Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

ΠΑΥΛΟΣ ΤΟΜΕΣ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ - ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ (42)

Συνέχεια από: Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

ΠΑΥΛΟΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ)

ΤΟΜΕΣ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ

Μέρος Τρίτο

TOMEΣ ΣΤΗΝ ΠΑΥΛΕΙΑ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Κεφάλαιο 14

Η ΕΝΟΤΗΤΑ Β´ ΚΟΡ 8-9 ΣΤΗ ΣΥΝΑΦΕΙΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ

Όπως υποστηρίχτηκε στο πρώτο κεφάλαιο, πρωταρχική πηγή για τη διερεύνηση της θεολογικής σημασίας της λογείας αποτελεί η ενότητα Β´ Κορ 8-9, η εκτενέστερη δηλαδή καινοδιαθηκική αναφορά στο θέμα. Η θρησκειοϊστορική, εξάλλου, εξέταση των παράλληλων εκδηλώσεων στο δεύτερο κεφάλαιο έδειξε αρκετά καθαρά, ότι οι όποιες επιδράσεις στο παύλειο πρόγραμμα της λογείας από το άμεσο περιβάλλον του αποστόλου περιορίζονται σε εξωτερικά στοιχεία. Γι’ αυτό και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί ότι έχουν επηρεάσει άμεσα και τη θεολογική θεώρηση του θέματος. Επομένως, ο μόνος ασφαλής τρόπος ανακάλυψης του βαθύτερου νοήματος της παύλειας λογείας είναι η εξονυχιστική ερμηνευτική ανάλυση της συγκεκριμένης αυτής καινοδιαθηκικής μαρτυρίας. Στις επόμενες σελίδες θα επιχειρήσουμε (πάντα βέβαια σε σχέση με τις παύλειες αναφορές για τη λογεία) να παρουσιάσουμε· (α) το πρόβλημα ενότητας της σημερινής Β´ προς Κορινθίους επιστολής του Παύλου· (β) τη σχέση των κεφ. 8 και 9 της επιστολής αυτής μεταξύ τους, για να καταλήξουμε σε μια τεκμηριωμένη πρόταση σχετικά με την αλληλουχία των γεγονότων σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα της λογείας στην Κόρινθο. Παράλληλα (δ) θα αναφερθούμε ακροθιγώς στο τεράστιο πρόβλημα των αντιπάλων του αποστόλου Παύλου στην Κόρινθο, στις επιπτώσεις που αυτό μπορεί να έχει πάνω στο πρόγραμμα της λογείας ή αντίστροφα· και τέλος (ε) θα αναφερθούμε στη δομή των ενοτήτων Β´ Κορ 8 και Β´ Κορ 9, ούτως ώστε να ερμηνεύσουμε σωστότερα το κείμενο.

14.1. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ Β´ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ

Η σωστή ερμηνεία οφείλει να βασίζεται στη συνολική θεώρηση των φιλολογικών και ιστορικών προβλημάτων, που παρουσιάζει το ερμηνευόμενο κείμενο. Και η Β´ Κορινθίους παρουσιάζει στο σύνολό της αρκετά προβλήματα[1], με εξαίρεση βέβαια την αυθεντικότητά της ως παύλειου κειμένου. Αυτή ποτέ δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά. Ως προς τα λοιπά όμως εισαγωγικά θέματα θα πρέπει να συμφωνήσουμε με τον W. Η. Bates[2], ότι η επιστολή αυτή ίσως είναι η δυσκολότερη από όλες τις επιστολές της Κ.Δ.. Είναι τόσα και τέτοια τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ερευνητής, ώστε πολλές φορές είναι αναγκασμένος να κάνει υποθέσεις. Το κυριότερο, όμως, πρόβλημα στη Β´ Κορ είναι η ενότητα και ακεραιότητα του κειμένου. Το πρόβλημα αυτό συσκοτίζει ακόμη περισσότερο η πλήρης αποσιώπηση από τον συγγραφέα των Πράξεων των γεγονότων, που ακολούθησαν τη συγγραφή της Α´ Κορ. Όπως πολύ επιγραμματικά αναφέρει o C. Κ. Barren[3], το τι συνέβη στην Κόρινθο μετά τη συγγραφή της Α´Κορ, πώς αντέδρασε ο Παύλος, τι επισκέψεις πραγματοποίησε αυτός και οι συνεργάτες του, τι Επιστολές έγραψε, ποιοι άλλοι επισκέπτες έκαναν την εμφάνισή τους στην Κόρινθο και τι σκεφτόταν γι' αυτούς ο Παύλος, μόνο από την ίδια τη Β´ Κορ μπορούμε να τα συμπεράνουμε. Το βιβλίο των Πράξεων, κι αν ακόμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να αμφισβητείται η ιστορική του αξιοπιστία, δεν μας προφέρει σχεδόν τίποτε ως πηγή πληροφοριών. Γι' αυτό ακριβώς και παρατηρείται το φαινόμενο οι υποθέσεις που αναπτύσσονται για τη Β´ Κορ να είναι περισσότερες και από αυτά ακόμη τα μαρτυρούμενα γεγονότα. Αιτία της υπερβολικής αυτής διάστασης των επιστημονικών απόψεων μεταξύ των ερευνητών[4] είναι το γεγονός ότι, πέρα από το κενό ιστορικής πληροφόρησης που αναφέραμε πιο πάνω, η ίδια η Β´ Κορ παρουσιάζει μια σειρά από σοβαρά ιστορικά και φιλολογικά προβλήματα.

Τα ιστορικά προβλήματα αφορούν εσωτερικές μαρτυρίες, οι οποίες σε συνδυασμό με το παραπάνω κενό πληροφόρησης απαιτούν κάποια λύση στο πρόβλήμα της αλληλουχίας των ιστορικών γεγονότων διαφορετική από την παραδοσιακή. Τέτοιο πρόβλημα είναι η λεγόμενη «ἐπιστολή τῶν δακρύων». Στις αρχές της σημερινής Β´ Κορ γίνεται λόγος για μια επιστολή, για την οποία ο απόστολος Παύλος σημειώνει: ἐκ γάρ πολλῆς θλίψεως καί συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διά πολλῶν δακρύων (2,4). Τέτοια επιστολή, όμως, σύμφωνα και με τις υπόλοιπες πληροφορίες της Β´ Κορ, δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η Α´ Κορ (βλ. Β´ Κορ 2,9), όταν μάλιστα αναφέρει γι' αυτήν ο Παύλος σε άλλο σημείο: ότι εἰ καί ἐλύπησα ὑμᾶς ἐν τῇ ἐπιστολῇ ὅν μεταμέλομαι... βλέπω γάρ ὅτι ἡ ἐπιστολή ἐκείνη εἰ καί πρός ὥραν ἐλύπησεν ὑμᾶς... (Β´ Κορ 7,8). Προφανώς λοιπόν, ο Παύλος υπαινίσσεται κάποια άλλη Επιστολή, μεταξύ Α´ και Β´ Κορ, την οποία ο απόστολος έστειλε μετά από ένα προβληματικό γι' αυτόν ενδιάμεσο ταξίδι (πρβλ. Β´ Κορ 7,12· εἰ καί ἔγραψα ὑμῖν οὐχ ἕνεκεν τοῦ ἀδικήσαντος). Το ταξίδι αυτό, που πρέπει να σημειώσουμε δεν μνημονεύεται καθόλου στις Πράξεις, το υπαινίσσεται έμμεσα, αλλά με σαφήνεια που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, η ίδια η Β´ Κορ. Ενώ μέχρι και το τέλος της συγγραφής τής Β´ Κορ ο Παύλος επισκέφτηκε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των Πράξεων (18,1 εξ), μια μόνο φορά την Κόρινθο, η Β´ Κορ επανειλημμένα κάνει λόγο για επικείμενη τρίτη μετάβαση. Προϋποθέτει δηλαδή σαφώς την πραγματοποίηση και δεύτερου ταξιδιού (πρβλ. Ἰδοῦ τρίτον τοῦτο ἑτοίμως ἔχω ἐλθεῖν πρός ἡμᾶς· 12,14· τρίτον τοῦτο ἔρχομαι πρός ὑμᾶς· 13,1· πρβλ. και 2,1). Το ταξίδι αυτό πρέπει μάλλον να συνδυαστεί με τη λεγόμενη τρίτη ιεραποστολική περιοδεία του Παύλου και την τρίμηνη παραμονή του στην Κόρινθο (Πραξ 20,2 εξ). [ ΟΥΤΕ Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΠΟΥΑΡΟ ΝΑ ΗΤΑΝ Ο ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ!!!]

Οι εσωτερικές αυτές μαρτυρίες της Β´ Κορ είναι δυνατόν, βέβαια, να ερμηνευθούν και διαφορετικά· δύσκολα όμως, θα μπορούσε να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση στα φιλολογικά προβλήματα, τις απότομες δηλαδή εναλλαγές ύφους και τις θεματικές ασυνέχειες του κειμένου, χωρίς να δοθεί για τον Παύλο η εικόνα ενός νευρωτικού και ψυχολογικά ακατάστατου χαρακτήρα. Οι περισσότερο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες:

(α) Η σύνδεση των στίχ. 2,13 και 2,14, όπως επίσης και των στίχ. 7,4 και 7,5, δεν είναι καθόλου φυσιολογική. Στους στίχ. 2,12εξ ο Παύλος περιγράφει την ανυπομονησία του να συναντήσει τον Τίτο, σε σημείο μάλιστα να περάσει στη Μακεδονία, παρά το γεγονός ότι είχε πρόσφορο έδαφος για τη διάδοση του ευαγγελίου στην Τρωάδα. Ξαφνικά στο στίχ. 2,14 αναλύεται σε δοξολογία προς τον Θεό και συνεχίζει με διαφορετικό θέμα. Το ίδιο συμβαίνει και με το δεύτερο ζευγάρι των στίχ.· στο 7,2εξ ο Παύλος παρακαλεί τους Κορινθίους να τον συγχωρέσουν και να τον δεχτούν φιλικά. Ξαφνικά από το στίχ. 7,5 επανέρχεται στο ταξίδι του στη Μακεδονία, διήγηση δηλαδή που διέκοψε στο στίχ. 2,13. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι οι στίχ. 2,13 και 7,5 μπορούν να συνδεθούν θαυμάσια μεταξύ τους. Γι' αυτό πολλοί ερευνητές μιλούν για παρεμβολή της ενότητας 2,14-7,4 στο κείμενο 1,1-2,13-7,5εξ.[5]

(β) Παρόμοια περίπτωση αποτελούν τα ζεύγη των στίχ. 6,13· 6,14 και 7,1· 7,2, πράγμα που προδικάζει ότι η ενότητα 6,14-7,1 πρέπει να έχει παρεμβληθεί εκ των υστέρων στο αρχικό κείμενο. Εδώ μάλιστα η ορολογία στην πλειονότητά της είναι εντελώς άγνωστη στα λοιπά κείμενα, όχι μόνο του Παύλου αλλά ολόκληρης της Κ.Δ.[6].

(γ) Τα κεφ. 8 και 9, τα οποία αναφέρονται στη λογεία, παρουσιάζουν παρόμοια προβλήματα. Όχι μόνο η (δια)πραγμάτευση του θέματος αρχίζει απότομα στο 8,1, αλλά –το σπουδαιότερο– μετά από μια διεξοδική ανάπτυξη του θέματος σε 24 στίχ. με επιχειρήματα και συστάσεις των συνεργατών του, διαβάζουμε στο στίχ 9,1: Περί μέν γάρ τῆς διακονίας τῆς εἰς τους ἁγίους περισσόν μοί ἔστι τό γράφειν ὑμῖν. Θα πρέπει, δηλαδή, εδώ να υποθέσουμε ότι τα δυο κεφ. αποτελούν φιλολογικά ανεξάρτητες ενότητες[7], η μια τουλάχιστον από τις οποίες δεν μπορεί να αποτελεί συνέχεια του κεφ. 7.

Τέλος (δ) τα κεφ. 10-13 παρουσιάζουν την πιο απότομη αλλαγή ύφους και περιεχομένου στη Β´ Κορ. Το κεφ. 9 τελειώνει με δοξολογία (9,15), που θα περίμενε κανείς ότι αποτελεί την κατακλείδα της επιστολής. Ξαφνικά στο στίχ. 10,1 ο απόστολος Παύλος αρχίζει με έντονο ύφος μια απολογία για τις φήμες που κυκλοφόρησαν για το πρόσωπό του κατά τη διάρκεια της απουσίας του από την Κόρινθο. Μια απολογία, μα συνάμα και δριμύτατη επίθεση κατά των αντιπάλων του. Κανένας δεν αρνήθηκε την ασυνέχεια και την δυσαρμονία που παρουσιάζει το κείμενο μετά το στίχ. 10,1. Θα ήταν, άλλωστε, ασύνετο για έναν συγγραφέα να καταβάλλει στα κεφ. 8-9 προσπάθεια να πετύχει γενναιόδωρη συμμετοχή στο πρόγραμμα της λογείας και ξαφνικά να επιτίθεται σφοδρότατα ενάντια στους μελλοντικούς συνδρομητές του. Φυσιολογικά, λοιπόν, το τμήμα αυτό της επιστολής –εκτός ίσως από μερικούς στίχ. του τελευταίου κεφ. (13,11εξ)– θα πρέπει να γράφτηκε σε κάποια χρονική απόσταση από τα υπόλοιπα κεφ. της Επιστολής[8].

Αυτά είναι τα δεδομένα του κειμένου. Σ’ αυτά πρέπει να βασίζεται οποιαδήποτε υπόθεση για την ενότητα της επιστολής, τη χρονική προτεραιότητα των επιμέρους τμημάτων της, και την ιστορική αναπαράσταση των γεγονότων, που έγιναν αφορμή να γραφούν τα τμήματα, που σήμερα απαρτίζουν την «κανονική» Β´ προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου. Εξαιτίας, όμως, της ιδιομορφίας των φιλολογικών και ιστορικών αυτών δεδομένων, ο ερευνητής αναγκάζεται πολλές φορές να κινείται μέσα σε ένα φαύλο κύκλο· να αναπτύσσει δηλαδή την επιχειρηματολογία του άλλοτε βασιζόμενος σε μια υποθετική θεώρηση των ιστορικών δεδομένων –και κυρίως αυτών που ακολούθησαν τη συγγραφή της Α´ Κορ– μεταπηδώντας στη συνέχεια σε μια θεωρία για τη φιλολογική ενότητα της επιστολής, κι από εκεί πάλι σε μια υποθετική ιστορική αναπαράσταση κ.ο.κ..

Το πρόβλημα ουσιαστικά εντοπίζεται στο τι πρέπει να θεωρηθεί ως βάση για την ανάπτυξη μιας υπόθεσης εργασίας (working hypothesis). Ο έλληνας αναγνώστης είναι ενήμερος αυτού του προβλήματος, αφού το συγκεκριμένο ζήτημα έχει απασχολήσει αρκετά πρόσφατα την ορθόδοξη ελληνική βιβλική επιστήμη[9]. Έτσι, οι Σ. Χ. Αγουρίδης[10] και Ι. Δ. Καραβιδόπουλος[11] ξεκινώντας, σωστά κατά την άποψή μας, από τα φιλολογικά δεδομένα καταλήγουν στο συμπέρασμα, πως δεν μπορεί να υποστηριχτεί με πειστικότητα η ενότητα της επιστολής. Αντίθετα, ο Χ. Σ. Βούλγαρης[12], δίνοντας προτεραιότητα στα (υποθετικά) ιστορικά δεδομένα (ακριβέστερα επιχειρηματολογώντας διεξοδικά εναντίον της ευρύτατα επικρατούσας μέχρι πρόσφατα στη νεώτερη βιβλική επιστήμη χρονικής αντιστροφής των κεφ. 1-9 και 10-13) αποδέχεται την ενότητα της Β´ Κορ. Ο Χ. Σ. Βούλγαρης ουσιαστικά επαναλαμβάνει ως προς την ενότητα της Β´ Κορ τις εύλογες αντιρρήσεις, που κατά καιρούς διατυπώθηκαν στη σύγχρονη έρευνα[13], σχετικά με την ορθότητα της επιστημονικής θεωρίας του A.Hausrath[14], γνωστή ως «θεωρία των τεσσάρων κεφαλαίων». Η θεωρία αυτή, που ταυτίζει την «επιστολή των δακρύων» εν μέρει ή στο σύνολο της με τα κεφ. 10-13, έγινε ευρύτερα αποδεκτή στη βιβλική επιστήμη, ιδιαίτερα με την αναλυτική τεκμηρίωσή της, από τον J. H. Kennedy[15] και την πειστικότητα και γλαφυρότητα με την οποία υποστηρίχτηκε από τον K. Lake[16]. Γι' αυτό χρειάστηκε επίπονη προσπάθεια να αποσυνδεθούν τα κεφ. 10-13 από την επιστολή των δακρύων. Δεν θα υπεισέλθουμε σε περισσότερες λεπτομέρειες για το θέμα αυτό[17]· απλώς θα τονίσουμε ότι μας βρίσκει σύμφωνους η επιχειρηματολογία του Χ. Σ. Βούλγαρη σε ό,τι αφορά τη χρονική προτεραιότητα του τμήματος Β´ Κορ 1-9 σε σχέση με τα τέσσερα κεφ. (10-13) και για έναν επιπρόσθετο λόγο: το επεισόδιο, για το οποίο γίνεται λόγος στη συμφιλιωτική επιστολή, αφορά μεμονωμένο άτομο, μέλος της κοινότητας της Κορίνθου (Β´ Κορ 2,1εξ· 7,8εξ)· αντίθετα, τα κεφ. 10-13 αναφέρονται κυρίως σε επισκέπτες ιεραποστόλους, που δεν ανήκαν στην κοινότητα της Κορίνθου αλλά προσεταιρίστηκαν το σύνολο των μελών της (πρβλ. Β´ Κορ 11,13εξ κ.ά.). Η άποψη, άλλωστε, ότι τα κεφ. 10-13 έπονται χρονικά των κεφ. 1-9, ως ανεξάρτητη όμως επιστολή ή τμήμα επιστολής, φαίνεται να κερδίζει έδαφος στη νεώτερη έρευνα. Αντίθετα, η εκδοχή που υποστηρίζει ο Βούλγαρης, με την οποία ταυτίζονται η ἐκ πολλῆς θλίψεως καί συνοχῆς καρδίας επιστολή (Β´ Κορ 2,4) με την κανονική Α´ Κορινθίους, και ο λυπήσας (Β´ Κορ 2,5εξ) ή ἀδικήσας (Β´ Κορ 7,12) με τον αιμομίκτη της Α´ Κορ (5,1 εξ) δεν είναι καθόλου πειστική, και γι' αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους.

Πολλοί ερευνητές, βέβαια, γνωρίζοντας τις δυσκολίες του συγκεκριμένου κειμένου υποστήριξαν την ισοτιμία φιλολογικής και ιστορικής θεώρησης. Έτσι, o C. Κ. Barren[18] υποστήριξε πως οι φιλολογικές θεωρίες για την ενότητα της επιστολής και οι θεωρίες για την αλληλουχία των υπαινισσόμενων γεγονότων βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης – αν ισχύει η μια, ισχύει και η άλλη και αντίστροφα. Αυτό όμως είναι μια υπεραπλούστευση· την ιστορία την καταγράφει το κείμενο, και όχι αντίστροφα.

Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι η αμφισβήτηση της ενότητας της Β´ Κορ μόνο στη Δύση δημιούργησε δογματικό πρόβλημα, που σχετίζεται με την αυθεντικότητα της αποκάλυψης. Αντίθετα, από άποψη ορθόδοξης ερμηνευτικής η άρνηση της ενότητας οποιουδήποτε βιβλικού κειμένου δεν δημιουργεί πρόβλημα κλονισμού αποκαλυμμένης αλήθειας. Τουναντίον, θα έλεγε κανείς πως ο υπερβολικός ζήλος για την υπεράσπιση τέτοιων θεμάτων υποκρύπτει φο(υ)νταμενταλικές τάσεις ξένες προς την ορθόδοξη παράδοση. Κι αυτό, γιατί με την ορθόδοξη πνευματολογία δημιουργήθηκε νέα αντίληψη για την αποκάλυψη, εντελώς αντίθετη από εκείνη που αναπτύχθηκε στη Δύση. Η αντίληψη αυτή, στηριζομένη στη βιβλική αγιοπνευματική διδασκαλία, εκφράστηκε οικουμενικά στο τριαδικό δόγμα με την αναγνώριση της Θεότητας του Αγίου Πνεύματος, και είχε σαν συνέπεια τόσο (α) την άρνηση της μεταγενέστερης βυζαντινής ορθοδοξίας να δεχτεί υποβάθμιση του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος, που εκούσια επιχειρήθηκε στη Δύση με το Filioque, όσο και (β) την αναγνώριση στον κάθε πιστό του δικαιώματος και της δυνατότητας να «θεωρεί» απευθείας τον Θεό. Με την έννοια της «θεο-πτίας» η θεολογία στον ύστερο βυζαντινό χριστιανισμό δεν ορίζεται πια ως κλειστό λογικό σύστημα προερχόμενο και βασιζόμενο σε «αποκαλυμμένες» οντότητες (Γραφή, Παράδοση, εκκλησιαστική αυθεντία κ.λπ.) αλλά ταυτίζεται με την «πνευματική» εμπειρία του κάθε πιστού, μέλους της εκκλησίας (χαρισματούχου, αγίου κλπ.). Ορίζοντας, λοιπόν, την αποκάλυψη σαν μια ζωντανή αλήθεια, προσιτή με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος κατευθείαν στην ανθρώπινη ύπαρξη, χωρίς τους απόλυτους περιορισμούς των γραφικών κειμένων ή των συνοδικών αποφάσεων, η ορθόδοξη ανατολική πνευματολογία απέρριψε ουσιαστικά την έννοια της αυθεντίας, καταξιώνοντας έτσι το ανθρώπινο πρόσωπο[19].

Με δυο λόγια, η κριτική άποψη σχετικά με την ενότητα της Β´ Κορ, στην οποία στηρίζεται η παρούσα εργασία, είναι η ακόλουθη: η «κανονική» αυτή επιστολή αποτελείται από αυθεντικότατα τμήματα της παύλειας σκέψης και γραμματείας τα οποία όμως δεν αποτελούν ενιαίο σύνολο, τόσο φιλολογικά όσο και χρονικά.

Σημειώσεις


1. Πρβλ. την αντικειμενικότατη περιεκτική παρουσίαση του C. Κ. Barren, A. Commentary, σελ. 5εξ.
2 W. H. Bates “The Integrity of Second Corinthians”, NTS 12 (1965) 56-69, σελ. 56.
3. A Commentary, σελ. 5.
4. Ο έλληνας αναγνώστης μπορεί να πάρει μια γεύση από την έστω και τραγικοποιημένη κάπως παρουσίαση του θέματος στο Χ. Σ. Βούλγαρη, Νέα θεώρησις.
5. Πρβλ. το χαρακτηριστικό έργο του J.-F. Collange, Énigmes de la deuxième Ëpître de Paul aux Corinthiens (1972).
6. Γι' αυτό πολλοί ερμηνευτές το συσχετίζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με το Qumran· βλ. J. A. Fitzmyer, “Qumrân and the interpolated Paragraph in 2 Cor 6,14-7,1”, CBQ 23 (1961) 271-80· P. Benoît “Qumran and the N.T.”· J. Murphy-O' Connor (έκδ.), Paul and Qumran (1968) σελ 1εξ· J. Gnilka, “2 Cor 6:14-7:1 in the Light of the Qumran Texts and the Testaments of the Twelve Patriarchs”, στο ίδιο, σελ. 48εξ).
7. Περισσότερα για τη σχέση των κεφ. 8-9 πιο κάτω.
8. Λεπτομερέστερη επιχειρηματολογία για το θέμα αυτό, όπως και για το σύνολο των εισαγωγικών προβλημάτων της Β´ Κορ στο υπό έκδοση υπόμνημά μας Αποστόλου Παύλου Δεύτερη προς Κορινθίους Επιστολή στη σειρά «Ερμηνεία Καινής Διαθήκης».
9. Βλ. ιδιαίτερα Σ. Χ. Αγουρίδη, Αποστόλου Παύλου πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή (1982) σελ. 24 εξ· 46εξ υπ. 1, όπου ασκείται κριτική στο έργο του Χ. Σ. Βούλγαρη, Νέα θεώρησις, και τις κριτικές παρουσιάσεις των παραπάνω έργων στο περιοδικό Θεολογία 54 (1963) 613-19 και 55 (1984) 539-41). 10. Στο ίδιο, σελ. 15εξ· επίσης Εισαγωγή εις την Κ.Δ. (1971) σελ. 255εξ. 
11. Εισαγωγή στην Κ.Δ. (1983) σελ. 235εξ. 
12. Νέα θεώρησις σελ. 40εξ. 
13. Πρβλ. L. P. Pherigo, “Paul and the Corinthian Church”, JBL 68 (1949) 341-50· C. H. Buck, “The Collection for the Saints”, HTR 43 (1950) 1-29· A. M. G. Stephenson, “Partition Theories on Second Corinthians”, Studia Evangelica II (1964) 639-46· R. Batey, “Paul's Interaction with the Corinthians”, JBL 84 (1965) 139-46 κ.ά.
14. Der Vier-Capitelbrief des Paulus im 2. Korintherbrief (1870).
15. The Second and Third Epistles of St. Paul to the Corinthians (1900).
16. The Earlier Epistles of St. Paul (1911).
17. Βλ. πιο πάνω υπ. 8.
18. A Commentary, σελ. 18.
19. Βλ. και Π. Βασιλειάδη, «Η αγιοπνευματική διάσταση του Χριστιανισμού (Σχόλιο στο Λουκ 3,16)», Γρηγόριος ο Παλαμάς 68 (1985) 61-65.

Δεν υπάρχουν σχόλια: