχῆς ὁδυνηρόν εἰς τερπνόν μετενεχθέν τοῦ φωτισμοῦ τό ἄνθος ἀνατέλλει˙ τούτου δ᾿ οἷον ὀσμή διαδιδομένη πρός τόν φέροντα ἡ τῶν τοῦ Θεοῦ γνῶσις μυστηρίων. Αὕτη παιδεία καί γνῶσις ἀληθής, ἧς οὐδέ τήν ἀρχήν, τόν τοῦ Θεοῦ φόβον δηλαδή, δύναται χωρῆσαί τις ἐνεσχημένος τῇ τῆς ματαίας ἀγάπῃ φιλοσοφίας καί ταῖς στροφαῖς αὐτῆς καί θεωρίαις ἐνειλούμενός τε καί συστρεφόμενος. Πῶς γάρ ἄν εἰς ψυχήν ὅλως εἰσέλθοι, πῶς δ᾿ εἰσελθών παραμεῖναι δυνηθείη, προκατειλημμένην καί ἐνηδυνομένην καί οἷον στενοχωρουμένην παντοδαποῖς καί πολυτρόποις διαλογισμοῖς, εἰ μή πᾶσι χαίρειν εἰποῦσα τῆς κατά Θεόν ὅλη γένοιτο σχολῆς, ἵνα καί τῆς ἀγάπης ὅλη τούτου γένηται κατά τήν ἐντολήν; Διά τοῦτο γάρ τῆς θείας σοφίας καί θεωρίας ἀρχή ἐστι τούτου ὁ φόβος, ἐπεί μεθ᾿ ἑτέρων παραμένειν οὐκ ἔχω, πάντων ἀπαλλάξας τήν ψυχήν καί τῇ προσευχῇ καταλεάνας, ἐπιτήδειον οἷον πυξίον ποιεῖ πρός καταγραφήν τῶν χαρισμάτων τοῦ πνεύματος.

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ. 
ΕΠΕΣΕ ΕΡΜΑΙΟ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΑΦΟΥ ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΑΣΩΤΟ ΟΙ ΣΟΦΟΙ ΤΗΣ ΚΑΤΕΛΗΞΑΝ ΝΑ ΤΡΩΝΕ ΤΑ ΞΥΛΟΚΕΡΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: