Συνέχεια από: Tρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2025
SUMPHILOSOPHEIN 27Του Enrico Berti
ΙΙΙ. Η αληθινή πραγματικότητα
Η διακυβέρνηση του εαυτού
5. Αριστοτέλης: η ηδονή είναι πάντοτε ένα αγαθό, έστω κι αν δεν είναι το υπέρτατο αγαθό
Ας δούμε τώρα, αντίθετα, τη θέση που υιοθετεί ο Αριστοτέλης στη συζήτηση την οποία ο ίδιος παραθέτει· μια θέση η οποία, αν και δεν ταυτίζεται με καμία από τις δύο ακραίες απόψεις, δεν συμπίπτει ούτε με εκείνη του Πλάτωνα —πολύ κοντινή στον Σπεύσιππο— αλλά πλησιάζει περισσότερο σε εκείνη του Εύδοξου, και μπορεί να συνοψιστεί στη θέση ότι η ηδονή αφ’ εαυτής είναι ένα αγαθό, δηλαδή είναι πάντοτε αγαθό, έστω κι αν δεν είναι το υπέρτατο αγαθό.
Καταρχάς, ο Αριστοτέλης, στην αρχή των Ηθικών Νικομαχείων, παραθέτει με αποδοχή (kalôs, «καλά ειρημένο») το επιχείρημα του Εύδοξου, σύμφωνα με το οποίο το αγαθό είναι εκείνο προς το οποίο όλα τα όντα τείνουν. Ακόμη και στο βιβλίο Ζ΄ του ίδιου έργου, θεωρεί το γεγονός ότι όλοι επιδιώκουν την ηδονή ως ένδειξη ότι αυτή είναι «κατά κάποιον τρόπο» (pôs) το ύψιστο αγαθό, επειδή όλα τα όντα που υπάρχουν εκ φύσεως έχουν μέσα τους κάτι το θείο.
Έχουμε ήδη δει πώς, στο βιβλίο Ι΄, μιλώντας για τον Εύδοξο, ο Αριστοτέλης δηλώνει: «τέτοια επιχειρήματα γίνονταν πιστευτά περισσότερο λόγω της αρετής των ηθών του Εύδοξου παρά λόγω των ίδιων· πράγματι, θεωρούσαν ότι ήταν ιδιαίτερα εγκρατής, και έτσι δεν πίστευαν ότι τα έλεγε από αγάπη προς την ηδονή, αλλά επειδή τα πράγματα είχαν πράγματι έτσι». Αυτή βεβαίως δεν είναι δήλωση συμφωνίας, αλλά είναι σίγουρα μαρτυρία εκτίμησης, αρκετά διαφορετική στον τόνο, όπως θα δούμε αμέσως, από τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης για τον Σπεύσιππο.
Στο ίδιο βιβλίο Ι΄, πράγματι, ο Σταγειρίτης δηλώνει:
«εκείνοι που αντιτάσσονται λέγοντας ότι αυτό προς το οποίο όλα τείνουν δεν είναι αγαθό [δηλαδή ο Σπεύσιππος], κινδυνεύουν να μη λένε τίποτε το λογικό (ouden legousin). Υποστηρίζουμε ότι εκείνο που φαίνεται αληθές σε όλους, είναι όντως αληθές· κι εκείνος που καταστρέφει αυτή την πεποίθηση δεν θα πει καθόλου πράγματα πιο αξιόπιστα. Αν πράγματι ήταν μόνο τα άλογα όντα που επιθυμούν τις ηδονές [όπως υποστήριζε ο Σπεύσιππος], τότε όσα λέγονται θα είχαν κάποια αξιοπιστία· αλλά, εφόσον και τα έλλογα όντα τις επιθυμούν, πώς θα μπορούσαν εκείνοι να έχουν πει κάτι αξιόπιστο; Ίσως μάλιστα και στα κατώτερα όντα να υπάρχει κάτι το φυσικό, το αγαθό, ανώτερο από ό,τι είναι αυτά καθεαυτά, το οποίο επιδιώκει το δικό τους αγαθό».
Εδώ διακυβεύεται μία από τις πιο βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του Αριστοτέλη, δηλαδή ότι οι θέσεις που είναι καθολικά αποδεκτές, τα λεγόμενα ἔνδοξα (δηλαδή οι «ενδόξες» γνώμες, το αντίθετο των «παράδοξων»), είναι πολύ πιθανόν αληθείς, ή τουλάχιστον στις περισσότερες περιπτώσεις αληθείς, επειδή σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει ένα είδος φυσικής προδιάθεσης να αναγνωρίζουν την αλήθεια. Το ότι η ηδονή επιθυμείται από όλους τους ανθρώπους αποτελεί, λοιπόν, μια πολύ ισχυρή απόδειξη ότι είναι αγαθό· το ίδιο και το γεγονός ότι την επιθυμούν ακόμη και τα άλογα όντα (ζώα, παιδιά), διότι και σε αυτά υπάρχει μια φυσική τάση, και για τον Αριστοτέλη καθετί που είναι φυσικό είναι καλό.
Αλλά κυρίως στο βιβλίο Ζ΄ ο Αριστοτέλης ανασκευάζει την άποψη του Σπευσίππου, πλησιάζοντας σε εκείνη του Εύδοξου. Εδώ, πράγματι, υποστηρίζει ότι υπάρχουν ηδονές καλές με απόλυτη έννοια, δηλαδή για όλους· ηδονές καλές με σχετική έννοια, δηλαδή μόνο για μερικούς· και φαινομενικές ηδονές, οι οποίες δεν είναι καλές για κανέναν. Το γεγονός ότι οι δύο τελευταίοι τύποι ηδονής δεν είναι αγαθά με απόλυτη έννοια, δεν σημαίνει ότι το ίδιο ισχύει και για τον πρώτο τύπο. Πιο συγκεκριμένα:
«οι θέσεις ότι ο εγκρατής άνθρωπος αποφεύγει τις ηδονές, ότι ο σοφός επιδιώκει μια ζωή χωρίς πόνο, και ότι μόνο τα παιδιά και τα θηρία αναζητούν την ηδονή [όπως υποστηρίζει ο Σπεύσιππος], ανασκευάζονται όλες με το ίδιο επιχείρημα. Διότι ήδη είπαμε με ποια έννοια όλες οι ηδονές είναι καλές και με ποια έννοια δεν είναι καλές με απόλυτη σημασία· ότι τα παιδιά και τα θηρία επιζητούν ηδονές του δεύτερου τύπου, ενώ ο σοφός επιδιώκει να είναι απαλλαγμένος από τον πόνο που απορρέει από αυτές: εννοώ τις ηδονές που συνοδεύονται από παράλογη επιθυμία και πόνο, δηλαδή τις σωματικές ηδονές, οι οποίες ανήκουν στον δεύτερο τύπο. Η υπερβολή αυτών των ηδονών είναι η αιτία για την οποία εκείνος που δεν μπορεί να κυριαρχήσει στον εαυτό του δεν κυριαρχεί. Για τον λόγο αυτό ο εγκρατής αποφεύγει αυτές τις ηδονές, αφού υπάρχουν και ηδονές που ανήκουν στον ίδιο τον εγκρατή άνθρωπο».
Για τον Αριστοτέλη, μάλιστα, η ευδαιμονία συνίσταται στην άσκηση μιας δραστηριότητας χωρίς εμπόδια, η οποία είναι αφ’ εαυτής μια ηδονή.
Έτσι, λοιπόν, ο Αριστοτέλης διακηρύσσει ότι το ύψιστο αγαθό θα ταυτιστεί με έναν ορισμένο τύπο ηδονής, έστω κι αν συμβαίνει να υπάρχουν πολλές ηδονές κακές καθ’ εαυτές. Και γι’ αυτό, με καλή λογική (εὔλογον), όλοι θεωρούν —όπως υποστήριζε ο Εύδοξος— ότι η ευτυχισμένη ζωή είναι ευχάριστη, και συνδέουν στενά την ηδονή με την ευδαιμονία· διότι καμία δραστηριότητα που εμποδίζεται δεν είναι τέλεια, ενώ η ευδαιμονία είναι τέλεια δραστηριότητα. Για τον λόγο αυτό ο ευδαίμων άνθρωπος έχει ανάγκη από τα αγαθά που σχετίζονται με το σώμα, καθώς και από τα εξωτερικά και όσα εξαρτώνται από την τύχη, ώστε να μην εμποδίζεται ως προς αυτά.
Και αμέσως μετά αντιπαρατίθεται ανοιχτά σε μία από τις θέσεις που αποδώσαμε στον Σπεύσιππο, η οποία πάντως εκφράζει τη γενικότερη αντι-ηδονιστική θεωρία, δηλώνοντας:
«κι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ακόμη κι αυτός που βασανίζεται ή που περιπίπτει σε τεράστιες συμφορές, αν είναι καλός, είναι ευδαίμων, είτε το θέλουν είτε όχι καταλήγουν να μη λένε τίποτε το λογικό (ouden legousin)».
Επιπλέον, υπάρχουν πράγματα ευχάριστα εκ φύσεως και πράγματα ευχάριστα κατά συμβεβηκός· εκείνα που είναι ευχάριστα εκ φύσεως, τα οποία συνίστανται στην άσκηση μιας φυσικής δραστηριότητας, είναι ασφαλώς αγαθά, όπως είναι για παράδειγμα η ηδονή που νιώθει «ο θεός» ασκώντας την ακίνητη ενέργειά του. Εν ολίγοις, για τον Αριστοτέλη η ηδονή είναι ασφαλώς ένα αγαθό, έστω κι αν δεν είναι το υπέρτατο αγαθό· και είναι αγαθό με μια πολύ συγκεκριμένη έννοια, δηλαδή καθόσον συνοδεύει μια δραστηριότητα, η οποία είναι το υπέρτατο αγαθό.
Σε πλήρη συμφωνία με τον Εύδοξο, και άρα σε πλήρη διαφωνία με τον Σπεύσιππο, βρίσκεται ο Αριστοτέλης σχετικά με το δεύτερο επιχείρημα που προέβαλε ο φιλόσοφος από την Κνίδο, εκείνο που ονομάσαμε των «εναντίων». Είδαμε πώς ο Αριστοτέλης το παραθέτει τόσο στο βιβλίο Ζ΄ όσο και στο βιβλίο Ι΄, και πώς παραθέτει επίσης και στα δύο βιβλία την απάντηση του Σπευσίππου. Η θέση του Πλάτωνα, δηλαδή αυτή που παρουσιάζεται στον Φίληβο, αναφέρεται στα Τοπικά φαινομενικά με συναίνεση, χωρίς ωστόσο να υπάρχει εκεί αναφορά στην ηδονή, όπου λέγεται: «η έλλειψη και η υπερβολή ανήκουν στο ίδιο γένος (διότι και οι δύο εμπίπτουν στο κακό), ενώ το να είναι κάτι σύμφωνα με το μέτρο, δηλαδή το ενδιάμεσο αυτών, δεν ανήκει στο κακό αλλά στο αγαθό». Εκείνη των ἄγραφων δογμάτων αναφέρεται, αντιθέτως, στις Κατηγορίες, όπου λέγεται ότι «εκείνο που είναι αντίθετο προς το αγαθό είναι κατ’ ανάγκην κακό —αυτό προκύπτει καθαρά με επαγωγή στις επιμέρους περιπτώσεις· λ.χ. στην υγεία είναι αντίθετη η ασθένεια, στη δικαιοσύνη η αδικία, στην ανδρεία η δειλία, και το ίδιο ισχύει για όλες τις άλλες περιπτώσεις· ενώ εκείνο που είναι αντίθετο στο κακό είναι άλλοτε αγαθό και άλλοτε κακό· στην έλλειψη, λ.χ., που είναι κακό, είναι αντίθετη η υπερβολή που επίσης είναι κακό, ενώ η μεσότητα, που είναι αντίθετη και στα δύο, είναι αγαθό».
Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι σε αυτό το τελευταίο χωρίο ο Αριστοτέλης προσθέτει αμέσως: «αλλά αυτό [δηλαδή το ότι κακό μπορεί να είναι αντίθετο προς κακό] θα μπορούσε να φανεί σε λίγες περιπτώσεις· στις περισσότερες, εκείνο που είναι αντίθετο προς το κακό είναι πάντοτε αγαθό». Αυτό οδηγεί στη σκέψη ότι η ηδονή, η οποία και για τον Αριστοτέλη είναι το αντίθετο του πόνου, δεν συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις όπου ένα κακό αντιτίθεται σε άλλο κακό. Προς την ίδια κατεύθυνση, πράγματι, κινείται και άλλο χωρίο των Τοπικών, όπου λέγεται: «δεν φαίνεται ότι αυτό που είναι δυνατόν να απορριφθεί είναι αντίθετο προς εκείνο που είναι δυνατόν να απορριφθεί, εκτός αν το ένα λέγεται κατ’ υπερβολήν και το άλλο κατ’ έλλειψιν· διότι η υπερβολή φαίνεται να είναι από τα πράγματα που δύνανται να απορριφθούν, και το ίδιο και η έλλειψη».
Η αποστασιοποίηση του Αριστοτέλη από την ένσταση του Σπευσίππου στο επιχείρημα των «εναντίων», που είχε προβάλλει ο Εύδοξος, και άρα η συναίνεσή του με τον τελευταίο, προκύπτει καθαρότατα από το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Σταγειρίτης παραθέτει τη συζήτηση. Διότι, την στιγμή ακριβώς που παραθέτει τη «λύση» του Σπευσίππου, στο βιβλίο Ζ΄ των Ηθικών Νικομαχείων, ο Αριστοτέλης παρατηρεί:
«στην πραγματικότητα, το αντίθετο επιχείρημα που προέβαλε ο Σπεύσιππος δεν είναι καθόλου καταληκτικό [...] Τίποτε δεν εμποδίζει κάποιο είδος ηδονής να είναι το ύψιστο αγαθό, ακόμη κι αν υπάρχουν κάποιες ηδονές κακές· όπως ακριβώς τίποτε δεν εμποδίζει να είναι το ύψιστο αγαθό κάποιο είδος επιστήμης, ακόμη κι αν υπάρχουν επιστήμες κακές».
Εδώ ο Αριστοτέλης όχι μόνο αποστασιοποιείται από τον Σπεύσιππο, ταυτιζόμενος με τον Εύδοξο, αλλά το κάνει με ρητή αναφορά στον Φίληβο, του οποίου το ζήτημα, όπως είναι γνωστό, είναι αν η καλύτερη ζωή βρίσκεται στην ηδονή ή στη γνώση.
Πάντοτε με αναφορά στον Φίληβο, ο Αριστοτέλης φτάνει να υποστηρίζει ότι ακόμη και οι σωματικές ηδονές είναι αφ’ εαυτές αγαθό, διατυπώνοντας με τη σειρά του ένα είδος επιχειρήματος «εναντίων», παρόμοιο με εκείνο του Εύδοξου. Πράγματι, λέει:
«Όσον αφορά τις σωματικές ηδονές, πρέπει να εξετάσουμε τις θέσεις εκείνων που υποστηρίζουν ότι μερικές ηδονές είναι απολύτως άξιες εκλογής, όπως οι γενναίες και ευγενείς, αλλά ότι αυτό δεν ισχύει για τις σωματικές ηδονές και για εκείνες στις οποίες εμπλέκεται ο ακρατής. Αυτοί, όμως, θα έπρεπε να θέσουν το ερώτημα: για ποιον λόγο άραγε οι σωματικοί πόνοι θα ήταν κακοί; Διότι το αντίθετο του κακού είναι αγαθό».
Ακόμη πιο σαφής είναι η απόρριψη του επιχειρήματος του Σπευσίππου στο βιβλίο Ι΄, όπου ο Αριστοτέλης γράφει:
«Δεν φαίνονται κατάλληλες ούτε οι αντιρρήσεις εναντίον του επιχειρήματος των εναντίων [που είχε προβάλλει ο Εύδοξος]. Διότι λένε ότι, αν ο πόνος είναι κακό, δεν έπεται ότι η ηδονή είναι αγαθό· σε ένα κακό αντιτίθεται και άλλο κακό, και τα δύο αντιτίθενται σε κάτι που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο [αντίρρηση του Σπευσίππου]· και μέχρι εδώ δεν λένε τίποτε το εσφαλμένο [δηλαδή η διάκριση των διαφορετικών τύπων αντιθέτων είναι ορθή], αλλά δεν λένε την αλήθεια ως προς αυτό για το οποίο μιλούμε τώρα (δηλαδή για την ηδονή)· διότι αν και τα δύο, η ηδονή και ο πόνος, ήταν κακά, θα έπρεπε αναγκαστικά να είναι και τα δύο πράγματα που πρέπει να αποφεύγονται· και αν δεν ήταν ούτε αγαθά ούτε κακά, τότε κανένα από τα δύο δεν θα ήταν προς αποφυγή, ή θα ήταν εξίσου προς επιδίωξη και προς αποφυγή. Αντίθετα, στην πραγματικότητα είναι φανερό ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν τον πόνο ως κακό και επιλέγουν την ηδονή ως αγαθό· και επομένως, και στην πραγματικότητα, αυτά τα δύο αντιτίθενται μεταξύ τους όπως το αγαθό και το κακό».
Εδώ ο Αριστοτέλης αρνείται να κατατάξει την ηδονή και τον πόνο σε εκείνο τον τύπο αντιθέτων που είναι και τα δύο κακά, επειδή είναι αντίστοιχα υπερβολή και έλλειψη, και σε σχέση με τα οποία είναι αγαθό το ενδιάμεσο μέτρο. Για τον ίδιο η ηδονή δεν μπορεί να είναι αφ’ εαυτής κακό, διότι δεν αποτελεί αντικείμενο αποφυγής από κανέναν· αντίθετα, είναι αφ’ εαυτής αγαθό, επειδή είναι αντικείμενο καθολικής επιθυμίας, όπως έδειξε ο Εύδοξος με το πρώτο του επιχείρημα. Και για να προλάβει την πλατωνικο-ακαδημαϊκή ένσταση ότι η ηδονή, αφού παραδέχεται το «περισσότερο» και το «λιγότερο», ανήκει στο γένος του ἀπείρου και επομένως είναι κακό, ο Αριστοτέλης προσθέτει:
«Λένε ακόμη ότι το αγαθό είναι πεπερασμένο, ενώ η ηδονή είναι άπειρη, επειδή παραδέχεται βαθμούς μεγαλύτερους και μικρότερους. Τώρα, αν αυτή την κρίση τη διατυπώνουν στηριγμένοι στο αίσθημα της ηδονής που δοκιμάζεται, το ίδιο θα ίσχυε και για τη δικαιοσύνη και για τις άλλες αρετές· σε σχέση με αυτές λένε καθαρά ότι οι άνθρωποι έχουν ορισμένες ιδιότητες, και δρουν σύμφωνα με τις αρετές σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό· οι άνθρωποι είναι δίκαιοι και ανδρείοι σε διαφορετικό μέτρο, και είναι δυνατόν να πράττουν δίκαιες ή σώφρονες πράξεις σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό».
Το γεγονός ότι στα κεντρικά βιβλία των Ηθικών η αρετή ορίζεται ως μεσότητα ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη, δεν μου φαίνεται να αναιρεί αυτήν τη σαφή αντίθεση του Αριστοτέλη, σχετικά με την ηδονή, τόσο προς τον Σπεύσιππο όσο και προς τον Πλάτωνα· και συνεπώς δεν δικαιολογεί το να μιλά κανείς, όπως κάνουν μερικοί μελετητές, για συνέχεια σκέψης ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τη σωκρατικο-πλατωνική διδασκαλία.
Την ίδια θεμελιώδη συμφωνία του Αριστοτέλη με τον Εύδοξο, εναντίον του Σπευσίππου και του Πλάτωνα, μπορούμε να διαπιστώσουμε και σε σχέση με το τρίτο επιχείρημα που προέβαλε ο φιλόσοφος από την Κνίδο προς υπεράσπιση της θέσης ότι η ηδονή είναι το αγαθό, όπως παρατίθεται στο βιβλίο Ι΄:
«και ότι είναι άξιο εκλογής κατεξοχήν εκείνο που δεν επιλέγουμε εξαιτίας κάποιου άλλου, ούτε για χάρη κάποιου άλλου σκοπού· και κατά τη γνώμη όλων η ηδονή είναι τέτοια· διότι κανείς δεν ρωτάει για ποιο σκοπό αισθάνεται ηδονή, αφού θεωρεί ότι η ηδονή είναι προτιμητέα αφ’ εαυτής».
Με λίγα λόγια, υποστηρίζει ο Εύδοξος, η ηδονή είναι αφ’ εαυτής αγαθό, διότι επιθυμείται για τον εαυτό της και όχι για χάρη κάποιου άλλου, δηλαδή είναι σκοπός και όχι μέσο.
Εδώ η συμφωνία ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Σπεύσιππο, εναντίον του Εύδοξου, είναι πλήρης· αλλά εξίσου πλήρης είναι και η διαφωνία του Αριστοτέλη με τους πρώτους, όπως θα δούμε αμέσως. Διότι αυτός, στο βιβλίο Ζ΄, δηλώνει:
«επιπλέον, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει κάτι άλλο που να είναι ανώτερο από την ηδονή, όπως μερικοί λένε ότι είναι ο σκοπός (τὸ τέλος) της γένεσης· διότι οι ηδονές δεν είναι μορφές γένεσης, ούτε όλες συνδέονται με μορφές γένεσης, αλλά είναι ἐνέργειαι και σκοπός· και οι ηδονές δεν γίνονται αισθητές όταν οι φυσικές καταστάσεις βρίσκονται σε γένεση, αλλά όταν τις χρησιμοποιούμε […]. Η ηδονή είναι ἐνέργεια της καταστάσεως σύμφωνα με τη φύση (ἐνέργεια τῆς κατὰ φύσιν ἕξεως)».
Και συνεχίζει:
«δεν υπάρχει μόνο η δραστηριότητα που συνίσταται σε κίνηση, αλλά και εκείνη που συνίσταται σε ακινησία (ἐνέργεια […] ἀκινησίας), και η ηδονή συνίσταται περισσότερο στην ηρεμία παρά στην κίνηση».
Παρόμοια, στο βιβλίο Ι΄, μιλώντας για όσους προσπαθούν να αποδείξουν ότι η ηδονή είναι κίνηση και γένεση, δηλαδή τον Πλάτωνα και τον Σπεύσιππο, ο Αριστοτέλης λέει: «μα δεν φαίνεται ότι λένε σωστά, και δεν φαίνεται ότι η ηδονή είναι κίνηση». Και για αυτό προβάλλει διάφορους λόγους· ότι οι κινήσεις έχουν ταχύτητα ή βραδύτητα, ενώ η ηδονή δεν τις έχει· ότι οι γενέσεις αρχίζουν από εκείνο στο οποίο καταλήγει η φθορά, ενώ στην ηδονή αυτό δεν συμβαίνει· ότι η ηδονή δεν είναι αποκατάσταση μιας πληρότητας, αλλά μάλλον το αίσθημα που τη συνοδεύει, όπως η ηδονή της τροφής· ή ούτε καν αυτό, όπως η ηδονή της μάθησης.
Η ηδονή — συνεχίζει ο Αριστοτέλης — είναι κάτι το ακέραιο και τέλειο, του οποίου το ειδικό είδος είναι τέλειο σε οποιαδήποτε στιγμή· είναι ένα όλο αδιαίρετο. Ωστόσο η ηδονή δεν είναι η πιο τέλεια δραστηριότητα, εκείνη στην οποία πραγματώνεται πλήρως η καλύτερη διάθεση του ανθρώπου· διότι αυτή είναι η δραστηριότητα της νόησης.
Η ηδονή τελειοποιεί την πράξη, όχι όπως μία μόνιμη έξη, αλλά όπως μία πρόσθετη τελείωση· όπως, για παράδειγμα, η λάμψη στη νεότητα.
Οι ηδονές, πράγματι, είναι δύο ειδών: εκείνες που είναι σύμφυτες με μια δραστηριότητα και εκείνες που της είναι ξένες· οι πρώτες την ευνοούν, οι δεύτερες την εμποδίζουν. Η ηδονή που είναι σύμφυτη με τη δραστηριότητα της αρετής είναι αρμόζουσα, ενώ η ηδονή που είναι σύμφυτη με την κακή δραστηριότητα είναι διεστραμμένη. Η δραστηριότητα της νόησης είναι εκείνη στην οποία συνίσταται το ύψιστο αγαθό, δηλαδή η ευδαιμονία, και σε αυτήν συνοδεύεται η μέγιστη ηδονή. Γι’ αυτό η ηδονή δεν είναι το ύψιστο αγαθό, δηλαδή η ευδαιμονία, αλλά είναι το αναγκαίο συμπλήρωμά της.
Πράγματι, ανάμεσα στο βιβλίο Ζ΄ και στο βιβλίο Ι΄ των Ηθικών Νικομαχείων υπάρχει μια διαφορά διδασκαλίας: ενώ το πρώτο λέει ότι η ηδονή δεν είναι κίνηση, αλλά δραστηριότητα, το δεύτερο λέει ότι δεν είναι η τελειότερη δραστηριότητα, αλλά εκείνο που συνοδεύει ή που τελειοποιεί τη δραστηριότητα. Στην πραγματικότητα, όπως έδειξε με απαράμιλλη οξυδέρκεια ο Owen, στο πρώτο χωρίο ο Αριστοτέλης εξετάζει ποιες πραγματικότητες είναι ηδονές, δηλαδή ποιες πραγματικότητες προκαλούν ηδονή, και απαντά ότι αυτές είναι οι δραστηριότητες που έχουν σκοπό τον εαυτό τους· ενώ στο δεύτερο χωρίο εξετάζει τι είναι καθ’ εαυτώ η ηδονή, και απαντά ότι αυτή είναι ακριβώς το αποτέλεσμα των προαναφερθεισών δραστηριοτήτων. Επομένως, ανάμεσα στα δύο χωρία δεν υπάρχει αντίθεση, αλλά μόνο διαφορά οπτικής γωνίας.
Εξάλλου, η θέση που υιοθετεί ο Αριστοτέλης στα δύο μέρη περί ηδονής τα οποία περιλαμβάνονται στα Ηθικά Νικομάχεια —και τα οποία έχουμε λόγο να θεωρούμε εκφράσεις της πιο ώριμης σκέψης του, και τα οποία συνιστούν μια σαφώς θετική αξιολόγηση της ηδονής— βρίσκεται σε πλήρη συνέχεια με εκείνη που είχε υιοθετήσει στους διαλόγους, οι οποίοι σχεδόν ομόφωνα θεωρούνται έργα της νεότητάς του, αν και ο Jaeger και κυρίως ο Bignone μίλησαν για έναν νεανικό αντι-ηδονισμό του Αριστοτέλη. Δυστυχώς, τίποτε το βέβαιο δεν μπορεί να εξαχθεί, ως προς αυτό, από τον διάλογο που φέρει ρητά τον τίτλο Περὶ ἡδονῆς, αφού το μοναδικό απόσπασμα που του αποδιδόταν παραδοσιακά (αλλά σήμερα όχι ομόφωνα) —δηλαδή η δήλωση ότι «ο Φιλόξενος ήταν φίλος του συμποσίου»— είναι εντελώς αδιάφορο από δογματική άποψη· ενώ ένα άλλο απόσπασμα, που αποδιδόταν παραδοσιακά στον Προτρεπτικόν και μόνον πρόσφατα αποδόθηκε στον διάλογο Περὶ ἡδονῆς, δηλαδή η κρίση σύμφωνα με την οποία το επίγραμμα του Σαρδανάπαλου («κατέχω μόνο ό,τι έφαγα» κ.λπ.) ταιριάζει περισσότερο στον τάφο ενός βοδιού παρά ενός βασιλιά, δεν είναι καθεαυτό έκφραση αντιαπολαυστισμού και θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από οποιονδήποτε.
Η μοναδική ρητή μνεία της ηδονής στα αποσπάσματα των διαλόγων, η οποία μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι περιέχει μια αρνητική αξιολόγηση, βρίσκεται στο απόσπ. 4 Ross του διαλόγου Περὶ δικαιοσύνης, όπου διαβάζουμε: «αν η ηδονή είναι ο σκοπός, τότε καταργείται η δικαιοσύνη και μαζί με αυτήν καθεμία από τις άλλες αρετές». Πρόκειται, ωστόσο, μόνο για μια εντύπωση, εύκολα ξεπεράσιμη από όποιον λάβει υπόψη ότι, σε μια σύγκριση ανάμεσα στα διάφορα γένη ζωής, η οποία προφανώς αναπτυσσόταν στον διάλογο, ο Αριστοτέλης μπορούσε κάλλιστα να αρνείται τη συναίνεσή του στη θεωρία του ηδονισμού, η οποία θεωρεί την ηδονή ως τον μοναδικό σκοπό ολόκληρης της ζωής, χωρίς με αυτό να αρνείται την αξία της ηδονής.
Αντιθέτως, πολύ πολυάριθμες είναι οι ρητές μνείες της ηδονής, συνδεδεμένες με μια θετική αξιολόγησή της, οι οποίες περιέχονται σε ένα έργο σίγουρα νεανικό, όπως είναι ο Προτρεπτικός, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζει επ’ αυτού ακριβώς την ίδια διδασκαλία με τα Ηθικά Νικομάχεια. Στο απόσπ. 5 Ross του έργου αυτού ο Αριστοτέλης, λ.χ., δηλώνει για τη φιλοσοφία: «το γεγονός ότι όλοι βρίσκουν άνεση μέσα σε αυτήν και θέλουν να της αφιερώσουν τον χρόνο τους, παραμελώντας όλα τα άλλα, αποτελεί όχι μικρή απόδειξη ότι η ενασχόληση με αυτήν είναι ευχάριστη (meth’ hēdonēs)· κανείς, πράγματι, δεν επιθυμεί να υποφέρει για πολύ».
Στο απόσπ. 9 Ross του Προτρεπτικού ακόμη, ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι «όλοι, στον βαθμό που αισθάνονται ότι ασκούν τη σοφία και μπορούν να τη γευθούν, θεωρούν ότι όλα τα άλλα δεν έχουν καμία αξία», πράγμα που σημαίνει ότι η άσκηση της σοφίας παράγει ηδονή· και στο απόσπ. 14 δηλώνει:
«η τέλεια και ανενόχλητη δραστηριότητα περιέχει μέσα της την απόλαυση (to khairèin), ώστε η θεωρητική δραστηριότητα θα είναι η πιο ευχάριστη (hēdistē) από όλες».
Και πιο πέρα:
Η ηδονή (hēdonē) που γεννιέται από την άσκηση της σοφίας και από τη θεωρητική ενασχόληση είναι αναγκαστικά η μοναδική ή εκείνη που περισσότερο από όλες απορρέει από το να ζει κανείς. Το να ζει, λοιπόν, κανείς με τρόπο ευχάριστο και το να απολαμβάνει με την πιο αληθινή σημασία ανήκει αποκλειστικά ή περισσότερο από όλους στους φιλοσόφους. Διότι η δραστηριότητα που συνίσταται στις πιο αληθινές νοήσεις, που έχει ως περιεχόμενό της τα πιο πραγματικά όντα και που διατηρεί πάντοτε με μόνιμο τρόπο την τελειότητα που της έχει δοθεί, είναι η πιο ισχυρή από όλες και σε σχέση με τη χαρά (pros euphrosynēn). Έτσι, και για την ίδια την απόλαυση των αληθινών και καλών ηδονών (tas alētheis kai agathas hēdonas), όσοι είναι προικισμένοι με νου πρέπει να φιλοσοφούν.
Τέλος, στο απόσπ. 15 Ross του ίδιου έργου ο Αριστοτέλης δηλώνει:
«ας υποθέσουμε λοιπόν ότι η ευδαιμονία συνίσταται στη σοφία, ή στην αρετή, ή στην απόλαυση όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, ή σε όλα αυτά μαζί. Αν συνίσταται στη σοφία, είναι φανερό ότι το να ζει κανείς ευδαίμονα ζωή ανήκει μόνο στους φιλοσόφους. Κι αν συνίσταται στην αρετή της ψυχής ή στην απόλαυση, και πάλι ανήκει σε αυτούς μόνο ή σε αυτούς περισσότερο από όλους, διότι η αρετή είναι το ανώτερο από τα πράγματα που βρίσκονται μέσα μας, και η σοφία είναι η πιο ευχάριστη (hēdiston) από όλες, αν συγκριθούν μία προς μία. Ομοίως, ακόμη κι αν κάποιος έλεγε ότι η ευδαιμονία είναι όλα αυτά μαζί, θα έπρεπε να οριστεί μέσω της σοφίας».
Κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η ηδονή για την οποία γίνεται λόγος σε αυτά τα αποσπάσματα είναι πάντοτε η διανοητική ηδονή, δηλαδή εκείνη που προέρχεται από την άσκηση της φιλοσοφίας. Αυτό είναι αληθές, αλλά είναι εξίσου αληθές ότι για τον Αριστοτέλη η διανοητική ηδονή είναι η ανώτατη από όλες, επειδή η διανοητική δραστηριότητα είναι η ανώτατη από όλες· όμως αυτή δεν αποκλείει καμία από τις άλλες ηδονές, οι οποίες προέρχονται από την άσκηση άλλων δραστηριοτήτων, εφόσον συνίστανται στην πραγμάτωση μιας φυσικής διάθεσης. Σε κάθε περίπτωση, η διδασκαλία περί ηδονής που περιέχεται στον Προτρεπτικόν είναι, όπως βλέπουμε, απολύτως ταυτόσημη με εκείνη που περιέχεται στα Ηθικά Νικομάχεια και εκφράζει τη σταθερή θέση που υιοθέτησε ο Αριστοτέλης απέναντι στην ηδονή, ήδη από την εποχή της συζήτησης με τον Εύδοξο, τον Σπεύσιππο και τον Πλάτωνα μέσα στην Ακαδημία.
Όσον αφορά το επιχείρημα του Εύδοξου, σύμφωνα με το οποίο η ηδονή αυξάνει το αγαθό στο οποίο προστίθεται —επιχείρημα στο οποίο ο Σπεύσιππος είχε αντιτάξει ότι οι αφροδισιακές ηδονές εμποδίζουν τη σκέψη— ο Αριστοτέλης, στο σχόλιό του πάνω στο επιχείρημα του Εύδοξου, αναγνωρίζει την εγκυρότητά του, ταυτόχρονα όμως το περιορίζει, υιοθετώντας ουσιαστικά την παρατήρηση που είχε κάνει ο Πλάτων. Πράγματι, γράφει στο βιβλίο Ι΄, αμέσως μετά την παράθεση του επιχειρήματος του Εύδοξου: «στην πραγματικότητα, ένα τέτοιο επιχείρημα φαίνεται να αποδεικνύει ότι η ηδονή είναι ένα αγαθό, όχι όμως ότι είναι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο· πράγματι, κάθε αγαθό είναι προτιμότερο όταν συνοδεύεται από ένα άλλο αγαθό παρά όταν βρίσκεται μόνο του».
Το επιχείρημα του Εύδοξου, επομένως, αποδεικνύει ότι η ηδονή είναι ένα αγαθό (και σε αυτό ο Αριστοτέλης συμφωνεί με τον φιλόσοφο από την Κνίδο), αλλά όχι ότι αυτή είναι το αγαθό, δηλαδή το καθ’ εαυτό και αφ’ εαυτού αγαθό, το υπέρτατο αγαθό (και σε αυτό ο Αριστοτέλης συμφωνεί με τον Πλάτωνα). Πολύ πιο σαφής, αντίθετα, είναι η αντίθεση του Αριστοτέλη προς την ένσταση του Σπευσίππου, την οποία εκθέτει στο βιβλίο Ζ΄, όπου λέει:
«δεν είναι η ηδονή που απορρέει από αυτές [τις δραστηριότητες] που εμποδίζει τη χρήση της σκέψης (phronēseōs) ή οποιασδήποτε άλλης έξεως· μάλλον είναι οι ξένες προς αυτές ηδονές· διότι οι ηδονές που προέρχονται από τη θεωρία και τη μάθηση κάνουν ώστε να θεωρεί και να μαθαίνει κανείς ακόμη περισσότερο».
Εδώ ο Αριστοτέλης αρνείται την κεντρική θέση του Σπευσίππου, ότι δηλαδή οι ηδονές γενικά είναι εμπόδιο για τη σκέψη, αν και παραδέχεται ότι αυτό μπορεί να ισχύει για ορισμένες ηδονές, όπως η σεξουαλική, αναγνωρίζοντας έμμεσα την παρατήρηση του Σπευσίππου ότι κανείς δεν μπορεί να συλλογιστεί τη στιγμή που την υφίσταται.
Όσον αφορά τέλος το επιχείρημα του Εύδοξου, σύμφωνα με το οποίο η ηδονή είναι ανώτερη από κάθε έπαινο, και την απάντηση του Σπευσίππου ότι ορισμένες ηδονές δεν επαινούνται διότι είναι άξιες ψόγου, το σχόλιο του Αριστοτέλη, ακόμη μια φορά, είναι περισσότερο ευνοϊκό προς τον Εύδοξο παρά προς τον Σπεύσιππο, αν και διασώζει την άποψη του Πλάτωνα. Στο ίδιο βιβλίο των Ηθικών, πράγματι, ο Σταγειρίτης υποστηρίζει ότι η ευδαιμονία δεν ανήκει στα πράγματα που αξίζουν έπαινο, διότι αυτά αναφέρονται πάντοτε σε κάτι άλλο, δηλαδή ως μέσα για την επίτευξη κάποιου άλλου σκοπού· ενώ η ευδαιμονία είναι ένα αγαθό αφ’ εαυτής, ως το υπέρτατο αγαθό. Για τον ίδιο λόγο είναι γελοίο, κατά τον Αριστοτέλη, να επαινεί κανείς τους θεούς. Συνεπώς, δεν μπορεί παρά να συμφωνεί με το επιχείρημα του Εύδοξου, το οποίο μάλιστα θεωρεί ότι έχει «καλά (kalōs)» υποστηρίξει την υπεράσπιση της ηδονής.
Εντελώς αντίθετος, όμως, παρουσιάζεται ο Αριστοτέλης προς τον Σπεύσιππο, όταν παρατηρεί για εκείνους που προβάλλουν τις πιο αξιοκατάκριτες ηδονές:
ότι τα πιο αξιοκατάκριτα πράγματα είναι ευχάριστα μόνο για μερικούς, δηλαδή για τους φαύλους· ότι δεν είναι η ηδονή που είναι αξιοκατάκριτη, αλλά η πράξη από την οποία προέρχεται· ότι υπάρχουν διάφορα είδη ηδονών, που απορρέουν από διαφορετικές πράξεις· άλλες άξιες ψόγου, άλλες άξιες επαίνου.
Εδώ, όπως φαίνεται, αντιτίθεται ξεκάθαρα στον Σπεύσιππο, επαναλαμβάνοντας τις διακρίσεις που είχε κάνει ο Πλάτων στον Φίληβο.
Υπάρχει, τέλος, μια τελευταία ένσταση, πιθανότατα του Σπευσίππου, την οποία παραθέτει ο Αριστοτέλης, εναντίον της ταύτισης του αγαθού με την ηδονή κατά τον Εύδοξο, σύμφωνα με την οποία: «καμία τέχνη δεν έχει ως έργο της την παραγωγή της ηδονής, ενώ κάθε αγαθό είναι έργο τέχνης». Η απάντηση του ίδιου του Αριστοτέλη είναι, και πάλι, υπέρ της ηδονής, δηλαδή: «δεν είναι παράδοξο το ότι καμία ηδονή δεν είναι έργο τέχνης, δεδομένου ότι η τέχνη δεν αφορά κανένα είδος δραστηριότητας (energeia), αλλά αφορά τη δύναμη (dunamis)· ωστόσο θεωρείται ότι η αρωματοποιία και η μαγειρική έχουν ως αντικείμενό τους την ηδονή».
Εδώ, όπως φαίνεται, ο Αριστοτέλης αντικρούει τη γενική προϋπόθεση της αντι-ηδονιστικής ένστασης, ότι δηλαδή κάθε αγαθό είναι έργο τέχνης· παρατηρώντας ότι οι τέχνες έχουν ως αντικείμενο τις δυνάμεις, δηλαδή τις πραγματικότητες που μπορούν να φθάσουν στην ενέργεια, όχι τις δραστηριότητες, δηλαδή τις πραγματικότητες που βρίσκονται ήδη σε ενέργεια· ενώ τα αληθινά αγαθά, συμπεριλαμβανομένης της ηδονής, είναι δραστηριότητες. Όμως αντικρούει και το πραγματολογικό δεδομένο, παρατηρώντας ότι ορισμένες ηδονές πράγματι παράγονται από τέχνη· για παράδειγμα εκείνες που προέρχονται από καλά αρώματα και εκείνες που προέρχονται από καλές τροφές. Αυτό δεν αντιφάσκει με την προηγούμενη δήλωση, ότι οι ηδονές είναι δραστηριότητες, διότι εδώ πρόκειται για ξένες προς τη φύση τους ηδονές.
Συνοψίζοντας: σχετικά με το ζήτημα της ηδονής, όπως αυτό αναπτύχθηκε εντός της Ακαδημίας, ο Αριστοτέλης, τόσο στη νεανική φάση του όπου πιθανόν συμμετείχε άμεσα, όσο και στη ώριμη φάση του όπου το διηγείται, υιοθέτησε, όπως και ο Πλάτων, μια πρωτότυπη θέση· αλλά, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που πλησίασε περισσότερο τον Σπεύσιππο, ο Σταγειρίτης πλησίασε περισσότερο τον Εύδοξο. Και αυτό φαίνεται ότι οφείλεται στη δική του, απολύτως θετική, αντίληψη για την ηδονή ως δραστηριότητα σύμφωνη με μια φυσική διάθεση ή ως τελείωση μιας τέτοιας δραστηριότητας.
Συνεχίζεται με το τελευταίο κεφάλαιο: H διακυβέρνηση της πόλεως
5. Αριστοτέλης: η ηδονή είναι πάντοτε ένα αγαθό, έστω κι αν δεν είναι το υπέρτατο αγαθό
Ας δούμε τώρα, αντίθετα, τη θέση που υιοθετεί ο Αριστοτέλης στη συζήτηση την οποία ο ίδιος παραθέτει· μια θέση η οποία, αν και δεν ταυτίζεται με καμία από τις δύο ακραίες απόψεις, δεν συμπίπτει ούτε με εκείνη του Πλάτωνα —πολύ κοντινή στον Σπεύσιππο— αλλά πλησιάζει περισσότερο σε εκείνη του Εύδοξου, και μπορεί να συνοψιστεί στη θέση ότι η ηδονή αφ’ εαυτής είναι ένα αγαθό, δηλαδή είναι πάντοτε αγαθό, έστω κι αν δεν είναι το υπέρτατο αγαθό.
Καταρχάς, ο Αριστοτέλης, στην αρχή των Ηθικών Νικομαχείων, παραθέτει με αποδοχή (kalôs, «καλά ειρημένο») το επιχείρημα του Εύδοξου, σύμφωνα με το οποίο το αγαθό είναι εκείνο προς το οποίο όλα τα όντα τείνουν. Ακόμη και στο βιβλίο Ζ΄ του ίδιου έργου, θεωρεί το γεγονός ότι όλοι επιδιώκουν την ηδονή ως ένδειξη ότι αυτή είναι «κατά κάποιον τρόπο» (pôs) το ύψιστο αγαθό, επειδή όλα τα όντα που υπάρχουν εκ φύσεως έχουν μέσα τους κάτι το θείο.
Έχουμε ήδη δει πώς, στο βιβλίο Ι΄, μιλώντας για τον Εύδοξο, ο Αριστοτέλης δηλώνει: «τέτοια επιχειρήματα γίνονταν πιστευτά περισσότερο λόγω της αρετής των ηθών του Εύδοξου παρά λόγω των ίδιων· πράγματι, θεωρούσαν ότι ήταν ιδιαίτερα εγκρατής, και έτσι δεν πίστευαν ότι τα έλεγε από αγάπη προς την ηδονή, αλλά επειδή τα πράγματα είχαν πράγματι έτσι». Αυτή βεβαίως δεν είναι δήλωση συμφωνίας, αλλά είναι σίγουρα μαρτυρία εκτίμησης, αρκετά διαφορετική στον τόνο, όπως θα δούμε αμέσως, από τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης για τον Σπεύσιππο.
Στο ίδιο βιβλίο Ι΄, πράγματι, ο Σταγειρίτης δηλώνει:
«εκείνοι που αντιτάσσονται λέγοντας ότι αυτό προς το οποίο όλα τείνουν δεν είναι αγαθό [δηλαδή ο Σπεύσιππος], κινδυνεύουν να μη λένε τίποτε το λογικό (ouden legousin). Υποστηρίζουμε ότι εκείνο που φαίνεται αληθές σε όλους, είναι όντως αληθές· κι εκείνος που καταστρέφει αυτή την πεποίθηση δεν θα πει καθόλου πράγματα πιο αξιόπιστα. Αν πράγματι ήταν μόνο τα άλογα όντα που επιθυμούν τις ηδονές [όπως υποστήριζε ο Σπεύσιππος], τότε όσα λέγονται θα είχαν κάποια αξιοπιστία· αλλά, εφόσον και τα έλλογα όντα τις επιθυμούν, πώς θα μπορούσαν εκείνοι να έχουν πει κάτι αξιόπιστο; Ίσως μάλιστα και στα κατώτερα όντα να υπάρχει κάτι το φυσικό, το αγαθό, ανώτερο από ό,τι είναι αυτά καθεαυτά, το οποίο επιδιώκει το δικό τους αγαθό».
Εδώ διακυβεύεται μία από τις πιο βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του Αριστοτέλη, δηλαδή ότι οι θέσεις που είναι καθολικά αποδεκτές, τα λεγόμενα ἔνδοξα (δηλαδή οι «ενδόξες» γνώμες, το αντίθετο των «παράδοξων»), είναι πολύ πιθανόν αληθείς, ή τουλάχιστον στις περισσότερες περιπτώσεις αληθείς, επειδή σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει ένα είδος φυσικής προδιάθεσης να αναγνωρίζουν την αλήθεια. Το ότι η ηδονή επιθυμείται από όλους τους ανθρώπους αποτελεί, λοιπόν, μια πολύ ισχυρή απόδειξη ότι είναι αγαθό· το ίδιο και το γεγονός ότι την επιθυμούν ακόμη και τα άλογα όντα (ζώα, παιδιά), διότι και σε αυτά υπάρχει μια φυσική τάση, και για τον Αριστοτέλη καθετί που είναι φυσικό είναι καλό.
Αλλά κυρίως στο βιβλίο Ζ΄ ο Αριστοτέλης ανασκευάζει την άποψη του Σπευσίππου, πλησιάζοντας σε εκείνη του Εύδοξου. Εδώ, πράγματι, υποστηρίζει ότι υπάρχουν ηδονές καλές με απόλυτη έννοια, δηλαδή για όλους· ηδονές καλές με σχετική έννοια, δηλαδή μόνο για μερικούς· και φαινομενικές ηδονές, οι οποίες δεν είναι καλές για κανέναν. Το γεγονός ότι οι δύο τελευταίοι τύποι ηδονής δεν είναι αγαθά με απόλυτη έννοια, δεν σημαίνει ότι το ίδιο ισχύει και για τον πρώτο τύπο. Πιο συγκεκριμένα:
«οι θέσεις ότι ο εγκρατής άνθρωπος αποφεύγει τις ηδονές, ότι ο σοφός επιδιώκει μια ζωή χωρίς πόνο, και ότι μόνο τα παιδιά και τα θηρία αναζητούν την ηδονή [όπως υποστηρίζει ο Σπεύσιππος], ανασκευάζονται όλες με το ίδιο επιχείρημα. Διότι ήδη είπαμε με ποια έννοια όλες οι ηδονές είναι καλές και με ποια έννοια δεν είναι καλές με απόλυτη σημασία· ότι τα παιδιά και τα θηρία επιζητούν ηδονές του δεύτερου τύπου, ενώ ο σοφός επιδιώκει να είναι απαλλαγμένος από τον πόνο που απορρέει από αυτές: εννοώ τις ηδονές που συνοδεύονται από παράλογη επιθυμία και πόνο, δηλαδή τις σωματικές ηδονές, οι οποίες ανήκουν στον δεύτερο τύπο. Η υπερβολή αυτών των ηδονών είναι η αιτία για την οποία εκείνος που δεν μπορεί να κυριαρχήσει στον εαυτό του δεν κυριαρχεί. Για τον λόγο αυτό ο εγκρατής αποφεύγει αυτές τις ηδονές, αφού υπάρχουν και ηδονές που ανήκουν στον ίδιο τον εγκρατή άνθρωπο».
Για τον Αριστοτέλη, μάλιστα, η ευδαιμονία συνίσταται στην άσκηση μιας δραστηριότητας χωρίς εμπόδια, η οποία είναι αφ’ εαυτής μια ηδονή.
Έτσι, λοιπόν, ο Αριστοτέλης διακηρύσσει ότι το ύψιστο αγαθό θα ταυτιστεί με έναν ορισμένο τύπο ηδονής, έστω κι αν συμβαίνει να υπάρχουν πολλές ηδονές κακές καθ’ εαυτές. Και γι’ αυτό, με καλή λογική (εὔλογον), όλοι θεωρούν —όπως υποστήριζε ο Εύδοξος— ότι η ευτυχισμένη ζωή είναι ευχάριστη, και συνδέουν στενά την ηδονή με την ευδαιμονία· διότι καμία δραστηριότητα που εμποδίζεται δεν είναι τέλεια, ενώ η ευδαιμονία είναι τέλεια δραστηριότητα. Για τον λόγο αυτό ο ευδαίμων άνθρωπος έχει ανάγκη από τα αγαθά που σχετίζονται με το σώμα, καθώς και από τα εξωτερικά και όσα εξαρτώνται από την τύχη, ώστε να μην εμποδίζεται ως προς αυτά.
Και αμέσως μετά αντιπαρατίθεται ανοιχτά σε μία από τις θέσεις που αποδώσαμε στον Σπεύσιππο, η οποία πάντως εκφράζει τη γενικότερη αντι-ηδονιστική θεωρία, δηλώνοντας:
«κι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι ακόμη κι αυτός που βασανίζεται ή που περιπίπτει σε τεράστιες συμφορές, αν είναι καλός, είναι ευδαίμων, είτε το θέλουν είτε όχι καταλήγουν να μη λένε τίποτε το λογικό (ouden legousin)».
Επιπλέον, υπάρχουν πράγματα ευχάριστα εκ φύσεως και πράγματα ευχάριστα κατά συμβεβηκός· εκείνα που είναι ευχάριστα εκ φύσεως, τα οποία συνίστανται στην άσκηση μιας φυσικής δραστηριότητας, είναι ασφαλώς αγαθά, όπως είναι για παράδειγμα η ηδονή που νιώθει «ο θεός» ασκώντας την ακίνητη ενέργειά του. Εν ολίγοις, για τον Αριστοτέλη η ηδονή είναι ασφαλώς ένα αγαθό, έστω κι αν δεν είναι το υπέρτατο αγαθό· και είναι αγαθό με μια πολύ συγκεκριμένη έννοια, δηλαδή καθόσον συνοδεύει μια δραστηριότητα, η οποία είναι το υπέρτατο αγαθό.
Σε πλήρη συμφωνία με τον Εύδοξο, και άρα σε πλήρη διαφωνία με τον Σπεύσιππο, βρίσκεται ο Αριστοτέλης σχετικά με το δεύτερο επιχείρημα που προέβαλε ο φιλόσοφος από την Κνίδο, εκείνο που ονομάσαμε των «εναντίων». Είδαμε πώς ο Αριστοτέλης το παραθέτει τόσο στο βιβλίο Ζ΄ όσο και στο βιβλίο Ι΄, και πώς παραθέτει επίσης και στα δύο βιβλία την απάντηση του Σπευσίππου. Η θέση του Πλάτωνα, δηλαδή αυτή που παρουσιάζεται στον Φίληβο, αναφέρεται στα Τοπικά φαινομενικά με συναίνεση, χωρίς ωστόσο να υπάρχει εκεί αναφορά στην ηδονή, όπου λέγεται: «η έλλειψη και η υπερβολή ανήκουν στο ίδιο γένος (διότι και οι δύο εμπίπτουν στο κακό), ενώ το να είναι κάτι σύμφωνα με το μέτρο, δηλαδή το ενδιάμεσο αυτών, δεν ανήκει στο κακό αλλά στο αγαθό». Εκείνη των ἄγραφων δογμάτων αναφέρεται, αντιθέτως, στις Κατηγορίες, όπου λέγεται ότι «εκείνο που είναι αντίθετο προς το αγαθό είναι κατ’ ανάγκην κακό —αυτό προκύπτει καθαρά με επαγωγή στις επιμέρους περιπτώσεις· λ.χ. στην υγεία είναι αντίθετη η ασθένεια, στη δικαιοσύνη η αδικία, στην ανδρεία η δειλία, και το ίδιο ισχύει για όλες τις άλλες περιπτώσεις· ενώ εκείνο που είναι αντίθετο στο κακό είναι άλλοτε αγαθό και άλλοτε κακό· στην έλλειψη, λ.χ., που είναι κακό, είναι αντίθετη η υπερβολή που επίσης είναι κακό, ενώ η μεσότητα, που είναι αντίθετη και στα δύο, είναι αγαθό».
Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι σε αυτό το τελευταίο χωρίο ο Αριστοτέλης προσθέτει αμέσως: «αλλά αυτό [δηλαδή το ότι κακό μπορεί να είναι αντίθετο προς κακό] θα μπορούσε να φανεί σε λίγες περιπτώσεις· στις περισσότερες, εκείνο που είναι αντίθετο προς το κακό είναι πάντοτε αγαθό». Αυτό οδηγεί στη σκέψη ότι η ηδονή, η οποία και για τον Αριστοτέλη είναι το αντίθετο του πόνου, δεν συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις όπου ένα κακό αντιτίθεται σε άλλο κακό. Προς την ίδια κατεύθυνση, πράγματι, κινείται και άλλο χωρίο των Τοπικών, όπου λέγεται: «δεν φαίνεται ότι αυτό που είναι δυνατόν να απορριφθεί είναι αντίθετο προς εκείνο που είναι δυνατόν να απορριφθεί, εκτός αν το ένα λέγεται κατ’ υπερβολήν και το άλλο κατ’ έλλειψιν· διότι η υπερβολή φαίνεται να είναι από τα πράγματα που δύνανται να απορριφθούν, και το ίδιο και η έλλειψη».
Η αποστασιοποίηση του Αριστοτέλη από την ένσταση του Σπευσίππου στο επιχείρημα των «εναντίων», που είχε προβάλλει ο Εύδοξος, και άρα η συναίνεσή του με τον τελευταίο, προκύπτει καθαρότατα από το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Σταγειρίτης παραθέτει τη συζήτηση. Διότι, την στιγμή ακριβώς που παραθέτει τη «λύση» του Σπευσίππου, στο βιβλίο Ζ΄ των Ηθικών Νικομαχείων, ο Αριστοτέλης παρατηρεί:
«στην πραγματικότητα, το αντίθετο επιχείρημα που προέβαλε ο Σπεύσιππος δεν είναι καθόλου καταληκτικό [...] Τίποτε δεν εμποδίζει κάποιο είδος ηδονής να είναι το ύψιστο αγαθό, ακόμη κι αν υπάρχουν κάποιες ηδονές κακές· όπως ακριβώς τίποτε δεν εμποδίζει να είναι το ύψιστο αγαθό κάποιο είδος επιστήμης, ακόμη κι αν υπάρχουν επιστήμες κακές».
Εδώ ο Αριστοτέλης όχι μόνο αποστασιοποιείται από τον Σπεύσιππο, ταυτιζόμενος με τον Εύδοξο, αλλά το κάνει με ρητή αναφορά στον Φίληβο, του οποίου το ζήτημα, όπως είναι γνωστό, είναι αν η καλύτερη ζωή βρίσκεται στην ηδονή ή στη γνώση.
Πάντοτε με αναφορά στον Φίληβο, ο Αριστοτέλης φτάνει να υποστηρίζει ότι ακόμη και οι σωματικές ηδονές είναι αφ’ εαυτές αγαθό, διατυπώνοντας με τη σειρά του ένα είδος επιχειρήματος «εναντίων», παρόμοιο με εκείνο του Εύδοξου. Πράγματι, λέει:
«Όσον αφορά τις σωματικές ηδονές, πρέπει να εξετάσουμε τις θέσεις εκείνων που υποστηρίζουν ότι μερικές ηδονές είναι απολύτως άξιες εκλογής, όπως οι γενναίες και ευγενείς, αλλά ότι αυτό δεν ισχύει για τις σωματικές ηδονές και για εκείνες στις οποίες εμπλέκεται ο ακρατής. Αυτοί, όμως, θα έπρεπε να θέσουν το ερώτημα: για ποιον λόγο άραγε οι σωματικοί πόνοι θα ήταν κακοί; Διότι το αντίθετο του κακού είναι αγαθό».
Ακόμη πιο σαφής είναι η απόρριψη του επιχειρήματος του Σπευσίππου στο βιβλίο Ι΄, όπου ο Αριστοτέλης γράφει:
«Δεν φαίνονται κατάλληλες ούτε οι αντιρρήσεις εναντίον του επιχειρήματος των εναντίων [που είχε προβάλλει ο Εύδοξος]. Διότι λένε ότι, αν ο πόνος είναι κακό, δεν έπεται ότι η ηδονή είναι αγαθό· σε ένα κακό αντιτίθεται και άλλο κακό, και τα δύο αντιτίθενται σε κάτι που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο [αντίρρηση του Σπευσίππου]· και μέχρι εδώ δεν λένε τίποτε το εσφαλμένο [δηλαδή η διάκριση των διαφορετικών τύπων αντιθέτων είναι ορθή], αλλά δεν λένε την αλήθεια ως προς αυτό για το οποίο μιλούμε τώρα (δηλαδή για την ηδονή)· διότι αν και τα δύο, η ηδονή και ο πόνος, ήταν κακά, θα έπρεπε αναγκαστικά να είναι και τα δύο πράγματα που πρέπει να αποφεύγονται· και αν δεν ήταν ούτε αγαθά ούτε κακά, τότε κανένα από τα δύο δεν θα ήταν προς αποφυγή, ή θα ήταν εξίσου προς επιδίωξη και προς αποφυγή. Αντίθετα, στην πραγματικότητα είναι φανερό ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν τον πόνο ως κακό και επιλέγουν την ηδονή ως αγαθό· και επομένως, και στην πραγματικότητα, αυτά τα δύο αντιτίθενται μεταξύ τους όπως το αγαθό και το κακό».
Εδώ ο Αριστοτέλης αρνείται να κατατάξει την ηδονή και τον πόνο σε εκείνο τον τύπο αντιθέτων που είναι και τα δύο κακά, επειδή είναι αντίστοιχα υπερβολή και έλλειψη, και σε σχέση με τα οποία είναι αγαθό το ενδιάμεσο μέτρο. Για τον ίδιο η ηδονή δεν μπορεί να είναι αφ’ εαυτής κακό, διότι δεν αποτελεί αντικείμενο αποφυγής από κανέναν· αντίθετα, είναι αφ’ εαυτής αγαθό, επειδή είναι αντικείμενο καθολικής επιθυμίας, όπως έδειξε ο Εύδοξος με το πρώτο του επιχείρημα. Και για να προλάβει την πλατωνικο-ακαδημαϊκή ένσταση ότι η ηδονή, αφού παραδέχεται το «περισσότερο» και το «λιγότερο», ανήκει στο γένος του ἀπείρου και επομένως είναι κακό, ο Αριστοτέλης προσθέτει:
«Λένε ακόμη ότι το αγαθό είναι πεπερασμένο, ενώ η ηδονή είναι άπειρη, επειδή παραδέχεται βαθμούς μεγαλύτερους και μικρότερους. Τώρα, αν αυτή την κρίση τη διατυπώνουν στηριγμένοι στο αίσθημα της ηδονής που δοκιμάζεται, το ίδιο θα ίσχυε και για τη δικαιοσύνη και για τις άλλες αρετές· σε σχέση με αυτές λένε καθαρά ότι οι άνθρωποι έχουν ορισμένες ιδιότητες, και δρουν σύμφωνα με τις αρετές σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό· οι άνθρωποι είναι δίκαιοι και ανδρείοι σε διαφορετικό μέτρο, και είναι δυνατόν να πράττουν δίκαιες ή σώφρονες πράξεις σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό».
Το γεγονός ότι στα κεντρικά βιβλία των Ηθικών η αρετή ορίζεται ως μεσότητα ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη, δεν μου φαίνεται να αναιρεί αυτήν τη σαφή αντίθεση του Αριστοτέλη, σχετικά με την ηδονή, τόσο προς τον Σπεύσιππο όσο και προς τον Πλάτωνα· και συνεπώς δεν δικαιολογεί το να μιλά κανείς, όπως κάνουν μερικοί μελετητές, για συνέχεια σκέψης ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τη σωκρατικο-πλατωνική διδασκαλία.
Την ίδια θεμελιώδη συμφωνία του Αριστοτέλη με τον Εύδοξο, εναντίον του Σπευσίππου και του Πλάτωνα, μπορούμε να διαπιστώσουμε και σε σχέση με το τρίτο επιχείρημα που προέβαλε ο φιλόσοφος από την Κνίδο προς υπεράσπιση της θέσης ότι η ηδονή είναι το αγαθό, όπως παρατίθεται στο βιβλίο Ι΄:
«και ότι είναι άξιο εκλογής κατεξοχήν εκείνο που δεν επιλέγουμε εξαιτίας κάποιου άλλου, ούτε για χάρη κάποιου άλλου σκοπού· και κατά τη γνώμη όλων η ηδονή είναι τέτοια· διότι κανείς δεν ρωτάει για ποιο σκοπό αισθάνεται ηδονή, αφού θεωρεί ότι η ηδονή είναι προτιμητέα αφ’ εαυτής».
Με λίγα λόγια, υποστηρίζει ο Εύδοξος, η ηδονή είναι αφ’ εαυτής αγαθό, διότι επιθυμείται για τον εαυτό της και όχι για χάρη κάποιου άλλου, δηλαδή είναι σκοπός και όχι μέσο.
Εδώ η συμφωνία ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Σπεύσιππο, εναντίον του Εύδοξου, είναι πλήρης· αλλά εξίσου πλήρης είναι και η διαφωνία του Αριστοτέλη με τους πρώτους, όπως θα δούμε αμέσως. Διότι αυτός, στο βιβλίο Ζ΄, δηλώνει:
«επιπλέον, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει κάτι άλλο που να είναι ανώτερο από την ηδονή, όπως μερικοί λένε ότι είναι ο σκοπός (τὸ τέλος) της γένεσης· διότι οι ηδονές δεν είναι μορφές γένεσης, ούτε όλες συνδέονται με μορφές γένεσης, αλλά είναι ἐνέργειαι και σκοπός· και οι ηδονές δεν γίνονται αισθητές όταν οι φυσικές καταστάσεις βρίσκονται σε γένεση, αλλά όταν τις χρησιμοποιούμε […]. Η ηδονή είναι ἐνέργεια της καταστάσεως σύμφωνα με τη φύση (ἐνέργεια τῆς κατὰ φύσιν ἕξεως)».
Και συνεχίζει:
«δεν υπάρχει μόνο η δραστηριότητα που συνίσταται σε κίνηση, αλλά και εκείνη που συνίσταται σε ακινησία (ἐνέργεια […] ἀκινησίας), και η ηδονή συνίσταται περισσότερο στην ηρεμία παρά στην κίνηση».
Παρόμοια, στο βιβλίο Ι΄, μιλώντας για όσους προσπαθούν να αποδείξουν ότι η ηδονή είναι κίνηση και γένεση, δηλαδή τον Πλάτωνα και τον Σπεύσιππο, ο Αριστοτέλης λέει: «μα δεν φαίνεται ότι λένε σωστά, και δεν φαίνεται ότι η ηδονή είναι κίνηση». Και για αυτό προβάλλει διάφορους λόγους· ότι οι κινήσεις έχουν ταχύτητα ή βραδύτητα, ενώ η ηδονή δεν τις έχει· ότι οι γενέσεις αρχίζουν από εκείνο στο οποίο καταλήγει η φθορά, ενώ στην ηδονή αυτό δεν συμβαίνει· ότι η ηδονή δεν είναι αποκατάσταση μιας πληρότητας, αλλά μάλλον το αίσθημα που τη συνοδεύει, όπως η ηδονή της τροφής· ή ούτε καν αυτό, όπως η ηδονή της μάθησης.
Η ηδονή — συνεχίζει ο Αριστοτέλης — είναι κάτι το ακέραιο και τέλειο, του οποίου το ειδικό είδος είναι τέλειο σε οποιαδήποτε στιγμή· είναι ένα όλο αδιαίρετο. Ωστόσο η ηδονή δεν είναι η πιο τέλεια δραστηριότητα, εκείνη στην οποία πραγματώνεται πλήρως η καλύτερη διάθεση του ανθρώπου· διότι αυτή είναι η δραστηριότητα της νόησης.
Η ηδονή τελειοποιεί την πράξη, όχι όπως μία μόνιμη έξη, αλλά όπως μία πρόσθετη τελείωση· όπως, για παράδειγμα, η λάμψη στη νεότητα.
Οι ηδονές, πράγματι, είναι δύο ειδών: εκείνες που είναι σύμφυτες με μια δραστηριότητα και εκείνες που της είναι ξένες· οι πρώτες την ευνοούν, οι δεύτερες την εμποδίζουν. Η ηδονή που είναι σύμφυτη με τη δραστηριότητα της αρετής είναι αρμόζουσα, ενώ η ηδονή που είναι σύμφυτη με την κακή δραστηριότητα είναι διεστραμμένη. Η δραστηριότητα της νόησης είναι εκείνη στην οποία συνίσταται το ύψιστο αγαθό, δηλαδή η ευδαιμονία, και σε αυτήν συνοδεύεται η μέγιστη ηδονή. Γι’ αυτό η ηδονή δεν είναι το ύψιστο αγαθό, δηλαδή η ευδαιμονία, αλλά είναι το αναγκαίο συμπλήρωμά της.
Πράγματι, ανάμεσα στο βιβλίο Ζ΄ και στο βιβλίο Ι΄ των Ηθικών Νικομαχείων υπάρχει μια διαφορά διδασκαλίας: ενώ το πρώτο λέει ότι η ηδονή δεν είναι κίνηση, αλλά δραστηριότητα, το δεύτερο λέει ότι δεν είναι η τελειότερη δραστηριότητα, αλλά εκείνο που συνοδεύει ή που τελειοποιεί τη δραστηριότητα. Στην πραγματικότητα, όπως έδειξε με απαράμιλλη οξυδέρκεια ο Owen, στο πρώτο χωρίο ο Αριστοτέλης εξετάζει ποιες πραγματικότητες είναι ηδονές, δηλαδή ποιες πραγματικότητες προκαλούν ηδονή, και απαντά ότι αυτές είναι οι δραστηριότητες που έχουν σκοπό τον εαυτό τους· ενώ στο δεύτερο χωρίο εξετάζει τι είναι καθ’ εαυτώ η ηδονή, και απαντά ότι αυτή είναι ακριβώς το αποτέλεσμα των προαναφερθεισών δραστηριοτήτων. Επομένως, ανάμεσα στα δύο χωρία δεν υπάρχει αντίθεση, αλλά μόνο διαφορά οπτικής γωνίας.
Εξάλλου, η θέση που υιοθετεί ο Αριστοτέλης στα δύο μέρη περί ηδονής τα οποία περιλαμβάνονται στα Ηθικά Νικομάχεια —και τα οποία έχουμε λόγο να θεωρούμε εκφράσεις της πιο ώριμης σκέψης του, και τα οποία συνιστούν μια σαφώς θετική αξιολόγηση της ηδονής— βρίσκεται σε πλήρη συνέχεια με εκείνη που είχε υιοθετήσει στους διαλόγους, οι οποίοι σχεδόν ομόφωνα θεωρούνται έργα της νεότητάς του, αν και ο Jaeger και κυρίως ο Bignone μίλησαν για έναν νεανικό αντι-ηδονισμό του Αριστοτέλη. Δυστυχώς, τίποτε το βέβαιο δεν μπορεί να εξαχθεί, ως προς αυτό, από τον διάλογο που φέρει ρητά τον τίτλο Περὶ ἡδονῆς, αφού το μοναδικό απόσπασμα που του αποδιδόταν παραδοσιακά (αλλά σήμερα όχι ομόφωνα) —δηλαδή η δήλωση ότι «ο Φιλόξενος ήταν φίλος του συμποσίου»— είναι εντελώς αδιάφορο από δογματική άποψη· ενώ ένα άλλο απόσπασμα, που αποδιδόταν παραδοσιακά στον Προτρεπτικόν και μόνον πρόσφατα αποδόθηκε στον διάλογο Περὶ ἡδονῆς, δηλαδή η κρίση σύμφωνα με την οποία το επίγραμμα του Σαρδανάπαλου («κατέχω μόνο ό,τι έφαγα» κ.λπ.) ταιριάζει περισσότερο στον τάφο ενός βοδιού παρά ενός βασιλιά, δεν είναι καθεαυτό έκφραση αντιαπολαυστισμού και θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από οποιονδήποτε.
Η μοναδική ρητή μνεία της ηδονής στα αποσπάσματα των διαλόγων, η οποία μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι περιέχει μια αρνητική αξιολόγηση, βρίσκεται στο απόσπ. 4 Ross του διαλόγου Περὶ δικαιοσύνης, όπου διαβάζουμε: «αν η ηδονή είναι ο σκοπός, τότε καταργείται η δικαιοσύνη και μαζί με αυτήν καθεμία από τις άλλες αρετές». Πρόκειται, ωστόσο, μόνο για μια εντύπωση, εύκολα ξεπεράσιμη από όποιον λάβει υπόψη ότι, σε μια σύγκριση ανάμεσα στα διάφορα γένη ζωής, η οποία προφανώς αναπτυσσόταν στον διάλογο, ο Αριστοτέλης μπορούσε κάλλιστα να αρνείται τη συναίνεσή του στη θεωρία του ηδονισμού, η οποία θεωρεί την ηδονή ως τον μοναδικό σκοπό ολόκληρης της ζωής, χωρίς με αυτό να αρνείται την αξία της ηδονής.
Αντιθέτως, πολύ πολυάριθμες είναι οι ρητές μνείες της ηδονής, συνδεδεμένες με μια θετική αξιολόγησή της, οι οποίες περιέχονται σε ένα έργο σίγουρα νεανικό, όπως είναι ο Προτρεπτικός, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζει επ’ αυτού ακριβώς την ίδια διδασκαλία με τα Ηθικά Νικομάχεια. Στο απόσπ. 5 Ross του έργου αυτού ο Αριστοτέλης, λ.χ., δηλώνει για τη φιλοσοφία: «το γεγονός ότι όλοι βρίσκουν άνεση μέσα σε αυτήν και θέλουν να της αφιερώσουν τον χρόνο τους, παραμελώντας όλα τα άλλα, αποτελεί όχι μικρή απόδειξη ότι η ενασχόληση με αυτήν είναι ευχάριστη (meth’ hēdonēs)· κανείς, πράγματι, δεν επιθυμεί να υποφέρει για πολύ».
Στο απόσπ. 9 Ross του Προτρεπτικού ακόμη, ο Αριστοτέλης δηλώνει ότι «όλοι, στον βαθμό που αισθάνονται ότι ασκούν τη σοφία και μπορούν να τη γευθούν, θεωρούν ότι όλα τα άλλα δεν έχουν καμία αξία», πράγμα που σημαίνει ότι η άσκηση της σοφίας παράγει ηδονή· και στο απόσπ. 14 δηλώνει:
«η τέλεια και ανενόχλητη δραστηριότητα περιέχει μέσα της την απόλαυση (to khairèin), ώστε η θεωρητική δραστηριότητα θα είναι η πιο ευχάριστη (hēdistē) από όλες».
Και πιο πέρα:
Η ηδονή (hēdonē) που γεννιέται από την άσκηση της σοφίας και από τη θεωρητική ενασχόληση είναι αναγκαστικά η μοναδική ή εκείνη που περισσότερο από όλες απορρέει από το να ζει κανείς. Το να ζει, λοιπόν, κανείς με τρόπο ευχάριστο και το να απολαμβάνει με την πιο αληθινή σημασία ανήκει αποκλειστικά ή περισσότερο από όλους στους φιλοσόφους. Διότι η δραστηριότητα που συνίσταται στις πιο αληθινές νοήσεις, που έχει ως περιεχόμενό της τα πιο πραγματικά όντα και που διατηρεί πάντοτε με μόνιμο τρόπο την τελειότητα που της έχει δοθεί, είναι η πιο ισχυρή από όλες και σε σχέση με τη χαρά (pros euphrosynēn). Έτσι, και για την ίδια την απόλαυση των αληθινών και καλών ηδονών (tas alētheis kai agathas hēdonas), όσοι είναι προικισμένοι με νου πρέπει να φιλοσοφούν.
Τέλος, στο απόσπ. 15 Ross του ίδιου έργου ο Αριστοτέλης δηλώνει:
«ας υποθέσουμε λοιπόν ότι η ευδαιμονία συνίσταται στη σοφία, ή στην αρετή, ή στην απόλαυση όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, ή σε όλα αυτά μαζί. Αν συνίσταται στη σοφία, είναι φανερό ότι το να ζει κανείς ευδαίμονα ζωή ανήκει μόνο στους φιλοσόφους. Κι αν συνίσταται στην αρετή της ψυχής ή στην απόλαυση, και πάλι ανήκει σε αυτούς μόνο ή σε αυτούς περισσότερο από όλους, διότι η αρετή είναι το ανώτερο από τα πράγματα που βρίσκονται μέσα μας, και η σοφία είναι η πιο ευχάριστη (hēdiston) από όλες, αν συγκριθούν μία προς μία. Ομοίως, ακόμη κι αν κάποιος έλεγε ότι η ευδαιμονία είναι όλα αυτά μαζί, θα έπρεπε να οριστεί μέσω της σοφίας».
Κάποιος θα μπορούσε να παρατηρήσει ότι η ηδονή για την οποία γίνεται λόγος σε αυτά τα αποσπάσματα είναι πάντοτε η διανοητική ηδονή, δηλαδή εκείνη που προέρχεται από την άσκηση της φιλοσοφίας. Αυτό είναι αληθές, αλλά είναι εξίσου αληθές ότι για τον Αριστοτέλη η διανοητική ηδονή είναι η ανώτατη από όλες, επειδή η διανοητική δραστηριότητα είναι η ανώτατη από όλες· όμως αυτή δεν αποκλείει καμία από τις άλλες ηδονές, οι οποίες προέρχονται από την άσκηση άλλων δραστηριοτήτων, εφόσον συνίστανται στην πραγμάτωση μιας φυσικής διάθεσης. Σε κάθε περίπτωση, η διδασκαλία περί ηδονής που περιέχεται στον Προτρεπτικόν είναι, όπως βλέπουμε, απολύτως ταυτόσημη με εκείνη που περιέχεται στα Ηθικά Νικομάχεια και εκφράζει τη σταθερή θέση που υιοθέτησε ο Αριστοτέλης απέναντι στην ηδονή, ήδη από την εποχή της συζήτησης με τον Εύδοξο, τον Σπεύσιππο και τον Πλάτωνα μέσα στην Ακαδημία.
Όσον αφορά το επιχείρημα του Εύδοξου, σύμφωνα με το οποίο η ηδονή αυξάνει το αγαθό στο οποίο προστίθεται —επιχείρημα στο οποίο ο Σπεύσιππος είχε αντιτάξει ότι οι αφροδισιακές ηδονές εμποδίζουν τη σκέψη— ο Αριστοτέλης, στο σχόλιό του πάνω στο επιχείρημα του Εύδοξου, αναγνωρίζει την εγκυρότητά του, ταυτόχρονα όμως το περιορίζει, υιοθετώντας ουσιαστικά την παρατήρηση που είχε κάνει ο Πλάτων. Πράγματι, γράφει στο βιβλίο Ι΄, αμέσως μετά την παράθεση του επιχειρήματος του Εύδοξου: «στην πραγματικότητα, ένα τέτοιο επιχείρημα φαίνεται να αποδεικνύει ότι η ηδονή είναι ένα αγαθό, όχι όμως ότι είναι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο· πράγματι, κάθε αγαθό είναι προτιμότερο όταν συνοδεύεται από ένα άλλο αγαθό παρά όταν βρίσκεται μόνο του».
Το επιχείρημα του Εύδοξου, επομένως, αποδεικνύει ότι η ηδονή είναι ένα αγαθό (και σε αυτό ο Αριστοτέλης συμφωνεί με τον φιλόσοφο από την Κνίδο), αλλά όχι ότι αυτή είναι το αγαθό, δηλαδή το καθ’ εαυτό και αφ’ εαυτού αγαθό, το υπέρτατο αγαθό (και σε αυτό ο Αριστοτέλης συμφωνεί με τον Πλάτωνα). Πολύ πιο σαφής, αντίθετα, είναι η αντίθεση του Αριστοτέλη προς την ένσταση του Σπευσίππου, την οποία εκθέτει στο βιβλίο Ζ΄, όπου λέει:
«δεν είναι η ηδονή που απορρέει από αυτές [τις δραστηριότητες] που εμποδίζει τη χρήση της σκέψης (phronēseōs) ή οποιασδήποτε άλλης έξεως· μάλλον είναι οι ξένες προς αυτές ηδονές· διότι οι ηδονές που προέρχονται από τη θεωρία και τη μάθηση κάνουν ώστε να θεωρεί και να μαθαίνει κανείς ακόμη περισσότερο».
Εδώ ο Αριστοτέλης αρνείται την κεντρική θέση του Σπευσίππου, ότι δηλαδή οι ηδονές γενικά είναι εμπόδιο για τη σκέψη, αν και παραδέχεται ότι αυτό μπορεί να ισχύει για ορισμένες ηδονές, όπως η σεξουαλική, αναγνωρίζοντας έμμεσα την παρατήρηση του Σπευσίππου ότι κανείς δεν μπορεί να συλλογιστεί τη στιγμή που την υφίσταται.
Όσον αφορά τέλος το επιχείρημα του Εύδοξου, σύμφωνα με το οποίο η ηδονή είναι ανώτερη από κάθε έπαινο, και την απάντηση του Σπευσίππου ότι ορισμένες ηδονές δεν επαινούνται διότι είναι άξιες ψόγου, το σχόλιο του Αριστοτέλη, ακόμη μια φορά, είναι περισσότερο ευνοϊκό προς τον Εύδοξο παρά προς τον Σπεύσιππο, αν και διασώζει την άποψη του Πλάτωνα. Στο ίδιο βιβλίο των Ηθικών, πράγματι, ο Σταγειρίτης υποστηρίζει ότι η ευδαιμονία δεν ανήκει στα πράγματα που αξίζουν έπαινο, διότι αυτά αναφέρονται πάντοτε σε κάτι άλλο, δηλαδή ως μέσα για την επίτευξη κάποιου άλλου σκοπού· ενώ η ευδαιμονία είναι ένα αγαθό αφ’ εαυτής, ως το υπέρτατο αγαθό. Για τον ίδιο λόγο είναι γελοίο, κατά τον Αριστοτέλη, να επαινεί κανείς τους θεούς. Συνεπώς, δεν μπορεί παρά να συμφωνεί με το επιχείρημα του Εύδοξου, το οποίο μάλιστα θεωρεί ότι έχει «καλά (kalōs)» υποστηρίξει την υπεράσπιση της ηδονής.
Εντελώς αντίθετος, όμως, παρουσιάζεται ο Αριστοτέλης προς τον Σπεύσιππο, όταν παρατηρεί για εκείνους που προβάλλουν τις πιο αξιοκατάκριτες ηδονές:
ότι τα πιο αξιοκατάκριτα πράγματα είναι ευχάριστα μόνο για μερικούς, δηλαδή για τους φαύλους· ότι δεν είναι η ηδονή που είναι αξιοκατάκριτη, αλλά η πράξη από την οποία προέρχεται· ότι υπάρχουν διάφορα είδη ηδονών, που απορρέουν από διαφορετικές πράξεις· άλλες άξιες ψόγου, άλλες άξιες επαίνου.
Εδώ, όπως φαίνεται, αντιτίθεται ξεκάθαρα στον Σπεύσιππο, επαναλαμβάνοντας τις διακρίσεις που είχε κάνει ο Πλάτων στον Φίληβο.
Υπάρχει, τέλος, μια τελευταία ένσταση, πιθανότατα του Σπευσίππου, την οποία παραθέτει ο Αριστοτέλης, εναντίον της ταύτισης του αγαθού με την ηδονή κατά τον Εύδοξο, σύμφωνα με την οποία: «καμία τέχνη δεν έχει ως έργο της την παραγωγή της ηδονής, ενώ κάθε αγαθό είναι έργο τέχνης». Η απάντηση του ίδιου του Αριστοτέλη είναι, και πάλι, υπέρ της ηδονής, δηλαδή: «δεν είναι παράδοξο το ότι καμία ηδονή δεν είναι έργο τέχνης, δεδομένου ότι η τέχνη δεν αφορά κανένα είδος δραστηριότητας (energeia), αλλά αφορά τη δύναμη (dunamis)· ωστόσο θεωρείται ότι η αρωματοποιία και η μαγειρική έχουν ως αντικείμενό τους την ηδονή».
Εδώ, όπως φαίνεται, ο Αριστοτέλης αντικρούει τη γενική προϋπόθεση της αντι-ηδονιστικής ένστασης, ότι δηλαδή κάθε αγαθό είναι έργο τέχνης· παρατηρώντας ότι οι τέχνες έχουν ως αντικείμενο τις δυνάμεις, δηλαδή τις πραγματικότητες που μπορούν να φθάσουν στην ενέργεια, όχι τις δραστηριότητες, δηλαδή τις πραγματικότητες που βρίσκονται ήδη σε ενέργεια· ενώ τα αληθινά αγαθά, συμπεριλαμβανομένης της ηδονής, είναι δραστηριότητες. Όμως αντικρούει και το πραγματολογικό δεδομένο, παρατηρώντας ότι ορισμένες ηδονές πράγματι παράγονται από τέχνη· για παράδειγμα εκείνες που προέρχονται από καλά αρώματα και εκείνες που προέρχονται από καλές τροφές. Αυτό δεν αντιφάσκει με την προηγούμενη δήλωση, ότι οι ηδονές είναι δραστηριότητες, διότι εδώ πρόκειται για ξένες προς τη φύση τους ηδονές.
Συνοψίζοντας: σχετικά με το ζήτημα της ηδονής, όπως αυτό αναπτύχθηκε εντός της Ακαδημίας, ο Αριστοτέλης, τόσο στη νεανική φάση του όπου πιθανόν συμμετείχε άμεσα, όσο και στη ώριμη φάση του όπου το διηγείται, υιοθέτησε, όπως και ο Πλάτων, μια πρωτότυπη θέση· αλλά, σε αντίθεση με τον Πλάτωνα που πλησίασε περισσότερο τον Σπεύσιππο, ο Σταγειρίτης πλησίασε περισσότερο τον Εύδοξο. Και αυτό φαίνεται ότι οφείλεται στη δική του, απολύτως θετική, αντίληψη για την ηδονή ως δραστηριότητα σύμφωνη με μια φυσική διάθεση ή ως τελείωση μιας τέτοιας δραστηριότητας.
Συνεχίζεται με το τελευταίο κεφάλαιο: H διακυβέρνηση της πόλεως
ΑΣ ΠΡΟΣΕΞΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΣΤΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΣΑΡΚΟΛΑΤΡΕΙΑΣ, ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΚΛΥΖΟΥΝ ΤΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ "ΧΩΡΟ" ΛΟΓΩ ΑΓΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΗΜΙΜΑΘΕΙΑΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου