Συνέχεια από: Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015
Puer aeternus
«Το βασίλειο άνευ χώρου» (Bruno Goetz)
«Το βασίλειο άνευ χώρου» (Bruno Goetz)
Μέρος Τρίτο
6 Τα αγόρια α
6 Τα αγόρια α
Ο Goetz γεννήθηκε το 1885 στην Ρίγα. Το μυθιστόρημα του ξεκινά με δύο ποιήματα, τα οποία θα ήθελα να παραθέσω:
IN MEMORIAM FERRUCINO BUSONI
Αυτό που γνωρίζαμε βυθίστηκε στον καπνό και τα ερείπια
Περικυκλωμένο από τον θάνατο σε ένα απέραντο τόξο.
Ακολουθώντας το όνειρο, που πέταξε από μπροστά μας,
Προχωρά το πνεύμα μας στην τρομερή φωτιά.
Μακριά από το σπίτι και τον μητρικό τόπο
Περιπλανιέται το πλοίο σε αβέβαια κύματα.
Απελπισμένα γελώντας μπαρκάραμε,-
Ναύτες εμείς που πάμε στην άγνωστη χώρα.
Και όταν μας καταβάλει η νύχτα και ο τρόμος,
Θα μας τραγουδήσεις ελευθεριάς τραγούδια της νέας πατρίδας,-
Και η κατάρα θα διασκορπισθεί σαν απαλό χνούδι.
Με ρυθμό και τάξη διαλύεται ο φωτεινός κόσμος,
Από τα άστρα στάζει ύστερη ευτυχία,
Πυρακτωμένο μας φωτίζει το βασίλειο χωρίς χώρο.
Ακολουθεί ένα δεύτερο ποίημα, με τον τίτλο Fo, αφιερωμένο στην μορφή τού Puer aeternus, μέσα στο μυθιστόρημα:
Καθώς δεν έφευγε από τον ουρανό,
Το βαρύ σύννεφο,
Και από τον λαό
Έφευγε ο ήλιος,
Ήρθε από τα βάθη
Το νέο φως κοντά μας,
Κοιμόμαστε
Και ξέραμε: «Είσαι εδώ»!
Ήλιοι
Από το βάθος των ματιών σου!
Συντριβάνι αναβλύζει
Της αγάπης από το στόμα σου!
Σπινθηρίζουσα ανθρακιά
Των μελών σου μέσα στην θάλασσα του αιθέρα-
Πέρα από τα κύματα
Προσκαλείς στην υψηλή τόλμη.
Αιώνιο αγόρι,
Που σε περιβάλλει ο ήχος των άστρων!
Παροχέα της αναψυχής,
Αναβράζον και ελεύθερο και ωραίο:
Άνδρες και γυναίκες
Ταλαντεύονται στην λάμψη σου,
Πάνε προς τον θάνατο,
Για να σε δουν εκ νέου.
Πάντα προς το φωτεινό
Προσκαλεί η λευκή μορφή σου,
Κύμα προς κύμα,
Ποτέ δεν γηράσκει!
Το βιβλίο εκδόθηκε του 1919 ερήμην του συγγραφέως. Ο εκδοτικός οίκος είχε αφαιρέσει μερικά τμήματα του έργου (ίσως επειδή είχαν σοκαριστεί ή για άλλο λόγο), και επομένως το μυθιστόρημα ήταν στην πρώτη έκδοση ανολοκλήρωτο. Αυτό το αποσπασματικό έργο έδινε την εντύπωση πως πρόκειται περί πολιτικής φύσεως έργου. Όταν επέστρεψε, ο συγγραφέας επέμεινε να εκδοθεί ολόκληρο το μυθιστόρημα, και σε ένα επίμετρο διευκρίνισε πως δεν πρόκειται περί πολιτικού έργου. Το 1925 βγήκε η δεύτερη έκδοση, χωρίς αλλαγές.
Πρέπει να θυμίσουμε πως το βιβλίο γράφτηκε αμέσως μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, την εποχή της μεγάλης ήττας των Γερμανών, της μαζικής ανεργίας και της μεταπολεμικής αθλιότητας. Τα ερείπια που υπονοούνται στο πρώτο ποίημα, αναφέρονται μάλλον στην καταστροφή αυτή. Αυτή ήταν και η εποχή, κατά την οποία ένας παθολογικός ονειροπόλος άρχισε να κάνει πολιτικές ομιλίες και να μαζεύει γύρω του μια ομάδα νέων. Αυτοί οι νέοι πείστηκαν από το εκστατικό και παρανοϊκό πολιτικό του πρόγραμμα-δεκατέσσερα χρόνια πριν την ανάληψη τής εξουσίας από τους ναζί. Ήταν μια εποχή τής ακραίας γενικής απελπισίας και έλλειψης σκοπού, του γενικού αποπροσανατολισμού. Μια εποχή που μοιάζει κατά κάποιο τρόπο με την σημερινή. Στο πρώτο ποίημα, ο συγγραφέας μιλά για το όνειρο το οποίο ακολουθούν με πάθος, και το οποίο τους παίρνει δια θαλάσσης σε νέες ακτές και νέους τρόμους. Κατόπιν αναφέρεται σε κάποιον, ο οποίος μιλά για μια νέα χώρα και την εμφάνιση ενός «βασιλείου χωρίς χώρο».
Το δεύτερο ποίημα ξεκινά με το ίδιο μοτίβο του σκοτεινιασμένου ουρανού, και όμως είναι ένα νέο φως εκεί, το οποίο έρχεται από το βάθος. Αυτοί που κοιμούνται ακόμα το αισθάνονται ως αόρατη παρουσία. Αυτή την αόρατη παρουσία περιγράφεται ως «το αιώνιο αγόρι, που περιβάλλεται από τον ήχο των άστρων». Ο συγγραφέας καθιστά σαφές πως το αιώνιο αγόρι είναι ο κυρίαρχος αυτού τού βασιλείου, και πως πρέπει να πάει κανείς στον θάνατο, ώστε να είναι σε θέση να δει το υπερβατικό του βασίλειο. Είναι προφανές, πως προσελκύει τους ανθρώπους να φύγουν από αυτόν τον κόσμο για να πάνε σε ένα άλλο, και τους οδηγεί έτσι, δια της αποπλάνησης στον θάνατο.
Το πρώτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Schimmelberg», αναφέρει πως οι κάτοικοι της ομώνυμης μικρής πανεπιστημιούπολης, θυμούνται ακόμα καλά τον παλιό λοχαγό Wilhelm van Lindenhuis. Έγινε μεγάλη συζήτηση για τον ξαφνικό θάνατο του. Πρώτα πέθανε η απαλή, αρρωστιάρα γυναίκα του. Κατόπιν παρατήρησαν οι άνθρωποι πως δεν έκανε πια τους περιπάτους του. Όταν όμως παρατήρησαν φως στο παράθυρο του, και είδαν το ρυτιδωμένο του πρόσωπο, σκέφτηκαν πως απλώς δεν αισθανόταν καλά και ξεκουραζόταν. Ένα βράδυ όμως εμφανίστηκαν δυο άγνωστοι νεαροί άνδρες, με κολάρα στο λαιμό και δερμάτινες κάπες, οι οποίοι του κτύπησαν το κουδούνι και αυτός τους άνοιξε. Οι περαστικοί είδαν πως με το που τους είδε τραβήχτηκε απότομα πίσω, και μετά τους άφησε να μπουν. Μετά από ένα τέταρτο τους αποχαιρέτησε. Την επόμενη μέρα ήρθε ο ταχυδρόμος, κτύπησε το κουδούνι, αλλά αυτός δεν άνοιξε. Ούτε το μεσημέρι, ούτε το βράδυ. Ο ταχυδρόμος ειδοποίησε τότε τους γείτονες. Έσπασαν την πόρτα και βρήκαν τον άνδρα νεκρό στην πολυθρόνα του. Προφανώς είχε πεθάνει ήσυχα μετά από ανακοπή καρδιάς. Καθώς ερευνούσαν το σπίτι, βρήκαν στο αναλόγιο του γιου του, που ονομαζόταν Μελχιόρ, ένα ακάνθινο στεφάνι και ένα σταυρό από ελεφαντοστό. Καθώς στα αντικείμενα αυτά δεν υπήρχε καθόλου σκόνη, ενώ το υπόλοιπο σπίτι ήταν καλυμμένο με ένα παχύ στρώμα σκόνης, συμπέραναν πως τα αντικείμενα αυτά τοποθετήθηκαν πρόσφατα. Έκαναν τα πάντα να ειδοποιήσουν τον Μελχιόρ, αλλά όλα τα γράμματα και τα τηλεγραφήματα που έστειλαν στην Ρώμη, όπου εκείνη την εποχή ζούσε, επέστρεψαν. Οι άνθρωποι είπαν, πως ήταν ένας περίεργος άνθρωπος, και θυμήθηκαν την εξής περί αυτού ιστορία:
Όταν ήταν 15 ετών, ο Μελχιόρ είχε δυο φίλους, τους Otto von Lobe και Heinrich Wunderlich. Ο Otto von Lobe ήταν ένα λιγνό, απαλό, ξανθό, αριστοκρατικό αγόρι, ο δε Heinrich Wunderlich ένας δυνατός, περήφανος νεαρός άνδρας. Οι τρεις έγιναν φίλοι και ίδρυσαν μια μυστική ομάδα. Διάβαζαν ένα σωρό περί αλχημείας και ροδοσταυρίων, και άρχισαν να κάνουν αλχημιστικά πειράματα. Σκοπός τους ήταν να βρουν ένα ελιξήριο, με το οποίο θα ήταν σε θέση να αλλάξουν την μορφή τους, όταν το έπιναν. Μετά από πολλές προσπάθειες πίστεψαν ότι τα κατάφεραν να παρασκευάσουν το μαγικό φίλτρο. Ο καθένας τους ήθελε να είναι ο πρώτος που θα δοκίμαζε. Επειδή δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν προσκάλεσαν όλα τα μέλη της μυστικής τους ομάδας. Οι άλλοι όμως ήταν περισσότερο συναρπασμένοι από τον ρομαντικό τρόμο παρά από την υπόθεση των τριών φίλων, και επίσης δεν είχαν ιδέα περί της δηλητηριώδους σύστασης του ροφήματος. Τράβηξαν κλήρο, και ο κλήρος έπεσε στον Otto von Lobe. Αποφάσισαν να κάνουν ένα νυχτερινό συμπόσιο, και η φαντασία τους κατευθύνθηκε προς τις μελλοντικές δυνατότητες. Δηλαδή, τι θα ήταν σε θέση να κάνουν, εάν μπορούσαν να μεταβάλουν την μορφή τους σαν μάγοι. Με τον τρόπο αυτό θα άρχιζε μια νέα εποχή και η ανθρωπότητα θα άλλαζε. Όσο προχωρούσε η νύχτα τόσο πιο εκστατικοί γίνονταν, και κατά το πρωί πήγαν στην θάλασσα και κοίταξαν προς την Ανατολή. Όταν φάνηκαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, ο Otto von Lobe σηκώθηκε πηδώντας, πέταξε τα ρούχα του, και λουσμένος από το πρωινό φως, γελώντας ευτυχισμένα ήπιε αργά το ελιξήριο. Μερικά λεπτά αργότερα ήταν νεκρός. Ακολούθησε μια εξονυχιστηκή έρευνα της αστυνομίας. Ο Μελχιόρ διώχτηκε από το σχολείο, γιατί δεν ήθελε να κάνει καμιά κατάθεση, οι άλλοι τιμωρήθηκαν αυστηρά.
Ο Heinrich Wunderlich, ο τρίτος της παρέας, άλλαξε εμφανώς μετά το γεγονός αυτό: εγκατέλειψε όλα τα περίεργα ενδιαφέροντα του, έγινε κυνικός, και στράφηκε με υπερβολικό τρόπο στην κανονικότητα. Σπούδασε ιατρική και έγινε αγροτικός γιατρός, σε ένα μικρό χωριό. Εκεί ζούσε με «άκρα νηφαλιότητα» , σαν ένας παράξενος τύπος.
Εδώ έχουμε την περιγραφή ενός φαινομένου, το οποίο συναντήσαμε και στα προηγούμενα κεφάλαια: αυτό του πεπτωκότος Ίκαρου, ο οποίος μετά το πέταγμα στην δημιουργική φαντασία, πέφτει μια για πάντα πίσω στην κοινοτοπία.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου