Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη (1/5) β

 Συνέχεια από: Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025


Μορφές της λογικότητας στον Αριστοτέλη (1/5) β

Enrico Berti

https://www.youtube.com/watch?v=veDEULFgbHQ


Τι σημαίνει «πρόβλημα»; …

Αυτό το εξηγεί ο ίδιος παρακάτω: το πρόβλημα είναι ένα ερώτημα διατυπωμένο υπό μορφήν εναλλακτικής. Για παράδειγμα, λέει: «Ένα ζώο δίποδο είναι ο ορισμός του ανθρώπου ή όχι;». Ιδού λοιπόν το πρόβλημα: μια εναλλακτική που προτείνει μια επιλογή ανάμεσα σε ένα «ναι» και ένα «όχι». Είναι ένα ερώτημα που δέχεται δύο δυνατές απαντήσεις, η μία άρνηση της άλλης, η μία αντίθετη προς την άλλη. Αυτό είναι ακριβώς το τεχνικό νόημα του προβλήματος: κάτι που προτείνεται υπό μορφήν εναλλακτικής.

Πρέπει λοιπόν να βρούμε αυτή τη μέθοδο που μας επιτρέπει να επιχειρηματολογούμε γύρω από οποιοδήποτε πρόβλημα μας έχει τεθεί ex ένδοξον, ξεκινώντας δηλαδή από προκείμενες που είναι ένδοξα. Δεν λέμε αμέσως τι σημαίνει αυτό, γιατί το εξηγεί ο ίδιος σε λίγες γραμμές. Όμως, ενώ ο αποδεικτικός, δηλαδή επιστημονικός, συλλογισμός —όπως μόλις διαβάσαμε στα Αναλυτικά— ξεκινούσε ἐξ ἀληθῶν, από αληθείς προκείμενες, εδώ ξεκινάμε ex ένδοξον, από προκείμενες ένδοξα.

Δεν αντέχω στον πειρασμό να πω αμέσως τι σημαίνει ένδοξα, γιατί επ’ αυτού δεν συμμερίζομαι όσα γράφουν πολλοί: λένε ότι πρόκειται για πιθανές προκείμενες, αξιοσημείωτες, γνώμες· επειδή νομίζουν ότι στο επίθετο ΄ένδοξος υπάρχει η ρίζα δόξα από το δοκέω, που σημαίνει «γνώμη». Εγώ πιστεύω ότι εδώ η δόξα λειτουργεί με άλλη σημασία, όπως προκύπτει από τον ορισμό του ένδοξος που δίνει ο ίδιος ο Αριστοτέλης λίγο παρακάτω: η δόξα δεν ήταν μόνο η γνώμη, ήταν η φήμη, η δόξα. Και άρα τα ένδοξα είναι, κυριολεκτικά, πράγματα «ἐν δόξῃ», δηλαδή που έχουν φήμη. Είναι προκείμενες γνωστές, δικαιολογημένα, επάξια, λόγω της αξίας τους. Δεν είναι απλώς προκείμενες που κάποιος γνώρισε ή υπέθεσε· δεν αρκεί να έχει διατυπωθεί μια γνώμη για να είναι ένδοξος. Είναι σημαντικές, άξιες, πράγματα που απολαμβάνουν καλή φήμη, μεγάλη αναγνώριση — και γι’ αυτό πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Αλίμονο να τα αγνοήσει κανείς· διότι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, πρέπει να προσπαθούμε όσο το δυνατόν να συμφωνούμε με τα ένδοξα, γιατί το να στραφείς εναντίον τους σημαίνει να πέσεις στο παράδόξον, στο παράδοξο. Και γενικά, για τον Αριστοτέλη, το παράδοξο είναι σημάδι σφάλματος, ένδειξη ψεύδους.

Η διαλεκτική, λοιπόν, ασχολείται με όλα. Ξεκινά από προκείμενες που είναι ένδοξα. Και συνεχίζει το κείμενο: Καὶ αὐτοὶ λόγον ὑπεχόντες μηθὲν ἐροῦμεν ὑπεναντίον · και μάλιστα, λέει, εμείς οι ίδιοι, λόγον ὑπεχόντες —αυτή η έκφραση σημαίνει «να αναλαμβάνουμε λόγο», δηλαδή να υποστηρίζουμε έναν λόγο, μια θέση— βρισκόμαστε στην κατάσταση να μπορούμε να μη λέμε τίποτε αντίθετο προς όσα εμείς οι ίδιοι παραδεχθήκαμε.

