Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Εἶ­ναι οἱ Ἑ­τε­ρό­δο­ξοι μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας;

Ἄρθρο τοῦ Κα­θη­γη­τή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ. Δη­μη­τρί­ου Τσε­λεγ­γί­δη
Πρω­τί­στως πρέ­πει νά δι­ευ­κρι­νή­σου­με ὅ­τι ὡς Ὀρ­θό­δο­ξοι πι­στεύ­ου­με, σύμ­φω­να μέ τό Σύμ­βο­λο Πί­στε­ως τῆς Νι­καί­ας-Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως (381), «εἰς μί­αν, ἁ­γί­αν, ἀ­πο­στο­λι­κήν καί κα­θο­λι­κήν Ἐκ­κλη­σί­αν». Κα­τά τήν ἀ­δι­ά­κο­πη δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας, δη­λα­δή κα­τά τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α της, ἡ μί­α αὐ­τή Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη.
Ἡ ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Συμ­βό­λου ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι «μί­α» ση­μαί­νει πώς αὐ­τή εἶ­ναι βα­σι­κή ἰ­δι­ό­τη­τα τῆς ταυ­τό­τη­τάς της. Πρα­κτι­κῶς αὐ­τό ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δέν μπο­ρεῖ νά δι­αι­ρε­θεῖ, νά κομ­μα­τι­α­στεῖ, ἐ­πει­δή αὐ­τή εἶ­ναι τό μυ­στη­ρι­α­κό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Καί ὁ Χρι­στός ὡς κε­φα­λή τοῦ σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας οὔ­τε πολ­λά σώ­μα­τα μπο­ρεῖ νά ἔ­χει οὔ­τε καί δι­η­ρη­μέ­νο σῶ­μα νά κα­τέ­χει. Στό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ νι­κή­θη­κε καί αὐ­τός ὁ θά­να­τος. Ἔτ­σι, ὅ­ποι­ος ἐν­τάσ­σε­ται στό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί πα­ρα­μέ­νει ζων­τα­νός σ' αὐ­τό μέ τά θε­ουρ­γά μυ­στή­ρι­α καί τήν ἀ­γα­πη­τι­κή τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν, με­τα­βαί­νει ἀ­πό τόν βι­ο­λο­γι­κό θά­να­το στήν αἰ­ώ­νι­α καί ἀ­ΐ­δι­α ζω­ή τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ. Καί ὅ­πως τά κλα­δι­ά τῆς ἀμ­πέ­λου δέν μπο­ροῦν νά ζή­σουν καί νά καρ­πο­φο­ρή­σουν, ἄν ἀ­πο­κο­ποῦν ἀ­πό τήν ἄμ­πε­λο, ἔτ­σι καί ὁ ἀ­πο­κο­μμέ­νος ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α πι­στός ἤ καί ὁ­λό­κλη­ρες κοι­νό­τη­τες πι­στῶν- ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τό ἀ­ριθ­μη­τι­κό τους πλῆ­θος- δέν μπο­ροῦν οὔ­τε νά ὑ­πάρ­ξουν ἐν Χρι­στῷ οὔ­τε νά συ­στή­σουν ἄλ­λη Ἐκ­κλη­σί­α. 
Ἡ πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι θε­ό­πνευ­στη καί ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη. Σύμ­φω­να μέ τήν συγ­κε­κρι­μέ­νη πί­στη της, πολ­λές ἤ δι­η­ρη­μέ­νες Ἐκ­κλη­σί­ες δέν μπο­ροῦν νά ὑ­πάρ­χουν, ἐ­πει­δή ἀ­πο­τε­λεῖ...
ἀν­τί­φα­ση ἐν τοῖς ὅ­ροις τό μί­α καί τό πολ­λές ἤ τό μί­α καί τό δι­η­ρη­μέ­νη. Τό δι­η­ρη­μέ­νη ἀ­ναι­ρεῖ στήν πρά­ξη τήν πί­στη στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού μό­νο ὡς μί­α καί ἀ­δι­αί­ρε­τη μπο­ρεῖ νά κα­τα­νο­η­θεῖ μέ βά­ση τήν ὀρ­θό­δο­ξη αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α. Ἀ­πο­τε­λεῖ ἄρ­νη­ση τῆς πί­στε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἄρ­νη­ση τῆς ταυ­τό­τη­τας καί τῆς αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας της, ὅ­ταν κά­ποι­ος κά­νει λό­γο ἐν­συ­νεί­δη­τα γι­ά δι­η­ρη­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­α. Ἔτ­σι, οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι δέν ἔ­χουν κα­νέ­να ψυ­χο­λο­γι­κό πρό­βλη­μα (κόμ­πλεξ) ταυ­τό­τη­τας ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πο­κο­πῆς ἀ­πό τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῶν Δυ­τι­κῶν Χρι­στι­α­νῶν. Βε­βαί­ως πο­νοῦν, προ­σεύ­χον­ται καί ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γι­ά τή με­τά­νοι­α καί τήν ἐ­πι­στρο­φή τους.


1. Ἀ­πο­στο­λι­κή Πί­στη
Ἡ ἔν­τα­ξη καί ἡ πα­ρα­μο­νή στό μυ­στη­ρι­α­κό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τήν Ἐκ­κλη­σί­α, δέν εἶ­ναι ἀ­προ­ϋ­πό­θε­τη. Προ­ϋ­πο­θέ­τει ὁ­πωσ­δή­πο­τε τήν χω­ρίς ὅ­ρους ἀ­πο­δο­χή καί ὁ­μο­λο­γί­α τῆς ἀ­πο­στο­λι­κῆς πί­στε­ως, ὅ­πως αὐ­τή ἑρ­μη­νεύ­τη­κε καί ὁ­ρι­ο­θε­τή­θη­κε ἀ­πό τίς ἀ­πο­φά­σεις τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Ἔτ­σι, ὅ­ταν κά­ποι­ος πι­στός -ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τή θε­σμι­κή θέ­ση πού ἔ­χει στό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας- ἤ σύ­νο­λα πι­στῶν -ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ τους- πα­ρα­βι­ά­σουν ἐκ πε­ποι­θή­σε­ως τήν ὁ­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀ­πο­κό­πτον­ται ἀ­πό τό σῶ­μα της. Καί ἄν εἶ­ναι σ' ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἱ­ε­ρα­τι­κό ἀ­ξί­ω­μα κα­θαι­ροῦν­ται, ἐ­νῶ οἱ λα­ϊ­κοί ἀ­φο­ρί­ζον­ται, ὅ­πως προ­κύ­πτει ἀ­πό τά Πρα­κτι­κά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων. Τοῦ­το ση­μαί­νει ὅ­τι δέν μπο­ροῦν στό ἑ­ξῆς νά με­τέ­χουν καί νά κοι­νω­νοῦν στά μυ­στή­ρι­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Οἱ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί ἔ­χουν ἐκ­πέ­σει ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α ἐ­πι­σή­μως τόν 11ο αἰ­ώ­να. Τό 1014 εἰ­σή­γα­γαν στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως τήν ἐ­σφαλ­μέ­νη δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τους γι­ά τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, τό γνω­στό F­i­l­i­o­q­ue. Σύμ­φω­να μέ τή δι­δα­σκα­λί­α αὐ­τή τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα ὡς θεῖ­ο Πρό­σω­πο ἔ­χει τήν ὕ­παρ­ξή του ἐκ­πο­ρευ­τῶς καί ἀ­πό τόν Πα­τέ­ρα καί ἀ­πό τόν Υἱ­ό. Ἡ δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν ὅ­μως ἀ­να­τρέ­πει τήν ἀ­πο­στο­λι­κή πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στόν Τρι­α­δι­κό Θε­ό, ἀ­φοῦ κα­τά τόν Εὐ­αγ­γε­λι­στή Ἰ­ω­άν­νη τό Πνεῦ­μα τῆς Ἀ­λη­θεί­ας «πα­ρά τοῦ Πα­τρός ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται» (15,26). Ἄλ­λω­στε, ἡ Γ΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος δι­ά τοῦ Προ­έ­δρου της, ἁ­γί­ου Κυ­ρίλ­λου Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, ἀ­να­φε­ρό­με­νη στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως κα­θό­ρι­σε ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κά, ὅ­τι «οὐ­δε­νί ἐ­πι­τρέ­πε­ται λέ­ξιν ἀ­μεῖ­ψαι τῶν ἐγ­κει­μέ­νων ἐ­κεῖ­σε ἤ μί­αν γοῦν πα­ρα­βῆ­ναι συλ­λα­βήν» (σέ κα­νέ­ναν δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά προ­σθέ­σει ἤ νά ἀ­φαι­ρέ­σει οὔ­τε μί­α συλ­λα­βή ἀ­πό αὐ­τά πού δι­α­τυ­πώ­θη­καν στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως). Ὅ­λες οἱ ἑ­πό­με­νες Οἰ­κου­με­νι­κές Σύ­νο­δοι κα­τα­κύ­ρω­σαν τίς ἀ­πο­φά­σεις τῆς Γ΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς.
Εἶ­ναι λοι­πόν προ­φα­νές ὅ­τι οἱ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί -κα­τ' ἐ­πέ­κτα­ση καί οἱ Προ­τε­στάν­τες πού υἱ­ο­θέ­τη­σαν τό F­i­l­i­o­q­ue- ἔ­χουν ἐκ­πέ­σει ἀ­πό τήν ἀ­πο­στο­λι­κή πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Εἶ­ναι γι' αὐ­τό πε­ριτ­τό νά ἀ­να­φέ­ρου­με ὅ­λους τούς με­τέ­πει­τα νε­ω­τε­ρι­σμούς στήν πί­στη ἐκ μέ­ρους τῶν Δυ­τι­κῶν Χρι­στι­α­νῶν (ὅ­πως τό ἀ­λά­θη­το τοῦ πά­πα, τά μα­ρι­ο­λο­γι­κά δόγ­μα­τα, τό πρω­τεῖ­ο, ἡ κτι­στή Χά­ρη κ.ἄ.­).

2. Ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή
Μέ τήν ἀ­πο­στο­λι­κή πί­στη συν­δέ­ε­ται ἀ­δι­αί­ρε­τα καί ἡ ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή. Ἡ ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή ἔ­χει οὐ­σι­α­στι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο μό­νο μέ­σα στό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, καί προ­ϋ­πο­θέ­τει ὁ­πωσ­δή­πο­τε τήν ἀ­πο­στο­λι­κή πί­στη.
Λέ­γον­τας ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή ἐν­νο­οῦ­με τήν ἀ­δι­ά­κο­πη συ­νέ­χει­α τῆς ἡ­γε­σί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πό τούς Ἀ­πο­στό­λους. Ἡ συ­νέ­χει­α αὐ­τή ἔ­χει χα­ρι­σμα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα καί δι­α­σφα­λί­ζε­ται μέ τή με­τά­δο­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας τῶν Ἀ­πο­στό­λων στούς Ἐ­πι­σκό­πους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί δι' αὐ­τῶν στούς ἱ­ε­ρεῖς.
Ὁ τρό­πος με­τα­δό­σε­ως τῆς πνευ­ματ­ι­κῆς-ἀ­πο­στο­λι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας στούς Ἐ­πι­σκό­πους γί­νε­ται μέ τή χει­ρο­το­νί­α. Ἄν, ἑ­πο­μέ­νως, κά­ποι­ος ἐ­πί­σκο­πος ἔ­χει λά­βει μέ κα­νο­νι­κό - ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό τρό­πο τή χει­ρο­το­νί­α του καί στή συ­νέ­χει­α βρε­θεῖ ἐ­κτός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἐ­σφαλ­μέ­νης πί­στε­ώς του, παύ­ει οὐ­σι­α­στι­κά νά ἔ­χει καί τήν ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή, ἀ­φοῦ αὐ­τή ἔ­χει νό­η­μα μό­νο μέ­σα στό μυ­στη­ρι­α­κό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τήν Ἐκ­κλη­σί­α.
Κα­τά συ­νέ­πει­α, ἄν κά­ποι­ος ἐ­πί­σκο­πος ἤ καί ὁ­λό­κλη­ρη το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α -ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἀ­ριθ­μοῦ με­λῶν- ἐκ­πέ­σουν ἀ­πό τήν πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως αὐ­τή ἐκ­φρά­στη­κε ἀ­λα­θή­τως στίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, παύ­ουν νά ἔ­χουν οἱ ἴ­δι­οι τήν ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή, ἐ­πει­δή βρί­σκον­ται ἤ­δη ἐ­κτός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Καί, ἀ­φοῦ δι­α­κό­πτε­ται ἡ ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή οὐ­σι­α­στι­κά, δέν μπο­ρεῖ νά γί­νε­ται λό­γος γι­ά κα­το­χή ἤ γι­ά συ­νέ­χει­α τῆς ἀ­πο­στο­λι­κῆς δι­α­δο­χῆς στούς ἐκ­πε­σόν­τες ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α.
Μέ βά­ση τά πα­ρα­πά­νω, ὁ ἴ­δι­ος ὁ πά­πας, ἀλ­λά καί τό σύ­νο­λο τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν ἐ­πι­σκό­πων στε­ροῦν­ται τήν ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή, ἐ­πει­δή στε­ρη­θέν­τες τήν ἀ­πο­στο­λι­κή πί­στη ξέ­πε­σαν ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Κα­τά συ­νέ­πει­α, λό­γος γι­ά ἀ­πο­στο­λι­κή δι­αδ­ο­χή ἐ­κτός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι λό­γος ἀ­τε­κμη­ρί­ω­τος ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, εἶ­ναι δη­λα­δή λό­γος ἀ­θε­ο­λό­γη­τος.
3. Ἱερωσύνη καί τά ἄλλα Μυ­στή­ρι­α
Ἡ ἱ­ε­ρω­σύ­νη στό πλαί­σι­ο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ἡ ἱ­ε­ρω­σύ­νη τοῦ ἴ­δι­ου τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­φοῦ ὁ ἴ­δι­ος ὁ Χρι­στός τε­λεῖ τά μυ­στή­ρι­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Του δι­ά τῶν Ἐ­πι­σκό­πων καί Ἱ­ε­ρέ­ων Του.
Ἡ ἱ­ε­ρω­σύ­νη προ­ϋ­πο­θέ­τει τήν ἀ­δι­ά­κο­πη συ­νέ­χει­ά της ἀ­πό τούς Ἀ­πο­στό­λους, προ­ϋ­πο­θέ­τει δη­λα­δή τήν ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή. Πρω­τί­στως ὅ­μως ἡ ἱ­ε­ρω­σύ­νη προ­ϋ­πο­θέ­τει τόν Θε­άν­θρω­πο Χρι­στό ὡς ἱ­ε­ρουρ­γό στό μυ­στη­ρι­α­κό Σῶ­μα Του, τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ἡ ἱ­ε­ρω­σύ­νη τοῦ Χρι­στοῦ ὑ­φί­στα­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί πα­ρέ­χε­ται ἀ­πό τόν ἴ­δι­ο τόν Χρι­στό δι­ά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Του καί γι­ά τήν Ἐκ­κλη­σί­α Του. Αὐ­το­νο­μη­μέ­νη ἱ­ε­ρω­σύ­νη καί αὐ­το­νο­μη­μέ­να ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α μυ­στή­ρι­α δέν μπο­ροῦν νά ὑ­πάρ­χουν.
Ἡ ἱ­ε­ρω­σύ­νη, ὅ­πως ἄλ­λω­στε καί ὅ­λα τά μυ­στή­ρι­α, ἀ­πο­τε­λεῖ λει­τουρ­γι­κή φα­νέ­ρω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας (ἡ Ἐκ­κλη­σί­α «ση­μαί­νε­ται ἐν τοῖς μυ­στη­ρί­οις», κατά τόν Ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα­). Τοῦ­το ση­μαί­νει, ὅ­τι γι­ά νά ὑ­πάρ­χουν μυ­στή­ρι­α, πρέ­πει προ­η­γου­μέ­νως νά ὑ­πάρ­χει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Τά μυ­στή­ρι­α εἶ­ναι σάν τά κλα­δι­ά ἑ­νός δέν­δρου. Ζων­τα­νά κλα­δι­ά, πού ἀν­θοῦν καί καρ­πο­φο­ροῦν, μπο­ροῦν νά ὑ­πάρ­χουν μό­νον ὅ­ταν αὐ­τά εἶ­ναι ὀρ­γα­νι­κή προ­έ­κτα­ση τοῦ δέν­δρου, ὅ­ταν δη­λα­δή εἶ­ναι ὀν­το­λο­γι­κά συν­δε­μέ­να μέ τόν κορ­μό τοῦ δέν­δρου.
Εἶ­ναι θε­ο­λο­γι­κά ἀ­κα­τα­νό­η­το νά ὑ­πο­στη­ρί­ζε­ται ὅ­τι οἱ ἑ­τε­ρό­δο­ξοι, Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί ἤ Προ­τε­στάν­τες, ἔ­χουν ἔ­στω καί ἕ­να μυ­στή­ρι­ο, π.χ. τό βά­πτι­σμα. Τό θε­με­λι­ῶ­δες ἐ­ρώ­τη­μα πού πρέ­πει νά τί­θε­ται ἐ­δῶ εἶ­ναι: Ποι­ός ἱ­ε­ρούρ­γη­σε τό μυ­στή­ρι­ο τοῦ Βα­πτί­σμα­τος; Ποῦ βρῆ­κε τήν ἱ­ε­ρω­σύ­νη ὁ ἱ­ε­ρουρ­γός; Ποι­ός τοῦ ἔ­δω­σε τήν ἱ­ε­ρω­σύ­νη, ἀ­φοῦ αὐ­τήν τήν πα­ρέ­χει μό­νον ἡ Ἐκ­κλη­σί­α; Καί ποῦ βρέ­θη­κε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους, ἀ­φοῦ αὐ­τοί λό­γῳ τῆς ἐ­σφαλ­μέ­νης δογ­μα­τι­κῆς πί­στε­ώς τους ξέ­πε­σαν ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α;
4. Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν «δύ­ο πνευ­μό­νων» τοῦ Χρι­στοῦ
Ἡ θε­ω­ρί­α αὐ­τή ἔ­χει τήν πα­τρό­τη­τά της στόν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμό. Σύμ­φω­να μέ τή θε­ω­ρί­α αὐ­τή ὁ Χρι­στός ἔ­χει ὡς «πνεύ­μο­νές» Του τόν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κισμό καί τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α.
Σή­με­ρα, δυ­στυ­χῶς, ἡ θε­ω­ρί­α αὐ­τή υἱ­ο­θε­τή­θη­κε καί ἀ­πό πολ­λούς ὀρ­θό­δο­ξους ἱ­ε­ράρ­χες καί λα­ϊ­κούς ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κούς θε­ο­λό­γους, μᾶλ­λον ἀ­βα­σά­νι­στα. Καί τοῦ­το, γι­α­τί ἡ θε­ω­ρί­α αὐ­τή κρι­νό­με­νη ἀ­πό ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­πο­ψη ὄ­χι μό­νον ἀ­θε­ο­λό­γη­τη εἶ­ναι, ἀλ­λά καί κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά βλά­σφη­μη.
Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ­ται ὀν­το­λο­γι­κά ἀ­πό τό Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμό γι­ά κα­θα­ρά δογ­μα­τι­κούς λό­γους. Ἔτ­σι, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α θε­ω­ρεῖ ὅ­τι μό­νον αὐ­τή δι­α­σώ­ζει τόν χα­ρα­κτή­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς Θε­αν­θρω­πί­νου Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμός ἔ­χει ἐ­δῶ καί χί­λι­α χρό­νι­α ἐκ­πέ­σει ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ.
Ἄλ­λω­στε, ἐ­πει­δή ἡ Ἐκ­κλη­σί­α κα­τά τό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως εἶ­ναι «μί­α» καί ἑ­νι­αί­α, εἶ­ναι θε­ο­λο­γι­κά τε­λεί­ως ἀ­κα­τα­νό­η­το νά ὑ­πο­νο­οῦν­ται, σύμ­φω­να μέ τήν πα­ρα­πά­νω θε­ω­ρί­α, ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α καί ὁ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμός ὡς οἱ «δύ­ο πνεύ­μο­νες» τοῦ Χρι­στοῦ, ὡς κά­ποι­α ἰ­σό­τι­μα δη­λα­δή μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός Του. Σέ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση θά πρέ­πει νά θε­ω­ρή­σου­με ὅ­τι τά ἄλ­λα μέ­λη τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ ἤ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­κά­λυ­πτα ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶς ἤ κα­λύ­πτον­ται ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κά ἀ­πό ἄλ­λες, ἐ­κτός τῶν δύ­ο, Ἐκ­κλη­σί­ες. Κά­τι τέ­τοι­ο ὅ­μως θά μᾶς ὁ­δη­γοῦ­σε εὐ­θέ­ως στήν υἱ­ο­θέ­τη­ση τῆς προ­τε­σταν­τι­κῆς ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῶν κλά­δων» (B­r­a­n­ch t­h­e­o­ry). [Λέγοντας θεωρία τῶν κλάδων ἐννοοῦμε τή θεωρία τῶν προτεσταντῶν γιά τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκ­κλη­σί­α κα­τά τούς προ­τε­στάν­τες εἶ­ναι ἡ ἀ­ό­ρα­τη κο­νω­νί­α τῶν ἁ­γί­ων. Οἱ δι­ά­φο­ρες ἱ­στο­ρι­κές-ἐμ­πει­ρι­κές ἐκ­κλη­σί­ες ὅ­λων τῶν δογ­μά­των ἔ­χουν νο­μι­μό­τη­τα καί ἰ­σό­τη­τα ὑ­πάρ­ξε­ως, ὡς κλα­δι­ά τοῦ ἑ­νός δέν­δρου τῆς ἀ­ό­ρα­της ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ ἀ­ό­ρα­τη ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ἡ κα­θαυ­τό ἐκ­κλη­σί­α ἡ ὁ­ποί­α καί ὁ­μο­λο­γεῖ­ται στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως. Κα­τά συ­νέ­πει­α, καμ­μί­α ἐ­πι­μέ­ρους το­πι­κή ἐκ­κλη­σί­α ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε δόγ­μα­τος, δέν ἐν­σαρ­κώ­νει τήν «μί­α ἁ­γί­α κα­θο­λι­κή καί ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α». Καμ­μί­α το­πι­κή ἐκ­κλη­σί­α δέν μπο­ρεῖ νά ἰ­σχυ­ρι­σθεῖ ὅ­τι κα­τέ­χει τήν πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­πο­κα­λυ­φθεί­σας ἀ­λή­θει­ας. Ἡ μί­α ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι το συ­νο­λι­κό ἄ­θροι­σμα τῶν ἐ­πι­μέ­ρους τμη­μά­των της, δη­λα­δή τῶν κα­τά τό­πους ἐκ­κλη­σι­ῶν ὅ­λων τῶν δογ­μά­των, ὅ­σο καί ἄν δι­α­φέ­ρουν δογ­μα­τι­κά με­τα­ξύ τους]. Πράγ­μα τε­λεί­ως ἀ­πα­ρά­δε­κτο ἀ­πό ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­πο­ψη.
Εἶ­ναι ὅ­μως καί βλά­σφη­μη ἡ πα­ρα­πά­νω Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῆς προ­έ­λευ­σης θε­ω­ρί­α πε­ρί τῶν «δύ­ο πνευ­μό­νων» τοῦ Χρι­στοῦ, ὅ­ταν αὐ­τή συμ­βαί­νει νά υἱ­ο­θε­τεῖ­ται ἀ­πό Ὀρ­θο­δό­ξους. Καί εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά βλά­σφη­μη, ἐ­πει­δή ἐν­τάσ­σει στό ἄ­μω­μο Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ τόν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμό ὡς ὀρ­γα­νι­κό μέ­λος Του (ὡς ἕ­να «πνεύ­μο­νά» Του), τή στιγ­μή πού ὁ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμός θε­σμι­κά πά­σχει ὀν­το­λο­γι­κῶς, ὡς πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἐ­κτός τοῦ Θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
5. «Ἀ­δελ­φές Ἐκ­κλη­σί­ες»
Ἀρ­χι­κά ὁ ὅ­ρος «ἀ­δελ­φές Ἐκ­κλη­σί­ες» εἶ­ναι ἀ­πό ἀ­δό­κι­μος ἕ­ως ἀ­πα­ρά­δε­κτος. Ἀ­δό­κι­μος θε­ο­λο­γι­κά εἶ­ναι, ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γι­ά νά ἐκ­φρά­σει τή σχέ­ση με­τα­ξύ τῶν το­πι­κῶν Ὀρ­θο­δό­ξων Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Τε­λεί­ως ἀ­πα­ρά­δε­κτος θε­ο­λο­γι­κά εἶ­ναι ὁ ὅ­ρος, ὅ­ταν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γι­ά νά προσ­δι­ο­ρί­σει τόν ὀν­το­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας καί τοῦ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμοῦ.
Κα­ταρ­χήν, ὁ ὅ­ρος «ἀ­δελ­φές Ἐκ­κλη­σί­ες» δέν εἶ­ναι βι­βλι­κά θε­με­λι­ω­μέ­νος, οὔ­τε κἄν νο­μι­μο­ποι­η­μέ­νος. Ὅ­ταν ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­να­φέ­ρε­ται στίς δι­ά­φο­ρες το­πι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες, δέν τίς ἀ­πο­κα­λεῖ «ἀ­δελ­φές», οὔ­τε ὑ­πο­νο­εῖ ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α Ἐκ­κλη­σί­α ὡς «μη­τέ­ρα» αὐ­τῶν τῶν κα­τά τό­πους Ἐκ­κλη­σι­ῶν. Ἔ­χει τή συ­νεί­δη­ση ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι μί­α καί ὅ­τι αὐ­τή ἔ­χει κα­θο­λι­κό χα­ρα­κτή­ρα, μέ τήν ἔν­νοι­α τῆς πλη­ρό­τη­τας τῆς ἀ­λη­θεί­ας καί τῆς ζω­ῆς της, κε­φα­λή τῆς ὁ­ποί­ας εἶ­ναι, ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ, ὁ ἴ­δι­ος ὁ Χρι­στός. Ἔτ­σι, ὅ­ταν ἀ­πευ­θύ­νε­ται σέ κά­ποι­α το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, ἔ­χει τή στε­ρε­ό­τυ­πη ἔκ­φρα­ση: «τῇ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ τῇ οὔ­σῃ ἐν.­.. (π.χ. Κο­ρίν­θῳ)­». Τοῦ­το ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ φα­νέ­ρω­ση τῆς ὅ­λης Ἐκ­κλη­σί­ας μπο­ρεῖ νά γί­νε­ται σέ κά­θε τό­πο, ὅ­που ὑ­πάρ­χει ἡ εὐ­χα­ρι­στι­α­κή κοι­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν ὑ­πό τόν Ἐ­πί­σκο­πό της. Εἶ­ναι βε­βαί­ως αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα τῶν κα­τά τό­πους Ἐκ­κλη­σι­ῶν αὐ­τῶν δι­α­σφα­λί­ζε­ται μέ τήν κο­ι­νω­νί­α με­τα­ξύ τους στήν αὐ­τή πί­στη, ζω­ή καί ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή τά­ξη. Τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν το­πι­κῶν Ἐκ­κλη­σι­ῶν ἐγ­γυ­ᾶ­ται στήν πρά­ξη ἡ σύ­νο­δος τῶν Ἐ­πι­σκό­πων τους.
Ἀ­πό τά πα­ρα­πά­νω γί­νε­ται κα­τα­νο­η­τό ὅ­τι, ἀ­φοῦ καί οἱ ὁ­μό­φρο­νες το­πι­κές Ἐκ­κλη­σί­ες στό πλαί­σι­ο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας δέν νο­μι­μο­ποι­οῦν­ται θε­ο­λο­γι­κά, ὅ­ταν ὀ­νο­μά­ζον­ται «ἀ­δελ­φές», πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο δέν ὑ­πάρ­χει θε­ο­λο­γι­κό-ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό ὑ­πό­βα­θρο γι­ά νά ὀ­νο­μά­ζον­ται «ἀ­δελ­φές Ἐκ­κλη­σί­ες» ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α καί ὁ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμός. Ἄλ­λω­στε ὁ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμός δέν μπο­ρεῖ νά ὀ­νο­μά­ζε­ται κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α Ἐκ­κλη­σί­α με­τά τό 1014, ἐ­πει­δή ἀ­πό τό­τε ὑ­φί­σταν­ται πνευ­μα­τι­κῶς γι' αὐ­τόν τά ἐ­πι­τί­μι­α τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, μέ συ­νέ­πει­α τήν ἔκ­πτω­ση ἀ­πό τό Θε­αν­θρώ­πι­νο σῶ­μα.
Ἐ­δῶ πρέ­πει νά ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι ἡ ἄρ­ση τῶν πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­τι­μί­ων δέν μπο­ρεῖ νά γί­νει ἀ­πό κα­νέ­να θε­σμι­κό πρό­σω­πο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­σο ψη­λά καί ἄν βρί­σκε­ται στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ἱ­ε­ραρ­χί­α, πα­ρά μό­νον ἀ­πό Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο. Ἀλ­λά καί τοῦ­το μπο­ρεῖ νά γί­νει μό­νο στήν πε­ρί­πτω­ση πού ἀρ­θοῦν προ­η­γου­μέ­νως οἱ δογ­μα­τι­κοί λό­γοι, στούς ὁ­ποί­ους οὐ­σι­α­στι­κά ὀ­φεί­λε­ται ἡ ἔκ­πτω­ση τοῦ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμοῦ ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α.
Εἶ­ναι λοι­πόν φα­νε­ρό ὅ­τι, ἐ­πι­σή­μως, ἀ­πό τό 1014 ὁ Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κι­σμός δέν εἶ­ναι Ἐκ­κλη­σί­α. Τοῦ­το πρα­κτι­κῶς ση­μαί­νει ὅ­τι δέν ἔ­χει τήν ὀρ­θή ἀ­πο­στο­λι­κή πί­στη καί τήν ἀ­πο­στο­λι­κή δι­α­δο­χή. Δέν ἔ­χει τήν ἄ­κτι­στη Χά­ρη καί κα­τε­πέ­κτα­ση δέν ἔ­χει τά θε­ουρ­γά μυ­στή­ρι­α, πού κα­θι­στοῦν τό Θε­αν­θρώ­πι­νο σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «κοι­νω­νί­α θε­ώ­σε­ως» τοῦ ἀν­θρώ­που. Καί, ἐ­πει­δή ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δέν μπο­ρεῖ πα­ρά νά εἶ­ναι καί νά πα­ρα­μέ­νει ἕ­ως τῆς συν­τε­λεί­ας μί­α καί ἀ­δι­αί­ρε­τη, κά­θε χρι­στι­α­νι­κή κοι­νό­τη­τα, ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εἶ­ναι ἁ­πλά αἱ­ρε­τι­κή. 
ΠΗΓΗ: "Ἐν Συνειδήσει", Ἔκτακτη ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Μετεώρου-Ἰούνιος 2009
 

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μπραβο στον καθηγητη κ.Τσελεγγιδη!
Ξεκαθαρος λογος που δεν αφηνει περιθωρια για κενα στην ορθ.διδασκαλια....

Ανώνυμος είπε...

Eρώτηση: Γιατί η εκκλησία εύχεται "υπέρ των αγίων του Θεού εκκλησιών και της των πάντων ενώσεως"; Αυτό εκλαμβάνεται ως "ένωση δογμάτων"..

amethystos είπε...

Eννοούμε τίς τοπικές λεγόμενες εκκλησίες. Οπως προσευχόμαστε γιά όλους τούς ανθρώπους! Τής τών πάντων ενώσεως στήν Μία πίστη, στόν ένα σκοπό. Στόν Κύριο. Οπως ευχόμαστε υπέρ τού Επισκόπου καί υπέρ τών εκκλησιών "του".