Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΤΟΝ ΤΙΠΟΥΚΕΙΤΟ

Με τον Μπουκουβάλα, όπως σας είπα χθες, είχα συμφωνήσει να παίρνω 500 δραχμές τη βραδυά. Η Αρλέτα έπαιρνε τα δεκαπλάσια. Λογικό μου φαινόταν. Εγώ ήμουν ένας 17χρονος παντελώς άγνωστος κιθαριστής κι εκείνη η Διοτίμα του Νέου Κύματος. Μάλλον πολλά έδινε σε μένα, για να είμαι περισσότερο αντικειμενικός. 3.500 δραχμές έπαιρνε ο Λάκης Παππάς. Έμαθα και τις αμοιβές των άλλων του "σχήματος". Δουλεύοντας, αναγκάζεσαι να διαπιστώσεις ότι όλα τα πράγματα, ακόμα και τα πιο ποιητικά, έχουν μια αποτίμηση σε χρήμα.
 Ας πούμε μετά την ποιητική βραδιά με τον Φωστιέρη, καθώς περίμενα για να με ακούσει ο "μαγαζάτορας", τον είδα να είναι ικανοποιημένος από τις εισπράξεις της βραδυάς. Ο Σκοτεινός Έρωτας, Σκοτεινός Έρωτας και το καμπάρι, καμπάρι. Τότε "πουλούσε" ακόμα η ποίηση. Άλλωστε δεν έχει εφευρεθεί το "καλλιτεχνικόμετρο". Όλα κρίνονται στο ταμείο.
Υπολόγισα ότι το πρόγραμμα κόστιζε, μόνο σε αμοιβές καλλιτεχνών, 16.500 δραχμές τη βραδιά. Βάλε και τα ποτά, τη λάτρα, νοίκι, φως, νερό, τηλέφωνο... Για να μην μπαίνει μέσα το μαγαζί έπρεπε να κάνει εισπράξεις από 25.000 δραχμές και πάνω. Με 100 δραχμές το ποτό, δύσκολα μαζευόταν το ποσό από έναν - έναν. Ευτυχώς υπήρχαν θαμώνες και... θαμώνισσες που έπιναν και κέρναγαν αβέρτα.
Όμως υπήρχαν βράδυα που φαινόταν καθαρά ότι το μαγαζί δεν έβγαινε. Καλοκαίριαζε κιόλας και ο κόσμος αραίωνε. Ένα από αυτά μού είπε ο Μπουκουβάλας: "Σήμερα δεν θα πληρωθείς. Δεν είχαμε είσπραξη." Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα, αυτόματα, ήταν: "Αυτό είναι δικό σου θέμα. Εγώ ήρθα στο μαγαζί κανονικά, έπαιξα κανονικά, αν δεν ήρθε κόσμος δεν είναι δικό μου φταίξιμο. Άλλωστε όταν το μαγαζί ήταν τίγκα, μου έδινες παραπάνω;" Αυτό ήταν το δίκαιο.
 Ήταν όμως και το συμφέρον; Έτσι σχεδόν αμέσως έκανα και δεύτερη σκέψη. Είπα "ΟΚ, Θάνο έκανες μια συμφωνία για 500 δραχμές τη βραδυά, η οποία μόλις τώρα μετατράπηκε σε 500 δραχμές όταν έρχεται κόσμος. Έχεις δύο επιλογές. Η μία είναι να πεις "συγγνώμη άλλη συμφωνία κάναμε" και να φύγεις και η άλλη είναι να την αποδεχθείς. Το να την αποδεχθείς εξαρτάται από το πόσα θα είναι τα πληρωμένα βράδια και πόσα τα απλήρωτα. Σήμερα δεν ξέρεις την αναλογία. Θα δεις και θα κρίνεις." Κι αυτό έκανα.
Έμεινα κανένα μήνα ακόμα, πληρώθηκα τις 10 μέρες και τελικά ο Τιπούκειτος έκλεισε. Την δεύτερη χρονιά δεν ξαναπήγα. Είχα ήδη πολλούς μαθητές στα δύο Ωδεία που δούλευα και δεν χρειαζόμουν κι άλλη δουλειά, δεν άντεχα κιόλας να ξενυχτάω στα μαγαζιά. Έμαθα όμως πως κάθε συμφωνία εργασίας είναι μια σύμβαση: εσύ προσφέρεις κάτι και ο άλλος το αποτιμάει σε χρήμα. Μπορεί αύριο να το αποτιμήσει περισσότερο ή λιγότερο. Αυτό δεν ειναι κριτήριο της αξίας σου. Είναι αποτέλεσμα του πόσο πουλάει το μαγαζί, φυσικά και η δουλειά σου, η ατομική ή η ομαδική. 
Στον Τιπούκειτο, η πτώση της ζήτησης προφανώς δεν οφειλόταν στον τελευταίο τροχό της αμάξης που ήμουν εγώ, ούτε στην πτώση της καλλιτεχνικής αξίας του Λάκη Παππά και της Αρλέτας. Έμπαινε η δεκαετία του '80, άλλαζε η εποχή, έσβηναν οι μπουάτ και το Νέο Κύμα περνούσε στην ιστορία, η αισθητική του κοινού άλλαζε. 
Ο "Ματωμένος Γάμος" και ο "κύκλος του CNS" γίνονταν συνωμοτικοί κώδικες μυημένων.
Στα Ωδεία όμως, η άνοδος της ζήτησης οφειλόταν στη δική μου δουλειά και μόνο. Από τους 10 μαθητές που είχα την πρώτη σεζόν, τη δεύτερη έφτασα τους 64. Και ήταν, σχεδόν όλοι οι καινούργιοι, φίλοι των πρώτων δέκα. Καθώς δούλευα με ποσοστά είχα ήδη, από τα 18, ένα πολύ καλό εισόδημα.
Την ίδια στιγμή, μάθαινα από τον Λιανό, που μας έκανε Μαρξιστική Θεωρία στην ΑΣΟΕΕ, ότι κάθε προϊόν έχει μια ενσωματωμένη αξία και ο εργαζόμενος παράγει υπεραξία που την καρπώνεται, χωρίς να του ανήκει, ο εργοδότης - κεφαλαιούχος. Δύο διαφορετικοί, ασύμβατοι κόσμοι: ο ένας ο πραγματικός, της πιάτσας κι ο άλλος ο ανύπαρκτος, της θεωρητικής παρλαπίπας. Πόσο να τον αντέξεις;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...