Εδώ διαγράφεται μια πολύ συγκεκριμένη και ενδιαφέρουσα κατάσταση: δεν έχουμε πια να κάνουμε με έναν μονόλογο, όπου ένας δάσκαλος μιλά σε ένα σιωπηλό ακροατήριο που δέχεται τις αποδείξεις· εδώ έχουμε μια κατάσταση που λέγεται «διαλεκτική», δηλαδή που προέρχεται από το διαλέγεσθαι, από το συζητώ. Δύο πρόσωπα συζητούν πάνω σε ένα πρόβλημα: «Ζώο δίποδο είναι ορισμός του ανθρώπου ή όχι;». Ο ένας θέτει την ερώτηση, προτείνει το πρόβλημα· ο άλλος απαντά, διαλέγει και λέει «ναι» ή «όχι». Από εκείνη τη στιγμή, αυτός που έθεσε το ερώτημα δεσμεύεται με όλες του τις δυνάμεις —όχι σωματικές αλλά λογικές, με τη δική του dynamis tou syllogizesthai, δηλαδή με την ικανότητα να συλλογίζεται— να προσπαθήσει να οδηγήσει τον συνομιλητή του να πει κάτι που να είναι σε αντίφαση (hypenantion) με ό,τι ο ίδιος παραδέχθηκε.

Ο άλλος, εκείνος που έδωσε την απάντηση και ανέλαβε τον ρόλο να υποστηρίξει τον λόγο (hypéchein logon), πρέπει, όπως έλεγε ήδη ο Πλάτων, να «δώσει λόγο» (didonai logon), δηλαδή να παρέχει αποδείξεις, να προσφέρει αιτιολογήσεις, και κυρίως να προσέχει να μην αφήσει τον εαυτό του να παρασυρθεί σε αντίφαση.

Να, λοιπόν, η διαλεκτική: είναι ένας αγώνας· ένας αγώνας βεβαίως τίμιος, ευγενής, διεξαγόμενος όπως ανάμεσα σε δύο μονομάχους. Ο Kant θα την παρομοιάσει με το ιπποτικό κονταροχτύπημα που έκαναν οι παλαιοί ιππότες μπροστά στους κριτές, όπου επιτρέπονταν μόνο θεμιτές κινήσεις, δηλαδή ορθά επιχειρήματα, γιατί από αυτό κρινόταν η τιμή τους. Δεν επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσει κανείς ύπουλα χτυπήματα ή απάτες· αυτό ήταν έργο σοφιστών, όχι διαλεκτικών. Ο διαλεκτικός είναι έντιμος, είναι μονομάχος που προσπαθεί να φέρει τον αντίπαλο σε αντίφαση. Στην περίπτωση αυτή, θα έχει επιτελέσει αυτό που ονομαζόταν με τεχνικό όρο ἔλεγχος (elénchos).

Δηλαδή, μια συν-αναίρεση, μια confutazione, και ο άλλος, εκείνος που απαντά, πρέπει να κάνει το παν για να μην αφεθεί να αντικρουστεί. Αν στο τέλος της συζήτησης ο πρώτος καταφέρει να φέρει τον δεύτερο σε αντίφαση, τότε ο πρώτος ανακηρύσσεται νικητής· αν όμως δεν τα καταφέρει και ο δεύτερος αντισταθεί, τότε νικητής είναι ο δεύτερος.

Η κατάσταση, λοιπόν, που μας θέτει μπροστά ο Αριστοτέλης είναι εκ διαμέτρου διαφορετική από την προηγούμενη: εδώ δεν έχουμε πια τη λογική του μονολόγου, αλλά τη λογική του διαλόγου, της συζήτησης, της αντιπαράθεσης. Και αυτό εξηγεί γιατί πρέπει να ξεκινάμε από προκείμενες που να είναι ένδοξα.

