ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟ-ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ α
https://www.youtube.com/watch?v=44MOKbebIq8&t=2535s
Δημόσια ανοιχτή διάλεξη του Κέντρου Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών "Μητρ. Παντελεήμων Παπαγεωργίου" (CEMES), με γενικότερο θέμα την "Ορατή Ενότητα της Εκκλησίας του Χριστού", και κεντρικό ομιλητή τον Καθ. του ΕΚΠΑ Σταύρο Γιαγκάζογλου. Συντονίζει ο Καθ. της ΑΠΑΗΚ Χριστόφορος Αρβανίτης και συμμετέχουν στη συζήτηση ο Ομότ. Καθ. και Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας, Ζακύνθου και Κεφαλληνίας των εν Ελλάδι Καθολικών, Ιωάννης Σπιτέρης και ο Ομότ. Καθ. και Αρχιεπίσκοπος Γρατιανουπόλεως των εν Ελλάδι Ελληνόρρυθμων Καθολικών, Δημήτριος Σαλάχας
…Συνδιεύθυνε την ετήσια έκδοση Χριστιανικού Διαλόγου και Πολιτισμού «Ανθίβολα». Συνεργάστηκε ως ερευνητής στο πρόγραμμα της Ακαδημίας Αθηνών «Ελληνισμός και Χριστιανισμός ως Παράγον της Διαμόρφωσης της Ελληνικής Ταυτότητας». Έχει συγγράψει μεγάλο αριθμό παιδαγωγικών και ορθόδοξων άρθρων.
Πολλά από αυτά βρίσκονται στο διαδίκτυο, όποιος θέλει μπορεί να τα δει. Ερευνητικά είναι από τα πιο σπουδαία άνδρα που έχω διαβάσει. Έχει δημοσιεύσει μελέτες σε διάφορα περιοδικά, πρακτικά συνεδρίων και συλλογικούς τόμους.
Διδάσκει επίσης στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και στην Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή της Κινσάσα στο Κονγκό. Παρακολουθούμε για ένα-δύο χρόνια όλες αυτές τις δραστηριότητες στην Κινσάσα και στο Κονγκό. Κύριε Γεγάζογλου, έχετε τον λόγο. Να κάνω έναν πρόλογο και θέλω να τον κάνω γιατί τον έχω πάντα μες στο μυαλό μου.
Ο αγαπητός μας δάσκαλος στο Πανεπιστήμιο του Φρίμπουργκ, ο Πέρτι Γιάρρ, έλεγε πάντα ότι οι Ορθόδοξοι δεν έχουν επίσημη δογματική διδασκαλία για την εσχατολογία. Το βάζω σε ένα πρώτο ερώτημα, αν μπορείτε να μας πείτε δύο πράγματα γι’ αυτό. Έχετε τον λόγο.
Ευχαριστώ πάρα πολύ για τα ευγενικά αυτά λόγια της παρουσίασης. Εγώ στην ουσία σκέφτηκα να παρουσιάσω τις σκέψεις και τις προτάσεις ενός μεγάλου θεολόγου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, του αείμνηστου Ειβ Κονγκάρ, του οποίου η συμβολή στον Οικουμενικό Διάλογο και κυρίως τον διάλογο μεταξύ των δύο αδερφών Εκκλησιών, της Καθολικής και της Ορθόδοξης, υπήρξε σημαντική και επίσης σημαντική ήταν η συμβολή του Κονγκάρ και στην πνευματολογία, αλλά προέκρινα να δείξω ακριβώς το εύρος του Κονγκάρ ως προς το όραμά του για τη χριστιανική ενότητα. Νομίζω αυτό είναι το καίριο.
Δύο λόγια λοιπόν για αυτόν τον θεολόγο της Δύσης, τον θεολόγο του 20ού αιώνα, για όλους εκείνους που ενδεχομένως έχουν κάποια στοιχεία. Ο Κονγκάρ γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, το 1904, στην περιοχή της Βόρειας Γαλλίας και είχε μια πίστη από παιδί, την οποία θα τη φιλτράρει μέσα από τη φρικτή εμπειρία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Στη συνέχεια, ο νεαρός Κονγκάρ κατά κάποιο τρόπο, λόγω της επαφής της περιοχής του και με τον προτεσταντικό χώρο, θα έρθει σε επαφή με το πρόβλημα της διαίρεσης μεταξύ των χριστιανών και από πολύ νωρίς θα έχει στην πορεία των ιερατικών του ακόμα σπουδών αλλά κατόπιν και των θεολογικών του σπουδών ως μέλημα τι γίνεται με την ενότητα, τι γίνεται με τη διαίρεση μεταξύ των χριστιανών.
Στα πρώτα του χρόνια θα δεχτεί μια ισχυρή επίδραση από τη θωμιστική σκέψη, κυρίως από τα έργα του Ζακ Μαριτέν, του Καριγκού και Ναγκράνς, αλλά κυρίως το αγωνιώδες ζήτημα της διαίρεσης των χριστιανών θα παίξει καταλυτικό ρόλο στη σκέψη του. Ο άνθρωπος αυτός θα σπουδάσει κοντά σε μεγάλους δασκάλους όπως ο Μαρίν Τομινί. Ξενού θα σπουδάσει ως γνωστόν στο Σολσουάρ, σε αυτή τη σχολή η οποία μεταφέρεται από τη Γαλλία στο Βέλγιο, τη σχολή των Δομινικανών, και ήδη από το 1928 θα παρουσιάσει μια διατριβή η οποία έχει τον τίτλο «Η Ενότητα της Εκκλησίας». Βλέπετε λοιπόν ότι ο Κονγκάρ πολύ νωρίς, θα έλεγε κανείς στο Μεσοπόλεμο και ενώ είναι Καθολικός, έχει μια παράλληλη πορεία με την αρξάμενη Οικουμενική Κίνηση του Μεσοπολέμου, η οποία ασφαλώς θα οδηγήσει μετά στη δημιουργία του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών.
Γίνεται γραμματέας ενός σημαντικού περιοδικού, του περίφημου «Revue de Science, Philosophie et Théologie», το οποίο δημοσίευε τα καλύτερα κείμενα, ας πούμε, στη δεκαετία του 1930, του 1940 και εξής, και ο ίδιος θα ιδρύσει τρία χρόνια πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αυτή την περίφημη σειρά «Unam Sanctam» στον εκδοτικό οίκο «Cerf», και η οποία βεβαίως εξέδωσε μία σειρά από εξαιρετικά εκκλησιολογικά μελετήματα και μονογραφίες. Το πρώτο σημαντικό έργο σε αυτή τη σειρά θα είναι το δικό του που θα έχει τον τίτλο —το λέω στα ελληνικά— «Διηρημένοι Χριστιανοί. Αρχές ενός Καθολικού Οικουμενισμού».
Αυτά ήταν διαλέξεις που έκανε ο Κονγκάρ στη Μονμάρτη το 1936, στη Βασιλική της Μονμάρτης, και είχαν μεγάλη απήχηση στο κοινό, τα ξαναδούλεψε και τα εξέδωσε. Ο νεαρός Κονγκάρ υποστήριζε ότι η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ένα μουσειακό απολίθωμα του παρελθόντος αλλά διαρκώς ανακαινίζεται στο εκάστοτε παρόν. Έρχεται η κατοχή, η γερμανική κατοχή.
Ως γνωστόν, ο Κονγκάρ συλλαμβάνεται και εκτοπίζεται στο Γκοντίτς, ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Ανατολική Πρωσία, όπου και εκεί παρότι αιχμάλωτος θα επιδείξει έργο, έργο αντιστασιακό με τις ομιλίες του, ένας άνθρωπος ζωντανός, δραστήριος, που έβλεπε μπροστά. Γι’ αυτόν τον λόγο, μετά τον πόλεμο, το 1948, όταν ιδρύεται το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, ο πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκι, ένας από τους πρωταγωνιστές της ίδρυσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου, θα καλέσει μαζί με άλλους, με τον τότε γενικό γραμματέα, τον πρώτο γενικό γραμματέα, δώδεκα προσωπικότητες, θεολογικές προσωπικότητες, στη Γενεύη για διαβούλευση και ένας από αυτούς θα είναι ο Ιβ Κονγκάρ. Αυτό δείχνει ακριβώς ότι ο Ιβ Κονγκάρ αναγνωρίζεται πια στον χώρο της τότε Οικουμενικής Κίνησης, στην οποία δεν συμμετέχουν οι Ρωμαιοκαθολικοί, και βεβαίως αναγνωρίζεται από έναν Ρώσο Ορθόδοξο θεολόγο, τον πατέρα Γεώργιο Φλωρόφσκι.
Στη συνέχεια θα έχει προβλήματα ο Κονγκάρ διότι οι μελέτες του και τα βιβλία του και η αντίληψη που έχει για τη θέση των λαϊκών στη Ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία και γενικά αυτή η στάση του που έλεγε ότι μια Εκκλησία πρέπει να αναγνωρίζει τα λάθη της κ.λπ. θα μπει σε δυσμένεια και όχι απλώς θα μπει σε δυσμένεια αλλά θα του απαγορευτεί να διδάσκει, θα εξοριστεί, θα τον στείλουν στην Παλαιστίνη, θα τον απομονώσουν στη Μεγάλη Βρετανία σε ένα ίδρυμα και βεβαίως δεν θα μπορεί και να δημοσιεύει έργα. Καταλαβαίνετε λοιπόν σε ποια κατάσταση βρέθηκε ο ζωντανός αυτός και ανοιχτός στον διάλογο Ρωμαιοκαθολικός θεολόγος από την ίδια του την Εκκλησία. Όμως, για να δούμε πώς ενεργεί ο Θεός, ένα έργο του Κονγκάρ θα διαβαστεί από τον Ρογκάλι, ο οποίος ήταν τότε ο Άντζελο Ρογκάλι, ήταν νουντσιος του Βατικανού στο Παρίσι, και θα διαβάσει ένα βιβλίο του Κονγκάρ «Αληθινή και ψευδής μεταρρύθμιση στην Εκκλησία».
Αυτό δε το βιβλίο ήταν το οποίο είχε ριχτεί στο πυρ το εξώτερον διότι έθετε εν αμφιβόλω το αλάθητο της Εκκλησίας λέγοντας ότι μπορεί να υπάρχει αληθινή και ψευδής μεταρρύθμιση και έλεγε και τη λέξη μεταρρύθμιση, η οποία από το Τριδέντο και μετά ήταν κατά κάποιο τρόπο μια δύσκολη λέξη τότε στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και θεολογία. Αυτός λοιπόν που θα γίνει πάπας θα συνεργαστεί, θα εμπνευστεί από τον Κονγκάρ και θα μπει σε τροχιά εκκίνησης. Η μεγάλη αυτή σύνοδος, η σύνοδος της ανανέωσης, του ανοίγματος, η σύνοδος του ανοίγματος προς τους θεολογικούς διαλόγους και η σύνοδος η οποία κατά κάποιο τρόπο επισημοποίησε και την Ορθόδοξη Ανατολή ως αδελφή Εκκλησία, και βλέπετε ο Κονγκάρ θα είναι στο επίκεντρο όλων αυτών των ανοιγμάτων και αλλαγών.
Και πράγματι ο Κονγκάρ ανήκει μαζί με άλλους θεολόγους όπως ο Ανρί ντε Λυμπάκ, ο Ντανιελού, σε αυτό το ρεύμα που ονομάζουμε Nouvelle Théologie, ένα ρεύμα στο οποίο βεβαίως ανήκε και ο μετέπειτα καρδινάλιος και πάπας Ράτσινγκερ και πολλοί άλλοι θεολόγοι, ο Κούμπαρ-Τάζαρ, που είναι ένα ρεύμα ανανέωσης. Και θα δούμε —και αυτό είναι κάτι που εμάς, Ορθοδόξους, οφείλει να μας μάθει πράγματα— πώς μια ομάδα ανανεωτών θεολόγων θα επηρεάσει την Εκκλησία τους, θα επηρεάσει μια μεγάλη σύνοδο, θα εμπνεύσει αλλαγές. Άρα λοιπόν από αυτό και μόνο καταλαβαίνουμε ότι η προσωπικότητα του Κονγκάρ έπαιξε, διαδραμάτισε έναν καίριο ρόλο και βεβαίως η θεολογική του σκέψη. Συνεπώς ο Κονγκάρ αναγνωρίστηκε και μετά τη σύνοδο για τον ρόλο που έπαιξε στη σύνοδο και εδώ δεν έχουμε χρόνο να πούμε ότι ο Κονγκάρ μας λέει ότι οι πρώτες μέρες, οι πρώτες εβδομάδες ήταν απογοητευτικές στη σύνοδο και μετά τα πράγματα πήραν μπρος και ήταν ένα εργαστήριο συζητήσεων, διαβουλεύσεων, σκέψεων που γίνονταν πριν στις ομάδες εργασίας, στις συντροφιές, στις παρέες.
Ήταν, ας μην ξεχνάμε, μια σύνοδος η οποία είχε καλέσει και πολλούς παρατηρητές, μη Ρωμαιοκαθολικούς, Ορθόδοξους και Προτεστάντες, και πολλά πράγματα που συζητιούνταν εισάγονταν μετά στη σύνοδο. Ο ίδιος θα δημοσιεύσει και τα περίφημα ημερολόγια αυτής της συνόδου, έργο το οποίο έχει μεταφραστεί και σε διάφορες γλώσσες. Ο Κονγκάρ, ανήκοντας στη Nouvelle Théologie, θα έλεγε κανείς ότι επανεισάγει με το δικό του θεολογικό έργο το θέμα της θεολογίας η οποία πατάει καλά στην ιστορία και έτσι η ιστορία μπορεί να απελευθερώνει και δεν κρύβουμε την ιστορία προκειμένου να διαμορφώνουμε θεολογικές κατασκευές της αρεσκείας μας και να γλιστράμε πάντοτε σε ιδεολογήματα.
Αυτό άλλωστε υπήρξε η κινητήριος δύναμη της σειράς Unam Sanctam την οποία είχε ιδρύσει και βεβαίως είναι ο πρώτος Ρωμαιοκαθολικός θεολόγος που απέδωσε θετική, θεολογική αξία στον οικουμενισμό και θεωρούσε ότι —εντελώς καινοτομικό ήταν αυτό— η ένωση των Εκκλησιών δεν μπορεί να είναι μία απλή επιστροφή των μη Ρωμαιοκαθολικών στη Ρώμη αλλά μια δυνατότητα ποιοτικής ανάπτυξης της καθολικότητας, επανεύρεσης της καθολικότητας και στις άλλες παραδόσεις, και με αυτόν τον τρόπο στρεφόταν εναντίον αυτού του παραδοσιοκρατικού και συντηρητικού ρεύματος που στα γαλλικά το λέμε intégrisme και σήμερα πια το λέμε φονταμενταλισμό. Και είναι γεγονός ότι το έργο του Κονγκάρ δεν επηρέασε μόνο τον Ιωάννη τον ΚΚ΄ΙΙΙ αλλά και τον Παύλο τον ΣΤ΄ και τον μετέπειτα Ιωάννη Παύλο τον Β΄. Έτσι λοιπόν σημάδεψε και όλη τη θεολογία του 20ού αιώνα, τη Ρωμαιοκαθολική, και επειδή ακριβώς ήταν μια οικουμενική προσωπικότητα, το έργο του διαβάστηκε και σχολιάστηκε —θα πούμε μερικά πράγματα— και από πολλούς Ορθόδοξους θεολόγους. Να πω κάτι για το τέλος αυτού του σημαντικού ανθρώπου: μέχρι το 1980 ήταν ενεργός· έγραφε. Τότε όμως έπαθε μια νευρολογική πάθηση που δεν του επέτρεπε πλέον να εργαστεί. Σιγά σιγά έχανε και το φως του. Θα πεθάνει σε ηλικία 91 ετών το 1995 και θα προλάβει έναν χρόνο να διατελέσει καρδινάλιος επιτιμία για το θεολογικό του έργο.
Θα πω δύο λόγια για τη σχέση του Κονγκάρ με την Ορθόδοξη παράδοση, με την Ορθόδοξη θεολογία, με την Ορθόδοξη Εκκλησία και αυτό είναι σημαντικό. Και ξέρετε, οι οικουμενικές σχέσεις και η πορεία θεολογικού διαλόγου δεν γίνονται πατώντας ένα κουμπί στον αυτόματο πιλότο, αλλά θέλει ανθρώπινες σχέσεις, επικοινωνίες, θέλει δουλειά σε πάρα πολλά επίπεδα. Και ο Κονγκάρ αυτό το πράγμα το έψαξε πάρα πολύ ήδη από τη νεότητά του, που είχε καταλάβει ότι μέσα στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία υπάρχει ένα ρεύμα που στρέφεται κυρίως προς τον Προτεσταντισμό, γιατί έλεγε κιόλας ότι στα χρόνια του η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία γνώριζε ένα είδος, ας πούμε, διαφωτισμού που τη συνέδεε πιο πολύ με τον Προτεσταντισμό. Ο ίδιος επέμενε ότι δεν πρέπει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία να αποβάλλει την προοπτική μιας βαθιάς προσέγγισης και επικοινωνίας με τους Ορθοδόξους και αυτό το πράγμα ο ίδιος το έκανε πράξη όταν προσέγγισε στην αρχή ένα ουνιτικό ρωσικό σεμινάριο στη Λίλλη του Αγίου Βασιλείου και στη συνέχεια όταν θα προσεγγίσει το βελγικό μοναστήρι του Σεβρών, το οποίο εξέδιδε από τότε και συνεχίζει να εκδίδει ως σήμερα αυτό το περίφημο ιστορικό πια περιοδικό «Ιρενικόν». Αυτό το σεμινάριο του Αγίου Βασιλείου μετά θα μετατραπεί στο Ινστιτούτο των Δομινικανών που θα εκδίδει το περιοδικό «Ρωσία και Χριστιανοσύνη» και αργότερα το γνωστό σε όλους τους θεολόγους τουλάχιστον «Ιστίνα», το περιοδικό «Ιστίνα». Και λέγεται ότι ο Κονγκάρ βοήθησε ώστε να αποβάλει αυτόν τον ουνιτικό χαρακτήρα αυτή η κοινότητα και να στραφεί ξεκάθαρα προς έναν διάλογο με τους Ορθοδόξους. Αυτό λοιπόν είναι πάρα πολύ σημαντικό. Είναι η περίοδος που ο Κονγκάρ ερωτοτροπεί με τη ρωσική σκέψη, τη Ρωσία που αγαπάμε όλοι βέβαια· διαβάζει μανιωδώς Ντοστογιέφσκι και αρχίζει και μελετάει τα έργα των Σολοβιόφ, Κυριέφσκι, Ντανιλέφσκι, του Λέο Καρσαβίν, του Σαμαρίν, και στη συνέχεια θα γνωρίσει τους Ρώσους θεολόγους της Διασποράς. Θα σχετιστεί λοιπόν με τον Μπερντιάγεφ, με τον Καρτάσεφ, με τον Σέργιο Μπουλγκάκοφ, με τον Λεβ Ζιλέ, ο οποίος ήδη γίνεται Ορθόδοξος. Είπα για τον πατέρα Γεώργιο Φλωρόφσκι· να βάλω δίπλα σε αυτά τα ονόματα τον Σμέμαν, τον Μάγιαντορφ, τον Ευδοκίμοφ, τον Λόσκι, τον Ζενκόφσκι, την περίφημη Μίρα Λοτ-Μποροντίν, αυτή τη Γαλίδα που είχε παντρευτεί τον Φερδινάνδο Λοτ, τον Μεσαιωνιστή, τον Γάλλο, τον Αρσένιεφ, τον Ζάντερ, τον Νίκολας Αφανάσιεφ —κρατήστε αυτό το όνομα ειδικά για την ευχαριστιακή εκκλησιολογία— και άλλους θεολόγους του Ινστιτούτου του Αγίου Σεργίου σε διάφορες δράσεις κοινές, σε συνέδρια, σε κολόκ, κλπ. Και ο Κονγκάρ εκτός από τις επαφές και τις γνωριμίες θα κινηθεί να μελετήσει και ιστορικά το πρόβλημα της διαίρεσης, το σχίσμα του 1054· θα επηρεαστεί αρχικά με έναν τρόπο θα λέγαμε θετικό και αρνητικό συνάμα από τους Σλαβόφιλους, με τη σκέψη του Χομιακόφ κυρίως και με την ιδέα του sobornost, ήταν τότε αυτά που έπαιζαν έναν ρόλο στα ζητήματα της εκκλησιολογίας και φάνταζαν κάπως μυθικά. Ο ίδιος όμως μέσα από την έρευνά του και κυρίως επειδή τον ενοχλούσε ο αντιδυτικισμός που παρατηρείτο στους σλαβοφιλικούς κύκλους θα βρει τα σημεία όπου οι σλαβοφιλικές ιδέες είχαν επηρεαστεί έντονα από τον γερμανικό ιδεαλισμό και ρομαντισμό, από τον Σέλλινγκ, τον Φίχτε, τον Χέγκελ, και έτσι νομίζω ότι θα αφήσει αυτό το ρεύμα αργότερα ωριμάζοντας και θα πάει πιο πολύ στον Σολοβιόφ που είχε πιο οικουμενικές διαστάσεις στη σκέψη του και σε έναν ιστορικό Μπολότοφ· τον ενδιαφέρει γιατί είναι εκείνος ο οποίος θα πει ότι το filioque είναι θεολογούμενο και έτσι θα χρησιμοποιήσει αυτή την έννοια του θεολογούμενου αργότερα προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει στο πώς πρέπει να βλέπουμε τα προβλήματά μας, Δύση και Ανατολή.
Γενικά, θα έρθει σε επαφή με τις πιο επεξεργασμένες θεολογικές ιδέες των Ρώσων της Διασποράς στο επίπεδο των μυστήριων —κάτι που τον ενδιαφέρει πάρα πολύ για τη δική του θεολογική σκέψη για το ζήτημα της κοινωνίας της Εκκλησίας ως κοινωνίας— και άρα τον ενδιαφέρει πάρα πολύ η πνευματολογία. Και ακόμα και τη δεκαετία του 1970 θα μπορέσει να εκτιμήσει όχι μόνο τη θεολογία του Αφανάσιεφ για την ευχαριστιακή εκκλησιολογία αλλά ακόμα και τις συμβολές του τότε νεαρού εκείνη την εποχή Ορθόδοξου θεολόγου Ιωάννη Ζηζιούλα και μάλιστα θα πει ειδικά για τη σκέψη του Ζηζιούλα ότι είναι ένας από τους πλέον πρωτότυπους και βαθύς θεολόγους της εποχής μας. Και ο ίδιος θα δηλώσει επίσης ότι «νιώσαμε και ελπίζουμε τι πλούτο και τι διορθωτικές βελτιώσεις μπορεί να κομίσει η Ορθόδοξη σκέψη στις λατινικές κατασκευές μας, που και αυτές έχουν την αξία και τη δύναμή τους». Εκείνο που τον ενδιαφέρει πάρα πολύ είναι η πνευματολογική διάσταση της έννοιας της κοινωνίας στην εκκλησιολογία και βλέπει κάποιες συγγενικές προσεγγίσεις στη σκέψη του Ορθόδοξου αυτού θεολόγου. Τώρα, είτε επειδή έβλεπε και διάβαζε τον Φλωρόφσκι, αλλά κατά τη γνώμη μου επειδή και ο ίδιος αποδεχόταν αυτή την ιδέα, για τον Κονγκάρ η Εκκλησία, όπως έλεγε και ο Φλωρόφσκι, έχει δύο πνεύμονες· ένα στην Ανατολή και ένα στη Δύση.
Συνεπώς, σε αυτή την προσέγγιση τον ενδιέφερε πάρα πολύ να βρει κυρίως τις κοινές ρίζες μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Άλλωστε, αυτό το έργο στην πράξη το έκαναν και άλλοι θεολόγοι παράλληλα με τον Κονγκάρ, όλο αυτό το ρεύμα της Nouvelle Théologie, και γι’ αυτόν ήταν ένα είδος, η ιστορική ενασχόληση των κοινών πηγών δύο αδελφών Εκκλησιών. Για τον Κονγκάρ ήταν, όπως το έλεγε, θεραπεία της μνήμης.
Δηλαδή, είναι άλλο πράγμα να κατασκευάσουμε ιδεολογικά δύο ξεχωριστά κάστρα τα οποία δεν έχουν καμία επικοινωνία πλέον λόγω του πολιτισμού, λόγω της ιστορίας, λόγω όλων των πρόσθετων αυτών στοιχείων που ο χρόνος επισώρευσε, και είναι άλλο πράγμα να δούμε και στις δύο παραδόσεις ότι αντλούν από κοινές πηγές, από κοινές ρίζες και στη συνέχεια, λόγω ακριβώς διαφόρων συνθηκών, ιστορικών, πολιτισμικών και άλλων, αυτά κάπως διαφοροποιούνται. Έτσι πίστευε στην επανεύρεση μιας καθολικής θεώρησης της εκκλησιολογίας. Να υπενθυμίσω ότι οι ιδέες του Κονγκάρ συζητήθηκαν, όπως συζητήθηκε και η Β΄ Βατικανή, στους κύκλους των Ορθοδόξων θεολόγων, και αυτό ίσως είναι πάρα πολύ σημαντικό για να δούμε ότι υπήρξε μια λαμπρή γενιά θεολόγων και στον ορθόδοξο χώρο που είχε αναπτύξει τέτοια υψηλά ενδιαφέροντα για το ζήτημα του διαλόγου και της ενότητας. Και ίσως αυτό πρέπει να το λέμε σήμερα, που είναι μια εποχή λειψυδρίας και δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει αύριο-μεθαύριο.
Όλοι λένε ότι περνάμε έναν χειμώνα στον θεολογικό διάλογο. Έτσι, οι θέσεις του Κονγκάρ συζητήθηκαν από τον Νησιώτη, τον Ευδοκίμοφ, τον Χαρκιανάκη, τον Τιλιανό Χαρκιανάκη, τον Ιωάννη Καλογήρου, καθηγητή μας στη Θεσσαλονίκη, τον Ιωάννη Καρμίρη του Αθηνών, τον Παντελεήμονα Ροδόπουλο, τον Αφανάσιεφ, από τον Γιανναρά, από τον Ολιβιέ Κλεμάν, από τον Παναγιώτη Νέλλα, από τον Νίκο Ματσούκα, από τον Μάγιαντορφ, από τον Ζάντερ, από τον Αρσένιεφ και από πολλούς άλλους. Και έτσι φαίνεται ότι ο Κονγκάρ ενδιέφερε και τους Ορθοδόξους θεολόγους. Και μάλιστα, εκκλησιολογικά θέματα που σχετίζονταν με την ενότητα της Εκκλησίας, με την ευχαριστιακή εκκλησιολογία, με τη μυστηριακή θεολογία, με τη θέση της ευχαριστίας στη σχολαστική θεολογία είναι πράγματα που τα έψαξε ο Κονγκάρ, τα ανέδειξε ιστορικά: για τη σχέση ευχαριστίας και Εκκλησίας, για τη σχέση χριστολογίας, πνευματολογίας και εκκλησιολογίας.
Όταν, για παράδειγμα, οι Ορθόδοξοι λέγανε «α, εσείς έχετε μειώσει την πνευματολογία, την έχετε υποτιμήσει κλπ.», μελέτησε, δούλεψε επί χρόνια και παρουσίασε μια τριλογία «Πιστεύω εις το Πνεύμα το Άγιον» και το τέλος αυτής της τριλογίας, ένας τέταρτος τόμος, ένας επίλογος, ήταν «La parole et le souffle», ο Λόγος και το Πνεύμα, που ήταν ένα είδος συμπεράσματος αυτής της ιστορικής μελέτης της πνευματολογίας στη δυτική θεολογία και ευσέβεια. Ένας δημιουργικός θεολόγος, όχι ένας ιδεολόγος του διαλόγου, αλλά ένας θεολόγος του διαλόγου με έντονα ιστορικά εργαλεία στη σκέψη του, στη μέθοδό του, στην έρευνά του. Και βεβαίως ασχολήθηκε και με το filioque, πιστεύοντας ότι το filioque είναι το βασικό εμπόδιο στις δύο Εκκλησίες και στις δύο θεολογικές παραδόσεις.
Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι δεν είναι το filioque, είναι το πρωτείο. Δηλαδή ή, ας πούμε, ένας συνδυασμός αυτών των δύο, αλλά κυρίως κλίνω προς το να πω ότι ναι, το πρωτείο είναι το αγκάθι, όχι το filioque. Γι’ αυτό το filioque, λοιπόν, κάθισε και έγραψε ένα μελέτημα, το οποίο του δίνει τίτλο —θα τον πω στα γαλλικά— είναι ένα βιβλίο που εξεδόθη το 1982, λέγεται «Diversité et Communion, dossiers historiques et conclusions théologiques».
Θα το μεταφράζαμε «Ετερότητες και κοινωνία», ή «Κοινωνία και ετερότητες», όχι «ετερότητα» στον πληθυντικό, «Φάκελοι ιστορικοί και συμπεράσματα θεολογικά». Αυτό εξηγεί κάπως και τη μέθοδο που είχε ο Κονγκάρ. Σε αυτό καταθέτει, λοιπόν, το όραμά του για τη χριστιανική ενότητα, που συμπυκνωμένα θα έλεγα ότι ο Κονγκάρ δέχεται ένα είδος ιστορικής πολυφωνικής ενότητας.
Ξεκινάει από το γεγονός ότι ήδη από την Καινή Διαθήκη και από τους χρόνους της Καινής Διαθήκης οι τοπικές εκκλησιαστικές κοινότητες έχουν έναν πλουραλισμό στην έκφρασή τους, στα ήθη, στα έθιμά τους, στις λειτουργικές τους παραδόσεις και στη θεολογική τους έκφραση. Αν, λοιπόν, οδηγηθούμε σε μια τέτοια πολυφωνική και συμφιλιωτική ενότητα, τότε δεν πρέπει να έχουμε τη στενά ομολογιακή αντίληψη ότι έχουμε δύο αντίθετες ή δύο μη συμφιλιωμένες και με πολεμικό τρόπο επί αιώνες, ας πούμε, η μία να επιτίθεται στην άλλη, Εκκλησίες, αλλά έχουμε ακριβώς μια ανάπτυξη και επέκταση αυτών των διαφορών που ήταν καθ’ όλα νόμιμες και έκαναν ώστε να ζήσουν για μια ολόκληρη χιλιετία οι Εκκλησίες της Ανατολής και της Δύσης σε ενότητα. Για κάποιους λόγους ιστορικούς, πολιτισμικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς και οτιδήποτε άλλο μπορεί να προσθέσει η ιστορία και ο πολιτισμός, να αποξενωθούν αρχικά και στη συνέχεια να εναντιώνονται διαρκώς η μία προς την άλλη. Συνεπώς, έβλεπε ο ίδιος μια άλλη μέθοδο εργασίας στους θεολογικούς διαλόγους, ώστε να ανακαλύψουμε τη δυνατότητα μιας ειρηνικής συνυπάρξεως μέσα σε αυτή την πολυφωνία και να μην έχουμε αντιτιθέμενες ομολογιακές αντιλήψεις και θεωρούσε ότι, αν μελετήσουμε σοβαρά το ιστορικό πλαίσιο, θα τα βρούμε όλα αυτά τα πράγματα.
Δηλαδή, δεν έλεγε να τα αφήσουμε όλα αυτά στο παρελθόν και να κάνουμε ένα βήμα στο μέλλον και να ενωθούμε, ή επίσης δεν έλεγε κάτι άλλο, ότι δεν πρόκειται να συμβεί τίποτε, τα αφήνουμε όλα στα χέρια του Θεού να λυθούν στα έσχατα όλα αυτά. Ο ίδιος αντιμετώπιζε με πάρα πολύ αγωνία το δράμα της διαίρεσης. Και βεβαίως ξέρει και αναδεικνύει τις διαφορές μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Ότι η Ανατολή ανέπτυξε μία εκκλησιολογία των τοπικών, υπό τον επίσκοπο, Εκκλησιών, ενώ η Δύση πιο πολύ επηρεάστηκε από μία εκκλησιολογία της ιεραποστολής, της επέκτασης και από μία εκκλησιολογία του παγκόσμιου χαρακτήρα αυτής της επέκτασης. Και βεβαίως τα διάφορα λειτουργικά και άλλα έθιμα. Μάλιστα ο ίδιος πολλές φορές αναφέρεται στον Άγιο Ειρηναίο Λουγδούνου ως παράδειγμα ενός θεολόγου που από την Ανατολή έδρασε στη Δύση και ο οποίος πολλές φορές μίλησε ακριβώς για το πώς είναι δυνατόν —ειδικά οι παρεμβάσεις του για το ζήτημα της έριδας με τις Μικρασιατικές Εκκλησίες περί του εορτασμού του Πάσχα— πώς μπορούμε να ξαναβρούμε την ομόνοια και την ειρήνη· παρεμβάσεις, γνωστές παρεμβάσεις του Αγίου Ειρηναίου προς τον Βίκτορα Ρώμης.
Έτσι λοιπόν θεωρούσε ότι δεν υπάρχει, ας πούμε, μια μπάρα η οποία χρειάζεται να την κρατήσουμε μέσα στην ιστορία ως εμπόδιο. Ίσα-ίσα εάν δούμε την ιστορική αυτή επαναπροσέγγιση της ποικιλομορφίας και ότι αυτή η ποικιλομορφία έχει αποστολικές καταβολές, δηλαδή δεν είναι κάτι που το διαμορφώσαμε στην πορεία, αλλά ευθύς μόλις η Εκκλησία βγήκε από την Ιουδαϊκή μήτρα και συνάντησε τον τότε γνωστό ελληνορωμαϊκό κόσμο, ακολούθησε η διαμόρφωση τέτοιων τοπικών παραδόσεων. Άρα στην ίδια τη φύση και στην ιστορία η Εκκλησία έχει ζήσει ακριβώς αυτού του είδους την ενότητα μέσα στην ποικιλία.
Συνεπώς αυτό κατά βάση είναι η θεώρησή του, ότι θα μπορούσαμε να αφήσουμε στην άκρη τις έριδες, την αποξένωση, τη διαφορά γλώσσας, πολιτισμικής νοοτροπίας, θεολογικής ερμηνευτικής, τις διαφορές στις κανονικές δομές, τις διαφορές στα ζητήματα του αυτοκράτορα που επηρέαζε, τη σύγκληση των Οικουμενικών Συνόδων στην Ανατολή κλπ. Όλα αυτά θα τα φωτίσουμε εάν ξαναδούμε ότι η ενότητα δεν ήταν ένας οδοστρωτήρας ομοιόμορφων, ας πούμε, συνθηκών και καταστάσεων, αλλά ποικιλίας, όπου ήταν τέτοια η έγνοια για την ενότητα, που παρότι τραυματιζόταν, διαρκώς επαναβεβαιωνόταν. Θα μας δώσει συγκεκριμένα παραδείγματα και υλικά ώστε όλο αυτό το στοιχείο που είναι στοιχείο της παράδοσης να μάς εμπνεύσει.
Έλεγε λοιπόν, όταν ξεκίνησε ο θεολογικός διάλογος στην Πάτμο το 1980, «ήλθαμε εδώ στην Πάτμο, κατ’ εξοχήν τόπο της Αποστολικής Θεολογίας, πρώτα για να ακούσουμε, όχι για να μιλήσουμε, για να ξαναβρούμε τη θεολογία των Αποστόλων και των Πατέρων της αδιαιρέτου Εκκλησίας και δι’ αυτής να επιστρέψουμε όλοι στον Λόγο του Θεού και στη μαρτυρία του Ιησού», που σημαίνει δηλαδή ότι έβλεπε επιστροφή στην ενότητα μέσα στην ποικιλία. Δεν έβλεπε ούτε το δίκαιο μιας ομολογίας ούτε το δίκαιο μιας άλλης, αλλά πώς νομιμοποιείται και η μία και η άλλη να κρατήσουν πράγματα. Τώρα, ειδικά για το θέμα, ας πούμε, και βεβαίως χρησιμοποιούσε και τον Φώτιο εδώ, έτσι· ο Φώτιος, ο ιερός Φώτιος, έχει πάρα πολλά στοιχεία. Ο ίδιος όταν είχε αυτή την κόντρα με τη Ρώμη, είχε πει για τα ήθη, για τα έθιμα της Κωνσταντινούπολης κλπ.
Ειδικά για τη θεολογία του Αγίου Πνεύματος, έλεγε ότι, μάλλον νόμιζε ότι, στη γραμμή του Μπολότοφ, όπως είπαμε για το θεολογούμενο περί του filioque, θα έβρισκε στοιχεία στη μελέτη του Βαρλαάμ του Καλαβρού. Αυτό βέβαια απηχεί τις παλαμικές σπουδές, θα έλεγα, του Μεσοπολέμου και άντε-βία δεκαετία του 1950. Όπως θα ξέρει πάρα πολύ καλά ο Σεβασμιώτατος πρώην Κερκύρας, ο οποίος έχει μελετήσει αυτά τα ζητήματα, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ιδιαίτερα συνθέτει μια θεολογία, οι βάσεις της οποίας είναι πάρα πολύ βαθιές μέσα στην παράδοση, της περίφημης ανάπαυσης του Αγίου Πνεύματος εν τω Υιώ στη θεολογία, αλλά και όχι μόνο της ανάπαυσης, αλλά και της αΐδιας έκλαμψης του Υιού.
Είναι το περίφημο Ορθόδοξο filioque, η περίφημη διπλή εκπόρευση. Άρα, λοιπόν, όχι μόνο στο επίπεδο της οικονομίας ο Υιός αποστέλλει το Άγιο Πνεύμα, αλλά έχουμε και μια σχέση Υιού και Πνεύματος στην αΐδια Τριάδα.
Η σχέση αυτή όμως δεν είναι σχέση εκπόρευσης εκ του Πατρός και εκ του Υιού, αλλά είναι εκ του Πατρός, που αναφαίνεται και εκλάμπει και αναπαύεται εν τω Υιώ. Αυτό για τον Κονκάρ είναι ένα στοιχείο, το οποίο δεν θα το βρει βέβαια στον Βαρλαάμ, αλλά θα το βρει αλλού. Δεν το πιστώνει στον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, διότι ακόμα δεν έχουμε εργασίες, δεν έχουμε μελέτες, δεν έχει διαβάσει καν τη διατριβή του Μάγιεντορφ, και εκεί ίσως υπάρχει μια αδυναμία, αλλά ο ίδιος από άλλους δρόμους πάει προς αυτή την κατεύθυνση, για αυτήν την αιώνια σχέση Πατρός-Υιού και Πνεύματος, και αυτό είναι πάρα πολύ χρήσιμο, διότι αυτό του επιτρέπει να πει στη συνέχεια ότι, όπως ο Μάρκος Ευγενικός και ο Γεννάδιος Σχολάριος είπανε στη Σύνοδο της Φλωρεντίας, αφού κατ’ οικονομίαν το βάλατε το filioque τότε για να ισχυροποιήσετε τη θεότητα του Υιού από τους αρειανούς του 5ου-6ου αιώνα, τώρα κατ’ οικονομίαν πρέπει να το βγάλετε.
Ο Κονκάρ οδηγείται λοιπόν με άνεση σε αυτό το συμπέρασμα ότι για λόγους οικονομίας πάλι μπορούμε να το βγάλουμε και δεν πρέπει να το είχαμε βάλει και μπορούμε να το λέμε το σύμβολο της πίστης. Είναι για να το λέμε. Όπως ξέρετε, για παράδειγμα, οι εν Ελλάδι Ρωμαιοκαθολικοί δεν λένε το filioque, έτσι, το σύμβολο της πίστης.
Και αυτό είναι πάρα-πάρα πολύ σημαντικό, το οποίο το λέει με θεολογικό τρόπο ο Κονκάρ, ότι πρέπει από κάπου να ξεκινήσουμε. Και θεολογώντας λοιπόν με αυτόν τον τρόπο και βλέποντας ότι και η Ανατολή, και έχει θεολόγους όπως —ο Κονκάρ αναφέρεται στον Μπουλγκάκοφ και στον Ευδοκίμοφ— ότι οι Ορθόδοξοι αυτοί θεολόγοι θεωρούν ότι δεν υπάρχει ένα αποτέλεσμα του filioque στη ζωή της Εκκλησίας. Δεν έχουμε έκλειψη της πνευματολογίας στη Δύση.
Θεωρεί λοιπόν ότι δεν μπορεί να είναι αίρεση, αλλά μπορούμε να το απαλείψουμε και μπορούμε μέσα από τον διάλογο να κατανοήσουν οι μεν την παράδοση των δε. Βλέπετε ότι είναι ζητήματα πολύ αιχμηρά, είναι ζητήματα τα οποία μπορούν και να προκαλέσουν αντιθέσεις, αντιδράσεις, αλλά η σκέψη του Κονκάρ, η έγνοια του για την ενότητα, τον οδηγεί στο μοντέλο της ενότητας της πρώτης χιλιετίας. Έλεγε: «Αν ο οικουμενισμός είναι μια αναζήτηση της καθαρότητας και πληρότητας της αλήθειας για τον Θεό και τα μυστήρια της σωτηρίας, πρέπει να είναι ιδιαζόντως και εξόχως υποδοχή των διαφορών πάνω στη βάση της κοινής αναφοράς».
Βλέπετε, δεν πετάει στο καλάθι της ιστορίας και των αχρήστων τις διαφορές, αλλά τον ενδιαφέρει πιο πολύ να δει πώς αυτές οι διαφορές συναντώνται σε μια κοινή βάση. Ποια είναι η κοινή βάση τους. Και φυσικά δεν μπορεί να είναι ούτε η Σύνοδος του Τριδέντου και όλη αυτή η νεότερη παράδοση, αλλά θέλει να πάει πίσω, θέλει να πάει πίσω στην πρώτη χιλιετία.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτού του είδους η προσέγγιση είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσα και κατά κάποιο τρόπο, χωρίς να θεωρηθεί ότι είναι απόλυξη της γραμμής του Κονκάρ, αλλά και ο θεολογικός διάλογος που με χίλια εμπόδια πραγματοποιείται από το 1980 και μετά δείχνει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη αυτή την ερμηνευτική γραμμή του Κονκάρ, και είμαστε ανοικτοί απέναντι σε αυτή την προοπτική που συνεχίζεται και δεν πρέπει να μη συνεχίζεται, δεν πρέπει με τίποτε να σταματήσει. Ο Κονκάρ αναφέρεται στις διαφορές, αναφέρεται στη διαφορετική νοοτροπία της θεολογίας στην Ανατολή και στη Δύση, αλλά θεωρεί ότι όλα αυτά δεν μπορούν να είναι εμπόδια· θεωρεί ότι είναι ένα είδος εμπολιτισμού του Ευαγγελίου, που αλλιώς εκφράστηκε στην Ανατολή, αλλιώς εκφράστηκε στη Δύση, και δεν πρέπει ο εμπολιτισμός αυτός να ορθώνει θεολογικά εμπόδια. Αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον, νομίζω, ιδιαίτερα στις μέρες μας, και χρειάζεται πολύ σοβαρά να αναβαθμίσουμε τους μη θεολογικούς συντελεστές, οι οποίοι έπαιξαν έναν ρόλο σημαντικό στη διαμόρφωση δύο, όχι απλώς διαφορετικών παραδόσεων, αλλά, θα έλεγα, στην αποξένωση των δύο διαφορετικών παραδόσεων.
Στην πλήρη αποξένωση και στη συνέχεια στην πολεμική. Άρα λοιπόν η κληρονομιά του Ιβ Κονκάρ είναι εξαιρετική. Θεωρώ ότι μετά τον Κονκάρ υπήρξαν θεολόγοι οι οποίοι υπηρέτησαν αυτό το θεολογικό όραμα.
Συνεχίζεται
ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΚΑΘΑΡΑ ΓΙΑ ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΤΟ ΑΝΤΙΠΑΛΟΝ ΔΕΟΣ ΤΗΣ, ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ, ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΜΕΝΟΙ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΥΘΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ.
ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΚΕΝΟ ΒΕΒΑΙΩΣ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΠΟΛΛΟΥΣ ΠΛΕΟΝ ΑΣ ΤΟ ΞΑΝΑΔΟΥΜΕ.
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.
ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ. ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ. ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ Η ΠΝΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΞΗΣ.
Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586
Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ, ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.
Ερμηνεία
Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης
Ευεργετινού Δ, σελ 586
Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ, ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.
Ερμηνεία
Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης
(Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον… περί διαφόρων απόρων της Αγίας Γραφής - Απ’ την εισαγωγή…)
ΜΙΑ ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ. ΑΔΕΙΑ ΤΣΟΥΒΑΛΙΑ ΘΑ ΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΑΒΥΣΣΟΥΣ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΘΕΛΟΥΝ ΟΥΤΕ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ.
Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰαμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν.
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου