Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022

Βλαντιμίρ Σολόβιεφ - Η Ρωσία και η Παγκόσμια Εκκλησία (2)

Συνέχεια από: Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2022

 Γεώργιος Η. Μπόρας


Η Αγγλική έκδοση του βιβλίου Russia and the Universal Church βρίσκεται εδώ.

IV

H Ρωσική διαφωνία. Η σχετική αλήθεια τού σχίσματος (Raskol). Mgr. (sic) Φιλάρετος τής Μόσχας και η αντίληψή του για την Παγκόσμια Εκκλησία.

Αν θέλουμε να δώσουμε το στίγμα τής Ορθοδοξίας από την άποψη τής Ρωσικής εθνικής ιδέας, η λογική μάς υποχρεώνει να αναζητήσουμε την πραγματική έκφραση αυτής τής ιδέας ανάμεσα στις εγχώριες αιρέσεις και όχι στο πεδίο της επίσημης Εκκλησίας, η καταγωγή της οποίας είναι Ελληνική και η οργάνωση της οποίας, δοσμένη από τον Πέτρο το Μέγα, είναι Τευτονική. Στερούμενο οποιασδήποτε συγκεκριμένης αρχής ή πρακτικής ανεξαρτησίας, το «Υπουργείο των Πνευματικών Υποθέσεων της Ορθοδόξου Κοινωνίας" (αναφέρεται στην Επίσημη Εκκλησία ειρωνικά) μπορεί να αναπαράγει μόνο τον αυτοκρατορικό κληρικαλισμό του Βυζαντίου τροποποιημένου από την χαλαρή καλόκαρδη φύση των δικών μας ανθρώπων και της Τευτονικής γραφειοκρατίας της διοίκησής μας. Εκτός από τις συγκεκριμένες αιτίες που παρήγαγαν το σχίσμα (Raskol), και οι οποίες έχουν μόνο ιστορική σημασία πλέον, μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι ο λόγος για την επιμονή του σχίσματος στο εσωτερικό της χώρας είναι η προφανής ανεπάρκεια της Ρωσικής Εκκλησιαστικής διοίκησης σε συνδυασμό με τις υπερβολικές αξιώσεις των σχισματικών. Αυτή η Εκκλησία, "δημιουργημένη" από τον Τσάρο, αν και εντελώς υποταγμένη στην κοσμική εξουσία και στερημένη από την εσωτερική ζωντάνια, παρά ταύτα κάνει χρήση της ιεραρχικής ιδέας ασκώντας πάνω στους ανθρώπους την απόλυτη εξουσία που δικαιωματικά ανήκει μόνο στην ανεξάρτητη Παγκόσμια Εκκλησία που ιδρύθηκε από τον Χριστό. Η κενότητα αυτής της στάσης, την οποία ο λαός περισσότερο διαισθάνεται παρά συνειδητά αναγνωρίζει, έχει οδηγήσει ένα κομμάτι των διαφωνούντων μας σε ατελέσφορες προσπάθειες στο να γίνει η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ανεξάρτητη από το κράτος, ενώ ένα άλλο και μεγαλύτερο τμήμα έχει ειλικρινά δηλώσει ότι η αληθινή Εκκλησία έχει εντελώς εξαφανιστεί από τον κόσμο από το έτος 1666 (περίοδος του σχίσματος), και ότι ζούμε κάτω από τον πνευματικό έλεγχο του Αντίχριστου, ο οποίος κατοικεί στην Αγία Πετρούπολη. Είναι ολοφάνερο γιατί οι υποστηρικτές της "Ρωσικής Ιδέας" φροντίζουν να κρατούν τις αποστάσεις τους από το σχίσμα ή να μην αναζητούν αυτήν την άπιαστη «Ιδέα» στην εν λόγω περίοδο. Υπάρχει ένα δόγμα το οποίο ισχυρίζεται ότι η Ρωσική Εκκλησία και η μοναρχία υπόκεινται στην απόλυτη εξουσία του Αντίχριστου και το οποίο αναβάλλει κάθε ελπίδα για μια καλύτερη διευθέτηση των ζητημάτων στο τέλος του κόσμου. Προφανώς δεν εναρμονίζεται πολύ καλά με ένα υπερβολικό πατριωτισμό, που εκπροσωπεί τη Ρωσία στην παρούσα περίοδο και την παρουσιάζει ως το δεύτερο Ισραήλ και τον Ρωσικό λαό ως τον εκλεκτό λαό του μέλλοντος.

Παρ' όλα αυτά, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι είναι ακριβώς αυτοί που θα ήθελαν να αναλάβει η Ρωσία μια θρησκευτική αποστολή καθόλα δική της, δηλαδή οι Σλαβόφιλοι, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να αγνοούν ή να υποτιμούν ένα σημαντικό ιστορικό φαινόμενο κατά το οποίο η θρησκευτική μεγαλοφυΐα του ρωσικού λαού έχει δείξει μια κάποια πρωτοτυπία. Από την άλλη πλευρά, σε ορισμένους από τους φιλελεύθερους και ριζοσπαστικούς μας "φιλοδυτικούς" κύκλους, ο εθνικός μας Προτεσταντισμός, παρά τις βάρβαρες μορφές που υιοθετεί, βρίσκει πρόθυμους υποστηρικτές που φαντάζονται ότι διακρίνουν σε αυτό (το σχίσμα) την υπόσχεση για ένα καλύτερο μέλλον για τον ρωσικό λαό. Εμείς οι ίδιοι, που δεν έχουμε λόγο ούτε να μειώσουμε ούτε να υπερεκτιμήσουμε αυτό το τυπικό φαινόμενο της θρησκευτικής μας ιστορίας, είμαστε σε θέση να το δούμε πιο αντικειμενικά. Δεν υποτιμούμε τη συμβολή που είχαν στην άνοδο του σχίσματος η βαθύτατη άγνοια, οι υπερ-δημοκρατικές τάσεις, και το πνεύμα της εξέγερσης. Εμείς δεν πρέπει, ως εκ τούτου, να προσβλέπουμε σε αυτό για μία οποιαδήποτε υψηλότερη αλήθεια ή οποιοδήποτε θετικό θρησκευτικό ιδεώδες. Παρ 'όλα αυτά, είμαστε υποχρεωμένοι να σημειώσουμε ότι υπήρξε πάντα μια σπίθα της θείας φωτιάς σε αυτήν την άξεστη, ακόμα και παράλογη πρόκληση των παθών του όχλου. Υπάρχει σε αυτό το κάψιμο δίψα για θρησκευτική αλήθεια, μία επιτακτική ανάγκη για μια πραγματική και ζώσα Εκκλησία. Ο εθνικός μας Προτεσταντισμός στοχεύει στους ελλιπείς τρόπους και στην ανικανότητα της εκκλησιαστικής διοίκησης και όχι στην καθεαυτή ουσία της ορατής Εκκλησίας. Ακόμα και το πιο προηγμένο τμήμα των «παλαιών μας πιστών", θεωρούν αναγκαία μια πραγματικά οργανωμένη Εκκλησία. Αφενός επειδή το έχουν στερηθεί αυτό, και αφετέρου διότι πιστεύουν οι ίδιοι ότι είναι ήδη υπό το κράτος του Αντίχριστου όταν η Εκκλησία ασκεί την εξουσία της κατ'αυτόν τον τρόπο. Αν και επιτρέπουν, στην άγνοια που τους οδηγεί, στο να μπερδεύουν τη Ρωσία με ολόκληρο τον κόσμο, εν τούτοις υπάρχει εκεί στον πάτο αυτών των παράδοξων σφαλμάτων η ιδέα ή το αξίωμα της ανεξάρτητης από το κράτος Εκκλησίας και συνδέεται στενά με την όλη οικεία κοινωνική ζωή των ανθρώπων -μια ελεύθερη, ισχυρή και ζωντανή Εκκλησία. Και αν οι διαφωνούντες μας δουν την επίσημη Εκκλησία, είτε Ρωσική είτε Ελληνική, χωρίς την ανεξαρτησία ή την ζωτικότητα, και δηλώσουν ότι, επομένως αυτή δεν είναι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, είναι τουλάχιστον συνεπείς στο σφάλμα τους.

Η αρνητική αλήθεια που εισάγεται από το σχίσμα παραμένει απρόσβλητη. Ούτε οι αιματηρές διώξεις των προηγούμενων γενεών, ούτε η καταπίεση της σύγχρονης γραφειοκρατίας, ούτε η επίσημη εχθρότητα των κληρικών μας έχει κάνει κάτι για να ανταποκριθεί στον αναπάντητο ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει πραγματικά πνευματική διοίκηση στην Ελληνο-Ρωσική Εκκλησία. Αλλά αυτό είναι δυνατόν να συμβεί τόσο, όσο η αλήθεια του εθνικού μας Προτεσταντισμού είναι σε θέση να το κάνει. Από τη στιγμή που οι "παλαιοί πιστοί" εγκαταλείπουν αυτή την απλή άρνηση και ισχυρίζονται ότι έχουν ανακαλύψει κάποια διέξοδο για τα θρησκευτικά τους ένστικτα ή ότι έχουν διαμορφώσει τη θέση τους για την Εκκλησία, πέφτουν σε προφανείς αντιφάσεις και παραλογισμούς που τους καθιστά εύκολο στόχο για τους αντιπάλους τους. Δεν είναι δύσκολο να ακολουθήσουν τους Popovtsy (Ενα μέτριο κόμμα που είχε ιερατείο και ακόμη, από το 1848, μια επισκοπή, της οποίας το κέντρο βρίσκεται στη Fontana Alba στην Αυστρία) αποδεικνύοντας ότι μια θρησκευτική κοινωνία που έχει για γενιές στερηθεί την επισκοπή και η οποία έχει μόνον εν μέρει ξαναβρεί αυτό το θεμελιώδες θεσμικό όργανο με τελείως αντικανονική διαδικασία δεν μπορεί να είναι η πραγματική συνέχιση της αρχαίας Εκκλησίας και ο μοναδικός φύλακας της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Δεν είναι λιγότερο εύκολο να αποδείξουν, απαντώντας στους Bespopovtsy (Ένα ριζοσπαστικό κόμμα που υποστηρίζει ότι η ιεροσύνη και όλα τα μυστήρια, με την εξαίρεση του Βαπτίσματος, είναι εντελώς ανύπαρκτα από το 1666), την άποψη ότι η βασιλεία του Αντίχριστου δεν μπορεί να είναι αόριστης διάρκειας, και ότι λογικά αυτοί οι διαφωνούντες θα πρέπει να αποκηρύξουν όχι μόνο την Εκκλησία του σήμερα αλλά και αυτήν των παλαιότερων καιρών, διότι σύμφωνα με τη γνώμη τους, αυτή καταστράφηκε κατά το σωτήριο έτος 1666. Όμως η Εκκλησία έναντι της οποίας οι πύλες της κόλασης έχουν επικρατήσει δεν μπορεί να είναι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού.

Θα λέγαμε ότι η μεγάλη ιστορική σημασία του σχίσματος, με τις χιλιάδες των μαρτύρων, είναι η διάθεση μαρτυρίας που γεννάται στο βάθος του θρησκευτικού συναισθήματος του ρωσικού λαού και το ζωηρό ενδιαφέρον που προκάλεσε, σε αυτό το λαό, με την θεοκρατική του αντίληψη περί Εκκλησίας. Αν, από τη μία πλευρά, υπάρχει μεγάλη χαρά διότι η πλειοψηφία του πληθυσμού έχει παραμείνει πιστή στην επίσημη Εκκλησία, η οποία, παρά την απουσία οποιασδήποτε νόμιμης εκκλησιαστικής διοίκησης, έχει τουλάχιστον διατηρήσει την αποστολική διαδοχή και την εγκυρότητα των μυστηρίων, από την άλλη πλευρά, θα ήταν αξιοθρήνητο αν ολόκληρος ο ρωσικός λαός ήταν ικανοποιημένος με αυτή την επίσημη Εκκλησία, όπως είναι. Αυτό θα ήταν μια πειστική απόδειξη ότι δεν υπάρχει θρησκευτικό μέλλον στο οποίο να μπορούμε να ελπίζουμε. Η σφοδρή και επίμονη διαμαρτυρία από αυτά τα εκατομμύρια των αγροτών είναι μία σοβαρή ένδειξη της μελλοντικής αναγέννησης της Εκκλησιαστικής ζωής μας. Αλλά ο κατ'ουσία αρνητικός χαρακτήρας αυτού του θρησκευτικού κινήματος αποτελεί επαρκή απόδειξη ότι ο ρωσικός λαός, όπως και κάθε άλλη ανθρώπινη δύναμη που αφήνει τους ιδίους πόρους της, είναι ανίκανος να πραγματώσει το ανώτατο ιδανικό του. Όλες αυτές οι προσδοκίες και οι δειλές κινήσεις προς μια αληθινή Εκκλησία δεν δείχνουν τίποτε περισσότερο από μια παθητική αντίδραση, τη στιγμή που η θρησκεία χρειάζεται μια πράξη ηθικής αναγέννησης η οποία να προέρχεται από μια ανώτερη πηγή παρά από το αμιγώς εθνικό και λαϊκό στοιχείο, αν θέλουμε να υλοποιηθεί αποτελεσματικά σε μια συγκεκριμένη οργανική μορφή το αίτημα για μία αληθινή Εκκλησία. Μπορούμε να δεχτούμε ότι η επίσημη Εκκλησία η οποία διοικείται από έναν κρατικό υπάλληλο δεν είναι τίποτα άλλο, παρά, ένα ακόμη κρατικό ίδρυμα, ένας μικρός κλάδος της γραφειοκρατικής διοίκησης. Αλλά η Εκκλησία που σκέφτηκαν οι διαφωνούντες μας θα ήταν, το πολύ, αποκλειστικά εθνική και δημοκρατική. Όμως είναι η ιδέα της Παγκόσμιας Εκκλησίας που λείπει κι από τις δύο πλευρές. Το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως σχετικά με την μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, αν και απαγγέλλεται σε κάθε Θεία Λειτουργία και αναφέρεται σε κάθε Βάπτιση, παραμένει νεκρό γράμμα τόσο για την "Ορθοδοξία" των "παλαιών πιστών" όσο και για την "άρχουσα Εκκλησία". Για τους "παλαιούς πιστούς", η Εκκλησία είναι το Ρωσικό έθνος - στο σύνολό του, μέχρι την περίοδο του πατριάρχη Νίκων, καθώς κι εκείνο το τμήμα του λαού το οποίο, από την εποχή εκείνη, έχει παραμείνει πιστό στο παλαιό εθνικό τυπικό.

Όσον αφορά τους θεολόγους της επίσημης Εκκλησίας, θα λέγαμε ότι οι ιδέες τους σχετικά με το θέμα είναι τόσο ασαφείς όσο αλλοπρόσαλλοι είναι οι ίδιοι. Αλλά το χαρακτηριστικό, με διάφορες παραλλαγές, που είναι σταθερό και κοινό σε όλους τους, παρά τις διαφορές τους, είναι η απουσία θετικής πίστης στην Παγκόσμια Εκκλησία. Εδώ, για να περιοριστούμε σε ένα μόνο συγγραφέα, ο οποίος αξίζει όσο ένα πλήθος άλλων, θα αναφέρουμε την θεωρία της Εκκλησίας, την οποία ανέπτυξε ο Αρχιεπίσκοπος Φιλάρετος, ο άξιος Μητροπολίτης Μόσχας, σε ένα από τα σημαντικότερα έργα του. Γράφει: "Η αληθινή χριστιανική Εκκλησία περιλαμβάνει όλες τις ιδιαίτερες εκκλησίες που ομολογούν τον Ιησού Χριστό ενσαρκωμένο. Το δόγμα όλων αυτών των θρησκευτικών κοινωνιών είναι ουσιαστικά η ίδια θεία αλήθεια. Αλλά μπορεί να αναμειγνύεται με τις απόψεις και τα λάθη των ανθρώπων. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει στη διδασκαλία αυτών των επιμέρους Εκκλησιών κανένας τονισμός για την καθαρότητα του δόγματος (αν έχει δηλαδή μεγαλύτερη ή λιγότερη καθαρότητα). Το δόγμα της Ανατολικής Εκκλησίας είναι καθαρότερο από τα υπόλοιπα, πράγματι, μπορεί να αναγνωριστεί ως απολύτως καθαρό, διότι δεν συνδέει την θεία αλήθεια με κάθε ανθρώπινη άποψη. Ωστόσο, ενόσω κάθε θρησκευτική κοινωνία προσπαθεί να τελειοποιήσει την καθαρότητα της πίστης της και το δόγμα, δεν αρμόζει σε μας να κρίνουμε τους άλλους, αλλά μάλλον να αφήσουμε την τελική απόφαση για το Πνεύμα του Θεού που καθοδηγεί τις εκκλησίες."

Αυτή είναι η γνώμη του δασκάλου Φιλάρετου και η πλειοψηφία των Ρώσων κληρικών συμφωνεί μαζί του. Το εύρος και ο διαλλακτικός χαρακτήρας αυτής της άποψης δεν μπορεί να αποκρύψει βασικά ελαττώματα της. Η αρχή της ενότητας και της καθολικότητας της Εκκλησίας εκτείνεται μόνο, όπως φαίνεται, στα κοινά σημεία της χριστιανικής πίστης των επιμέρους εκκλησιών , δηλαδή στο δόγμα της ενσάρκωσης. Αυτή η πραγματικά θεμελιώδης πίστη στον Ιησού Χριστό, τον Θεάνθρωπο, δεν θεωρείται ως ο ζωντανός και γόνιμος σπόρος μιας περαιτέρω ανάπτυξης. Ο θεολόγος της Μόσχας, μάλλον, θα έβλεπε σε αυτήν την τελική ενότητα του χριστιανικού κόσμου και τη μόνη ενότητα που θεωρείται αναγκαία. Θα ήταν ευτυχής στο να αγνοήσει τις διαφορές που υπάρχουν στην χριστιανική θρησκεία και να δηλώσει ο ίδιος ικανοποιημένος με την καθαρά θεωρητική ενότητα που προκύπτει. Πρόκειται για μια ενότητα που βασίζεται σε μία ευρεία αλλά ανούσια αδιαφορία, πράγμα που σημαίνει ένα μη οργανικό δέσιμο, το οποίο δεν απαιτεί μια δραστική φιλία μεταξύ συγκεκριμένων Εκκλησιών. Η Παγκόσμια Εκκλησία έχει μειωθεί σε μια λογική ιδέα. Τα μέρη της είναι πραγματικές εκκλησίες, αλλά το σύνολο δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια υποκειμενική αφαίρεση. Ακόμα κι αν δεν ήταν πάντα έτσι, ακόμη κι αν η Εκκλησία στο σύνολό της, ήταν κάποτε ένα ζωντανό σώμα, ωστόσο αυτό το σώμα είναι σήμερα βορά στο θάνατο και τη διάλυση. Είναι μόνο η ύπαρξη των ξεχωριστών τμημάτων που είναι πραγματικά ξεκάθαρη μπροστά στα μάτια μας, ενώ η ουσιαστική ενότητά τους έχει εξαφανιστεί στη σφαίρα του αόρατου κόσμου.

Αυτή η ιδέα της "νεκρής Εκκλησίας" δεν είναι απλά το λογικό συμπέρασμα, το οποίο πιστεύουμε ότι είναι υπονοούμενο στις προτάσεις που προέβαλε ο αναγνωρισμένος θεολόγος μας. Έχει κοπιάσει για να μας περιγράψει την Παγκόσμια Εκκλησία, όπως την αντιλαμβάνεται, με τη μορφή ενός άψυχου σώματος που αποτελείται από ετερογενή και διαφορετικά στοιχεία. Είχε ακόμη την έμπνευση να αντιστοιχίσει στην Εκκλησία του Χριστού και στα στάδια της ιστορικής ύπαρξης της, το άγαλμα-είδωλο που είδε σε όραμα ο Δανιήλ και καταγράφεται στο βιβλίο του. Η χρυσή κεφαλή του ειδώλου είναι η "παλαιοχριστιανική εκκλησία", το στήθος και τα χέρια από άργυρο δηλώνουν "την Εκκλησία η οποία αυξάνεται σε ισχύ και εύρος" (η εποχή των μαρτύρων), το ορειχάλκινο στομάχι είναι "η Εκκλησία της ευημερίας" (ο θρίαμβος του Χριστιανισμού και η εποχή των μεγάλων Διδασκάλων). Τέλος, η Εκκλησία της εποχής μας, "η Εκκλησία σε κατάσταση διαίρεσης και διασπασμένη", αντιπροσωπεύεται από τα δύο πόδια με τα δάχτυλα τους, στα οποία η άργιλος είναι αναμειγμένη με σίδηρο από τα χέρια των ανθρώπων. Η σοβαρή αποδοχή αυτού του δυσοίωνου σύμβολου θα σήμαινε την άρνηση του ενός, διότι η Εκκλησία του Θεού ιδρύθηκε αλάνθαστη και ανίκητη για να διαρκέσει για όλες τις γενιές. Ο συγγραφέας το αντιλήφθηκε, και στις επόμενες εκδόσεις του έργου του, έσβησε το σύνολο αυτής της αλληγορίας, αλλά δεν βρήκε τίποτα να βάλει στη θέση της. Πρέπει, εντούτοις, να ομολογηθεί ότι στον περιορισμό της εφαρμογής αυτού του συμβόλου, στην επίσημη Ελληνο-Ρωσική Εκκλησία, ο διακεκριμένος αντιπρόσωπος αυτού του οργάνου επέδειξε οξύνοια και αμεροληψία. Σίδηρος και πηλός αναμειγνύονται με το χέρι του ανθρώπου - η βία και η ανικανότητα και μια τεχνητή ενότητα που χρειάζεται μόνο ένα σοκ για να μετατραπεί σε σκόνη: χωρίς αλληγορία θα μπορούσε να απεικονίσει καλύτερα την πραγματική κατάσταση των αναγνωρισμένων Εκκλησίας μας.

Συνεχίζεται

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ, ΤΟΥ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ. ΤΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΠΟΥ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗΚΑΝ ΟΙ ΣΟΦΙΟΛΟΓΟΙ ΔΕΝ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΚΑΜΜΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ Θ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΗΔΗ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ. Η ΠΡΟΧΕΙΡΗ ΛΥΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΑΠΕΤΥΧΕ ΗΔΗ. 

Ο ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΘΕΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΥ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΦΩΤΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΟΔΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΡΑ ΤΙΣ ΕΠΙΣΗΜΕΣ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΟΜΩΣ ΜΑΚΡΥΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΣΩ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΠΟΥ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΠΟΝΕΚΡΩΘΗΚΕ. ΜΟΝΗ ΜΑΣ ΕΥΧΗ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΥ ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ναι, πράγματι! Το ψέμμα, όσο κι αν ελίσσεται και μεταμορφώνεται και αλλάζει εξωτερικά για να πετύχη, καταστρέφει ταυτόχρονα τον εαυτό του! Το αγαθό, το αληθινό και το ωραίο υπάρχουν εξαρχής μέσα στη Δημιουργία, κι αν είναι δύσκολη η διαδρομή, και δύσβατοι πολλές φορές ή και πάντοτε οι δρόμοι, η δύναμη της Αληθείας είναι πάντοτε μεγαλύτερη και νικά, λόγω της απέραντης φιλανθρωπίας και του απεράντου ελέους του Θεού προς το πλάσμα του, όπως το φανερώνει ολόκληρη η εκκλησιαστική μας ιστορία... Αρκεί να μη γονατίση ο κάθε πιστός, να μην παραδώση την ψυχή του και τα ιερά και τα όσια... Ο βίος αυτός είναι πάντα ένα "πέρασμα", και κανείς δεν μπορεί να μας πάρη τον θησαυρό της καρδιάς μας, αν δεν τον παραδώσουμε εμείς οι ίδιοι... Όπως το φανερώνουν άλλωστε συνεχώς τα νέφη των Αγίων και Μαρτύρων της πίστεώς μας...