Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (154)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2022


                                          Jacob Burckhardt
                                               ΤΟΜΟΣ 3ος
                         ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ
: ΟΙ ΠΛΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
                                     IΙ. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

   3. Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Θα επιχειρήσουμε να αγγίξουμε τώρα το αποτύπωμα αυτής της καλλιτεχνικής σωφροσύνης των Ελλήνων στην αρχιτεκτονική· εδώ οι Έλληνες αποφάσισαν, γεγονός ανεπανάληπτο σε όλη την ιστορία της τέχνης, να περιορίσουν την κατάκτηση της απόλυτης τελειότητας σε ένα μόνο αρχιτεκτονικό είδος: το ναό, του οποίου όλα τα υπόλοιπα αρχιτεκτονικά στοιχεία υπήρξαν απλώς δάνεια, ή στον οποίο εν μέρει υποτάχθηκαν. Οι αίθουσες, οι αυλές, οι στοές και τα περιβάλλοντα κτίσματα, σε λιτή μορφή, είναι απολύτως δευτερεύοντα· το αρχιτεκτονικό πρότυπο του ναού είναι ένα πρότυπο απολύτως ομοιογενές. Πώς όμως το έθνος κατέληξε στην επιλογή αυτής της μορφής ;

Το σημαντικότερο λατρευτικό τμήμα του ελληνικού ναού δεν είναι το κτίσμα, αλλά ο υπαίθριος βωμός όπου τελούνται οι θυσίες. Οι βωμοί που αναγέρθηκαν σε υψώματα (αφιερωμένοι συνήθως στον Δία), και όπου συσσωρεύονταν στάχτες από πλήθος θυσιών, δεν περιλάμβαναν κανένα επιπλέον κτίσμα. Εκεί όμως που στους αρχαίους χρόνους κατασκευάστηκαν ιερά κτίσματα η μορφή και ο διάκοσμος υπερέχουν κάθε σύγχρονης ανθρώπινης σύλληψης. Παρότι οι αρχαιότερες ιερές τοποθεσίες γνωστές για τη συρροή επισκεπτών υπήρξαν τα Μαντεία, η αρχική ιδέα προέλευσής τους ανήκει σε τοποθεσίες που δεν είχαν επιλεγεί αλλά προϋπήρξαν, με τη μορφή κάποιας θεμελίωσης, ή ενός απλού τείχους περίφραξης μιας βαθειάς ρωγμής, ή ενός ιερού σπηλαίου. Η ελεύθερη επιλογή του τόπου και η κατασκευή ενός ιερού τεμένους απ’ ευθείας στο έδαφος, που υπήρξε προϋπόθεση για όλες τις μετέπειτα πολύπλοκες κατασκευές, συνδέεται πιθανόν με την εξέλιξη της αντίληψης περί των θεών. Σε κάποια δυσπροσδιόριστη εποχή, ο ιερός χώρος έλαβε την ονομασία της «κατοικίας» του θεού (ναός), και υποθέτουμε ότι έκτοτε απέκτησε μορφή κλειστού οικοδομήματος, ενός είδους κελιού, το οποίο αρχικά, σύμφωνα με την παράδοση αποτελείτο από πρόχειρα υλικά, όπως μια σκηνή ή μια καλύβη, μέχρι την ημέρα που η τέχνη έδωσε στο κτίσμα τη μορφή μνημείου, και του πρόσφερε τη μεγαλειώδη μεταμόρφωση που γνωρίζουμε.

Παράλληλα με όλες αυτές τις υποθέσεις, τις οποίες η ιστορία τής αρχαίας τέχνης μας προσφέρει σε αφθονία, ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε μια ακόμη σχετικά με τον περίπτερο ναό και τον επιμήκη σηκό που περιβάλλεται από κίονες. Η μορφή του συνιστά δημιουργία του ίδιου του λαού ο οποίος δεν χρειάστηκε να δανειστεί κανένα στοιχείο από την Ασία ή την Αίγυπτο και τους περίπτερους ναούς τους. Αρχικά είχε τη μορφή κτίσματος κατασκευασμένου αποκλειστικά από ξύλο, όπως μια ξύλινη κατοικία, με μια στοά από κορμούς δέντρων, σε εποχή που η Ελλάδα ήταν πλούσια σε δάση. Μια μακρινή παράδοση αυτής της εποχής, στην οποία αναφέρεται και ο Πλάτων, και όχι απλώς ως ποιητής, υπήρχε ακόμη στην Αττική: μια χώρα αποψιλωμένη που η βλάστησή της πλησιάζει στο τέλος της· απολιθωμένη, δεν είναι πλέον παρά ο σκελετός ενός ασθενούς σώματος· οι άλλοτε πλούσιοι σε δάση λόφοι της μπορούν πλέον μόνο τις μέλισσες να θρέψουν · βλέπουμε βωμούς δίπλα σε πηγές, μόνο που αυτές έχουν πια ξεραθεί· υπάρχουν όμως ακόμη εντυπωσιακά στεγασμένα μνημεία από κορμούς δέντρων που κόπηκαν πρόσφατα.

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ο σηκός χτίστηκε εξαρχής με πέτρες, η στοά, ή πτέρωμα που τον περιέβαλε στο σύνολό της και η οροφή ήταν από ξύλο. Εξ άλλου, σε όλους τους λαούς, οι κίονες, ή οι στρογγυλοί στυλοβάτες δεν μπορούσαν να έχουν διαφορετική προέλευση από τους κορμούς των δέντρων, και μάλιστα η πέτρινη στοά δεν θα ήταν δυνατόν να κατασκευαστεί σε εποχή που οι λιθοξόοι ήταν σπάνιοι και ακόμη αδέξιοι. Οι επιτύμβιες στήλες των Μυκηνών δεν είναι παρά η πρωτόγονη εκδοχή μιας τέχνης που την ίδια εποχή εμφανιζόταν πολύ πιο τελειοποιημένης σε ότι αφορά το μέταλλο· η Τίρυνθα κυρίως, (σύμφωνα με τις ανασκαφές του Σλήμαν), αποτελεί δείγμα μιας ταυτόχρονης γνώσης της μηχανικής τοποθέτησης γιγαντιαίων λίθινων όγκων, και (σε σχέση με τον εσωτερικό διάκοσμο) της εγκατάστασης ξύλινων κιόνων, των οποίων τα πέτρινα υποστυλώματα, σε κυκλικό σχήμα, υπάρχουν ακόμη. Σχετικά με το Ηραίον της Ολυμπίας, του οποίου όπως γνωρίζουμε οι ξύλινοι κίονες αντικαταστάθηκαν σταδιακά από πέτρινους, καθώς και σε σχέση με άλλα υπολείμματα ξύλινων κατασκευών, μπορεί να ανατρέξει κανείς στις υπάρχουσες πηγές.

Η ξύλινη υποδομή επέτρεπε μιαν ευρεία διάταξη των κιόνων, και οι μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους όπως στην ετρουσκική κατασκευή βασίστηκαν σε αυτό το μοτίβο. Αλλά στους Έλληνες οι αποστάσεις μεταξύ των ξύλινων κιόνων ήταν πολύ μικρές, και στον βαθμό που προσφέρονταν τα δάση, υπήρχε ενίοτε στους δίπτερους ναούς μια διπλή σειρά. Γενικά όμως, στις ξύλινες κατασκευές, ο εξάστυλος ναός, με έξη κίονες στη κεντρική πρόσοψη και δώδεκα σε κάθε πλευρά, ήταν η συνήθης μορφή ναού όπως συγκροτήθηκε. Ο πρόστυλος και ο αμφιπρόστυλος ναός δεν είναι πρωτόγονες μορφές, αλλά συντομεύσεις, περιορισμοί και απλοποιήσεις αυτού του τελευταίου, ενώ οι προγενέστεροι ναοί μπορεί να υπήρξαν το αρχαιότερο πρότυπο για τους μικρούς ιερούς τόπους. Στο ερώτημα ποιος ήταν ο σκοπός, η βασική χρησιμότητα της στοάς, θα πρέπει να αναφέρουμε κατ’ αρχάς την έκθεση των αναθημάτων, διότι οι προσφορές ήταν πάντοτε πλουσιοπάροχες, και κυρίως του οπλισμού που είχε κατασχεθεί από τον εχθρό, και όχι ασφαλώς η προστασία από τη βροχή, όπως φαντάζεται ο Βιτρούβιος.

Ο συνήθης ξύλινος ναός, χάρη στην αρμονία της μορφής του, περικλείει, όπως ένας θαμμένος στη γη σπόρος, τη δυνατότητα έκφρασης του συνολικού μελλοντικού κάλλους· ο σηκός αποτελεί τον πυρήνα, οι κίονες και η ξυλοδομή το ιδανικό περικάλυμμα· ένας παρότι σχετικά μικρός ναός μορφοποιεί κάτι μεγάλο και επιβλητικό. Το οίκημα αναδεικνύεται εξαρχής με όλη τη μεγαλοπρέπεια και την πληρότητά του· έχουμε την εντύπωση ότι η εξάστυλη μορφή έδωσε στο ναό την δυνατότητα να γίνει το επίκεντρο του όλου αρχιτεκτονήματος. Όσο σημαντική και αν υπήρξε η αξία της, η αναζήτηση μιας καθαρά αισθητικής κορύφωσης δεν έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο. Η μορφή αυτής της κατασκευής δεν γεννήθηκε και δεν διαδόθηκε επίσης υπό την επίδραση ενός ιερατείου, διότι κάτι τέτοιο δεν υπήρξε, ούτε υπό την επιρροή κάποιου εξαναγκασμού, αλλά προφανώς από μια λαϊκή θρησκευτική ώθηση, για την οποία αγνοούμε σχεδόν τα πάντα. Δημιουργήθηκε και διαδόθηκε με τέτοια ορμή, ώστε οι δωρικές και ιονικές εκδοχές της να μπορέσουν στη συνέχεια να εκφραστούν με την ίδια ένταση. Στους κόλπους ενός λαού μοιρασμένου σε πολλά διαφορετικά Κράτη η εξέλιξη αυτή ήταν μοναδική και απρόσμενη · οι κατασκευές που προϋπήρξαν παραχώρησαν αθόρυβα τη θέση τους στη νέα μορφή του ναού, αφήνοντας πίσω τους ελάχιστα δείγματα. Και ο περίπτερος ναός στον οποίο συγκεκριμενοποιήθηκε η τελική μορφή του ελληνικού ναού, από τη στιγμή που κυριάρχησε, δεν επέτρεψε καμιά μεταγενέστερη καινοτομία. Υπήρξαν οπωσδήποτε «Θερσίτες» που ισχυρίστηκαν ότι γνωρίζουν κάτι διαφορετικό, κάτι «ιδιοφυέστερο», αλλά δεν εισακούστηκαν. Αναδυόμενος από τα μύχια της λαϊκής ψυχής σε μια καίρια για την ύπαρξή της στιγμή, υπήρξε καρπός απαράμιλλης ωριμότητας και καθολικής αξίας. Σε καμία εποχή και σε κανένα άλλο λαό δεν προσφέρθηκε η δυνατότητα μιας παρόμοιας δημιουργίας.

Η αντικατάσταση του ξύλου από την πέτρα, αρχικά μερική και αργότερα πλήρης (εκτός από την οροφή και τη στέγη), ολοκληρώθηκε από νωρίς· όταν οι Έλληνες, από τον 8ο αιώνα, επεκτάθηκαν στις αποικίες, ο περίπτερος πέτρινος ναός ήδη συνυπήρχε ως πρότυπο, όπως τον συναντάμε σε μια ιδιαίτερα αρμονική μορφή, στους αρχαιότερους ναούς της Σικελίας. Το ίδιο συμβαίνει και στον Πόντο, στην Κυρήνεια, στη Νότια Γαλατία, παντού όπου εγκαταστάθηκαν Έλληνες. Όταν τα προσφερόμενα υλικά μέσα ήταν περιορισμένα, ένα πέτρινο κτίσμα αυτής της μορφής προσφερόταν ως εφικτός στόχος· διατηρώντας πάντοτε τους κανόνες των αναλογιών, υπήρχε μια απόλυτη ελευθερία στην επιλογή των διαστάσεων, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατός ο υπολογισμός και ο έλεγχος των δαπανών και της διάρκειας των εργασιών, ώστε το έργο να είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί σε χρονικό διάστημα μιας μόνο γενιάς.

Οι Έλληνες παρέμειναν τόσο πιστοί σ’ αυτό το πρότυπο, ώστε, τόσο κατά την δημιουργία μιας νέας πόλης, όσο και με την πάροδο των ετών, είτε ανέγειραν μικρούς ατομικούς ναούς, είτε ολόκληρα συγκροτήματα, διατήρησαν μιαν ανάλογη και σχεδόν ομοιόμορφη τεχνοτροπία, χωρίς να θελήσουν να την τροποποιήσουν. Περισσότερο από ποτέ άλλοτε και από οπουδήποτε αλλού, στη νικήτρια και υπερχειλίζουσα από φιλοδοξία Αθήνα, την επομένη των Μηδικών πολέμων και στη διάρκεια της ανοικοδόμησης της πόλης, λίγο έλλειψε να επικρατήσουν νέες μορφές ναών, σχέδια στη βάση διαφορετικών συνθέσεων κ. τ. λ. αλλά αντ’ αυτού παρατηρούμε μια πλήρη άνθηση του υφιστάμενου προτύπου. Το πνεύμα του νεωτερισμού, που σε άλλους τομείς διέπρεψε, εδώ αναγκάστηκε να πατήσει φρένο.

Δεν πρόκειται να αναλωθούμε σε εικασίες σχετικά με τις ιδιαίτερες μορφές της αρχαίας ξύλινης κατασκευής, ή τους ενδεχόμενους χρωματισμούς, σχετικά με τη διακόσμηση ή την επένδυση της τοιχοποιίας, και ακόμη λιγότερο με τις νεότερες ερμηνείες που αφορούν στην ανάμειξη της πέτρας με αυτά τα στοιχεία. Σχετικά μ’ αυτές τις τελευταίες, η αντιπαράθεση μεταξύ εντυπώσεων και αντικειμενικής πραγματικότητας θα συνεχίσει πιθανότατα να εκτυλίσσεται, όπως και η συζήτηση σχετικά με το τί αποκαλείται μετατόπιση των μορφών, καθαρός μιμητισμός, ελεύθερος συμβολισμός, καθώς και με όλο το πεδίο των σχετικών εννοιολογικών αποχρώσεων. Η ιδιαίτερη άποψη που προτείνουμε εδώ για την προέλευση της συγκεκριμένης αυτής μορφής του ναού δεν έχει καμιά ελπίδα να γίνει αποδεκτή στο άμεσο μέλλον, ίσως όμως να επηρεάσει κάπως ορισμένους αναγνώστες. Διότι όταν ένα φαινόμενο, όπως αυτό, υπερβαίνει κάθε είδους πληροφόρηση, καθιστά δυνατές τις υποθέσεις – όπως αυτή που καταθέτουμε εδώ, ή και οποιαδήποτε άλλη –.

Το ζήτημα είναι ότι από τη στιγμή που ο ναός προσέλαβε την οριστική του μορφή καθορίστηκε ταυτόχρονα και ο απόλυτα συγκεκριμένος προορισμός του, χάρη σε μια συνδυασμένη και αδιαχώριστη επιρροή, αφ’ ενός της εκτίμησης που απολάμβανε η εξοικείωση με το παρελθόν, αφ’ ετέρου της συνείδησης ότι επρόκειτο για μια δημιουργία που όφειλε να αναδειχθεί ως τέλεια και απαράμιλλη στο είδος της, και τέλος του σεβασμού προς την παράδοση μέσα στην οποία εντάχθηκε η τέχνη ακολουθώντας την ποίηση, της οποίας επίσης η μετάβαση από ένα αρχαιότερο σε ένα νεότερο είδος συνοδευόταν συνήθως από ακραία περίσκεψη. Ο προορισμός του ελληνικού ναού ήταν εντελώς διαφορετικός από τους αφιερωμένους στους αγίους, οι οποίοι στους αρχαίους Έλληνες αντιστοιχούσαν στους τάφους των ηρώων· δεν αποτελούσε επίσης κενοτάφιο για επιφανείς, προοριζόμενο να εξελιχθεί σε ένα οίκημα με ανυψωμένο χοροστάσιο και περιμετρικούς διαδρόμους με παρεκκλήσια, όπως ο μεσαιωνικός ναός· δεν προοριζόταν ούτε καν για λατρευτικές τελετές, διότι όλες οι σημαντικές θυσίες τελούνταν στον βωμό που βρισκόταν στον περίβολο, ενώ μέσα στον κυρίως ναό υπήρχε ενίοτε μόνο ένας μικρός βωμός θυμιαμάτων · αποτελούσε, όπως είπαμε, την αποκλειστική κατοικία της θεότητας (ναός από το αρχαίο ρήμα ναίω = κατοικώ), και επειδή είχε συνήθως μικρό μέγεθος όλες οι παρεμβάσεις γινόντουσαν περιμετρικά. Γι’ αυτό το λόγο η στοά που περιβάλει το ναό, το πτέρωμα, που αποτελεί μια πολύ πιο προσφιλή και οικεία παραλλαγή του τείχους, επεκτάθηκε με την προσθήκη μιας δεύτερης κιονοστοιχίας, σχηματίζοντας το δίπτερο. Αλλά οι ναοί για τους οποίους προσφέρονταν ο απαραίτητος χώρος και τα μέσα κατασκευής τους, είναι στην βασική τους μορφή επιμήκεις και περίπτεροι, με ένα αριθμό πλευρικών κιόνων που ξεπερνούν κατά το ήμισυ περίπου τον αριθμό των κατά μέτωπο κιόνων, ενώ όλες οι υπόλοιπες κατασκευές, όπως ο ναός των Δελφών, οι ναοί με βωμούς στην είσοδο ενός σπηλαίου, και οι ναοί που ήταν αφιερωμένοι σε δύο θεότητες, αποτελούν εξαιρέσεις· δεν έχουμε επίσης πολλά δείγματα κυκλικού ναού εκτός από κάποια μικρά, μάλλον διακοσμητικά κτίσματα, όπως το μνημείο του Λυσικράτους (γνωστό ως Φανάρι του Διογένη, στην Πλάκα), και μερικά σπάνια κτίσματα, όπως ο Θόλος ή Πρυτανείο στην Αθήνα, το Φιλιππείο στην Ολυμπία κ.τ.λ.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: