Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

JOSEPH MOREAU ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)

Συνέχεια από Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017  

JOSEPH MOREAU
ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)
   
  Τα άψυχα όντα δεν έχουν καθόλου ψυχή όπως τα ζωντανά όντα· όπως όμως και όλα όσα δημιουργούνται, έχουν μορφή, που αποτυπώνεται στην ύλη· και αυτό που ξεχωρίζει ανάμεσα στα άψυχα όντα, τα φυσικά πράγματα από τα τεχνητά αντικείμενα, είναι ότι τα πρώτα έχουν μια φύση, δηλαδή μια δυναμική μορφή, μια ενεργή δύναμη, που ασκείται αυθόρμητα όταν δεν κωλύεται, ή δεν συναντά  εμπόδια (ἄν μη τι κωλύη καί εμποδίζη. Φυσικά, VIII4, 255β 7 κ. επ). Τα στοιχεία (γη, ύδωρ, αέρας και πυρ), είναι φυσικά πράγματα που διαθέτουν τον δυναμισμό τους, μια ενεργή δύναμη που τείνει προς ένα σκοπό· έτσι ο αέρας και το πυρ ανυψώνονται, η πέτρα πέφτει, το πυρ καταβροχθίζει ό,τι συναντήσει. Η πτώση των σωμάτων προς το κέντρο της γης, (που βρίσκεται στο κέντρο του κόσμου), η ανύψωση του αέρα και της φωτιάς, είναι κινήσεις φυσικές· για τον Αριστοτέλη, η περιφορά των αστέρων είναι επίσης μια φυσική κίνηση· κατά τον ίδιο τρόπο που τα βαριά στοιχεία κατευθύνονται φυσιολογικά προς το κέντρο του κόσμου, και τα ελαφριά προς την περιφέρειά του, το πέμπτο στοιχείο, η πεμπτουσία ή αιθέρας, από την οποία αποτελούνται τα άστρα, κινείται από την φύση της κυκλικά, γύρω από το κέντρο του Σύμπαντος. Η φύση καθενός από αυτά τα στοιχεία προσδιορίζεται από το ρόλο τους, την αντίστοιχη λειτουργία τους μέσα στο Όλον, ακριβώς όπως το είδος και η φύση των οργάνων μέσα στο ζωντανό σώμα καθορίζονται από την λειτουργία τους. Η αντίληψη του Σύμπαντος σαν ένα οργανωμένο Όλον, του οποίου το σύνολο κυβερνά τα μέρη, επιτρέπει τον καθορισμό της λειτουργίας, της δομής και του δυναμισμού τους· και αυτή είναι που δίνει και το νόημά της στην έννοια τής φύσης.
     Το γεγονός ότι τα φυσικά όντα, που περιλαμβάνονται στην οργάνωση τού Σύμπαντος, διαθέτουν μια λειτουργική δομή, μια μορφή δυναμική, μιαν ανταπόκριση που εκφράζεται στην κίνηση, όταν δεν συναντά εμπόδια, σημαίνει ότι το Σύμπαν απαιτεί αυτές τις λειτουργίες για την ίδια του την συντήρηση· σημαίνει ότι παρότι δεν υφίσταται εξωτερικές επιδράσεις, δεν μπορεί να παραμείνει σε αδράνεια, να ολοκληρωθεί μέσα στην ακινησία. Αποτελούμενο από ύλη, παρότι περικλείει το σύνολο τής ύλης, δεν μπορεί να απαλλαγεί κάθε απροσδιοριστίας, δυνητικότητας ή κινητικότητας· αλλά η οποιαδήποτε κινητικότητα ή ενέργειά του, είναι ιεραρχικά οργανωμένη και υπόκειται στην αέναη και ομοιόμορφη κίνηση, στην χωρίς αρχή, μέση και τέλος περιφορά της ουράνιας σφαίρας, που μιμείται την καθαρή ενέργεια, την αμετάβλητη ενέργεια του κυρίαρχου Νοός. Η αριστοτελική θεωρία του Πρώτου Κινούντος προσφέρει στην βιοκοσμική παράδοση, στην αντίληψη του Σύμπαντος ως ζωντανού οργανισμού, μια λογική βάση, χάρη στην οποία η φιλοσοφική σκέψη απαλλαγμένη από την ανιμιστική φαντασίωση, και τις ανθρωπομορφικές μεταφορές, κατορθώνει να συστήσει μια διάκριση ανάμεσα στον Θεό και τη φύση. Ο Θεός είναι αμετάβλητη αρχή της κίνησης, καθαρή ενέργεια, μορφή χωρίς ύλη, αενάως ενεργός ουσία (ἀίδιον καί οὐσία καί ἐνέργεια οὐσα. Μεταφ. Λ 7, 1072a 25), ή, σύμφωνα με μια σχολαστική διατύπωση: ενεργός ουσία· φύση είναι η καθολική προσδοκία κάθε υλικού όντος να προσχωρήσει σ’ αυτή την αρχή, να μιμηθεί δια της συντονισμένης κίνησης την καθαρή ενέργεια, την αμετάβλητη ενέργεια του Νου. Με αυτήν ακριβώς την αρχή, γράφει ο Αριστοτέλης, συναρτάται η οργάνωση του Σύμπαντος και η ενέργεια της φύσης:  ἐκ τοιαύτης ἄρα ἀρχῆς ἤρτηται ὁ οὐρανός καί ἡ φύσις (Λ 1072b 13-14)).
     Η φύση εμφανίζεται επομένως σαν μια δυναμική, συναρτημένη με την συμπαντική, οργάνωση. Το γεγονός ότι όλα τα φυσικά όντα, από τους αστερισμούς μέχρι τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των ζωών και των φυτών, είναι προικισμένα με μια μορφή δυναμισμού, με μια ανταπόκριση που εκφράζεται με την κίνηση, σημαίνει ότι συμμετέχουν στον συμπαντικό οργανισμό· ότι οι κινήσεις τους συμβάλλουν στην τελειοποίηση του Σύμπαντος, που δεν θα μπορούσε να πραγματωθεί σε κατάσταση ακινησίας. Οι ουράνιες περιφορές αποτελούν την τελειότερη μορφή μίμησης της καθαρής νόησης, της αέναης ενέργειας·  οι κύκλοι της γενέσεως, δια των οποίων εξασφαλίζεται η διαιώνιση του είδους, αποτελούν για τους ζωντανούς θνητούς μια φθίνουσα αναλογία της αιωνιότητας, και η ατέρμονη μετάβαση και αμοιβαία μεταλλαγή των στοιχείων, αναπαράγει σε ένα κατώτερο επίπεδο την περιοδικότητα των αέναων και ιδανικών κινήσεων. Ο δυναμισμός τής φύσης, η αυθόρμητη ανταπόκριση που χαρακτηρίζει όλα τα όντα, εμφανίζεται επομένως ως η απεικόνιση της καθαρής ενέργειας του κυρίαρχου Νοός. Σε κάθε φυσικό ον η μορφή είναι ενέργεια, ενδελέχεια πρώτη, ενεργός δύναμη, και όχι ένας αδρανής προσδιορισμός, διότι η ύψιστη αρχή, που είναι καθαρή μορφή, απαλλαγμένη από ύλη, είναι ενέργεια σε συνεχή δράση, αενάως δρώσα ουσία, οὐσία και ἐνέργεια. Στα τεχνητά αντικείμενα αυτός ο δυναμισμός απουσιάζει, και η μορφή είναι αδρανής, όχι διότι δεν ανταποκρίνεται σε μια λειτουργία, αλλά διότι αυτή η λειτουργία δεν είναι απαραίτητη για την επιβίωση του Σύμπαντος. Τα έργα τής τέχνης δεν περιλαμβάνονται στην οργανική ενότητα του Όλου· οι λειτουργίες τους σχετίζονται με τους στόχους της ανθρώπινης δραστηριότητας, και δεν πραγματώνονται χωρίς την ενεργή παρέμβαση του ανθρώπου· έργα των χειρών του, δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς αυτόν, εκτός από τις περιπτώσεις, όπως αυτή της κατοικίας, που λειτουργεί χωρίς κίνηση. Αντίθετα, τα φυσικά όντα, και ιδιαίτερα τα ζωντανά όντα λειτουργούν αυτοβούλως, όπως ακριβώς και αναπαράγονται. Στην αναπαραγωγή τών ζωντανών υπάρξεων εκδηλώνεται με σαφήνεια ο δυναμισμός του είδους (μορφή), που χαρακτήριζε τη φύση· σε αυτήν ακριβώς την περίσταση, αναδεικνύεται εμφανώς μέσα στην μορφή, η σύμπτωση του φορέα και του σκοπού (τέλος), που χαρακτηρίζει την φυσική αιτιότητα. Η όλη διαδικασία της γένεσης τείνει προς ένα τέλος, που είναι η πραγμάτωση της μορφής (είδος), και συναντά την αρχή της σε ένα φορέα, στον οποίο έχει ήδη πραγματωθεί η μορφή. Στην λειτουργιά τής αναπαραγωγής, η μορφή, η κατηγορία του εἶδους, πιστοποιεί την δυνατότητα τής πραγμάτωσής της, δια μιας έμφυτης ενέργειας, μέσα σε έναν καινούργιο οργανισμό. Κατ’ αυτό τον τρόπο δικαιώνεται ο ορισμός της φύσης ως έμφυτης αρχής κίνησης και οργάνωσης· και η σύμπτωση μέσα στην μορφή, του φορέα και του τέλους, αποτελεί εκδήλωση της κυκλικής κίνησης των ουρανίων σωμάτων, στην οποία αντανακλάται η τελειότητα της ενέργειας.
     Τα τεχνητά αντικείμενα, επειδή δεν περιλαμβάνονται στην οργανική ενότητα τού Όλου, στερούνται έμφυτης δραστηριότητας, και ενεργούν μόνο στη βάση μιας εξωτερικής αρχής, όπως ακριβώς και παράγονται, δι’ εξωτερικών παρεμβάσεων. «Η τέχνη, λέει ο Αριστοτέλης δρα έξωθεν (ἀρχή ἐν ἄλλῳ)· η φύση έσωθεν (ἀρχή ἐν αὐτῷ. Μεταφ., Λ 3, 1070a 7-8). Αρχή της τεχνητής παραγωγής είναι επίσης, όπως και της φυσικής γένεσης, η πραγμάτωση της μορφής, ή το τέλος· αλλά η μορφή αυτή δεν έχει ήδη πραγματωθεί μέσα στην καθολική οργάνωση· αναπαρίσταται μόνο στην αντίληψη του τεχνίτη. Επειδή τα έργα τής τέχνης δεν είναι απαραίτητα για την ζωή του Σύμπαντος, η μορφή που τα προσδιορίζει, και σύμφωνα με την οποία επιλέγονται τα στοιχεία που συνθέτουν την κατασκευή τους, και τα οποία συλλέγονται από την φύση, δεν ανήκει καθαυτή στην φύση· ανήκει κατ’ αρχήν μόνο στην αντίληψη τού ανθρώπου, ενός ζωντανού όντος, που επιδιώκει να επιτύχει, με την σύνθεση στοιχείων που ενέχουν φυσικές ιδιότητες, και τον προμελετημένο συνδυασμό φυσικών δυνάμεων, αποτελέσματα που δεν προκύπτουν αυθόρμητα στη φύση. Επομένως η τέχνη προστίθεται στη φύση, αλλά παραμένει εξαρτημένη από τη φύση. Δανείζεται μόνο από τη φύση τα υλικά της και τις δυνάμεις που χρησιμοποιεί, αλλά αποτελεί έργο ενός ζωντανού όντος, που ανήκει στην φύση, αν και διακρίνεται απ’ αυτήν. Οι σχέσεις της τέχνης με τη φύση μπορούν να προσδιοριστούν μόνο λαμβάνοντας υπ’ όψη την σχέση της νόησης με την ψυχή, και της ψυχής με τη φύση. Αλλά κάθε τι το φυσικό δεν είναι ψυχή· ο φυσικός δυναμισμός δεν είναι ψυχή παρά μόνο αν αντιστοιχεί σε μια αυτόνομη οργάνωση, σε ένα σύστημα λειτουργιών δια των οποίων ένα άτομο εξασφαλίζοντας την διατήρησή του, συνεισφέρει ταυτόχρονα στην τελειοποίηση του Σύμπαντος· το ζωντανό ον διαθέτει τους δικούς του σκοπούς, αλλά αυτοί βρίσκονται σε αρμονική σχέση με τούς σκοπούς του Σύμπαντος, του οποίου αποτελεί ένα «ολόκληρο μέρος», ένα σύμπαν σε μικρογραφία, έναν μικρόκοσμο. Αλλά ενώ το ζωντανό ον συντελεί δια της αναπαραγωγής του στην διαιώνιση των γενεών, απεικόνιση της αστρικής περιφοράς, και επομένως της κυρίαρχης νόησης, το λογικό όν, ο άνθρωπος, δεν αρκείται μόνο στις λειτουργίες των οποίων η άσκηση απεικονίζει τη νόηση, αλλά μετέχει άμεσα της ίδιας της νόησης· ασκεί επομένως μια ακαταμάχητη επιρροή  στην κίνηση, μια λειτουργία που δεν εξαρτάται από κάποιο όργανο, που δεν ανήκει στη φύση, αλλά είναι ομοιογενής με την αρχή της φύσεως. Εάν κάθε τί το φυσικό δεν είναι ψυχή, ούτε κάθε ψυχή είναι φύση: η νοερή ψυχή υπερβαίνει την φύση. Εάν η φύση, δια της ποικιλίας των λειτουργιών της, μιμείται την καθαρή ενέργεια της Νόησης, εκφράζει την αδιάλειπτη ενέργειά της στην κυκλική επανάληψη των γενεών και την περιοδικότητα των αστρικών κινήσεων, η ανθρώπινη νόηση από την πλευρά της, ενεργώντας σε έναν οριοθετημένο χώρο, σε έναν ορίζοντα που ανταποκρίνεται στις δυνατότητές της, ενεργεί σε αντιστοιχία με την κυρίαρχη Νόηση· νοηματοδοτεί την φαινομενικότητα, συστηματοποιεί την πολλαπλότητα και παράγει συνθέσεις που δεν απαιτούν συμπαντική οργάνωση. Προϊόν της ζωής και της φύσης, των οποίων όμως κυριαρχεί, προσθέτει την τέχνη, η οποία είναι μίμηση της φύσεως: όχι μια συμβολική μίμηση, όπως η νόηση των φυσικών κινήσεων, αλλά μια μίμηση πρακτική, που παράγει τεχνητά αντικείμενα, προοριζόμενα να υπηρετήσουν τον άνθρωπο, αλλά και εξαρτημένα απ’  αυτόν.
                                                         *
     Αναλύοντας της έννοιες ψυχή και φύση, προσπαθώντας να αναδείξω την διάκριση ανάμεσα στον Θεό και τη φύση, και τις σχέσεις τής φύσης με την τέχνη, κατόρθωσα άραγε να φωτίσω το νόημα των όρων αρχή και αιτία, οι οποίες ενυπάρχουν στον ορισμό αυτών των εννοιών; Πέτυχα να αναδείξω το γενικό νόημα και να διευκρινίσω την αριστοτελική αντίληψη της αιτιότητας; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει ίσως να επανέλθουμε, από τις συγκεκριμένες εφαρμογές αυτών των όρων, στο κείμενο του βιβλίου Δ των Μεταφυσικών, το λεξικό των φιλοσοφικών όρων, του οποίου ακριβώς οι πρώτοι ορισμοί αφορούν στις έννοιες αρχή και αίτιον, ανάγοντας την μια στην άλλη, με την ακόλουθη δήλωση: πάντα γάρ τά αἴτια ἀρχαί. Και ο Αριστοτέλης συνεχίζει λέγοντας ότι: το κοινό σε όλες τις αρχές είναι ότι αποτελούν την πρώτη προέλευση αυτού που είτε είναι, είτε γίγνεται, είτε γνωρίζεται (πασῶν μέν οὖν κοινόν τῶν ἀρχῶν τό πρῶτον εἶναι ὅθεν ἤ ἒστιν ἤ γίγνεται ἤ γιγνώσκεται. Μεταφ., Δ 1, 1013a 17-19). Αρχή δια της οποίας ένα πράγμα είναι, αποτελεί η μορφή (είδος) ως ιδιαίτερος προσδιορισμός· αρχή δια της οποίας αυτό γίγνεται, είναι η μορφή ως κινητήρια δύναμη· και αρχή δια της οποίας αυτό γνωρίζεται, κατανοείται και ερμηνεύεται είναι η μορφή ως λόγος, ως τελικό αίτιο· η συνένωση αυτών των τριών όψεων της αιτιότητας χαρακτηρίζει το αριστοτελικό είδος, του οποίου η δυναμική αντιπαρατίθεται στην υποτιθέμενη αδράνεια της πλατωνικής Ιδέας. Αλλά η ενεργός δράση που του αποδίδεται είναι συνάρτηση της καθαρής Ενέργειας· η φυσική αιτιότητα ασκείται μόνο υπό την επίδραση της υπερβατικής Αρχής.

                                ΤΕΛΟΣ  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...