Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020

Η ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (2) (Payback 2009).

 Συνέχεια από:Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

Η ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ 

Πώς (να συνεχίσουμε να) σκεφτόμαστε στην ψηφιακή εποχή!

Του Frank Schirrmacher. (Payback, 2009).

Κεφάλαιο 1.(συνέχεια)        

          Προσφάτως ο φιλόσοφος Daniel Dennet, σε ένα άρθρο γραμμένο για το “New York Times”, εξήγγειλε θαυμαστά το είδος τής διανοητικής αυτοκατηγορίας. Και από αυτόν μπορούμε να μάθουμε: “Δεν είμαστε μία μειονότης, πολύ πιθανώς είμαστε η πάσχουσα πλειοψηφία”. Είμαστε παντού. Θα μπορούσαμε να είμαστε οι αδελφοί σας και οι αδελφές σας, οι γιοί και οι θυγατέρες. Είμαστε νοσοκόμες και γιατροί, αστυνομικοί και δάσκαλοι, δημοσιογράφοι και επιστήμονες. Είμαστε ήδη στα άσυλα και στα σχολεία. Και κάθε μέρα γινόμαστε περισσότεροι.

          Είναι μία πρόοδος που δεν έχει το ίσο της. Είναι μία πρόοδος όπου ανταγωνίζονται μεταξύ τους όχι μόνον η βλακεία αλλά και οι έξυπνοι. Εάν επρόκειτο για βλακεία και χάσιμο χρόνου, για τον εξευτελισμό τού ανθρώπινου όντος και της εξυπνάδας του, για το άδειασμα των καλύτερων ιδιοτήτων αυτού που κοιτάζει, τότε θα έφτανε μία ματιά στα σκουπίδια τών προγραμμάτων τής ιδιωτικής τηλεόρασης. Μαζί με την IBM, ο Clay Shirky, επιστήμων τής επικοινωνίας, Αμερικάνος, αξιολόγησε τήν διανοητική προσπάθεια με κάποια ακρίβεια : ολόκληρο το σχέδιο τής Wikipedia μετρώντας κάθε γραμμή σε όλες τις γλώσσες, φτάνει τίς 98 εκατομμύρια ώρες ανθρώπινης σκέψης. Πρόκειται για έναν γιγάντειο αριθμό, ο οποίος όμως μειώνεται κατά πολύ εάν υπολογίσουμε ότι εξισούται με το σύνολο τής διαφημίσεως που βλέπεται στην τηλεόραση μόνον σε ένα week end από όλους τους Αμερικάνους τηλεθεατές. Εκείνα τα 98 εκατομμύρια ώρες τής Wikipedia είναι αυτό που ο Shirky ονομάζει surplus cognitivo (υπερβάλλουσα γνώση). Όποιος κάνει λόγο για την ψηφιακή εποχή δεν μιλά μόνον για ένα μέσο. Μιλά για μία βιομηχανία σκέψεων. Στο Internet θα υπάρχει επίσης πολύ βλακεία, αλλά υπάρχουν και καταπληκτικές διάνοιες, όχι μόνον στα κείμενα αλλά επίσης και ιδιαιτέρως στους αόρατους κωδικούς τού κομπιούτερ που μας οδηγούν. Πίσω από εκείνες τις σκοτεινές συντομεύσεις τού κειμένου κρύβονται οι αληθινοί “διευθυντές δικτύου” τής ζωής μας. Ανάμεσα τους υπάρχουν μερικά από τα πιο έξυπνα άτομα τού κόσμου.

          Κανένας δεν αμφιβάλλει πλέον ότι εισήλθαμε σε μία νέα εποχή, αλλά οι αμφιβολίες γύρω από πού μας οδηγεί αυξάνουν καθημερινώς.

  

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος (6)

                                                       

ΠΕΡΙ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Ο ΛΙΘΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ.
Συνέχεια από: Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

12. Κοινές είναι λοιπόν στην μόνην αγία και προσκυνητή Τριάδα και οι θείες δυνάμεις και ενέργειες, δια των οποίων ο Θεός ενοικεί και εμπεριπατεί στους άξιους κατά την επαγγελία, ενεργών και γνωριζόμενος δι’ αυτών. Ως πηγή των θείων αυτών ενεργειών θεολογείται όχι μόνον ο Πατήρ και ο Υιός, αλλά και το άγιο Πνεύμα, όπως λέγει και ο Μέγας Βασίλειος στα αντιρρητικά του κεφάλαια “Περί του άγιου Πνεύματος” γράφων: «οι δε ενέργειες του Πνεύματος ποιές είναι; Άρρητες μεν ως προς το μέγεθος, αναρίθμητες δε ως προς το πλήθος». Και πάλιν: «εις το άγιο Πνεύμα όλα είναι τέλεια˙ αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, σοφία, σύνεσις, βουλή, ασφάλεια, ευσέβεια, γνώσις, απολύτρωσις, πίστις, ενεργήματα θαυμάτων, χαρίσματα ιαμάτων και τα παραπλήσια με αυτά. Δεν έχει τίποτε ἐν ἑαυτῷ επίκτητο, αλλά ἀϊδίως τα έχει όλα, ως Πνεύμα Θεού προελθών εξ αυτού, έχον αίτιον ἑαυτῷ ως πηγή εαυτού και πηγάζον από εκεί. Είναι δε και αυτό πηγή των προαναφερθέντων αγαθών. Αλλά το μεν ἐκ Θεοῦ πηγάζον είναι ενυπόστατο, τα δε πηγάζοντα εξ αυτού είναι ενέργειες αυτού». Αυτά δε είναι τα γνωριστικά τῆς θείας φύσεως καυχήματα.

Θέλοντας λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να δείξει εαυτόν ομοούσιο με τον Πατέρα και το Πνεύμα κατά την θεότητα, δίδει στους μαθητές κατά χάριν αυτή τη φυσική ενέργεια της θεότητας, όπως και ο Πατήρ παρέσχε προηγουμένως στους προφήτες μερικές από αυτές τις ενέργειες. Και το Άγιο Πνεύμα, κατελθόν μετά την άνοδο του Σωτήρος, έδωσε και αυτό αυτές τις ενέργειες στους μαθητές, με τις οποίες εδεικνύετο και αυτό ομοούσιο προς τον Πατέρα και τον Υιό. Πολλά είναι τα θεία δοσίματα προς εμάς και κοινό στη μόνη αγία καί προσκυνητή Τριάδα το δόσιμο αυτών, η  δέ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπόρευσις μία καί τοῦ Πατρός ἰδία καί προαιώνιος.

13. Αλλά, για να επισφραγίσουμε την απολογία και «παν αντιτιθέμενο στόμα να φραγῇ», θα προβάλω μάρτυρα της αληθείας για τον παρόντα λόγο τον ίδιον τον Λόγον της αληθείας δείχνοντας ότι συμφωνεί με εμάς αλλά και τους προηγουμένους από εμάς. Διότι αυτός, μη χωρισμένος από πουθενά, όταν ανήρχετο από την γη προς τον επουράνιο Πατέρα, στους διαμείναντας έως το τέλος μαζί του «παρήγγειλε να μην απομακρύνονται από τα Ιεροσόλυμα, [ίνα ώσιν έν] αλλά να περιμένουν την επαγγελία του Πατρός την οποία ακούσατε από εμένα», όπως λέγει ο ευαγγελιστής. Αλλά ποία είναι η επαγγελία; Ότι λέγει, «θα βαπτιστείτε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, όχι μετά πολλές ημέρες από σήμερα». Επομένως προ της αναλήψεως του Σωτήρος δεν είχαν ακόμη επιτύχει την επαγγελία˙ άρα δεν τους εδόθη δια του εμφυσήματος το άγιο Πνεύμα, το οποίο ήταν η επαγγελία. Πότε λοιπόν άκουσαν τον Σωτήρα οι μαθητές να επαγγέλλεται ταύτα; Όταν έμελλε να αποθάνει εκουσίως υπέρ ημών -πόσο το μέγεθος της προς εμάς συμπάθειας- και όχι μόνον παρέδιδε εαυτόν εις την σφαγήν υπέρ ημών, αλλά και μας καθίστα δια διαθήκης κληρονόμους των υπαρχόντων του, άνοιγε σε μας τους θησαυρούς και παρέδιδε ακόμη και αυτόν τον συμφυή και υπερβατικό πάσης κτίσεως, τον ακένωτο πλούτο του Πνεύματος. «Εγώ, λέγει, ἐρωτήσω τόν Πατέρα καί ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα», και έπειτα, «ὁ δέ παράκλητος, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅ πέμψει ὁ Πατήρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα».
Έπειτα πάλι, μετά τις γλυκές εκείνες παραινέσεις, μετά τους ψυχαγωγοῦντας λόγους, μετά τις προτροπές προς διαφύλαξη του πλούτου, λέγει, «ὅταν ἔλθῃ ὁ παράκλητος, ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ». Είδες να διανοίγονται κατά μέρος οι θύρες του όντως θησαυρού; Μάλλον δε, για να εκφραστώ θεολογικότερα, βλέπεις φωτισμούς προς το μέρος μας να λάμπουν;

14. Αλλά σχετικά με το θέμα μας, ας δούμε την επαγγελία. Που εδόθη το «όχι μετά πολλές ημέρες από σήμερα»; Αφού προχώρησε λίγο στους λόγους του, και τούτο προείπε τότε, παρηγορώντας τους δικούς του φιλανθρώπως με τα μέγιστα˙ «συμφέρει γάρ ἵνα ἐγώ ἀπέλθω˙ ἐάν γάρ ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς». 
Πώς λοιπόν τολμά κανείς να λέγει, ότι ήλθε προς τούς μαθητές του Κυρίου δια του εμφυσήματος πριν αναληφθεί; Αλλ’ έστω, λέγει˙ διότι δεν εδόθη προ της αναλήψεως του Σωτήρος ο άλλος Παράκλητος. Μπορείς όμως να ισχυρίζεσαι και τούτο, ότι δεν εστάλη από αυτόν μετά την άνοδο εις τους ουρανούς, όπως ο ίδιος υπεσχέθη σαφώς στους μαθητές λέγοντας, «τον οποίον εγώ θα σας στείλω (ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν)» και, «εάν εγώ μεταβώ, θα σας τον στείλω (ἐάν ἐγώ πορευθῶ, πέμψω αὐτόν πρός ὑμᾶς)»;

Καλώς προβληθεί από σένα αυτό έπειτα από εκείνο, θα μπορούσε να πει κανείς προς τον ερωτήσαντα ˙ διότι είναι υποδεέστερο κατά την ισχύ από το θεωρούμενο από σας βοήθημα εκ των Γραφών. Πράγματι δε, μολονότι είναι και τούτο λόγος του Λόγου της αληθείας, όμως το ἐμφυσᾶν καί τό πέμπειν δεν δείχνουν κατά όμοιο τρόπον το παρ᾿ ἑαυτοῦ˙ διότι ο μεν εμφυσών κατ’ ανάγκη εμφυσά εξ εαυτού διά του από αυτόν εξερχομένου πνεύματος, ή αλλιώς διά του παρ’ εαυτού εκπορευομένου εμφυσήματος. Όμως  ο πέμπων δεν στέλλει αναγκαίως το παρ’ εαυτού ευρισκόμενο και εκπορευόμενο, αλλά και το από άλλον φθάνον (ἧκον) προς αυτόν. Γι’ αυτό και ο Κύριος φροντίζοντας ώστε να μην παρασυρθεί κανείς να φρονεί ότι το άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εξ αυτού, το μεν εμφύσημα -το όποιο φαίνεται ότι παριστά τούτο μάλ­λον- έδωσε τότε, όταν αρνήθηκε και ανέβαλε την επιδημία του Πνεύματος˙ Το δε «πέμψω» προείπε, και προσέθεσε το «παρά του Πατρός». Διότι αν και «θα πέμψω», λέγει, πάν­τως όχι από τον εαυτόν μου, αλλά λαβών από τον Πατέ­ρα, από τον όποιον εκπορεύεται. Πράγματι μόνον εκείνος στέλλει παρ’ εαυτού, καθ’ όσον το έχει εκπορευόμενο παρ’ εαυτού, και μάλιστα το έχει πάντοτε εκπορευόμενο, όχι δε μόνον τότε όταν και εγώ «πέμψω», ούτε από εμέ πάντοτε πεμπόμενο, όπως από εκείνον εκπορευόμενο. Διότι, αφού είπα «πέμψω», δεν προσέθεσα το από εκείνον εκπορευθέν, για να μην υπονοηθεί επί του Πατρός το κά­ποτε. Και όταν επρόκειτο να εκφέρω «το όποιο εκπορεύεται από τον Πατέρα», επρόλαβα να πω, όχι το όποιο ἐγώ πέμπω, αλλά «το όποιο εγώ θα πέμψω», για να μην υπονοηθεί και ἐπ᾿ ἐμοῦ τό ἀεί (το πάντοτε). Διότι το να έχουν την ιδιότητα του πέμπειν το άγιο Πνεύμα προς τούς άξιους είναι αϊδίως κοινό εις τον Πατέρα και τον Υιό˙ πέμπει (στέλλει) όμως χρονικώς καθείς εκ των δύο, ή μάλλον αμφότεροι, όποτε χρειάζεται.

15. Αυτά λοιπόν μπορεί να δεχθούν και την προθεσμία και τον μέλλοντα χρόνο˙ της δε εκπορεύσεως δεν προηγείται καθόλου η δυνατότης εκπορεύσεως, ούτε θα βρεθεί ποτέ εις την μοίρα της επαγγελίας ούτε θα εδέχετο το μελλοντικόν, άπαγε της βλασφημίας, η οποία συμβαίνει σε αυτούς που νομίζουν ότι είναι αΐδιος η έκπεμψις του Πνεύματος παρά του Υιού. Διότι επέμφθη εις ορισμένους και εδόθη προς τους μαθητές υπό του Υιού, ο όποιος το έλαβε από τον Πατέρα χρονικώς˙ είναι δε η αποστολή μεταγενέστερη και αυτών των λαμβανόντων και γίνεται με αιτία, μάλλον δε για πολλές αιτίες˙ «για να μένει, λέγει, μαζί σας εις τον αιώνα», «για να σας διδάξει και υπομνήσει όλα όσα σάς είπα», «για να μαρτυρήσει περί εμού», και θα συμμαρτυρήσει με σας τα κατ’ εμέ, καθώς θα μαρτυρείτε από την αρχήν έως το τέλος, «για να ελέγξει τον κόσμο» ως υπεύθυνο αμαρτίας, αυτόν ο όποιος αμαρτία ονόμασε την ιδικήν μου δικαιοσύνη - δικαιοσύνη η οποία και τον ίδιον τον άρχοντα της αμαρτίας εξέβαλεν από αυτή την εξουσία επί των αμαρτωλών, κρίνοντας δικαίως, διότι τον πράγματι δίκαιο υπέβαλε αδίκως εις την ιδία με τούς αμαρτωλούς ευθύνη, για να δοξάσει εμέ, αφού σας οδηγήσει προς πάσα την αλήθειαν. Διότι είναι «πνεύμα αληθείας» και «δεν λαλεί αφ’ εαυτόν αλλά όσα ακούει από τον Πατέρα», «όπως και εγώ δεν ελάλησα τίποτε από τον εαυτό μου». Επειδή δε ό Πατήρ είναι δικός μου και «όλα όσα έχει ό Πατήρ είναι δικά μου», από τα δικά μου λαμβάνει και αναγγέλλει διότι και ο πλούτος και οι δωρεές είναι σε μας κοινά.

Εστάλη λοιπόν εκ τού Πατρός και του Υιού χρονικώς και προς ορισμένους δι’ αιτίαν˙ από τον Πατέρα δε μόνον εκπορεύεται άχρονως και αναιτίως, έχον μόνον αυτόν αιτίαν εαυτού, τον μόνον αγέννητο Πατέρα, τον πράττοντα τα πάντα εκ μη όντων διά μόνην την κοινή αγαθότητα εαυτού και εκείνον, έχοντα δε εξ αρχής γεννήσει τον Υιόν και εκπορεύσει το άγιο Πνεύμα.

ΣΧΟΛΙΟ:  Προκειμένου νά ενωθεί η ορθοδοξία μέ τήν αιρετική παποσύνη καί στήν συνέχεια καί μέ τίς υπόλοιπες αιρέσεις πού θρασύτατα ονομάζονται εκκλησίες, πρέπει νά γίνει καί αυτή αίρεση. Αυτή τήν μετάλλαξη τής ορθοδοξίας σέ αίρεση έχει αναλάβει ο Ζηζιούλας καί τά κοπάδια τών μορφονιών πού τόν περιστοιχίζουν προσπαθώντας νά επιβάλλουν τήν πλάνη τους.
Αμέθυστος

Το αρχαίο κείμενο εδώ:

Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (14)

 ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΙΚΩΤΕΡΑ

Προς τους νομίζοντες ότι δεικνύονται δύο θεοί εκ του ότι η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος, της οποίας υπέρκειται κατ' ουσία ο Θεός, ονο­μάζεται από τους αγίους όχι μόνον αγένητος θέωσις άλλα και θεότης,
ή περί θείων ενεργειών και της κατ’ αυτές μεθέξεως.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ

Συνέχεια από: Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2020

45. Αν ο παρόν λόγος κατέστη από εμάς εκτενέστερος του δέοντος, τούτο συνέβη κατά πρώτον λόγω της νόμιμης οφειλής προς τους πνευματικούς πατέρες, η οποία είναι απαραίτητη όχι λιγότερο αν μη και περισσότερο από την οφειλόμενη ευγνωμοσύνη εκ μέρους των παιδιών στους φυσικούς πατέρες· διότι το πνεύμα το οποίο έκαμε εκείνους πατέρες ελκύει προς εαυτό και προς τον ύψιστον Πατέρα τόσον το χρέος όσον και την παρ’ ημών έκτισιν του χρέους. Έπειτα πόσο νομίζεις ότι θα εκτιμήσουν οι Λατίνοι το να δειχθούν τα καθ’ ημάς βιβλία της εκκλησίας (θεολογίας) μας ως μη ασφαλή, και μάλιστα από εκείνον ο οποίος έφθασε σε εμάς από αυτούς τελευταίως και έπειτα από λίγο πάλι επέστρεφε σε αυτούς; Πώς δεν αντιλαμβάνονται τούτο οι εκ των ομοφύλων πολέμιοί μας, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Αλλά εγώ, αφού παρεμπιπτόντως είπα κατά το δυνατόν ολίγα περί του θέματος τούτου, επιστρέφω τώρα στο κύριο θέμα μου.

Μητροπολίτης Ναυπάκτου: «Η ενότητα της Εκκλησίας»

Η ενότητα μεταξύ των Χριστιανών

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου

Ἕνα ἀπό τά βασικότερα θέματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλη­σίας εἶναι ἡ ἑνότητά της, ἡ ἑνότητα μεταξύ Χριστιανῶν καί Κληρικῶν, καί αὐτό ἔχει σχέση μέ τό πολί­τευμα τῆς Ἐκκλησίας πού δέν εἶναι ἁπλῶς δημοκρατικό, οὔτε θεοκρατικό, ἀλλά συνοδικό καί ἱεραρχικό.

Πολλοί σήμερα κάνουν λόγο γιά τήν ἑνότητα πού πρέπει νά ἐπικρατῆ μεταξύ Χριστιανῶν, μοναχῶν καί Κληρικῶν, μεταξύ Κληρικῶν καί Ἱεραρχῶν. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνας ἀν­θρω­ποκεντρικός ὀργανισμός, ἀλλά Θεανθρώπινος Ὀργανισμός, εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχει ἑνότητα καί ἱεράρχηση μεταξύ τῶν μελῶν, ἔτσι πρέπει νά γίνεται καί στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι, ὑπάρχει συνοδικότητα καί ἱεραρχικότητα σέ ὅλα τά ἐπίπεδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀπό τίς Μητροπόλεις μέ τίς Ἐνορίες καί τά Μοναστήρια, μέχρι τήν Σύνοδο τῶν Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Οὔτε ἐν ὀνόματι τῆς συνοδικότητας πρέπει νά καταργῆται ἡ ἱεράρχηση, οὔτε ἐν ὀνόματι τῆς ἱεραρχήσεως πρέπει νά καταργῆται ἡ συνοδικότητα.[ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΙΠΟΤΕ;]

Μερικές βασικές σκέψεις γιά τό πῶς πρέπει νά λειτουργῆ ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στήν ἐποχή μας, πού διακρίνεται γιά πολλά προβλήματα, δημοσίευσα σέ ἕνα ἄρθρο στό Περιοδικό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαρίσης καί Τυρνάβου πού τιτλοφορεῖται «Ἀχιλ­λίου Πόλις» (τεῦχος 3), στό ὁποῖο ἑρμηνεύω τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα μέσα ἀπό τήν χαρισματική ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι μέσα ἀπό πολιτειοκρατικές ἀπόψεις. Καί αὐτό εἶναι τό ζητούμενο.

«Ἐκκλησία συστήματος καί συνόδου ἐστιν ὄνομα»

Τό χωρίο «Ἐκκλησία συστήματος καί συνόδου ἐστιν ὄνομα», πού ἔθεσα ὡς ἐπικεφαλίδα στό κείμενό μου αὐτό, τό ὁποῖο ἔγραψα κατά παράκληση τοῦ Σεβ. Μητρο­πολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου κ. Ἱερωνύμου, ἀνήκει στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ἕναν μεγάλο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος δίδασκε, παρά τίς ἐκκλησιαστικές περιπέτειες πού περνοῦσε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄνομα πού δηλώνει σύστημα καί σύνοδο.[ΕΝΝΟΕΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΝΝΟΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ; ΔΙΟΤΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΧΕΓΚΕΛ Η ΣΚΕΨΗ ΕΊΝΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ ΑΚΕΦΑΛΟΣ. ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ; Π,Χ, ΝΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΥ!!; ΕΝΝΟΕΙ ΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ ΣΑΝ ΚΕΦΑΛΗ; ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ; ΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ;]

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως σέ ἕνα σῶμα ὅλα τά μέλη, παρά τήν ποικιλία τῶν λειτουργιῶν τους, ἔχουν ἑνότητα μέ τά ἄλλα μέλη, ὁπότε ἰσχύει ἡ ποικιλία ἐν τῇ ἑνότητι καί ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ, τό ἴδιο ἰσχύει καί μέ τήν Ἐκκλησία. Πολλά εἶναι τά μέλη της, μία εἶναι ἡ κεφαλή της, ὁ Χριστός, τά ὁποῖα μέλη ζοῦν σέ ἑνότητα μεταξύ τους, γι’ αὐτό καί τό ὄνομα τῆς Ἐκκλη­σίας εἶναι «σύστημα» καί «σύνοδος».[ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΟΤΑΝ ΚΡΥΒΕΙ ΣΤΙΣ ΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΕΝΑΝ ΚΑΡΚΙΝΟ, ΕΝΑ ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ. ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΑΛΙΣΤΑ ΔΙΝΕΙ ΜΑΧΗ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΑΚΕΦΑΛΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΞΟΡΚΙΣΜΟ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ; ΜΗΠΩΣ ΜΑΣ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ ΝΑ ΕΚΔΙΩΞΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΝΑΝΤΙΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ; ΜΗΠΩΣ ΕΝΝΟΕΙ Ο ΘΕΣΠΕΣΙΟΣ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΠΤΩΣΗ;]

Δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι ἡ θεία Λειτουργία, κατά τόν ἱερό Χρυσό­στομο, εἶναι «σύνοδος οὐρανοῦ καί γῆς», ἀφοῦ ὅλοι συνερχόμαστε σέ μιά ἑνότητα μεταξύ μας γιά νά συμμετάσχουμε σέ αὐτήν, ἤτοι κληρικοί, μοναχοί, ἱεροψάλτες, ἐπίτροποι, νεωκόροι, ἱερόπαιδες, λαός. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι χρησιμοποιοῦμε τούς ὅρους Ἱερά Σύνοδος, Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί Διαρκής Ἱερά Σύνοδος, Συνοδικές Ἐπιτροπές κλπ. Ἀνήκουμε σέ ἕνα Σῶμα, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέ ἰδιαίτερα καθήκοντα καί ἁρμο­διότητες.[ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΟΝ ΞΕΧΑΣΑΜΕ; ΜΗΠΩΣ ΕΝΝΟΕΙ ΟΥΡΑΝΙΕΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΙΕΡΑΡΧΙΕΣ;]

Αὐτός ὁ τρόπος λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας συγκροτεῖ τήν ἑνότητά της, ἡ ὁποία μπορεῖ νά εἶναι καί ἐξωτερική, ἀλλά κυρίως συγκροτεῖται ἀπό τήν χαρισματική ἐσωτερική ἑνότητα, δηλαδή τήν ἑνότητα στήν πίστη καί στήν μυστηριακή ζωή.

Αὐτό εἶναι σημαντικό γιά τήν ἑνότητα, γιατί σήμερα μερι­κοί ὁμιλοῦν γιά ἑνότητα στήν Ἐκκλησία, ὥστε νά μήν ὑπάρχη δῆθεν διάσπαση, καί μέ αὐτό στήν πραγ­ματικότητα ἐννοοῦν μιά «διπλωματική» καί ἐξωτερική ἑνότητα πού λειτουργεῖ σέ βάρος τῆς ἐσωτερικῆς-χαρισματικῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.[ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΝΙΚΗΣΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΑ ΚΑΙ ΜΑΣ ΧΑΡΙΖΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ;]

Ποιά, λοιπόν, εἶναι τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού συγκροτοῦν τήν ἑνότητα τῶν μελῶν στήν Ἐκκλησία; Στήν συνέχεια θά τονισθοῦν κάποια στοιχεῖα πού ἀποτελοῦν τήν βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.

1. Συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας

Τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι αὐτό πού ἐκφράζει τήν ἑνότητά της, καί, βεβαίως, γιά νά εἶναι πραγματικό πολίτευμα, πρέπει νά εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό. Τό συνοδικό εἶναι ἀπό ὅλους κατανοητό, ὅτι, δηλαδή, συνερχόμαστε ὅλοι μαζί γιά νά ἐπιλύσουμε ἕνα θέμα, ἀλλά τό ἱεραρχικό δέν θέλουν πολλοί νά τό κατα­νοήσουν.[ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΔΗΛ. ΟΙ ΟΥΡΑΝΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ, Η ΘΕΑΡΧΙΑ; ΜΗΠΩΣ ΕΝΝΟΕΙ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΑ Ο ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΟΣ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ  ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΣΑΝ ΟΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΡΗΤΟΡΕΣ;]

Ἄς λάβουμε ὡς παράδειγμα τήν συγκρότηση τῆς Πολι­τείας. Ἡ ἑνό­τητα σέ μιά Πολιτεία καί σέ ἕναν διοικητικό ὀργανισμό δια­πνέε­ται καί ἀπό τήν συνο­δικότητα, ἀφοῦ συνέρχονται ὅλα τά μέλη ἀπό κοινοῦ γιά νά ἀποφασίσουν, ὅπως στήν Βουλή τῶν Ἑλλήνων, ἀλλά συγχρό­νως διαπνέεται καί ἀπό τήν ἱεραρχικότητα, ἀφοῦ διαφο­ρε­τικοί εἶναι οἱ ρόλοι κάθε μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, ἤτοι τοῦ Προέ­δρου, τοῦ Ἀντι­προέδρου κλπ. ἤ ἑνός διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἔτσι, ἡ συνοδικότητα δέν καταρ­γεῖ τήν ἱε­ραρ­χικότητα, γιατί τότε θά ἦταν ἕνας λαϊκισμός, οὔτε ἡ ἱεραρ­χικότητα καταργεῖ τήν συνοδικότητα, γιατί αὐτό θά ἦταν μιά ἀπολυταρχία.[ΜΗΠΩΣ ΞΕΦΥΓΕ,ΑΘΕΛΗΤΑ Ο ΘΕΛΟΓΙΚΩΤΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ;]

Αὐτός ὁ συντονισμός καί ἡ συνύπαρξη μεταξύ συνοδικό­τητας καί ἱεραρ­χικότητας συγκροτεῖ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Σέ τοπικό ἐπίπεδο ὑπάρχει ἡ συνοδικότητα, ἀφοῦ ὅλοι οἱ Κλη­ρικοί, μοναχοί, λαϊκοί πού ἔχουν βαπτισθῆ στό ὄνομα τοῦ Τρια­δικοῦ Θεοῦ, ἀνήκουν σέ μιά τοπική Ἐκκλησία, συμμε­τέ­χουν ὅλοι στήν θεία Λειτουργία, προσεύχονται, κοινωνοῦν τοῦ Σώμα­τος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά διατηρεῖται καί ἡ ἱεραρχικότητα, ἤτοι εἶναι ὁ Μητροπολίτης, ὁ Πρωτοσύγκελλος, οἱ Ἱεροκήρυκες, οἱ Ἱερεῖς, οἱ Διάκονοι, οἱ Μοναχοί, οἱ ἐπίτροποι, οἱ ἱερο­ψάλ­τες, οἱ νεωκόροι, οἱ κατηχητές, οἱ κατηχούμενοι, τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλη­σίας. Κανείς δέν ἀντικαθιστᾶ κάποιο ἄλλο μέλος, καί ἔτσι ὑπάρχει ἁρμονία μέσα στήν θεία Λειτουργία.[ ΜΗΠΩΣ ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΠΑΛΙ, ΑΘΕΛΗΤΑ, ΣΤΗΝ ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ;]

Αὐτό ἐπεκτείνεται καί στήν Διοίκηση κάθε Ἱερᾶς Μη­τροπόλεως. Κεφαλή της εἶναι ὁ Μητροπολίτης, ἕπονται ἱεραρχικά, ὁ Πρωτοσύγκελλος, οἱ Ἱεροκήρυκες, οἱ Ἐφημέριοι, τά Ἡγουμενο­συμβούλια κλπ. Ὅλοι συμμετέχουν στό ἑνιαῖο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ (συνο­δικότητα) καί ὁ κάθε ἕνας βρίσκεται σέ μιά ἱεραρχική διαβάθ­μιση. Αὐτό τονίζεται ἀπό ὅλους τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλη­σίας.[ΒΡΕΘΗΚΕ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΚΕΦΑΛΗ ΣΤΙΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ; ΜΗΠΩΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟΑΝΟΣΟ;]

Ἔτσι, ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας στηρίζεται σέ αὐτήν τήν καλή σχέση μεταξύ συνοδικότητας καί ἱεραρχικότητας. Μέ τόν τρόπο αὐτόν ἀποφεύγεται τόσο ἡ Ρωμαιοκαθολική ἀπολυταρχία, ὅσο καί ἡ Προτεσταντική ἀναρχία.

2. Ἡ Ἱεραρχία κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη

Ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης ἔχει γράψει, μεταξύ τῶν ἄλλων, δύο σημαντικά ἔργα, μέ τίτλο «περί οὐρανίας Ἱεραρ­χίας» καί «περί ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας». Τά ἔργα αὐτά εἶναι πολύ σημαντικά γιά τήν λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἑνότητά της, γι’ αὐτό ἔχουν ἐπηρεάσει πολύ τόσο τούς μεταγενε­στέρους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ὅσο καί ὅλη τήν ζωή τῆς Ἐκ­κλη­σίας. Ὁ μεγάλος αὐτός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας γιά νά περι­γρά­ψη τήν σχέση μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν δημιουργημάτων, στά ὁποῖα δημιουργήματα συγκαταλέγεται καί ὁ ἄνθρωπος, πού εἶναι ὁ μικρόκοσμος μέσα στόν μεγαλόκοσμο ὅλης τῆς δημιουργίας, νοητῆς καί αἰσθη­τῆς, χρησιμοποιεῖ τήν εἰκόνα τοῦ ἡλίου.

Ὁ Θεός εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης πού στέλλει τίς ἀκτί­νες Του σέ ὅλη τήν δημιουργία, εἶναι ἡ Θεαρχία, δηλαδή «ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως». Ὁ Θεός ἔχει πολλά ὀνόματα, μεταξύ αὐτῶν εἶναι τό «ἀγαθός» καί τό «καλός». Μέ τό ὅτι εἶναι «ἀγαθός» κινεῖται πρός τήν κτίση, σκορπώντας τίς ἐνέργειές του, καί μέ τό ὅτι εἶναι «καλός» ἑλκύει ὅλη ἡ κτίση στόν Ἑαυτό Του διά τοῦ κάλλους, τῆς ὀμορφιᾶς Του. Αὐτό ἔχει σχέση μέ τό ὅτι ὁ Θεός εἶναι «ἔρως» καί «ἐραστόν», καί ὡς ἔρως κινεῖται πρός τόν ἄνθρωπο καί ὡς ἐραστό ἑλκύει στόν Ἑαυτό Του τά δεκτικά τοῦ ἔρωτος.

Μετά τόν Θεό πού εἶναι ἡ «Θεαρχία», ἤτοι «ἡ ἀρχή τῆς θεώσεως», ὑπάρχουν οἱ «Θεωνυμίες», ἤτοι τά ὀνόματα τοῦ Θεοῦ, οἱ ἐνέργειές Του, καί ὑπάρχουν οἱ «Ἱεραρ­χίες», δηλαδή ἡ μετοχή στίς «θεωνυμίες», τόσο ἡ οὐράνια Ἱεραρχία, οἱ τάξεις τῶν ἀγγέλων, ὅσο καί ἡ ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, οἱ τάξεις τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖες μετέχουν κατά διαφόρους βαθμούς τῆς θεώσεως.

Ὁ Θεός ὡς «ἀγαθός» στέλλει τίς ἀκτίνες τῆς δόξης Του στήν οὐράνια καί ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία καί σέ ὅλη τήν κτίση, καί ὡς «καλός», ἑλκύει ὅλους, διά τοῦ κάλλους Του, σέ Αὐτόν. Ἔτσι γίνεται ἡ κίνηση τοῦ Θεοῦ πρός τόν κόσμο καί ἡ ἐπιστροφή ὅσων ἀνταποκρίνονται διά τοῦ κάλλους Του στόν Θεό, καί ἔτσι ἐπέρχεται ἡ ἑνότητα τοῦ Θεοῦ σέ ὅλη τήν κτίση.

Στήν «οὐράνια καί ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία» ὑπάρχει «ἱερά τάξη», καί ἡ κάθε τάξη δέχεται ἀναλόγως τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη ὑπάρχει καί «ἡ ἱερά ἐπιστή­μη», δη­λα­δή ἡ θεία γνώση πού ἀποκτᾶ κανείς κατά μέθεξη καί κατά ἀναλογία μέ τήν «τάξη» στήν ὁποία βρίσκεται. Ἐπί πλέον ἡ «ἱερά ἐνέργεια», δηλαδή ἡ θεία Χάρη πού ἐνεργεῖ ἀνάλογα σέ κάθε τάξη, ἄλλους καθαρίζει, ἄλλους φωτί­ζει καί ἄλλους τελειώνει, καί αὐτή ἡ ἐνέργεια λέγεται καθαρ­τική, φωτιστική καί τελειοποιός.

Ἔτσι, κάθε «ἱερά τάξη» στήν «οὐ­ρά­νια καί ἐκκλησια­στική Ἱεραρχία» κατά ἀναλογία συνδέεται μέ τήν «ἱερά ἐπιστήμη», ἤτοι τήν «ἱερά γνώση» καί «τήν μέθεξη τῆς ἐνεργείας» κατά ἀναλογία, ὁπότε ὑπάρχει ἡ κάθαρση, ὁ φωτισμός καί ἡ τελείωση-θέωση τῶν μελῶν τῆς οὐράνιας καί ἐκκλη­σια­στικῆς Ἱεραρ­χίας. Ὅσοι δέν θέλουν νά μετάσχουν σέ αὐτήν τήν διαδικασία, βρίσκονται ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ὅπως καί τά πονηρά πνεύματα εἶναι ἔξω ἀπό τήν οὐράνια Ἱεραρχία.

Τό σημαντικό εἶναι ὅτι ὁ Θεός κινεῖται πρός τόν ἄνθρωπο καί τήν κτίση καί προκαλεῖ θαυμασμό, ὁπότε ἑλκύει πρός τόν Ἑαυτό Του ἀναλογικά καί ἱεραρχικά κάθε τάξη καί ἔτσι διατηρεῖται ἡ ἑνότητα τῶν κτιστῶν, καί πρός τά ἄνω καί πρός τά πλάγια.

Πολλοί μιλᾶνε γιά ἑνότητα στήν Ἐκκλησία, ἀλλά αὐτή ἡ ἑνότητα δέν εἶναι ἐξωτερική, κατά κάποιον τρόπο σωματειακοῦ τύπου, ἀλλά εἶναι χαρισματική, ὅταν λειτουργῆ ἡ «ἱερά τάξη», «ἡ ἱερά ἐπιστήμη» - «ἡ ἱερά γνώση» καί «ἡ ἱερά μέθεξη», καί ὅταν τά μέλη τῆς Ἐκκλη­σίας δέχονται τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καθαρτικῶς, φωτιστικῶς καί τελειωτικῶς, καί ἀνέρχονται πρός τόν μόνον «καλόν κἀγαθόν», τόν Τριαδικό Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ «Θεαρχία», ἤτοι ἡ «ἀρχή τῆς θεώσεως».

3. Ἀποκάλυψη καί μέθεξη τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ

Μέχρι τώρα σημειώθηκε ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας προέρχεται ἀπό τήν ἐσωτερική ζωή της καί ἐπεκτείνεται καί ἐξωτερικά. Γιά νά γίνη αὐτό κατανοητό πρέπει νά δοῦμε τό μυστήριο τῆς Ἱερω­σύνης ἀπό ἄνω πρός τά κάτω, ὅπως δόθηκε ἀπό τόν Θεό.

Τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ Ἀπόστολοι ἔλαβαν τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἔγιναν μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἔφθασαν στήν θέωση. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει ὅτι συνδέεται στενά ἡ ὅραση τοῦ θείου Φωτός, μέ τήν ἕνωση καί κοινωνία μέ τόν Θεό καί τήν πνευματική γνώση τοῦ Θεοῦ. Στήν συνέχεια οἱ Ἀπόστολοι χειροτόνησαν τούς Διακόνους καί τούς Πρεσβυτέρους, καί καθόρισαν τίς ἁρμοδιότητές τους στήν Ἐκκλησία, πράγμα πού καθορίσθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία καλύτερα στούς ἑπόμενους αἰῶνες μέ τίς Τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους.[ ΜΗΠΩΣ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΣΕ Η ΘΕΙΟΤΗΣ; ΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΟ ΔΕΣΜΟΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΙΕΡΑΡΧΙΑ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ; Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΙΣ ΙΕΡΑΡΧΙΕΣ; Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΕΙΝΑΙ ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ; ΘΕΩΣΗ;]

Σήμερα ἡ Ἱερωσύνη κατανοεῖται περισσότερο ἀπό τά κάτω πρός τά ἄνω, δηλαδή πρῶτα γίνεται κανείς Διάκονος, ἔπειτα Πρεσβύτερος καί στήν συνέχεια Ἐπίσκοπος γιατί ἔτσι φανερώνεται εὐκρινέστατα ἡ μύηση στό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης, ἀφοῦ, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη οἱ τρεῖς βαθμοί τῆς Ἱερωσύνης, ἤτοι τοῦ Διακόνου, τοῦ Πρεσβυτέρου καί τοῦ Ἐπισκόπου, συνδέονται στενά μέ τά μυστήρια τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως. Ἔτσι, ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ δίδεται στούς θεουμένους καί αὐτοί τήν διατυπώνουν μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εἰκονί­σματα στά πνευματικά τους παιδιά γιά νά ἀνέλθουν καί αὐτοί μέ διαφόρους βαθμούς στήν θεοπτία.[ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ; Η ΠΡΩΤΗ ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑ, ΤΑ ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΤΑ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ, ΟΙ ΘΡΟΝΟΙ, Η ΟΠΟΙΑ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΑΜΕΣΑ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΘΕΩΣΕΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΤΕΝΙΣΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ. ΕΙΝΑΙ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ . ΠΩΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ, Ο ΚΥΡΙΟΣ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΙΕΡΑΡΧΙΕΣ; ΕΙΝΑΙ ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ; Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΔΕΧΕΤΑΙ ΜΕΡΙΚΩΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΩΣ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΠΑΡΑΓΕΙ. ΠΩΣ ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ; ΟΙ ΑΓΙΟΙ, ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, ΟΠΩΣ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥΣ,Η ΤΙΜΙΩΤΕΡΑ ΤΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΩΤΕΡΑ ΤΩΝ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ, ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΜΑΖΙ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ.ΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΑΓΙΑΖΟΥΝ ΑΥΤΟΜΑΤΩΣ;]

Μελετώντας κανείς προσεκτικά τά κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων, καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχει μιά λεπτή καί οὐσιαστική διάκριση μεταξύ δογμάτων καί ὅρων. Τό δόγμα εἶναι ἡ ἀποκάλυψη του Θεοῦ στούς Προφήτας στήν Παλαιά Διαθήκη ἀσάρκως καί στούς Ἀποστόλους τῆς Καινῆς Διαθήκης ἐν σαρκί, καί στούς Πατέρας διά μέσου τῶν αἰώνων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Αὐτό τό δόγμα, τό ὁποῖο εἶναι ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς φίλους Του, διατυπώνεται μέ ὅρους, μέ «κτιστά ρήματα» γιά νά τεθοῦν τά ὅρια μεταξύ δόγματος-ἀποκα­λύψεως καί στοχασμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπόρροια τῆς φιλοσο­φίας.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἀρχή τοῦ «Ἁγιορειτικοῦ Τόμου» κάνει τήν διάκριση μεταξύ τῶν κηρυττο­μένων δογ­μά­των, πού ἦταν γενικῶς παραδεκτά καί ἀπό ὅλους ἀναγνωρι­σμένα καί ἦταν μυστήρια τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, καί βλέπονταν μόνον ἀπό τούς προφήτας ἐν πνεύματι, καί τοῦ μυστη­ρίου τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας, πού εἶναι τά ἐπηγγελμένα ἀγαθά στούς ἁγίους στόν μέλλοντα αἰώνα, τά ὁποῖα δίδονται καί προορῶνται διά τούς ἀξίους νά βλέπουν, καί αὐτά τά βλέπουν μετρίως ὡσάν σέ ἀρραβῶνα. Δόγματα, λοιπόν, εἶναι οἱ ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ στούς φίλους Του, τούς Προφῆτες, τούς Ἀποστόλους καί τούς Ἁγίους.

Ἡ ἐμπειρία τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἐμπειρία τῆς θεώσεως καί αὐτοί πού μετέχουν τῆς θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ χαρα­κτηρίζονται θεούμενοι. Αὐτοί πού μετέχουν τῆς Ἀποκαλύψεως ἀπέκτησαν ἐμπειρική γνώση τοῦ δόγματος, πού εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀκτίστου Βασιλείας Του, καί στήν συνέχεια καθορίζουν ἐν Συνόδῳ τά ὅρια μεταξύ ἀληθείας καί ψεύδους, πού γίνεται μέ τούς ὅρους.[ ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ; ΑΚΤΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ; ΘΕΩΣΗ Η ΘΕΑΡΧΙΑ, ΘΕΩΣΗ ΚΑΙ Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ; ΧΑΣΑΜΕ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΜΑΣ; ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΘΕΙΟΤΑΤΕ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΡΙΑ!!!]

Κατά συνέπεια ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πού δίνεται στούς θεουμένους δείχνει ὅτι ὑπάρχει ταυτότητα ἐμπειριῶν στούς Προφήτας, Ἀποστόλους καί Πατέρας, ἀλλά αὐτή ἡ ταυτότητα ἐμπειριῶν διατυπώνεται διαφορετικά ἀπό τόν καθένα, ἀνάλογα μέ τά ἰδιαίτερα χαρίσματά του. Ὅμως, ὅταν οἱ θεούμενοι συνέλθουν σέ μιά Τοπική ἤ Οἰ­κου­μενική Σύνοδο, τότε θέτουν τά ὅρια μεταξύ ἀληθείας καί πλάνης καί ἀποκτοῦν καί ταυτότητα ὁρολογίας. Ἔτσι μποροῦμε νά καταλάβουμε τήν διάκριση μεταξύ τοῦ δόγματος, πού εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ στούς θεόπτας, καί τῶν ὅρων, πού εἶναι ἡ διατύπωση τοῦ δόγματος μέ κτιστούς ὅρους.[ ΤΟΥΣ ΧΑΣΑΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΕ; ΑΥΤΑ ΑΚΟΥΕΙ ΜΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. ΠΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΟΝΤΑΙ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΣΤΟ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΟ]

4. Ὀρθοδοξία καί αἱρέσεις

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας διασφαλίζεται ἀπό τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ διά τῶν θεουμένων ἁγίων μέ συγκεκριμένες πράξεις. Στό βιβλίο τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων» ὑπάρχουν πολλά παραδείγματα. Σέ ἕνα χωρίο γράφεται: «Ἦσαν δέ προσκαρτε­ροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καί τῇ κοινωνίᾳ καί τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καί ταῖς προσευχαῖς. Ἐγένετο δέ πάσῃ ψυχῇ φόβος, πολλά τε τέρατα καί σημεῖα διά τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο. πάντες δέ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπί τό αὐτό καί εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πρ. β΄, 42-44).

Στό χωρίο αὐτό, πού παρουσιάζει τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας μετά τήν Πεντηκοστή, φαίνεται ὅτι τά στοιχεῖα τῆς ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν ἦταν ἡ διδαχή τῶν Ἀποστόλων, ἡ κοινωνία μεταξύ τους, ἡ κλάση τοῦ ἄρτου-θεία Εὐχαριστία καί οἱ προ­σευχές. Δέν ἦταν μόνον ἡ θεία Εὐχαριστία τό κέντρο τῆς ἑνότητας, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί στίς ἡμέρες μας, ἀλλά καί ἡ διδαχή τῶν Ἀποστόλων, ἡ κοινωνία μεταξύ τους καί οἱ προσευχές. Συγχρόνως, οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἔβλεπαν «πολλά τε τέρατα καί ση­μεῖα» πού γίνονταν ἀπό τούς Ἀποστόλους, καί οἱ πιστεύον­τες ζοῦσαν μαζί σέ ἕναν τόπο καί εἶχαν τά πάντα κοινά.

Μέ ἄλλα λόγια ἡ πρώτη Ἐκκλησία λειτουργοῦσε, ὅπως σήμερα λειτουργοῦν τά ὀργανωμένα Μοναστήρια, στά ὁποῖα γίνεται τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαρι­στίας, οἱ μοναχοί προσεύχονται διαρκῶς στόν Θεό, ἔχουν κοινωνία μεταξύ τους, ἀκοῦν θεόπνευστη διδαχή καί ἔχουν ὅλα τά ὑλικά κοινά.

Ἡ ἑνότητα, λοιπόν, τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἁπλῶς ἐξωτερική, ἀλλά ἐσωτερική-χαρισματική. Αὐτό καταγράφηκε ἔντονα στίς εὐχές τῆς θείας Εὐ­χα­ριστίας, τῶν Μυστηρίων καί τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν. Εἶναι τό lex credendi (κανόνας πίστεως), πού στηρίζεται στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς Ἁγίους, καί τό lex orandi (κανόνας προσευχῆς), πού ἐκφράζεται στήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπο­κάλυψη καί προσευχή, πίστη καί μυστήρια, σφυρηλατοῦν τήν ἑνότητα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διχοτόμηση μεταξύ  τοῦ lex credendi καί  τοῦ lex orandi δια­σπᾶ καί τήν ἴδια τήν ἑνότητα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐπίσης, ἡ ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν συγκροτεῖται μέ τόν συνδυασμό μεταξύ theologia gloriae (θεολογία τῆς δόξης) καί theologia crucis (θεολογία τοῦ σταυροῦ). Ἡ θεολογία τῆς δόξης εἶναι ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, καί ἡ θεολογία τοῦ σταυροῦ δείχνει καί τίς προϋποθέσεις γιά τήν ἀνάβαση στήν Πεντηκοστή, ἀλλά καί τήν διαφύλαξη αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας. Ὅταν κανείς θέλη νά μετέχη τοῦ μυστηρίου τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, χωρίς τό μυστήριο τοῦ σταυροῦ, δέν ἔχει ἀληθινή ὀρθόδοξη ζωή καί ἐπιφέρει τήν διάσπαση τῆς ἑνότητος. Βίωση τῶν Μυστηρίων, χωρίς τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις, δηλαδή χωρίς τήν βίωση τοῦ σταυροῦ, ὡς καθάρσεως, φωτισμοῦ καί θεώσεως, εἶναι διάσπαση τῆς ἑνότητος τῶν Χρι­στιανῶν.

Ἀπό αὐτήν τήν διάσπαση μεταξύ τοῦ lex credendi καί τοῦ lex orandi καί μεταξύ τῆς theologia gloriae καί τῆς theologia crucis δημιουρ­γοῦνται οἱ αἱρέσεις καί τά σχίσματα πού διασποῦν τήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν καί ὄχι τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί δέν διασπᾶται ποτέ, ἀλλά οἱ αἱρετικοί ἀπομακρύνονται ἀπό αὐτήν.

5. Οἱ Ἱεροί Κανόνες

Τά ὅσα ἐγράφησαν ἕως τώρα δείχνουν τήν χαρισματική ἑνότητα πού ὑπάρχει, καί πρέπει νά ὑπάρχη στήν Ἐκκλησία καί μέ αὐτήν ἐπιτυγ­χάνεται ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν της.

Ὅμως, ἡ ἁμαρτία τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας τούς ἀπομακρύνει ἀπό τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τόν Χριστό, πού εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε οἱ τελοῦντες ἐν ἁμαρτίᾳ καί μή μετέ­χοντες τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας  τοῦ Θεοῦ διασπῶν­ται ἀπό αὐτήν τήν ἑνότητα, οὔτε δέχονται τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ, οὔτε ἑλκύονται ἀπό τό κάλλος Του. Πρόκειται γιά τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, κατά τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη. Ὁ κόσμος πού βρίσκεται ἔξω ἀπό τήν Ἱεραρχία δέν μετέχει στήν Θεο­είδεια, στόν Θεό, ὁπότε βρίσκεται στό σκοτάδι.

Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν σκοτασμό τοῦ νοῦ, πρέπει νά ἐπιστρέ­ψουν, διά τῆς μετανοίας, στήν «Ἱεραρχία» καί τήν «Θεαρχία». Αὐτό τό ἔργο κάνει ἡ Ἐκκλησία μέ τό μυστή­ριο τῆς μετανοίας. Καί ἐπειδή ἡ μετάνοια δέν εἶναι κάτι ἰδεατό καί ἰδεολογικό, γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει τούς Ἱερούς Κανόνας γιά τήν καλή συγκρότηση τῆς ἐκκλησια­στι­κῆς ἑνότητας.

Οἱ Ἱεροί Κανόνες πρέπει νά ἑρμηνεύονται μέσα ἀπό αὐτήν τήν ἐκκλησιαστική προοπτική, ὅτι, δηλαδή, συγκροτοῦν τό συνοδικό καί τό ἱεραρχικό πολίτευ­μα τῆς Ἐκκλησίας, θέτουν τίς ἁρμοδιότητες στά μέλη της, ἀνα­φέρονται στήν καλή διοργάνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, θερα­πεύ­ουν τά σχίσματα, ἐπαναφέρουν στήν Ἐκκλησία τούς αἱρετικούς πού ἔχουν ἀπομα­κρυνθῆ ἀπό αὐτήν, καί τελικά θερα­πεύουν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτι­στικῆς καί τε­λειο­ποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι σημαντικό νά σημειωθῆ ὅτι οἱ θεοφόροι Πατέρες τῶν Τοπικῶν καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού θέσπισαν τούς ἱερούς Κανόνες ἐκινοῦντο ἀπό τήν φωτιστική ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύ­ματος, γι’ αὐτό οἱ Κανόνες δέν εἶναι νομικά κείμενα, παρά τήν νομοτεχνική διατύπωσή τους, ἀλλά εἶναι καρπός τοῦ φωτι­σμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀφ’ ἑνός μέν γιά νά διακρατοῦν τούς Κληρικούς, Μοναχούς καί Χριστιανούς στήν χαρισματική ἑνότητα, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά νά ἐπαναφέρουν τούς ἐκτροχια­σθέντας στό συνοδικό καί ἱεραρχικό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό φαίνεται καθαρά στόν 102ο Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καί ὅταν τόν διαβάση κανείς, βλέπει ποιό εἶναι τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν Ποιμένων της.

Ἡ μέθοδος τῆς Ἰατρικῆς Ἐπιστήμης καί ἡ ὅλη ὀργάνωση ἑνός Νοσοκομείου, ὅπως καί τά φάρμακα καί οἱ ἄλλες ἐνέργειες πού χρησι­μοποιοῦν οἱ Ἰατροί ἀποβλέπουν στήν ἴαση καί τήν θεραπεία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἴαση τοῦ σώματός του. Κατά παρόμοιο τρόπο καί ἡ μέθοδος τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί ἡ ὅλη ὀργά­νωση τῆς Ἐκκλησίας ἀποβλέπει στήν ἴαση τῶν μελῶν της, ὥστε νά διασφαλίζεται ἡ καλή ὀργάνωσή της μέ σκοπό τήν κατά διαφόρους βαθμούς μέθεξη τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

 Ἀπό ὅλα αὐτά συμπεραίνεται ὅτι τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι συνοδικό καί ἱεραρχικό· ἡ ἱεραρχία εἶναι χαρισματική κατάσταση, ὅπως ἀναλύεται ἀπό τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη· τά δόγματα εἶναι οἱ Ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ στούς ἁγίους καί οἱ ὅροι εἶναι ἡ καταγραφή τῆς Ἀποκαλύψεως· ὑπάρχει στενή σχέση μεταξύ τοῦ lex credendi καί τοῦ lex orandi καί μεταξύ τοῦ theologia gloriae καί theologia crusis· καί τέλος οἱ ἱεροί Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύονται θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά συγκροτοῦν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Νομίζω ὅτι ὅλη ἡ θεωρία τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεο­πα­γίτη περί «Θεαρχίας» καί «Ἱεραρχίας», «περί οὐρανίας καί ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας», περί καθάρσεως, φωτισμοῦ καί τε­λειώ­σεως-θεώσεως, εἶναι ἡ μόνη ἀποτε­λεσματική διδασκαλία γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε ἄλλη θεωρία ἑνό­τητας πού στηρί­ζεται σέ ἐξωτερικές διεργασίες εἶναι στήν οὐσία διασπάσεις καί ἀλλοιώσεις, γιατί ἑνότητα μποροῦν νά ἔχουν καί οἱ αἱρετικοί καί οἱ σχισματικοί μεταξύ τους καί ὅλοι οἱ παράνομοι. Ἡ σχέση μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, μεταξύ Κληρικῶν, Μοναχῶν καί Λαϊκῶν πρέπει νά στηρίζεται στό χαρι­σματικό στοιχεῖο, δηλαδή στήν δι­δα­σκαλία «Περί ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας» τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου.–

https://www.pentapostagma.gr/ekklisia/pneymatika-ofelima/6971369_mitropolitis-naypaktoy-i-enotita-tis-ekklisias

ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΟ ΣΗΜΕΙΟ ΚΑΙ ΕΠΕΙΤΑ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ Η ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΣ. ΑΕΡΟΒΑΤΟΥΝΤΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΑΝΤΕ ΚΑΙ Σ' ΑΝΩΤΕΡΑ. Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ. ΦΑΤΕ ΜΑΤΙΑ ΨΑΡΙΑ. ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΑΠΙΣΤΙΑ.

ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΟΥΝ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΕ > Μέρκελ: Καλεί τους ηγέτες της ΕΕ να προχωρήσουν σε lockdown

 Σε δραματικούς τόνους μίλησε προς τους ηγέτες, της ΕΕ, η Άνγκελα Μέρκελ, η οποία τους κάλεσε να λάβουν άμεσα δραστικά μέτρα και να προχωρήσουν σε νέα lockdown.

Σύμφωνα με το Politico, κατά την διάρκεια της τηλεδιάσκεψης,


η Γερμανίδα καγκελάριος ανέφερε ότι το lockdown είναι ο μόνος τρόπος ώστε να σπάσει η πανδημία του κορωνοϊού.

«Θα έπρεπε να το έχουμε κάνει νωρίτερα», φέρεται να είπε, ωστόσο οι πολίτες είναι κουρασμένοι, έπρεπε να δούμε «τα νοσοκομεία να γεμίζουν».

Μεταξύ των ηγετών της ΕΕ γίνεται αρκετή συζήτηση σχετικά με την «κόπωση από τον κορωνοϊό» που αισθάνονται οι πολίτες, την οποία κρίνουν ως σημαντική πρόκληση για την καταπολέμηση της πανδημίας. «Οι άνθρωποι είναι πραγματικά πολύ κουρασμένοι από τον κόσμο που υποφέρει από τον ιό» ανέφερε.

«Η κατάσταση είναι ανησυχητική»

«Βρισκόμαστε σε δραματική κατάσταση. Και μας αφορά όλους, χωρίς εξαίρεση», τόνισε η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ υπεραμυνόμενη των μέτρων που αποφασίστηκαν χθες για την ανάσχεση της πανδημίας του κορωνοϊού, ενώ παραδέχθηκε ότι ο εκνευρισμός των πολιτών για τους περιορισμούς είναι απολύτως κατανοητός, αλλά «δεν υπήρχε ηπιότερη λύση». Έκανε δε λόγο για μια «ιατρική, κοινωνική, ψυχολογική, οικονομική και πολιτική δοκιμασία».

«Στην αρχή της χειμερινής περιόδου, η κατάσταση είναι δραματική. Ο χειμώνας θα είναι δύσκολος» και ο αριθμός των κρουσμάτων πρέπει να περιοριστεί σε διαχειρίσιμο επίπεδο, δήλωσε η κ. Μέρκελ ενώπιον της ολομέλειας στην Bundestag, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο υπερφόρτωσης του συστήματος υγείας, το οποίο, όπως είπε χαρακτηριστικά, σε πολλές περιοχές «λειτουργεί ήδη στα όριά του».

http://greeknation.blogspot.com/2020/10/lockdown_77.html

ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ ΑΠΛΩΣ. ΤΗΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ ΗΔΗ. Η ΜΕΡΚΕΛ ΘΕΛΕΙ ΧΡΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙ ΤΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΚΟ.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου εκτίθεται περισσότερο

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου εκτίθεται περισσότερο

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

            Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος με την επιστολή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, η οποία δημοσιοποιήθηκε την Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2020, εκτίθεται περισσότερο στους Ορθόδοξους χριστιανούς για το Ουκρανικό ζήτημα.

            Πρώτον ΟΥΔΕΝΑ λόγον αναφέρει που να δικαιολογεί την πράξη του, να αναγνωρίσει τον σχισματικό επικεφαλής της κρατικής Εκκλησίας στην Ουκρανία κ. Επιφάνιο. Γράφει για το τι έγινε τον 3ο αιώνα με την Εκκλησία της Κύπρου και το Πατριαρχείο της Αντιοχείας, γράφει ότι το Πατριαρχείο της Σερβίας χειροτόνησε δύο Μητροπολίτες στην Ευρώπη, γράφει ότι απαγορεύεται στη Ρωσική Εκκλησία να παρεμβαίνει σε άλλες Εκκλησίες, αλλά για την «ταμπακέρα» ουδεμία εξήγηση.

Δεύτερον δεν εξηγεί του λόγους για  τους οποίους αθέτησε τον λόγο του και όσα διαβεβαίωσε τον Πατριάρχη Μόσχας το 2018. Η Εκκλησία της Ρωσίας έδωσε στη δημοσιότητα την επιστολή που είχε αποστείλει στις 26 Ιουλίου 2018 στον κ. Κύριλλο, στην οποία έγραψε: «Η Εκκλησία της Κύπρου ουδέποτε θα αποστεί από της θέσεως την οποία πολλάκις Σας έχουμε εκθέσει, ότι δηλαδή θα στηρίξει με όλες της τις δυνάμεις τη θέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας ως προς το λεγόμενο ζήτημα της Αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία. Θεωρεί τη θέση αυτή δίκαιη και κατά πάντα δικαιολογημένη. Εκεί βρίσκονται οι πνευματικές Σας ρίζες και δεν είναι δυνατόν να αποχωριστείτε από αυτές».

            Τρίτον στην επιστολή του προς τον κ. Βαρθολομαίο της 20ής Οκτωβρίου 2020 γράφει ότι  αναγνώρισε τον σχισματικό Ουκρανό Επιφάνιο «συμφώνως προς την εκφρασθείσα επιθυμία» Του.  Αυτό και εχθρός του να το έγραφε θα έπρεπε να το διαψεύσει. Είναι απαράδεκτο από κάθε πλευρά το επιχείρημα της αναγνώρισης του Επιφανίου με βάση την επιθυμία του Οικ. Πατριάρχου. Ο Κύπρου αυτοκαταργείται και καταργεί ντε φάκτο το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου, για το οποίο αυτοκέφαλο υπερηφανεύεται στην ίδια επιστολή γράφοντας ότι η Εκκλησία της Κύπρου το έχει από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431). Μπορούσε να γράψει άλλα επιχειρήματα, όπως αυτό που Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος υποστηρίζουν, ότι  οι Ορθόδοξοι Προκαθήμενοι ζήλωσαν και μιμούνται τις εξουσίες του Πάπα και επομένως μπορούν από μόνοι τους να αποφασίζουν χωρίς τη γνώμη της Συνόδου τους.

            Τέταρτον ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου εξετέθη ανεπανόρθωτα αναθέτοντας το γράψιμο της επιστολής προς τον Οικ. Πατριάρχη επί σοβαρότατου εκκλησιαστικού ζητήματος, το οποίο άπτεται και του εθνικού προβλήματος της Κύπρου, σε συνεργάτη του που δεν γνωρίζει την Εκκλησιαστική και Εθνική Ιστορία. Σφάλμα του επίσης ότι δεν ήλεγξε τα όσα έγραψε αυτός και αφέθηκε να τον παρασύρει σε νέο σοβαρό ατόπημα. Διότι πέραν της ελλείψεως επιχειρημάτων και αναγραφής ασχέτων με την υπόθεση της Εκκλησίας της Ουκρανίας θεμάτων αντιφάσκει στην ίδια την επιστολή.

Γράφει: « Εάν ετήρησα στάσιν ουδετερότητος περί το Ουκρανικόν, τούτο έπραξα επιθυμών να εμφυσήσω το αυτό φρόνημα εις όλους τους Προκαθημένους και αγαπητούς εν Χριστώ αδελφούς..».  Σε όλη την υπόλοιπη επιστολή επιχειρεί – ανεπιτυχώς – να εξηγήσει γιατί πραγματοποίησε την επιθυμία του κ. Βαρθολομαίου...

            Από κύκλους του Φαναρίου διοχετεύεται η ανακριβής πληροφορία ότι σύντομα θα αναγνωρίσουν τον Επιφάνιο και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και έτσι ο Κύπρου, ο Αθηνών και ο Αλεξανδρείας δεν θα αισθάνονται πλέον άσχημα. Αν αυτό δεν είναι παραπληροφόρηση και αν δεν λέγεται για να παρηγορηθεί ο Κύπρου, και αν ακόμη ο κ. Βαρθολομαίος δεν σκέπτεται μόνο τα συμφέροντα του Φαναρίου και σκέφτεται και αυτά της Εκκλησίας της Κύπρου, γιατί δεν περίμενε να αναγνωρίσουν πρώτα οι άλλες Εκκλησίες τον Επιφάνιο και στη συνέχεια «να εκφράσει την επιθυμία του» στον κ. Χρυσόστομο;... Είναι λυπηρό που ο κ. Χρυσόστομος για να δικαιολογήσει το πρώτο σοβαρό σφάλμα του, να αναγνωρίσει τον Επιφάνιο, υπέπεσε σε δεύτερο, χειρότερο, σφάλμα, επιχειρώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.- 

ΑΚΤΙΝΕΣ

ΧΩΡΙΣ ΑΝΔΡΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΥΤΕ ΠΟΛΙΤΕΣ ΟΥΤΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ.

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΚΤΙΝΕΣ ΣΤΗN ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ:

Επιστολή της Αυτού Μακαριότητος του Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου, προς την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020

Ο ιός του φασισμού

Φαίνεται πως οι ηγεμόνες δεν κατανοούν ότι, ο πρωταρχικός στόχος της κυβερνητικής δράσης δεν είναι η προστασία των Πολιτών από τις λοιμώξεις, ούτε η προστασία της ζωής τους, αλλά η ανθρώπινη αξιοπρέπεια – η οποία στην Ελλάδα έχει «καταπατηθεί» τόσες πολλές φορές από την πολιτική των μνημονίων, ώστε η έννοια «αξιοπρέπεια» να ηχεί πλέον κωμικά. Ανεξάρτητα όμως από την Ελλάδα, εάν η σωτηρία των ανθρώπων ήταν η πρώτη προτεραιότητα των κυβερνήσεων, τότε το πιο αποτελεσματικό μέτρο θα ήταν να τοποθετηθούν όλοι σε καραντίνα – για όσον καιρό χρειαστεί να πεθάνει ο ιός. Με απλά λόγια τώρα, το καθήκον του κράτους είναι πάντοτε θέμα ενός λογικού «ζυγίσματος» – μίας λογικής εξισορρόπησης. Επίσης μεταξύ του δικαιώματος της ελευθερίας των ανθρώπων και της προστασίας της ζωής τους – αφού, για παράδειγμα, εάν η προστασία της ζωής υπερείχε όλων, ασφαλώς δεν θα προστάτευαν τα κράτη τα σύνορα τους, όταν δέχονταν την επίθεση μίας άλλης χώρας.

Άποψη

Ο κάθε άνθρωπος που δεν θέλει να αποδέχεται μη συνειδητά ότι του «σερβίρουν», προσπαθεί να ανακαλύψει τη λογική που ενδεχομένως τα συνοδεύει. Στα πλαίσια αυτά, όταν δεν συμμετέχουν τα πολιτικά κόμματα σε μία μεγάλη εθνική γιορτή και ειδικά στην κατάθεση στεφάνου στον Άγνωστο Στρατιώτη, με μάσκες, με αποστάσεις και σε ανοιχτό χώρο επικαλούμενα την πανδημία, ασφαλώς δεν βρίσκει καμία λογική – πόσο μάλλον όταν την ίδια στιγμή επιτρέπεται η λειτουργία κλειστών σχολικών τάξεων, με 27 μαθητές!

Το ίδιο συμβαίνει με το κλείσιμο των εστιατορίων στο παρελθόν – το οποίο σχεδιάζει η κυβέρνηση να επαναλάβει πρώτα σε τοπικό και ενδεχομένως μετά σε εθνικό επίπεδο. Στην περίπτωση αυτή, οι ιδιωτικές συναντήσεις θα γίνονται στα σπίτια – κάτι που ασφαλώς είναι πολύ χειρότερο, αφού εκεί σίγουρα δεν τηρούνται οι κανόνες υγιεινής που έχουν επιβληθεί στα εστιατόρια και που πολύ σωστά τηρούν.

Εν προκειμένω, αυτό που υποτίθεται πως μειώνει τον κίνδυνο μόλυνσης, στην πραγματικότητα τον επιδεινώνει – εκτός του ότι απειλούνται με χρεοκοπία δεκάδες χιλιάδες εστιατόρια. Θα ήταν δε πιο λογικό να ανοίγουν τα εστιατόρια περισσότερες ώρες, έτσι ώστε να πραγματοποιούνται οι συναντήσεις υπό ελεγχόμενα μέτρα υγιεινής. Εκτός αυτού, δημιουργείται η εντύπωση πως το αναγκαστικό κλείσιμο των εστιατορίων, έχει σκοπό να συνετίσει την υποτιθέμενη ακόμη πολύ απρόσεκτη κοινωνία – λειτουργώντας αρνητικά στην ψυχολογία των ανθρώπων.

Το Σύνταγμα όμως, δεν προβλέπει την εκπαίδευση προς συνετισμό μας εκ μέρους της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία σίγουρα δεν έχει το ρόλο του πατέρα ή της μητέρας μωρών – αλλά, αντίθετα, θέλει να μας παραχωρεί τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία. Εμπιστεύεται δηλαδή τον υπεύθυνο Πολίτη και τη δυνατότητα του να αποφασίζει σωστά – αλλιώς θα ήταν ανόητη ακόμη και η διεξαγωγή εκλογών.

Επομένως, ένας τέτοιος περιορισμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων μας, δεν αποτελεί μέρος της δημοκρατικής μας τάξης – ενώ ασφαλώς όλοι κατανοούμε τη σοβαρότητα της πανδημίας και τα μέτρα που πρέπει να παίρνουμε. Αντίθετα, όταν η ατομική δράση περιορίζεται χωρίς να αιτιολογείται σωστά, επιστημονικά αποδεκτά, ενώ δίνονται επίσημα στους ανθρώπους οδηγίες να ενεργούν «σωστά», μετατρέπεται η δημοκρατική κρατική εξουσία σε αυταρχική – κάτι με το οποίο δεν επιτρέπεται να συμφωνήσει κανείς.

Το γεγονός τώρα πως όλα τα μέτρα που ανακοινώνονται χωρίς να ψηφίζονται από τη Βουλή, ούτε καν το «κλείδωμα» της οικονομίας (lockdown), πρέπει να εφαρμόζονται καταναγκαστικά, δημιουργεί μία πολύ άσχημη εντύπωση στους Πολίτες – πόσο μάλλον όταν τα επιχειρήματα των ηγεμόνων, τα οποία ακούγονται πολύ συχνά σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, είναι εντελώς απαίσια. Ειδικά για μία χώρα όπως η Ελλάδα, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της οποίας κινδυνεύει να πεθάνει περισσότερο από τη φτώχεια που καθιστά μεταξύ άλλων αδύνατη τη σωστή υγειονομική προστασία, παρά από τον ιό.

Φαίνεται όμως πως οι ηγεμόνες δεν κατανοούν ότι, ο πρωταρχικός στόχος της κυβερνητικής δράσης δεν είναι η προστασία των Πολιτών από τις λοιμώξεις, ούτε η προστασία της ζωής τους, αλλά η ανθρώπινη αξιοπρέπεια – η οποία στην Ελλάδα έχει «καταπατηθεί» τόσες πολλές φορές από την πολιτική των μνημονίων, ώστε η έννοια «αξιοπρέπεια» να ηχεί πλέον κωμικά. Ανεξάρτητα όμως από την Ελλάδα, εάν η σωτηρία των ανθρώπων ήταν η πρώτη προτεραιότητα των κυβερνήσεων, τότε το πιο αποτελεσματικό μέτρο θα ήταν να τοποθετηθούν όλοι σε καραντίνα – για όσον καιρό χρειαστεί να πεθάνει ο ιός.

Με απλά λόγια τώρα, το καθήκον του κράτους είναι πάντοτε θέμα ενός λογικού «ζυγίσματος» – μίας λογικής εξισορρόπησης. Επίσης μεταξύ του δικαιώματος της ελευθερίας των ανθρώπων και της προστασίας της ζωής τους – αφού, για παράδειγμα, εάν η προστασία της ζωής υπερείχε όλων, ασφαλώς δεν θα προστάτευαν τα κράτη τα σύνορα τους, όταν δέχονταν την επίθεση μίας άλλης χώρας.

Επομένως, ένα λογικό μέτρο θα ήταν να διατεθούν μάσκες προστασίας με τις σωστές προδιαγραφές στους Πολίτες, στα σπίτια των ηλικιωμένων και των ευπαθών ομάδων, καθώς επίσης στους επισκέπτες τους – έτσι ώστε να καταστούν δυνατές οι όσο το δυνατόν περισσότερες επαφές, με μία μικρή σχετικά καταπάτηση της ελευθερίας. Είναι ανόητο δε να επικαλείται κανείς πως ο στόχος ενός νέου κλειδώματος θα είναι ο εορτασμός των Χριστουγέννων με καλύτερες συνθήκες, εάν αντιμετωπισθεί τώρα η απειλή του ιού με πειθαρχημένο τρόπο – αφού κανένας δεν εγγυάται πως η διαδικασία της μόλυνσης θα επιτρέπει μία χαλάρωση τότε των μέτρων.

Κλείνοντας, πολλοί άνθρωποι έχουν πλέον την εντύπωση πως δεν θα πρέπει να αξιολογούν τη συμπεριφορά τους με βάση τους νόμους, αλλά με τις ηθικές κατηγορίες που τους απευθύνουν οι κυβερνήσεις τους – οι οποίες υπερβαίνουν το νόμο και το Σύνταγμα. Προφανώς λοιπόν ορισμένες κυβερνήσεις και δη οι ηγεμόνες τους, έχουν μία άλλη άποψη για τη Δημοκρατία – η οποία δεν πρέπει ποτέ να επικρατήσει, αφού το επόμενο βήμα θα είναι ο φασισμός.

Τα στατιστικά στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων του 2019 δείχνουν ότι περίπου 1,5 εκατομμύριο πολίτες δηλώνουν ετήσιο εισόδημα 1000 € το χρόνο που σημαίνει ότι ζουν με κάτι περισσότερο από 83 € τον μήνα

Σχετικά με το μαξιλάρι των 36 ή 37 δις €, τα 15,7 δις είναι του ESM και δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε. Στα υπόλοιπα συμπεριλαμβάνονται τα αποθεματικά οργανισμών του δημοσίου; Εάν ναι, πόσα είναι; Δεν χρησιμοποιούνται ήδη στα repos; Εάν όχι, πόσα από αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν; Αυτό που δεν είπαν τώρα οι συνάδελφοι είναι πως σύμφωνα με το άρθρο 116 και επόμενα του νέου νόμου μπορεί...

https://analyst.gr/2020/10/29/o-ios-tou-fasismou/

Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΖΟΥΣΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ F.A TRENDELENBURG. ΚΑΙ Η ΕΓΕΛΙΑΝΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ.(1)

 Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΖΟΥΣΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ F.A TRENDELENBURG

ΚΑΙ Η ΕΓΕΛΙΑΝΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ.
Enrico Berti.
1 Η κριτική του Τρεντέλενμπουργκ στην Εγελιανή διαλεκτική.
Ένα απο τα πιό σημαντικά επεισόδια της ιστορίας του Εγελιανισμού, που προσέφερε θέματα για στοχασμό σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, είναι στα σίγουρα η κριτική της Εγελιανής λογικής που έγινε απο τον Αριστοτελικό Friedrich Adolf Trendelenburg στο βιβλίο του «Λογικές αναζητήσεις», το οποίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στα 1870. Η σπουδαιότης αυτής της κριτικής επιβεβαιώνεται πάνω απ’όλα απο την τεράστια απήχηση που απέκτησε στα φιλοσοφικά δρώμενα της εποχής, τόσο ανάμεσα στους εγελιανούς, όσο και ανάμεσα στους αντι εγελιανούς. Εάν βεβαίως δέν μπορούμε να την θεωρήσουμε ολόκληρωτικώς πρωτότυπη, λόγω ορισμένων προ αγγελιών που αντιχνεύονται στους πρώτους κριτικούς τού Χέγκελ, οι οποίοι δέχτηκαν μάλιστα και την κριτική του ίδιου του Χέγκελ, αλλά κυρίως στον Φώυερμπαχ, η τεχνική αυστηρότης με την οποία διατυπώθηκε βοήθησε ώστε να υιοθετηθεί απο στοχαστές όπως ο ίδιος ο Φώυερμπαχ, ο Μάρξ και ο Κίρκεγκαρντ, για να υπενθυμίσουμε τους πιό σημαντικούς αντι-Εγελιανούς. Ο Φώυερμπαχ π.χ. σημειώνει στην κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του 1839, «Το Είναι περνά στο τίποτα: εξαφανίζεται αμέσως στο αντίθετο του, η αλήθεια του είναι αυτή η κίνηση τής αμέσου εξαφάνισης του. Εδώ δέν προϋποτίθενται ακόμη και αναπαραστάσεις; Εξαφανίζομαι ή χάνομαι ειναι μία έννοια ή δέν είναι αντιθέτως μία αισθητική αναπαράσταση;»
Η πλευρά τής κριτικής του Τρεντέλεμπουργκ που απέκτησε την μεγαλύτερη επιτυχία υπήρξε εκείνη που αφορούσε τις πρώτες κατηγορίες της λογικής του Χέγκελ, Είναι, τίποτα (μηδέν) και γίγνεσθαι. Συνίσταται δέ στην επισήμανση πώς αυτές οι κατηγορίες θα ήθελαν να αποτελέσουν τις στιγμές μίας προόδου καθαρά λογικής, δηλ, χωρίς προϋποθέσεις και χωρίς αναφορές στην εμπειρική πραγματικότητα, ενώ στην πραγματικότητα κατορθώνουν να ξεκινήσουν μία αυθεντική διαλεκτική κίνηση, μόνον εάν προσλάβουν πάνω τους αθέμιτα την αναπαράσταση της κινήσεως, που προέρχεται απο την αισθητή αντίληψη τών πραγμάτων! Όπως βλέπουμε πρόκειται για μία ιδιαίτερη εφαρμογή της γενικής κριτικής που δέχθηκε η λογική του Χέγκελ απο διαφόρους στοχαστές, της αδυναμίας της να αντλήσει την πραγματικότητα, δηλ, το γίγνεσθαι, απο την σκέψη, δηλαδή απο τις καθαρές έννοιες του Είναι και του Τίποτα. Η πρωτότυπη προσφορά του Τρεντέλενμπουργκ βρίσκεται στην φανέρωση πώς οι έννοιες που χρησιμοποιεί ο Χέγκελ είναι καθαρές μόνον φαινομενικώς, ενώ στην πραγματικότητα περιέχουν ήδη αυτό που απο αυτές τις έννοιες θα έπρεπε να εξαχθεί σαν συμπέρασμα μέσω της λογικής οδού και μόνον και πώς σιωπηλά εισήχθη αυτό το συμπέρασμα στις έννοιες αυτές εξαρχής μέσω της αισθητής αντιλήψεως.
Το βάσιμο αυτής της αντιρρήσεως, παρόλη την αναγνώριση που κέρδισε εκ μέρους διασήμων Εγελιανών, είναι αμφίβολο: φαίνεται δυνατόν, πράγματι να ερμηνευθεί η «απαγωγή» για την οποία μιλά ο Χέγκελ, στην αρχή της λογικής, με διαφορετικό απο τον παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή όχι σαν μία εξήγηση αναλυτικού τύπου,αλλά σαν μιά φανέρωση στην συνείδηση εμπειρικού τύπου. Αλλά εμείς δέν θα ασχοληθούμε εδώ μ’αυτή την πολύ γνωστή αντίρρηση, αλλά με μίαν άλλη, την οποία εξέφρασε πάλι ο Τρεντέλενπουργκ και στην οποία δέν δόθηκε καμμία σημασία μέχρι σήμερα και η οποία θεωρητικώς είναι πιό βάσιμη απο την πρώτη.
2. Οι έννοιες της ταυτότητος και της αρνήσεως.
Αυτή η δεύτερη αντίρρηση συνίσταται στην φανέρωση της ανεπάρκειας των λογικών μέσων με τα οποία ο Χέγκελ προτίθεται να θέσει σε κίνηση την διαλεκτική, δηλ, την απαγωγή ολοκλήρου της πραγματικότητος απο την λογική. Την άρνηση και την ταυτότητα. Όσον αφορά την άρνηση ο Τρεντέλενμπουργκ παρατηρεί πώς αυτή, για να είναι ένα εργαλείο καθαρά λογικό, δηλαδή κάτι που δέν συνάγεται απο την εμπειρία, θα έπρεπε να είναι η απλή αντίθεση ανάμεσα σε αντιφάσεις , ή «λογική άρνηση» όπως λέγεται, αλλά σ’αυτή την περίπτωση δέν θα μπορούσε να γεννήσει καμμία διαλεκτική κίνηση. Αντιθέτως στον Χέγκελ, αυτή ταυτίζεται με την αντίθεση ανάμεσα σε δύο ενάντια (εναντιωνόμενα) ή «πραγματική αντίθεση», η οποία κατορθώνει, ναι, να γεννήσει την διαλεκτική κίνηση, αλλά προσλαμβάνεται ή συμπεραίνεται απο την αισθητή αντίληψη και επομένως δέν είναι ένα καθαρό λογικό μέσον. Όσον αφορά δέ την ταυτότητα, η οποία θα χρησίμευε για να επανασυμφιλιώσει τα αντίθετα στην σύνθεση, ο Τρεντέλενμπουργκ παρατηρεί πώς, εάν αυτή κατανοείται σαν μία καθαρή λογική ισοδυναμία ανάμεσα σε δύο έννοιες, δέν κατορθώνει να δημιουργήσει καμμία πραγματική σύνθεση, ενώ θα μπορούσε να το κατορθώσει εάν παρουσιαζόταν σαν ή έννοια της ολότητος στην οποία λύνονται όλες οι αντιθέσεις, μία έννοια όμως η οποία δέν περιέχεται στις προυποθέσεις της λογικής αναπτύξεως, αλλά ξανά είναι ο καρπός μίας αντιλήψεως, μίας εμπνεύσεως.
Και αυτή η καινούργια κριτική εντάσσεται λοιπόν στο πλαίσιο της προηγούμενης, έχοντας σαν σκοπό της να τονίσει μία υποθετική αναντιστοιχία ανάμεσα στο λογικό επίπεδο και το πραγματικό, και κάτω απο αυτή την άποψη, δέν αντιπροσωπεύει τίποτε περισσότερο απο την πρώτη, όπως και οι υπόλοιπες αντιρρήσεις που ακολουθούν στο βιβλίο που αναφέραμε! Και όμως είναι δυνατόν να διακρίνουμε σ’αυτή μία πλευρά της πολύ πιό καθοριστικής στο θέμα μας, καθαρά αριστοτελικής προελεύσεως, η οποία εάν εφαρμοστεί πιό βαθειά στην ανάλυση της Εγελιανής σκέψης, αποκαλύπτεται πολύ πιό επαρκής, όλων των προηγουμένων: ΤΗΝ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΤΗΤΑΗ αντίφαση ή αντίθεση ανάμεσα σε αντιφάσεις, είναι αυτή που ο Τρεντέλενμπουργκ ονομάζει «λογική άρνηση» και την διαφωτίζει λέγοντας πώς «αυτή αρνείται απλώς αυτό πού βεβαιώνει η πρώτη έννοια, χωρίς να θέτει τίποτε καινούργιο στην θέση της» (π.χ. α είναι β, α δέν είναι β, όπου ένα μέλος αποκλείει απλώς το άλλο), ενώ η εναντίωση ή αντίθεση ανάμεσα σε αντιφάσεις ονομάζεται «πραγματική αντίθεση» και εξηγεί ομολογώντας πώς « η επιβεβαιωτική έννοια απορρίπτεται απο μία νέα επιβεβαιωτική έννοια διότι και οι δύο πρέπει να αναφερθούν σε κάτι άλλο» (π.χ. άσπρο, μαύρο).
ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΥΣΗ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΔΥΟ ΤΥΠΩΝ ΑΝΤΙΘΕΣΕΩΣ
Η αριστοτελική προέλευση της διακρίσεως τονίζεται και απο τον ίδιο τον Τρεντέλενμπουργκ, ο οποίος στην άλλη διάσημη πραγματεία του, η ανάλυση των Κατηγοριών, σχολιάζοντας τήν αριστοτελική θεωρία της στερήσεως, που είναι μία ενδιάμεση έννοια ανάμεσα στην αντίφαση και την εναντιότητα, σχεδιάζει την πρώτη απο αυτές τις αντιθέσεις με το όνομα τής «λογικής αρνήσεως»και την δεύτερη με το όνομα της «πραγματικής αρνήσεως». Αυτές οι ονομασίες δικαιολογούνται, κατά την άποψη του, απο το γεγονός πώς η αντίφαση αγκαλιάζει κάθε δυνατότητα, συμπεριλαμβανομένου και τού μή-είναι και επομένως τίθεται τουλάχιστον με το δεύτερο σκέλος του διαχωρισμού, στο επίπεδο της σκέψης, ενώ  η εναντιότης αφορά μόνον εκείνες τις έννοιες που ανήκουν σε ένα και το αυτό γένος (το δεκτικόν),που υπάρχουν δηλάδη σε ένα υπόστρωμα (το οποίο είναι ακριβώς το δεκτικόν)και γ’αυτό είναι πραγματικό.
Επειδή όμως για να είμαστε συνεπείς, μία τέτοια διάκριση ανάμεσα στο λογικό επίπεδο και στο πραγματικό, τουλάχιστον όσον αφορά την διάκριση ανάμεσα στην αντίφαση και στην εναντιότητα, απουσιάζει απο τον Αριστοτέλη, θα εξετάσουμε με συντομία τα αριστοτελικά κείμενα, με σκοπό να καθορίσουμε την πραγματική αξία αυτής της θεωρίας.
3. Αντίφαση και εναντιότης στον Αριστοτέλη.
Ο Αριστοτέλης δέν επιμένει τόσο πολύ στην διάκριση ανάμεσα στην αντίφαση και την εναντιότητα, ούτε στον υποτιθέμενο λογικό χαρακτήρα της πρώτης που αντιτίθεται στον πραγματικό χαρακτήρα της δευτέρας. Έτσι λοιπόν στο κεφάλαιο 10 των κατηγοριών, ολοκληρωτικώς αφιερωμένο στην διάκριση ανάμεσα στην σχέση, εναντιότητα, κατοχή-έλλειψη και αντίφαση, ο Αριστοτέλης ορίζει την αντίφαση όχι μόνον σαν αντίθεση ανάμεσα στην βεβαίωση και στην άρνηση (π.χ. κάθεται και δέν κάθεται), αλλά επίσης σαν αντίθεση ανάμεσα στο «πράγμα που υπάρχει απο κάτω» την βεβαίωση και «το πράγμα που υπάρχει απο κάτω» την άρνηση (το υφ’εκάτερον πράγμα)(π.χ. Το είμαι καθιστός και το δέν είμαι καθιστός) τα οποία πραγματα λέει ο Αριστοτέλης δέν είναι συνομιλίες, και παρ’όλα αυτά αντιτίθενται μεταξύ τους σαν την βεβαίωση και την άρνηση, είναι δηλαδή εξίσου αντιφατικά (Κατηγορίες 10,12 b 5-16).
Η αληθινή όμως διάκριση ανάμεσα σε ενάντια και σε αντιφατικά είναι εκείνη που εκτίθεται στο βιβλίο Γιώτα της Μεταφυσικής στο κεφ. 4, όπου ορίζονται σαν «τα πράγματα που είναι περισσότερο διαφορετικά, στο πλαίσιο του ιδίου γένους ή στο ίδιο υπόστρωμα (δεκτικόν) ή κάτω απο την ίδια ιδιότητα (δύναμις)»(Αριστ. Μεταφ. Χ 4,1055 α 27-32), και προστίθεται πώς ο λόγος γιά τον οποίο η εναντιότης καί η αντίφαση δέν είναι το ίδιο πράγμα είναι πώς «ενώ στην αντίφαση δέν υπάρχει ενδιάμεσος όρος ανάμεσα στα ενάντια μπορεί να υπάρξει» (Μεταφ. 1055 b 1-3). Αυτό που διακρίνει λοιπόν τα ενάντια απο τα αντιφατικά είναι το γεγονός πώς τα ενάντια διαθέτουν μία περιεκτική ενότητα και των δύο (το γένος ή το δεκτικόν ή την ιδιότητα) και κατά συνέπειαν δέχονται και έναν ενδιάμεσο όρο, ενώ τα αντιφατικά δέν δέχονται ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Πώς τα αντιφατικά δέν υπεισέρχονται στο ίδιο γένος, ή πλαίσιο, αποδεικνύεται απο το γεγονός  πώς καθώς είναι το ένα η απλή άρνηση του άλλου, αφήνουν χώρο σε μία εναλλαγή ικανή να αγκαλιάσει ολόκληρη την πραγματικότητα, ολόκληρο το Είναι (χωρίς ανάγκη διακρίσεως ανάμεσα στο πραγματικό και στο δυνατό), το οποίο Είναι, όπως είναι γνωστό, για τον Αριστοτέλη, καθότι δέχεται και τις διαφορές, δέν είναι γένος.(Μεταφ. III 3, 998 b 22-27).
Η αξία της διακρίσεως ανάμεσα στα ενάντια και τα αντιφατικά ξεκαθαρίζει περαιτέρω απο την εξακρίβωση σύμφωνα με την οποία, «τα πράγματα που ανήκουν σε διαφορετικά γένη δέν δέχονται πέρασμα απο το ένα στο άλλο (ούκ οδόν εις άλληλα) αλλά απέχουν στο μέγιστο και είναι ασύμβλητα (Μεταφ Χ4, 1055 α 6-7). Έτσι λοιπόν ανάμεσα στα αντιφατικά δέν είναι δυνατόν να υπάρξει κάποιο πέρασμα η σύγκριση καμμία, και ακόμη περισσότερο οποιαδήποτε ένωση.
4. Η Εγελιανή σύλληψη του πεπερασμένου.
Στο Φώς της θεωρίας που μεταφέραμε πιό πάνω, αποκτά καινούργια αξία, ανεξαρτήτως της διακρίσεως ανάμεσα σε λογικό επίπεδο και πραγματικό η κριτική του Trendelenburg, σύμφωνα με την οποία εάν οι έννοιες της διαλεκτικής του Χέγκελ είναι αντιφατικές, δέν υπάρχει καμμία δυνατότης διαλεκτικής κινήσεως και ανωτέρας ενώσεως, ενώ εάν είναι ενάντιες (οι έννοιες), αυτή η δυνατότης υπάρχει. Αυτού του πράγματος εξάλλου είχε συνείδηση και ο ίδιος ο Χέγκελ, ο οποίος διέκρινε την  «αντίθεση [αντιπαράθεση], σύμφωνα με την οποία το διαφορετικό δέν έχει απέναντι του ένα άλλο γενικώς, αλλά το δικό του άλλο», απο την «θεωρία των αντιφατικών εννοιών», όπου «η μία έννοια είναι π.χ το γαλάζιο...η άλλη το μή-γαλάζιο. Έτσι ώστε αυτό το άλλο δέν θα ήταν κάτι βεβαιωτικό π.χ. κίτρινο, αλλά θα πρέπει να υπολογιστεί μόνον σαν το αφηρημένο αρνητικό» (Χέγκελ, εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών, Ε 119). Και όπως ο ίδιος ο Τρεντέλενμπουργκ δηλώνει, εννοούσε την διαλεκτική σαν πέρασμα ανάμεσα σε αντίθετα (ενάντια) και όχι ανάμεσα σε αντιφατικά (Εγκυκλοπαίδεια Ε 81).
Παρ’όλα αυτά, παρότι είχε ξεκάθαρη την διάκριση ανάμεσα σε αντίθεση σαν αντίφαση και την αντίθεση σαν εναντίωση, ο Χέγκελ πολύ συχνά συγχέει τις δύο σχέσεις και πραγματεύεται σαν αντίφαση εκείνη που είναι αντιθέτως εναντίωση, δηλ, χρησιμοποιεί σαν ενάντιες, έννοιες που είναι όμως αντιφατικές. Μία περίπτωση στην οποία μία τέτοια σύγχυση φανερώνεται καθαρά και η οποία επέφερε πολύ δυσάρεστες συνέπειες απο θεωρητικής απόψεως, είναι η θεωρία του πεπερασμένου, η οποία εντοπίζεται απο τον Τρεντέλενμπουργκ, αλλά περιέργως, όχι προκειμένου για την χρήση της αρνήσεως, αλλά όπως θα δούμε, προκειμένου για την χρήση της ταυτότητος.
Πραγματευόμενος το προσδιορισμένο Είναι (Dasein), ο Χέγκελ όπως είναι γνωστό, το θεωρεί πρώτα απ’όλα σαν προσδιορισμένο ποιοτικά, δηλ, σαν κάτι τι (Etwas) το οποίο προσδιορίζεται απέναντι στο «άλλο» (Anderes). Καθότι προσδιορισμένο απέναντι σε άλλο, το κάτι τι είναι περιορισμένο, δηλ, πεπερασμένο. Αλλ’όμως αυτό που είναι περιορισμένο, πεπερασμένο, καθ’εαυτό, παραπέμπει σ’αυτό που βρίσκεται πέρα απο το όριο και μ’αυτόν τον τρόπο ξεπερνιέται. Υπάρχουν όμως δύο τρόποι για να υπερβαθεί το όριο, το πεπερασμένο: ο ένας συνίσταται στην συνεχή παραπομπή τού κάτι τις σε άλλο, αυτού του άλλου σε άλλο ακόμη και ούτω καθεξής στο άπειρο. Αυτό το άπειρο ονομάζεται απο τον Χέγκελ «κακό άπειρο» ή «ψεύτικο», καθότι, την στιγμή που υπερβαίνει το πεπερασμένο το βοηθά να ξανααναδυθεί και δέν το υπερβαίνει ποτέ στην πραγματικότητα. Η αληθινή υπέρβαση του πεπερασμένου, το αληθινό άπειρο, συνίσταται αντιθέτως,για τον Χέγκελ, στην κατανόηση ότι το άλλο, στο οποίο παραπέμπει το κάτι τις, δέν διαφέρει απο το ίδιο το κάτι τις, το οποίο δέν έχει άλλον προσδιορισμό παρά εκείνον σύμφωνα με τον οποίον είναι και αυτό άλλο και επομένως το κάτι τις, παραπέμποντας σε άλλο, δέν παραπέμπει παρά στον εαυτό τουΜ’αυτόν τον τρόπο το Είναι θεμελιώνεται σαν «άρνηση της αρνήσεως» αλλ’όμως σαν τέτοιο παύει να είναι πεπερασμένο και είναι το αληθινό άπειρο, δηλ. Το Είναι καθ’εαυτό. Το πεπεραμένο είναι αυτό που υπερβαίνεται, είναι το άλλο, δηλ, μία απλή στιγμή της προόδου στην οποία συνίσταται το άπειρο, κάτι που δέν είναι πραγματικό, κάτι «ιδανικό» . «Αυτός ο ιδεαλισμός του πεπερασμένου-συμπεραίνει ο Χέγκελ-είναι η θεμελιώδης πρόταση της φιλοσοφίας και κάθε αληθινή φιλοσοφία είναι επομένως ιδεαλισμός». (Εγκυκλοπαίδεια, παράγραφος 90-95).
Η συνέπεια μίας τέτοιας θεωρίας, όπως δηλώνει και ό ίδιος ο Χέγκελ, είναι η υπέρβαση του δυαλισμού, ο οποίος αποδίδεται απο αυτόν «στην κοινή διανοουμενίστική μταφυσική», ανάμεσα σε πεπερασμένο και άπειρο, ένας δυαλισμός που κάνει το λάθος να θεωρεί το άπειρο μόνον σαν «ένα απο τα δύο»και μ’αυτό να το υποβιβάζει σε ιδιαίτερο, σε πεπερασμένο. Η ανασκευή του δυαλισμού υπάρχει σε μία επαρκέστατη σύνθεση, απο τον Χέγκελ, στο ακόλουθο χωρίο της Επιστήμης της λογικης. «Το άπειρο τοποθετημένο μ’αυτόν τον τρόπο, είναι ένα εκ των δύο. Αλλά όμως λόγω του ότι είναι ένα εκ των δύο, είναι αυτό το ίδιο πεπερασμένο. Δέν είναι το ΟΛΟΝ, αλλά μόνον η μία πλευρά. Έχει το όριο του σ’αυτό που του αντιτίθεται και έτσι το άπειρο είναι πεπερασμένο. Δέν διαθέτουμε παρά δύο πεπερασμένα».
Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ : Μέ τήν επόμενη ανάρτηση καί τήν ολοκλήρωση τού κειμένου θά είναι εύκολα φανερό πώς καί πόσο εξαρτάται η νεοορθοδοξία καί η κακοδοξία τού Ζηζιούλα από τό λάθος τού Χέγκελ.
 Ίσως τώρα κατανοήσουμε γιατί η νεοορθοδοξία μισεί τήν άσκηση, όπως καί ο κληρικαλισμός τούς ασκητές. Διότι τό πεπερασμένο στό σύστημα τού Χέγκελ, τού δευτέρου πατέρος τής εκκοσμικευμένης εκκλησίας μετά τόν Αυγουστίνο, απολυτοποιήθηκε μέ τήν μέθοδο πού περιγράφεται στό κείμενο : καταργώντας τήν αντίφαση μέ τήν εναντίωση καί στή συνέχεια καταργώντας καί τήν εναντίωση στή νέα σύνθεση. Όπως ακριβώς φανερώνεται στό κείμενο τού Ολιβιέ Κλεμάν καί στό απόσπασμα πού παραθέτουμε :
«Καμμιά αντίθεση, πολύ περισσότερο, ανάμεσα στην ισότητα των ανθρώπων, στη δημιουργία προφητικών κοινοτήτων, μοναστικών ή άλλων, και στις μεταρρυθμίσεις ή επαναστάσεις στο χώρο των «δομών»: Οι «δομές» δεν είναι,τελικά, παρά το σπίτι, η δουλειά, το ένδυμα, το ψωμί που χρωστάμε στα αναρίθμητα «συ» των πλησίον μας, σήμερα πια σε παγκόσμια κλίμακα».
«Αν το πρόβλημα του δικού μου ψωμιού είναι πρόβλημα υλικό, έλεγε ο Μπερντιάγιεφ, το πρόβλημα του ψωμιού του πλησίον μου, είναι το πιο επείγον από τα πνευματικά προβλήματα».

ΟΙ ΔΕ ΕΚΖΗΤΟΥΝΤΕΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΟΥΚ ΕΛΑΤΤΩΘΗΣΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΟΣ ΑΓΑΘΟΥΟύτε τό δικό σου ψωμί Μπερντιάεφ είναι υλικό πρόβλημα. Παρ'όλα αυτά είναι, διότι δέν κατόρθωσες ποτέ νά πείς γεννηθήτω τό θέλημά σου.

«Για να σώσει τον κόσμο η Εκκλησία, πρέπει να βρεθεί μαζί του σε σχέση ταυτότητας και διάκρισης, γιατί ο κόσμος δεν είναι βέβηλος (τίποτα δεν είναι βέβηλο). Είναι βεβηλωμένος»
«Αλλά η Εκκλησία πρέπει να είναι ταυτόχρονα ο αφιλόκερδος υπηρέτης των ανθρώπων κατ’ εικόνα του Κυρίου της, ο οποίος "ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι"».
Νά καί ο πυρήνας τής νέας εκκλησιολογίας τήν οποία προσπαθούν νά συστηματοποιήσουν μέ πάθος ο Ζηζιούλας κι ο Κάλλιστος Γουέαρ καί όλοι όσοι σάν αυτούς διαθέτουν τήν καλή πρόθεση νά σώσουν τόν κόσμο, νά τόν αλλάξουν, όπως φιλοδόξησε ο πρώτος διδάξας ο Μάρξ.
Καί η αληθινή εκκλησία, αγαπητέ Κλεμάν, ευεργέτησε τούς φτωχούς. Αλλά εκείνη η εκκλησία ήταν ήδη φτωχή. Οι φτωχοί τής εποχής ευεργετούσαν τούς φτωχούς. Μέ τό υστέρημά τους, μέ τό σταυρό τους, καί γιαυτό οι φτωχοί, οι ευεργετηθέντες κατέληγαν στήν εκκλησία, σύμφωνα μέ τήν εντολή τού πλησίον, όπως τήν ερμηνεύει ο Κύριος καί όχι ο κάθε Κλεμάν.
Σήμερα οι πλούσιοι προσπαθούν νά εξασφαλίσουν τό ψωμί τών φτωχών, από τό περίσσευμά τους, υποδυόμενοι τούς χριστιανούς.
Ολόκληρη η σημερινή εκκλησία.

Σύμφωνα μέ τήν φαινομενολογία τού πνεύματος, τού Χέγκελ, ο δούλος σιγά-σιγά καί διαλεκτικά γίνεται αφέντης. Έτσι καί οι φτωχοί πού ευεργετούνται από τόν πλούσιο, τόν φαρισαίο, γίνονται φαρισαίοι. Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ

Αμέθυστος.