Τι σημαίνει ότι οι προκείμενες πρέπει να είναι ένδοξα; Οι προκείμενες ένδοξα είναι, κατά κάποιον τρόπο, οι κανόνες του παιχνιδιού. Είναι —για να επαναλάβουμε το παράδειγμα του Εμμανουήλ Καντ— ό,τι ήταν για τους μεσαιωνικούς ιππότες που συγκρούονταν στο τουρνουά οι κανόνες της ιπποσύνης: κάτι που δεν έπρεπε να παραβιαστεί, με τίμημα την ατίμωση.

Τα ένδοξα είναι οι προκείμενες που πρέπει να είναι κοινά αποδεκτές και σεβαστές και από τους δύο μονομάχους, επειδή αναγνωρίζονται από ένα είδος διαιτητή που ο Αριστοτέλης δεν κατονομάζει ποτέ, αλλά που προφανώς υπάρχει· και που δεν είναι κατ’ ανάγκη ένα πρόσωπο, αλλά μπορεί να είναι και μια σύναξη ανθρώπων, ενώπιον των οποίων οι δύο μονομάχοι αναμετρώνται.

Νομίζω ότι η ιστορικά πιστότερη πραγμάτωση αυτής της μεθόδου υπήρξε στα μεσαιωνικά πανεπιστήμια, κατά τη συζήτηση των quaestiones disputatae, όπου, παρουσία του διδασκάλου και όλων των σπουδαστών, δύο από αυτούς αντιπαρατίθεντο, μονομαχούσαν μεταξύ τους, και κατόπιν οι υπόλοιποι έκριναν ποιος από τους δύο έπρεπε να θεωρηθεί νικητής.

Γι’ αυτό τα ένδοξα… δεν έχει σημασία αν οι προκείμενες είναι αληθείς. Γιατί αν κάποιος επικαλούνταν μιαν αληθή προκείμενη, ας υποθέσουμε όμως άγνωστη στους ακροατές ή μη αποδεκτή από αυτούς, δεν θα κέρδιζε· γιατί οι ακροατές δεν θα του αναγνώριζαν αυτήν την προκείμενη ως έγκυρη. Το σημαντικό είναι να ξεκινά κανείς από προκείμενες των οποίων η ισχύς αναγνωρίζεται από όλους.

Φυσικά, για τον Αριστοτέλη αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντα όταν οι προκείμενες είναι αληθείς. Είναι σπάνιο —νομίζω για τον Αριστοτέλη εξαιρετικά σπάνιο— να είναι ένα ένδοξον ψευδές· μπορεί να συμβεί κάποιες φορές, αλλά εκείνος είναι πεπεισμένος ότι τα περισσότερα ένδοξα είναι αληθινά. Αλλά το σημαντικό δεν είναι ότι είναι αληθινά· το σημαντικό είναι ότι είναι ένδοξα.

Σκεφτείτε ότι κάποια στιγμή φτάνει μάλιστα να προτείνει ως παράδειγμα ένδοξον εκείνο που ο ίδιος θεωρούσε την πιο σταθερή αρχή από όλες, την archè bebaiotate, δηλαδή την αρχή της μη-αντίφασης. Γιατί η αρχή της μη-αντίφασης, πέρα από το ότι είναι αληθινή, είναι και κοινά αποδεκτή· την αποδέχονται όλοι ή σχεδόν όλοι. Μόνο κάποιον τρελό θα θεωρούσε ο Αριστοτέλης εκείνον που την αρνείται. Δεν παραδέχεται ούτε ότι ο Ηράκλειτος την αρνιόταν πραγματικά· λένε ότι το έκανε, αλλά ποιος ξέρει αν πίστευε στ’ αλήθεια όσα έλεγε ή όσα του αποδίδονταν.

Άρα, αν για τον Αριστοτέλη ακόμη και η αρχή της μη-αντίφασης είναι ένδοξον, σημαίνει ότι τα ένδοξα δεν είναι «μη αλήθειες», αλλά είναι συνήθως αλήθειες, που πέρα από αληθινές πρέπει επίσης να είναι παρούσες στη δόξα, στον τρόπο σκέψης που θεωρείται δίκαια έγκυρος, άξιος, τιμημένος.

Και στη συνέχεια του αποσπάσματος —ξέρω, ο χρόνος περνά— αλλά θέλω να καταλήξω σε ένα πρώτο συμπέρασμα. Ο Αριστοτέλης δείχνει πως και σε αυτή τη νέα μέθοδο εισέρχεται ο συλλογισμός. Γιατί λέει ότι υπάρχουν διάφοροι τύποι συλλογισμού. Εξάλλου, ακόμη και όταν μιλούσαμε για την απόδειξη, είδαμε ότι κι εκεί επρόκειτο για έναν τύπο συλλογισμού· συγκεκριμένα, τον επιστημονικό–αποδεικτικό συλλογισμό. Μα υπάρχουν και άλλοι. Και πράγματι το κείμενο συνεχίζει (στην γραμμή 25):

«Ο συλλογισμός είναι ένας λόγος, ένας λόγος στον οποίο, αν τεθούν ορισμένα πράγματα, δηλαδή οι προκείμενες, τότε, δυνάμει αυτών, προκύπτει ένα συμπέρασμα· κάτι διαφορετικό αναγκαία, εξαιτίας των ίδιων των προκειμένων».

Και έπειτα εισάγει τη διάκριση ανάμεσα στους διαφορετικούς τύπους συλλογισμού, δηλαδή την ἀπόδειξιν (apodeixis).

Αυτός, λοιπόν, θα ήταν ο πρώτος τύπος συλλογισμού που εξετάζεται εδώ: εκείνος που ξεκινά από αληθείς και πρώτες προκείμενες, όπως ήδη είχαμε πει στα Αναλυτικά. Ή —και εδώ προστίθεται κάτι ακόμη— από εκείνες (τις προκείμενες) «σχετικά με τις οποίες η αρχή της γνώσεως έχει αντληθεί από ορισμένες πρώτες και αληθείς προκείμενες». Δηλαδή, δεν είναι απολύτως αναγκαίο η απόδειξη να ξεκινά κάθε φορά από πρώτες προκείμενες· μπορεί να ξεκινά και από τα συμπεράσματα μιας προηγούμενης απόδειξης, η οποία είχε διεξαχθεί με αφετηρία αληθείς προκείμενες. Είναι οι αποδείξεις που συνδέονται μεταξύ τους σαν αλυσίδα. Το σημαντικό όμως είναι ότι να μπορεί πάντοτε κανείς να αναχθεί στην αρχή, σε αληθείς προκείμενες, δηλαδή σε γνήσιες αρχές.

Και συνεχίζει: «Αντίθετα, συλλογισμός διαλεκτικός είναι εκείνος που ξεκινά από προκείμενες ένδοξα.» Και έπειτα διευκρινίζει: ta men di’ heautôn pistin echonta, είναι αληθείς και πρώτες εκείνες οι προκείμενες που έχουν —και μόνες τους— την πίστη, την αξιοπιστία, την πίστιν, που γίνονται πιστευτές, που γίνονται αποδεκτές, που έχουν, θα λέγαμε, κύρος. Πίστιν όχι δυνάμει άλλων (ex heterôn), αλλά di’ autôn, από μόνες τους. Ιδού η αυταπόδειξη: είναι αληθείς και πρώτες εκείνες που γίνονται αποδεκτές από μόνες τους, χάρη στην εγγενή τους αξιοπιστία. Δεν χρειάζεται, πράγματι, όσον αφορά τις αρχές των αποδείξεων, να αναζητούμε το «γιατί»· δεν πρέπει να ρωτάμε το «γιατί» των αρχών, αλλά κάθε αρχή πρέπει να είναι αὐτὴν καθ’ αὑτὴν πιστήν, δηλαδή καθ’ εαυτήν αξιόπιστη, άξια να γίνει δεκτή.

Αντίθετα, ένδοξα είναι, όπως λέει ο Αριστοτέλης, τὰ δοκοῦντα πᾶσι ἢ τοῖς πλείστοις ἢ τοῖς σοφοῖς, καὶ τούτοις ἢ πᾶσι ἢ τοῖς πλείστοις ἢ τοῖς μάλιστα γνωρίμοις καὶ ἐνδόξοις: δηλαδή ένδοξα είναι τα πράγματα που φαίνονται, που κρίνονται, είτε από όλους, είτε από τους περισσότερους, είτε από τους σοφούς· και από αυτούς είτε από όλους, είτε από τους περισσότερους, είτε από τους πιο γνωστούς και περίφημους. Να λοιπόν το endoxois με τη σημασία του «διάσημου, φημισμένου».

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι έχουμε να κάνουμε με προκείμενες όχι απλώς πιθανές, που μπορεί να είναι αληθείς ή ψευδείς, αλλά με προκείμενες αυθεντικές, με προκείμενες που διαθέτουν τη μέγιστη δυνατή εγκυρότητα· απέναντι στις οποίες πρέπει να προσέχει κανείς να μην στραφεί, διότι αν σε μια διαλεκτική συζήτηση ένας από τους δύο αντιπάλους επικαλεστεί μιαν προκείμενη αντίθετη προς τα ένδοξα, θα γινόταν γελοίος, θα τον χλεύαζε όλο το ακροατήριο, και θα είχε χάσει εξαρχής τη μάχη.

Τέλος, ο Αριστοτέλης, πάντα σε αυτό το χωρίο, υποδεικνύει έναν τρίτο τύπο συλλογισμού: ο εριστικός συλλογισμός. Το «εριστικός» προέρχεται από την eris, δηλαδή τη φιλονικία, την έριδα· αυτός είναι ο συλλογισμός που κατασκευάζεται από εκείνον που δεν συμπεριφέρεται έντιμα, που δεν έχει άλλο σκοπό παρά να υπερισχύσει στη διαμάχη με κάθε μέσο. Ο εριστικός συλλογισμός είναι εκείνος που ξεκινά από φαινόμενον ένδοξον, δηλαδή από «φαινομενικά ένδοξα»: όχι από γνήσια ένδοξα, αλλά από πράγματα που μοιάζουν να είναι ένδοξα, ενώ δεν είναι· που μοιάζουν να είναι κοινώς αποδεκτά, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Ή ακόμη, εκείνος που ξεκινά από γνήσια ένδοξα, αλλά μετατρέπει τα ένδοξα σε φαινόμενα ένδοξα· είναι δηλαδή ένας συλλογισμός phainomenos, ένας φαινομενικός, απατηλός συλλογισμός, όχι πραγματικός.

Δηλαδή, ένας συλλογισμός που δεν κατέχει εκείνον τον χαρακτήρα της αναγκαιότητας με τον οποίο το συμπέρασμα πρέπει να προκύπτει, να ακολουθεί από τις προκείμενες· γιατί δεν είναι κάθε ένδοξον φαινόμενον —κάθε φαινομενικό ένδοξον— και ένα γνήσιο ένδοξον. Εδώ λοιπόν ο Αριστοτέλης ξεχωρίζει με μεγάλη αυστηρότητα τα ένδοξα που είναι πραγματικά τέτοια, δηλαδή πράγματι άξια να γίνουν δεκτά, από εκείνα που μόνο φαίνονται να είναι. Ο εριστικός είναι αυτός που ξεκινά από φαινομενικά ένδοξα και χρησιμοποιεί φαινομενικούς συλλογισμούς. Ήδη καταλαβαίνουμε τη σφραγίδα της ανεντιμότητας που ο Αριστοτέλης αποδίδει στον εριστικό συλλογισμό, ο οποίος —όπως βλέπετε— είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τον διαλεκτικό.

Αλλά ποια είναι η αξία αυτού του λόγου; Δηλαδή, αν όπως είπαμε η αποδεικτική, η πραγματική απόδειξη, είναι εκείνη που μας δίνει την αληθινή γνώση, που μας δίνει την επιστήμη, τότε αυτό το άλλο είδος μεθόδου, αυτό που ονομάζουμε διαλεκτική, ο διαλεκτικός συλλογισμός — γιατί συλλογισμός κι αυτός είναι; Διότι, αν ξαναγυρίσουμε στο αρχικό παράδειγμα: ο ένας θέτει το ερώτημα, «ζώο δίποδο, είναι αυτό ο ορισμός του ανθρώπου ή όχι;»· ας υποθέσουμε ότι ο συνομιλητής απαντά «ναι». Τότε ο πρώτος προσπαθεί να τον οδηγήσει στο να παραδεχτεί κάτι που είναι αντίθετο με αυτό που αρχικά αποδέχτηκε. Και πώς τον οδηγεί; Μέσω συλλογισμών: δηλαδή ξεκινώντας από ένδοξα και απευθύνοντας στον συνομιλητή του μια σειρά ερωτήσεων, για να αποσπάσει από εκείνον άλλες τόσες προκείμενες, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τα ένδοξα, να συναγάγει ένα συμπέρασμα αντίθετο με ό,τι ο ίδιος παραδέχτηκε.

Αν θέλουμε να έχουμε μια περίφημη, καλλιτεχνική μάλιστα, απεικόνιση αυτού του τρόπου, αρκεί να διαβάσουμε τους σωκρατικούς διαλόγους του Πλάτωνα, τους πρώτους πλατωνικούς διαλόγους, όπου ο Σωκράτης κάνει ακριβώς αυτή την εργασία: θέτει μια σειρά ερωτήσεων στους συνομιλητές του. Και ο Σωκράτης κάνει αληθινούς συλλογισμούς, γιατί από προκείμενες συμπεραίνει σε συμπεράσματα.

Ποια αξία έχει αυτή η δεύτερη διαδικασία από την άποψη της επιστήμης; Συνήθως λέγεται ότι δεν έχει καμία επιστημονική αξία, αλλά χρησιμεύει μόνο για να υπερισχύσει κανείς σε μια συζήτηση, μόνο για να πείσει ένα ακροατήριο· χρησιμεύει για να συζητά κανείς με δεξιοτεχνία, με επιδεξιότητα, για οποιοδήποτε θέμα. Στην πραγματικότητα όμως, ο Αριστοτέλης στα Τοπικά, στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο —δηλαδή στο κεφάλαιο δύο— διακρίνει διάφορες πιθανές χρήσεις της διαλεκτικής, ανάμεσα στις οποίες υπάρχει και μία που είναι κυρίως επιστημονική. Και σε αυτή θα ήθελα να εφιστήσω την προσοχή· γι’ αυτό θέλω να περάσω στο χωρίο 3, δηλαδή στο δεύτερο κεφάλαιο των Τοπικών 101a25: Ἐπόμενον δ’ ἂν εἰρημένοις εἰπεῖν πρὸς πόσα τε καὶ τίνα χρήσιμος ἡ πραγματεία.

Δηλαδή: «Συνεχίζοντας τα ειρημένα, πρέπει να πούμε για πόσα και ποια πράγματα η πραγματεία που κάνουμε είναι χρήσιμη.» Τι σημαίνει χρήσιμη; Chresimos σημαίνει «χρηστική», «χρησιμοποιήσιμη». Όπως και στα λατινικά utilis από το utor, «χρησιμοποιώ». Στα ιταλικά «utile» σημαίνει «χρηστικό». Άρα το να διερωτηθούμε για πόσα και ποια πράγματα η διαλεκτική είναι χρήσιμη σημαίνει να διερωτηθούμε ποια είναι τα δυνατά χρήση της. Και το θέμα του δεύτερου κεφαλαίου είναι ακριβώς οι χρήσεις της διαλεκτικής.

Ο Αριστοτέλης δηλώνει αμέσως: είναι χρήσιμη για τρία πράγματα: για τη «γυμναστική», για τις καθημερινές συζητήσεις που έχουμε με τους άλλους, και τέλος —συνήθως μεταφράζεται— για τις φιλοσοφικές επιστήμες. Η λέξη είναι epistemai, επιστήμες· δεν υπάρχει αμφιβολία. Στον Αριστοτέλη φιλοσοφία και επιστήμη είναι σχεδόν συνώνυμα, επομένως το να πει επιστήμαι κατά φιλοσοφίαν σημαίνει τις γνήσιες επιστήμες, τις επιστήμες με την ισχυρή έννοια.

Ε, λοιπόν, και για αυτές η διαλεκτική είναι χρήσιμη. Υπάρχει, επομένως, μια χρήση της διαλεκτικής εσωτερική προς τις επιστήμες. Άρα η επιστήμη δεν χρησιμοποιεί μόνο αποδείξεις, την apodeixis, αλλά και τη διαλεκτική.

Ας δούμε λοιπόν:
Πρώτη χρήση: η «γυμναστική». Δηλαδή η εξάσκηση, η άσκηση στη συζήτηση. Και αυτό είναι προφανές: αν έχεις μέθοδο, μπορείς πιο εύκολα να επιτεθείς σε ένα πρόβλημα που σου έχει τεθεί, όπως ο αθλητής που είναι γυμνασμένος μπορεί ευκολότερα να νικήσει στον αγώνα.

Δεύτερη χρήση: για τις συζητήσεις. Γιατί, έχοντας καταγράψει τις γνώμες των πολλών, θα συζητήσουμε μαζί τους όχι από ξένες προς αυτούς προκείμενες, αλλά από δόγματα που τους είναι οικεία. Εδώ οι συνομιλητές είναι οι πολλοί. Άρα μπαίνουμε στο πεδίο των συζητήσεων που μπορεί να γίνουν παντού: στο καπηλειό, στα δικαστήρια, στις πολιτικές συνελεύσεις. Αν ξεκινάμε από κοινές γνώμες, από ένδοξα, τότε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι συνομιλητές μας θα τις δεχτούν. Έτσι, θα είναι υποχρεωμένοι να δεχτούν και τα συμπεράσματα που θα συναγάγουμε από αυτές. Αυτό είναι η καθαρή και απλή διαλεκτική: η συζήτηση με οποιονδήποτε, όχι με ειδικούς, όπως έκανε ο Σωκράτης στην αγορά.

Τρίτη χρήση: πρὸς δὲ τὰς κατὰ φιλοσοφίαν ἐπιστήμας. Αυτή είναι η χρήση για τις φιλοσοφικές επιστήμες. Και εδώ ο Αριστοτέλης ξεχωρίζει δύο υποπεριπτώσεις:

3A: Η διαλεκτική είναι χρήσιμη γιατί, αν μπορούμε να αναπτύξουμε μια απορία (διαπορῆσαι) προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις (pros amphotera), τότε σε καθεμία από τις δύο (ἐν ἑκάστῳ) θα διακρίνουμε το αληθές και το ψευδές. Η διαλεκτική, λοιπόν, μας επιτρέπει να δούμε την αλήθεια και το ψέμα σε μια αντιθετική εναλλακτική. Αυτό εξηγεί γιατί είναι χρήσιμη στις επιστήμες.

3B: Η διαλεκτική είναι χρήσιμη και σε σχέση με τις πρώτες αρχές κάθε επιστήμης. Γιατί, αφού οι πρώτες αρχές είναι οι πρώτες όλων, δεν μπορούμε να τις αποδείξουμε ξεκινώντας από κάτι προηγούμενο —δεν υπάρχει τίποτα πριν από αυτές. Ο μόνος τρόπος είναι να προσεγγίσουμε τις αρχές «μέσω των ένδοξα». Αυτό είναι το ίδιον, το κατεξοχήν γνώρισμα της διαλεκτικής, που είναι εξεταστική, δηλαδή ανακριτική, ερευνητική· όπως ο ανακριτής που προσπαθεί να φέρει τον μάρτυρα σε αντίφαση για να δείξει ότι ψεύδεται.

Άρα η διαλεκτική είναι χρήσιμη στις επιστήμες για δύο λόγους: γιατί μας επιτρέπει να διακρίνουμε το αληθές από το ψευδές αναπτύσσοντας τις απορίες και γιατί μας οδηγεί στις αρχές, που είναι αληθείς. Συνεπώς, μας οδηγεί στην αλήθεια.

Όπως βλέπετε, δεν είμαστε καθόλου σε ξένο πεδίο προς την επιστήμη. Εδώ μπαίνουμε στην καρδιά της επιστήμης. Υπάρχει, λοιπόν, μια χρήση που θα την έλεγα «φιλοσοφική» με την ισχυρή έννοια· ένας επιστημονικός, επιστημολογικός τρόπος χρήσης της διαλεκτικής. Κι αυτό είναι κάτι που, κατά τη γνώμη μου, οι περισσότεροι μελετητές έχουν υποτιμήσει.

Στις επόμενες μέρες θα δούμε πόσο σημαντική είναι αυτή η χρήση, παρατηρώντας πώς ο Αριστοτέλης την εφαρμόζει στην πράξη στη Φυσική, στη Μεταφυσική, στην Ηθική και αλλού. Αλλά για σήμερα νομίζω φτάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: