Πηγή: http://www.pemptousia.gr/author/kallistos-ware/
Τι σημαίνει για τη ζωή μας η πίστη σε Τριαδικό Θεό
17 Ιουνίου 2015
Σήμερα στην “Πεμπτουσία” έχουμε έναν ξεχωριστό λόγο να αγαλλώμεθα εν Κυρίω. Ο λόγος είναι η έναρξη της δημοσίευσης της Ομιλίας-ορόσημο του Σεβ. Μητροπολίτου Διοκλείας κ. Καλλίστου (Ware) κατά την αναγόρευσή του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ (Θεσσαλονίκη, 3 Ιουνίου 2015). Ευχαριστούμε από καρδιάς τον Σεβ. κ. Κάλλιστο και τον Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας Καθ. Θεόδωρο Γιάγκου για την προσφορά του κειμένου και την παραχώρηση της άδειας δημοσίευσής του.
Το ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα της Αγίας Τριάδος.
Από τον Ιερό Αυγουστίνο στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά
Περί «Θεού δε όταν είπω», παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «λέγω περί Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος»[1]. Για τον Χριστιανό, το δόγμα της Αγίας Τριάδος δεν είναι απλώς ένας πιθανός τρόπος για να σκεφθούμε τον Θεό, αλλά ο μόνος τρόπος. Ο Θεός δεν μπορεί να γνωσθεί κατά την αλήθεια και πραγματικότητα της υπάρξεώς Του παρά μόνον εν Πατρί, Υιώ και Πνεύματι. Καμία Χριστιανική εμπειρία δεν μπορεί να είναι αυθεντική, παρά μόνον εάν – ρητώς ή εμμέσως – είναι Τριαδική. Η Τριάς είναι η καρδιά της ζωής μας. Αυτό είναι – ή τουλάχιστον πρέπει να είναι – το διακριτικό σημείο των Χριστιανών ότι, αντίθετα με τους Εβραίους και του Μωαμεθανούς, οι Χριστιανοί δεν είναι απλώς μονοθεϊσταί, ούτε όμως πάλι πολυθεϊσταί. Στον Θεό βλέπουμε και απόλυτη ενότητα και γνήσια προσωπική διαφορετικότητα.
Πρακτικά όμως, ποια είναι η ενεργός διαφορά που συντελείται στη ζωή μας, όταν πιστεύουμε σε Τριαδικό Θεό; Σε ποιο βαθμό επηρεάζει τον καθένα μας προσωπικά; Μεταμορφώνει άραγε την όλη προσέγγισή μας στις οικογενειακές σχέσεις, στην κοινωνία, στην πολιτική; Νιώθω άραγε ότι η πίστη στην Αγία Τριάδα με αφορά άμεσα, ότι έχει άμεσες και ζωοποιούς συνέπειας στο τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου; Όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλά για την Αγία Τριάδα, εκφράζει όχι μόνο θάμβος και σεβασμό, αλλά και μίαν έννοιαν στενής συναφείας και αγαπητικής οικειότητος: «φίλην Τριάδα» την αποκαλεί, ακόμη ζωηρότερα δε «εμήν Τριάδα»[2]. Η πίστη στην Αγία Τριάδα ήταν γι’ αυτόν αναπόσπαστο μέρος της δικής του προσωπικής ζωής. Πώς μπορούμε εμείς σήμερα να φθάσουμε να νιώθουμε όπως εκείνος; Πώς μπορούμε ακόμη να μάθουμε να λέμε μαζί του, «Τριάς εμή;»
Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το δόγμα της Αγίας Τριάδος είναι ένα μυστήριο πέραν πάσης κατανοήσεως. Το δόγμα της Τριάδος δεν αποδεικνύεται δια συλλογισμών και λογικής επιχειρηματολογίας, διότι είναι κάτι δεδομένο εις ημάς διά της θείας αποκαλύψεως. Όπως λέγει ο Ρώσος Ορθόδοξος Θεολόγος Βλαδίμηρος Λόσκυ, «Το δόγμα της Τριάδος είναι σταυρός για τον ανθρώπινο τρόπο σκέψης»[3]. Αν θέλουμε να είμεθα αληθώς Τριαδικοί, η λογική και η διάνοιά μας πρέπει να σταυρωθούν (ωστόσο μια τέτοια σταύρωσις σημαίνει ταυτοχρόνως και ανάστασιν). Η Τριάς δεν είναι μία αφηρημένη έννοια, ούτε κάποια υπόθεσις ή φιλοσοφική θεωρία, αλλά ο Ζωντανός Θεός τον Οποίον μπορούμε να πλησιάσωμεν μόνο διά της λατρείας και της εσωτερικής ησυχίας. «Η γαρ σιωπή τιμάσθω τα άρρητα ή ευσεβώς αριθμείσθω τα άγια», επιμένει ο Μέγας Βασίλειος[4]. Όταν θεολογούμε περί Τριάδος, ποτέ ας μην ξεχνούμε την ανάγκη της αποφατικής συστολής.
Ο άνθρωπος, είπαν, είναι ένα ζώο που δημιουργεί σημεία και σύμβολα. Η συμβολική σκέψη είναι θεμελιώδης για τον άνθρωπο και το γεγονός ότι σήμερα πάρα πολλοί άνθρωποι δεν νιώθουν πια τη δύναμη και την έλξη των συμβόλων έχει ασφαλώς οδηγήσει τη ζωή μας σε μία τραγική πτώχευση, σε μια μη αναγνωρισμένη ωστόσο φλογερή δίψα. Ένα σύμβολο ή μία εικόνα, είτε λεκτική είτε οπτική, συχνά εκφράζει την αλήθεια καλύτερα από ένα λογικό επιχείρημα, με τρόπο απλούστερο, πιο προσιτό και πιο πειστικό. Ίσως, λοιπόν, τα σύμβολα μπορούν να ζωντανέψουν για καθέναν από μας το δόγμα της Τριάδος. Αλλά, βεβαίως, κανένα σύμβολο, ούτε και όλα τα σύμβολα μαζί δεν μπορούν να εξηγήσουν πλήρως το Τριαδικό μυστήριο. Σε κάθε μας αναζήτηση αναφορικά με την φύση της Τριάδος, είμαστε σαν μικρά παιδιά που μαζεύουν κοχύλια στην ακτή ενός απέραντου ωκεανού.
Εις την παράδοσιν της Εκκλησίας τρία είναι τα κύρια είδη συμβόλων ή αναλογιών που έχουν εφαρμοσθεί στον Θεό ως Τριάδα. Το πρώτο βασίζεται στην αίσθηση της όρασης και κυρίως στην έννοια του Θεού ως φωτός (Α΄Ιω. 1:5). Το δεύτερο απορρέει από τον ήχο, αφού ο Χριστός περιγράφεται ως Λόγος του Θεού (Ιω. 1:1). Το τρίτο είδος χρησιμοποιεί την επίγνωση του εαυτού μας ως ανθρωπίνων προσώπων, αφού έχουμε κτισθεί κατά τη θεία εικόνα και ομοίωση (Γέν. 1:26-27)∙ είμαστε ο καθένας ζώσα εικόνα του ζώντος Θεού.
[Συνεχίζεται]
[1] Λόγος 45:4 Εις το άγιον Πάσχα (PG 36: 628C).
[2] Ποιήματα 2:1:11 (PG 37: 1165A, 1313:A, 1434A).
[3] Βλαδ. Λόσκυ, Η Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1973.
[4] Εις το Άγιον Πνεύμα, 18:44 (PG: 32 149A).
Η αγάπη ως εικόνα της Αγίας Τριάδος
20 Ιουνίου 2015
[Προηγούμενη δημοσίευση:http://bitly.com/1LfeBOc]
Σήμερα, ας αφήσουμε στην άκρη τις δύο πρώτες μορφές αναλογίας και ας συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στην τρίτη. Η θεία εικόνα εντός μας μπορεί να κατανοηθεί κατ’ αρχάς ως η εικόνα του Χριστού του Δημιουργού Λόγου∙ εμείς οι άνθρωποι είμαστε λογικοί, προικισμένοι με πνευματική ενόραση, επειδή ακριβώς είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα του Λόγου. Ταυτοχρόνως η θεία εικόνα μπορεί εξίσου να κατανοηθεί και ως εικόνα του Θεού ο οποίος είναι Τριάς. Κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον, κοιτάζοντας και τον εαυτό μας, βρίσκουμε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί αποτυπώματα ή ίχνη της Τριάδος. Οι Τριαδικές αναλογίες σε κάθε πρόσωπο παίρνουν δύο βασικές μορφές, είναι είτε δια-προσωπικές είτε ενδο-προσωπικές. Μπορούμε, δηλαδή, να παρομοιάσουμε την Τριάδα είτε με τις διαπροσωπικές σχέσεις εντός μιας πληθώρας ή μιας κοινωνίας προσώπων, αλλά μπορούμε να παρομοιάσουμε την Τριάδα και με την αλληλεπίδραση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων εντός ενός και μόνον προσώπου.
Η διαπροσωπική προσέγγιση ξεκινά από την διαβεβαίωση ότι «Ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιω. 4:8). Μεταξύ όλων των ανθρωπίνων εμπειριών που μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την φύση του Θεού, η επαρκέστερη είναι η αίσθηση του αγαπάν και αγαπάσθαι∙ μόνο μέσα από την αγάπη και δι’ αυτής προσεγγίζουμε εμείς οι άνθρωποι πλησιέστερα την περιοχή του Θεού. Η αγάπη προς τον εαυτό μας, η αγάπη του ενός, η απομονωμένη και εσωστρεφής δεν αποτελεί το πλήρωμα της αγάπης. Η ανθρώπινη αγάπη, για να υπάρξει στην πληρότητά της, απαιτεί την παρουσία του άλλου, απαιτεί ένα «Συ» όπως και ένα «Εγώ». Αγάπη σημαίνει αμοιβαία αυτό-προσφορά. Σημαίνει δωρεά και ανταλλαγή, κοινωνία και σχέση.
Το δόγμα της Τριάδος μάς δεσμεύει να παραδεχθούμε ότι όλα αυτά ισχύουν και αληθεύουν, όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά –με έναν απείρως υπερβατικό τρόπο- για τον ίδιο τον Θεό. Ο Θεός ως αγάπη δεν είναι μόνον αυτό-αγάπη αλλά αμοιβαία και κοινωνούμενη αγάπη. Εντός της θεότητος, υπάρχει προ πάντων των αιώνων μια τριπλή σχέση ενός Εγώ και ενός Εσύ, μία ατέρμων Τριαδική περιχώρησις. Ο Θεός δεν είναι μόνον μία ενότητα αλλά και μια ένωσις, όχι μόνον προσωπικός αλλά και διαπροσωπικός. Η θεία απλότης είναι μία σύνθετος απλότης. Τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι ενωμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε η εσώτατα συναρμοσμένη ενότητά τους να μην καταστρέφει αλλά να ενισχύει τον διακριτό χαρακτήρα εκάστου.
Η διαπροσωπική αυτή προσέγγισις, διά της οποίας παρομοιάζεται η Τριάς με πρόσωπα που ενώνει η αμοιβαία αγάπη, ανευρίσκεται κατά τον τέταρτο και πέμπτο αιώνα τόσο στην Ελληνική Ανατολή όσο και στη Λατινική Δύση. Είναι κατ’ αρχάς μία προσέγγιση χαρακτηριστική των Καππαδοκών Πατέρων, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την Θεία Τριάδα με όρους κοινωνίας: «Εν τη κοινωνία της θεότητος εστίν η ένωσις»[5].
Η ίδια διαπροσωπική προσέγγισις ανευρίσκεται και στην Λατινική Δύση, μία γενεά αργότερα από τους Καππαδόκες, στο έργο του Ιερού Αυγουστίνου De Trinitate. Είναι αλήθεια ότι τον Αυγουστίνο τον θυμόμαστε κυρίως για το ενδοπροσωπικό πρότυπο, το οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω, στο οποίο ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα παρομοιάζονται με τις ποικίλες εγγενείς πτυχές ενός και του αυτού προσώπου. Αλλά, πριν προχωρήσει σ’ αυτές τις ενδοπροσωπικές αναλογίες, ο Αυγουστίνος προτείνει μία διαπροσωπική «Τριάδα αγάπης». Ο Θεός είναι αμοιβαία αγάπη: Ο Πατήρ είναι ο αγαπών (amans), ο Υιός είναι ο Ηγαπημένος (quod amatur) και το Άγιο Πνεύμα είναι ο αγαπητικός σύνδεσμος (vinculum amoris) που ενώνει τον Πατέρα και τον Υιό.[6] Είναι αλήθεια ότι ο Αυγουστίνος αφιερώνει σχετικά λίγες γραμμές στην διαπροσωπική αυτή αναλογία και περνά γρήγορα στις αναλογίες του ενός προσώπου, για τις οποίες έχει πολύ περισσότερα να πει. Ωστόσο, έχει σημασία να πούμε ότι προς το τέλος του έργου του Περί Τριάδος επιστρέφει στην εικόνα αυτή της αμοιβαίας αγάπης και προτείνει ότι, μεταξύ όλων των διαφορετικών παρομοιώσεων της Τριάδος, αυτή είναι ενδεχομένως η λιγότερο ανεπαρκής[7]. Στο σημείο αυτό ας προσέξουμε τον ιδιαίτερο σύνδεσμο που ο Ιερός Αυγουστίνος εδραιώνει μεταξύ του τρίτου Προσώπου της Τριάδος και της αγάπης.
[Συνεχίζεται]
[5] Μεγάλου Βασιλείου, Εις το Άγιον Πνεύμα 18:45 ((PG: 32 149C).
[6] De Trinitate VIII, 14 (x).
[7] De Trinitate ΧV, 10 (vi).
Η παρεξηγημένη Τριαδολογία του αγ. Αυγουστίνου Ιππώνος
23 Ιουνίου 2015
Από την Ορθόδοξη οπτική, ένα μειονέκτημα της Αυγουστίνειας «τριάδος αγάπης» είναι ότι φαίνεται να οδηγεί στο Filioque. Αν το τρίτο πρόσωπο θεωρείται ως η αγάπη που διαπερνά τον Πατέρα και τον Υιό, συνδέοντάς τους μεταξύ των, μήπως αυτό ισοδυναμεί με επιβεβαίωση της διπλής εκπορεύσεως του Πνεύματος; Ο Αυγουστίνος, όμως, ποτέ δεν ήταν οπαδός του Filioque με την ακραία και αδιαφοροποίητη έννοια. Σύμφωνος κατ’ ουσίαν με τους Καππαδόκες, επιμένει ότι ο Πατήρ είναι η μόνη αρχή εντός της Τριάδος, η μοναδική πηγή υποστατικής προελεύσεως. Το Άγιο Πνεύμα, αναμφίβολα ο Αυγουστίνος επιβεβαιώνει, εκπορεύεται εκ του Πατρός υποστατικώς, κατά βασικό και απόλυτο τρόπο (principaliter)[8]. Εκπορεύεται από τον Υιό μόνον κατά παράγωγο και δευτερεύοντα τρόπο, «διά της δωρεάς του Πατρός»[9], με την έννοια ότι ο ίδιος ο Υιός όσα έχει τα λαμβάνει εκ του Πατρός, άρα και τη δύναμη να εκπορεύει πεμπόμενο το Άγιο Πνεύμα.
Άρα, εν τέλει, η άποψη του Αυγουστίνου περί Πνεύματος δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη των Καππαδοκών, και ιδιαιτέρως από την γνώμη του Γρηγορίου Νύσσης. Ο Γρηγόριος θεωρεί ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός διά του Υιού[10], ο Αυγουστίνος λέγει ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός και εκ του Υιού, αλλά κατόπιν το επεξηγεί λέγοντας ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός «κατ’ αρχήν» και εκ του Υιού μόνον «κατά δωρεάν του Πατρός». Αν πούμε «κατά δωρεάν του Πατρός» άραγε δεν είναι το ίδιο με το «διά»; Ας μην υπερβάλλουμε ως προς την απόσταση μεταξύ Καππαδοκίας και Βορείου Αφρικής!
Την αναλογία της αμοιβαίας αγάπης, την οποίαν χρησιμοποιεί ο Αυγουστίνος, αναπτύσσουν κάποιοι Λατίνοι συγγραφείς που έζησαν το Μεσαίωνα, κυρίως ο Σκωτσέζος Richard of St Victor, ο οποίος έζησε τον 12ο αιώνα. Η ίδια αναλογία της διαπροσωπικής κοινωνούμενης αγάπης κατέχει εξέχουσα θέση στην Τριαδική θεολογία των Ρώσων θρησκευτικών διανοητών κατά τα τέλη του 19ου και τον 20ο αιώνα, ιδιαιτέρως του Βλαδιμήρου Σολοβιώφ, του πατρός Πάβελ Φλορένσκυ, του πατρός Σεργίου Μπουλγκάκωφ, του Νικολάου Μπερντιάεφ και του Παύλου Ευδοκίμωφ[11]. Η διαπροσωπική Τριαδική αναλογία, όμως, στην Ορθοδοξία, σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται στην Ρωσική παράδοση. Υπάρχει και μεταξύ Ελλήνων θεολόγων, όπως ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, ο οποίος γράφει: «Ο Θεός είναι ον σχεσιακό. Χωρίς την έννοια της κοινωνίας θα ήταν αδύνατον να μιλήσουμε για τον Θεό»[12]. Υπάρχει επίσης και στα έργα του μεγαλυτέρου Ρουμάνου θεολόγου του 20ου αιώνα, του πατρός Δημητρίου Στανιλοάε, ο οποίος βλέπει την Τριάδα ως την «δομή της υπέρτατης αγάπης» και ο οποίος χρησιμοποιεί την πολύ δυνατή φράση «θεία διυποκειμενικότητα»[13].
Ένα από τα μείζονα πλεονεκτήματα της διαπροσωπικής αναλογίας της αμοιβαίας αγάπης είναι ότι μας βοηθούν να εδραιώσουμε μια άμεση σχέση μεταξύ του δόγματος της Τριάδος, αφ’ ενός, και της δικής μας αντίληψης περί ανθρωπίνου προσώπου, κοινωνίας και πολιτικής αφ’ ετέρου[14]. Ο βασικός σύνδεσμος μεταξύ της Τριαδικής πίστεως και της αντίληψης περί ανθρωπίνου προσώπου συγκεφαλαιώνεται με σύντομο αλλά σαφή τρόπο στην Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου μας, κατά τον Μυστικό Δείπνο: « Ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν … ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν» (Ιω. 17:21-23). Αυτή είναι η κλήση μας ως ανθρώπων: να αναπαράγουμε επί γης την κίνηση της κοινωνούμενης αγάπης η οποία υπάρχει αιωνίως εντός της Αγίας Τριάδος. Η λέξη του Κυρίου «καθώς» είναι ζωτικής σημασίας για τη σωτηρία μας. Δεν χρειάζεται δε να πούμε ότι η ενότης που υφίσταται μεταξύ των τριών Υποστάσεων της Αγίας Τριάδος είναι ασυγκρίτως στενότερη από την ενότητα μεταξύ ανθρώπων∙ ωστόσο, μεταξύ του θείου και του ανθρωπίνου επιπέδου υπάρχει γνήσια αναλογία. Καλούμεθα να είμεθα ζωντανές εικόνες της Τριάδος.
[Συνεχίζεται]
[8] De Trinitate XV, 29 (xvii).
[9] De Trinitate XV, 47 (xxvi)
[10] Ad Ablabium: Quod non sint tres dei, ed. W. Jaeger and F. Mueller, Γρηγορίου Νύσσης Έργα III, I (Leiden 1958), σελ. 56, στ. 4-11. Πρβλ Μαξίμου Ομολογητού Προς Μαρίνον (PG 91: 136AB)∙ Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, 12.
[11] M.A. Meerson, The Trinity of Love in Modern Russian Theology. The Love Paradigm and the Retrieval of Western Mediaeval Love Mysticism in Modern Russian Trinitarian Thought (From Solovyov to Bulgakov) (Quinoy, Illinois 1998)
[12] Being as Communion: Studies in Personhood and the Church (London 1985), σελ. 17.
[13] The Experience of God (Brookline, Mass. 1994) σελ. 245-78.
[14] Καλλίστου Γουέαρ, Το ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα της Αγίας Τριάδος, Εκδόσεις Παρρησία, Αθήνα 2013
Ο Θεός δεν είναι αυτο-αγάπη, αλλά αμοιβαία αγάπη
26 Ιουνίου 2015
[Προηγούμενη δημοσίευση:http://www.pemptousia.gr/?p=99519]
Από αυτό προκύπτει ότι κάθε τι που επιβεβαιώθηκε προηγουμένως για το Θεό ως Τριάδα ισχύει, στο βαθμό που είναι εφικτό εντός της κτιστής τάξεως, και για μας τους ανθρώπους. Ο Θεός είναι ον σχεσιακό, όν σχεσιακό είναι και ο άνθρωπος. Ως πρόσωπα είμαστε ό,τι είμαστε μόνον εν σχέσει προς άλλα πρόσωπα. Ο Θεός δεν είναι αυτό-αγάπη, αλλά αμοιβαία αγάπη: το ίδιο ισχύει για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει αληθές πρόσωπο παρά μόνον αν υπάρχουν τουλάχιστον δύο πρόσωπα – ή ακόμη καλύτερα τρία – εν κοινωνία μεταξύ τους. Ο Θεός είναι ανταλλαγή, αυτοπροσφορά, αλληλεγγύη∙ το ίδιο και ο άνθρωπος, που είναι κατ’ εικόνα Θεού. Αυτό, λοιπόν, υπονοεί, σε πρακτικό και προσωπικό επίπεδο, το Τριαδικό Δόγμα: Σε χρειάζομαι, για να είμαι ο εαυτός μου.
Αναπτύσσοντας το σημείο αυτό, μπορούμε παρομοίως να επιβεβαιώσουμε ότι η Τριαδική πίστις δεν είναι απλώς θεωρία περί του βάθους της Θείας υπάρξεως∙ αλλά καταφάσκει στις ύψιστες δυνατότητες της ανθρωπίνης υποστάσεώς μας. Η Τριάς αποτελεί το ασύγκριτο και υπέρτατο παράδειγμα διαπροσωπικών σχέσεων.
- Ο εαυτός μας ή κοινωνεί με τους άλλους ή αλλιώς δεν είναι τίποτε.
- Είμαι άνθρωπος σημαίνει ότι βρίσκομαι σε διάλογο με τους ανθρώπους.
- Ο αυθεντικός άνθρωπος δεν είναι εγωκεντρικός, αλλά εξωστρεφής.
- Αν δεν αγαπώμαι από τους άλλους και αν με τη σειρά μου δεν αγαπώ τους άλλους, παραμένω ακατάληπτος για τον ίδιο μου τον εαυτό. Η ταυτότητά μου ως προσώπου αποστερείται του αληθινού της νοήματος.
- Πραγματώνω τον εαυτό μου ως πρόσωπο μάλλον παρά ως άτομο, μόνον όταν επικοινωνώ με τους άλλους, κοιτάζοντάς τους στα μάτια και επιτρέποντάς τους να με κοιτάξουν κι εκείνοι στα μάτια.
- Το ένα πρόσωπο μπορεί να υπάρξει μόνον όταν υπάρχει δυνατότητα να υπάρξει κάθεπρόσωπο, μόνον όταν μετέχουν όλοι του κόσμου. Είμαι άνθρωπος σημαίνει μοιράζομαι.
Και αυτό το εκφράζει, με απλά αλλά δυνατά λόγια, ο Μέγας Βασίλειος: «Τίς οὐκ οἶδε ὅτι ἥμερον καί κοινωνικόν ζῷον ὁ ἄνθρωπος καί οὐχί μοναστικόν, οὐδέ ἄγριον; Οὐδέν γάρ οὕτως ἴδιον τῆς φύσεως ἡμῶν ὡς τό κοινωνεῖν ἀλλήλοις καί χρήζειν ἀλλήλων καί ἀγαπᾶν τό ὁμόφυλον»[15]. Ο λόγος αυτός του Μεγάλου Βασιλείου αληθεύει, ακριβώς επειδή ο Θεός είναι Τριάς.
Πλασμένος κατ’ εικόνα της Τριάδος, ο άνθρωπος είναι αυτός που έχει αδελφούς και αδελφές, αυτός που δεν λέει «εγώ» αλλά «εμείς». Είναι ασφαλώς σημαντικό ότι στην Κυριακή Προσευχή όλα είναι στον πληθυντικό και όχι στον ενικό. Λέμε «ἡμᾶς» και όχι «ἐμένα»: Τόν ἄρτον ἡμῶν τον ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον και ἀφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν∙ καί μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ…
Το ίδιο ισχύει, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, και στη Θεία Λειτουργία: Η χαρακτηριστική Λειτουργική λέξη είναι το «ἡμεῖς», όχι το «ἐγώ». Ιδιαιτέρως κατά την κορυφαία στιγμή, κατά την Ἐπίκλησιν, ο λειτουργός –καθώς επικαλείται το Άγιο Πνεύμα, ώστε να κατέλθει και να μεταβάλλει τα Τίμια Δώρα – χρησιμοποιεί εμφατικά τον Πληθυντικό: «προσφέρομεν, παρακαλοῦμεν, δεόμεθα, ἱκετεύομεν: Κατάπεμψον τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς» καί ὄχι «ἐπ’ ἐμέ»…
Στο σημείο αυτό μπορούμε επίσης να επιβεβαιώσουμε ότι η πίστις εις την Αγία Τριάδα σχετίζεται απολύτως με την κοινωνική και πολιτική μας ζωή. Όπως διεκήρυττε ο Nikolai Fyodorof, “το κοινωνικό μας πρόγραμμα είναι η Τριάς”. Κάθε συλλογικότητα- η οικογένεια, η ενορία, η μητρόπολη, το σχολείο ή το πανεπιστήμιο –καλείται να γίνει, καθένα με τον δικό του τρόπο, μία ζωντανή εικόνα της Τριάδος. Η πίστις στον Τριαδικό Θεό, στον Θεό των διαπροσωπικών σχέσεων, της κοινωνούμενης αγάπης, μας υποχρεώνει να αγωνιζόμαστε σε κάθε επίπεδο κατά της καταπίεσης, της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Στον αγώνα μας για κοινωνική δικαιοσύνη, ενεργούμε με συγκεκριμένο τρόπο: εις το όνομα της Τριάδος.
Αν, όμως, τέτοιο είναι το νόημα της Τριάδος, τότε προφανώς δεν πρόκειται για απλή αφηρημένη θεωρία, που ενδιαφέρει μόνον τους ακαδημαϊκούς θεολόγους, αλλά έχει εκπληκτικές, επαναστατικές θα έλεγα, συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίον σκεπτόμαστε και ενεργούμε στην καθημερινή ζωή μας. Και σηματοδοτεί μια τεράστια και ζείδωρη διαφορά στον τρόπο με τον οποίον βιώνουμε τον εαυτό μας ως πρόσωπο.
[Συνεχίζεται]
[15] Όροι κατά πλάτος, iii I (PG 31: 917A).
Η Τριαδική αγάπη ως πρότυπο της ανθρώπινης αγάπης
29 Ιουνίου 2015
Είναι καιρός να στραφούμε από το διαπροσωπικό παράδειγμα της αμοιβαίας αγάπης στις ενδοπροσωπικές αναλογίες με τις οποίες παρομοιάζεται η Τριάς∙ όχι πλέον με περισσότερα του ενός πρόσωπα, αλλά με την σύνθετη εσώτερη αυτοσυνειδησία ενός και μόνου προσώπου. Μακράν η πιο γνωστή περίπτωση τέτοιων ενδοπροσωπικών αναλογιών είναι αυτή που διετύπωσε ο Ιερός Αυγουστίνος. Στο έργο του Περί Τριάδος, αφού προτάξει την «Τριάδα της αγάπης», για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει, προχωρεί και αναπτύσσει δύο «ψυχολογικές Τριάδες». Παρομοιάζει τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα πρώτα με τον νου, την αυτογνωσία και τον έρωτα[16] και κατόπιν με την μνήμη, την νόηση και τη βούληση[17]. Ας παρατηρήσουμε απλώς ότι, όπως στην διαπροσωπική αναλογία «ερών, ερώμενος, έρως», έτσι και στην πρώτη «ψυχολογική τριάδα» εδραιώνεται κάποιος ιδιαίτερος συσχετισμός μεταξύ του Αγίου Πνεύματος και της αγάπης.
Συχνά θεωρείται ότι τέτοιες ενδοπροσωπικές αναλογίες απαντώνται κυρίως στη Λατινική Δύση παρά στην Ελληνική Ανατολή. Πράγματι όμως ανευρίσκονται και στην Ελληνική Ανατολή. Από πολύ νωρίς συνηθίζετο μεταξύ των Ελλήνων Χριστιανών συγγραφέων να παρομοιάζουν τον Πατέρα και τον Υιό αντιστοίχως στις ιδιότητες του νου και του λόγου. Όπως, προς το τέλος του δευτέρου αιώνος και στις αρχές του τρίτου, ο άγιος Ειρηναίος της Λυών[18], ο Κλήμης Αλεξανδρέας[19] και ο Ωριγένης[20]. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος επεκτείνει την αναλογία, περιλαμβάνων και το Άγιο Πνεύμα: οι τρεις υποστάσεις της Θεότητος παρομοιώνονται με τα τρία στοιχεία που ενυπάρχουν στον άνθρωπο: «ὡς νῷ τῷ ἐν ἡμῑν καί λόγῳ καί πνεύματι» Ο Γρηγόριος είναι αρκετά διστακτικός έναντι αυτής της αναλογίας: «ὅσον εἰκάσαι τοῖς αἰσθητοῖς τά νοητά καί τοῖς μικροῖς τά μέγιστα, ἐπειδή (όταν πρόκειται για τον Θεό) μηδεμία εἰκών φθάνει πρός την ἀλήθειαν»[21]. Αλλά και ο Ιερός Αυγουστίνος είναι προσεκτικός με τις δύο «ψυχολογικές τριάδες» του. Η αποφατική συστολή σε καμία περίπτωση δεν είναι μονοπώλιο της Χριστιανικής Ανατολής!
Είναι αληθές, ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ Γρηγορίου Ναζιανζηνού και Ιερού Αυγουστίνου. Πρώτον, παρομοιάζοντας τον Υιό με τον λόγο του ανθρώπου και το Άγιο Πνεύμα με το πνεύμα του ανθρώπου, ο Γρηγόριος είναι κοντά στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης (αν και η παρομοίωση του Θεού Πατρός με τον νουν έχει άρωμα Πλατωνισμού μάλλον παρά Αγίας Γραφής). Οι ψυχολογικές τριάδες του Αυγουστίνου, αντιθέτως, εδράζονται λιγότερο στην Γραφή. Δεύτερον, η σύνδεση μεταξύ Αγίου Πνεύματος και Αγάπης, πού τονίζει ο Αυγουστίνος, δεν απαντάται στον Γρηγόριο. Τρίτον, ο Γρηγόριος δεν αναπτύσσει την ενδοπροσωπική του αναλογία με τον πολύ λεπτομερή τρόπο που το κάνει ο Αυγουστίνος. Για τον Γρηγόριο, είναι μία απεικόνιση που κάνει εν παρόδω, όχι το θεμέλιο στο οποίο συστηματικά εποικοδομεί. Ωστόσο, παρά τις διαφορές, η ίδια βασική αρχή επιβεβαιώνεται και από τον Γρηγόριο και από τον Αυγουστίνο: υπάρχει ένας συσχετισμός, μία γνήσια ανταπόκριση μεταξύ της δομής του ανθρωπίνου προσώπου και της Τριάδος.
Η χρησιμοποίηση από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο μιας ενδοπροσωπικής Τριαδικής αναλογίας, βασισμένης στην ανθρώπινη ψυχή, κάθε άλλο παρά μοναδική είναι στην Ελληνική Πατερική παράδοση. Παρόμοιες αναλογίες θα βρούμε και στον Γρηγόριο Νύσσης[22], τον Θεοδώρητο Κύρου[23], τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό[24] και σε ένα κείμενο που αποδίδεται στον άγιο Αναστάσιο τον Σιναΐτη[25]. Προχωρώντας στην Μέση Βυζαντινή περίοδο, βλέπουμε ότι κατά τον ενδέκατο αιώνα, ο Νικήτας Στηθάτος, μαθητής και βιογράφος του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, αναπτύσσει κατά παρόμοιο τρόπο έναν παραλληλισμό μεταξύ της Τριάδος και του ανθρωπίνου προσώπου. Εκεί όπου ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλά για νουν, λόγο και πνεύμα, ο Νικήτας μιλά για νουν, λόγο και ψυχή:
«Ταύτης οὖν τῆς τρισυποστάτου καί ἑνιαίας φύσεως εἰκόνα μοι βλέπε, κατά τό νοούμενον, τόν πλασθέντα ὑπ’ αὐτῆς ἄνθρωπον … Τρισυπόστατον τό θεῖον έν Πατρί, και Υἱῷ, καί ἁγίῳ Πνεύματι προσκυνούμενον, τρισίν ἐπιθεωρεῖται μερισμοῖς καί ἡ παρ’ αὐτοῦ πλασθεῖσα εἰκών ὁ ἄνθρωπος, ψυχῇ, νοΐ και λόγῳ … ἅ οὖν Θεῷ κατά φύσιν συναΐδιά τε καί ὁμοούσια, ταῦτα καί τῇ εἰκόνι αὐτοῦ κατά φύσιν συμφυῆ τε, καί ὁμοούσια, ἐξ ὧν τό κατ’ εἰκόνα ἡμῖν ὁρᾶται»[26].
[Συνεχίζεται]
[16] De Trinitate IX, 4 (iv)
[17] De Trinitate, X, 17 (xi)
[18] Κατά των αιρέσεων, 2,28,5.
[19] Στρωματείς, 4:25
[20] Εις το Κατά Ιωάννην, 1:38.
[21] Λόγος 23:11 (PG 35: 1161C- 1164A).
[22] Κατηχητικός Λόγος 1-2. Το κείμενο αυτό καθώς και τα τρία που ακολουθούν αμέσως μετά, αναλύονται από τον Robert E. Sinkewicz στην έκδοσή του, Γρηγορίου Παλαμά, Εκατόν Πενήντα Κεφάλαια (Studies and Texts 85; Pontifical Institute of Mediaeval Studies, Toronto 1988), σελ. 22-24.
[23] Ερωτήσεις εις την Γένεσιν 20 (1:28) (PG: 80: 108 A-B).
[24] Περί Ορθοδόξου Πίστεως 6-7.
[25] Εις την Εξαήμερον 6 (PG 89 913A-932A) (μόνον στα Λατινικά).
[26] Κεφάλαια 3:5 και 7 (PG 120: 956 A-D). Ο Sinkewicz δεν αναφέρει το κείμενο αυτό.
Αγία Τριάδα και ανθρώπινο πρόσωπο: Οι αναλογίες μεταξύ τους
2 Ιουλίου 2015
Οι ενδοπροσωπικές αναλογίες της Τριάδος υπογραμμίζονται ιδιαιτέρως από τους τρεις Ησυχαστές του 14ου αιώνος, τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, τον άγιο Θεόληπτο Φιλαδελφείας και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά[27]. Ο πρώτος εξ αυτών, ο Γρηγόριος Σιναΐτης επιστρέφει στο ίδιο σχήμα που χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, δηλαδή νους, λόγος, πνεύμα:
«Στον άνθρωπο υπάρχει νους, λόγος και πνεύμα. Και δεν υπάρχει νους χωρίς λόγο, ούτε λόγος χωρίς πνεύμα∙ και το ένα είναι μέσα στο άλλο, και καθένα χωριστά, γιατί ο νους εκφράζεται με τον λόγο, και ο λόγος φανερώνεται με το πνεύμα. Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος παρέχει αμυδρή εικόνα της ανώνυμης και αρχέτυπης Τριάδος, και φανερώνει και με αυτό το κατ’ εικόνα»[28] .
Έτσι, διά των τριών αυτών δυνάμεων του ανθρώπου, του νοός, του λόγου και του πνεύματος, προσφέρουμε στην Αγία Τριάδα αυτό που ο Γρηγόριος Σιναΐτης ονομάζει «Τριαδική λειτουργία»[29]
Η δεύτερη από τις μαρτυρίες μας του 14ου αιώνα ανήκει στον Θεόληπτο, και αποκλίνει κατά πολύ σημαντικό τρόπο από το ενδοπροσωπικό τριαδικό σχήμα που μέχρι τότε επικρατούσε μεταξύ των Ελλήνων συγγραφέων. Καθώς ομιλεί με όρους νοός, λόγου και πνεύματος – το σχήμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου- επιπλέον συνδέει το τρίτο στοιχείο, το πνεύμα με την αγάπη (τον έρωτα).
«Η προσευχή, λοιπόν, ανακαλώντας τις δυνάμεις της ψυχής από τον διασκορπισμό που προκαλούν σ’ αυτές τα πάθη, τις συνδέει μεταξύ τους∙ και συνδέοντας τότε μαζί της την τριμερή ψυχή, τη συμφιλιώνει με τον ένα τρισυπόστατο Θεό … Έτσι και η καθαρή προσευχή, συναπτόμενη με το νου, το λόγο και το πνεύμα, με τον λόγο επικαλείται το θείο όνομα, με το νου ατενίζει σταθερά τον παρακαλούμενο Θεό, ενώ με το πνεύμα εκδηλώνει την κατάνυξη, την ταπείνωση και την αγάπη. Και έτσι εξευμενίζει την άναρχη Τριάδα, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον ένα Θεό»[30].
Ο τρόπος με τον οποίον ο Θεόληπτος εδραιώνει σύνδεσμο μεταξύ του Αγίου Πνεύματος και της ιδιότητος της αγάπης εγείρει το ερώτημα: γνώριζε την πραγματεία του Ιερού Αυγουστίνου Περί Τριάδος; Είναι ασφαλώς πιθανό, διότι το έργο του Αυγουστίνου είχε μεταφραστεί στα Ελληνικά περί τα τέλη του 13ου αιώνα από τον Μάξιμο Πλανούδη[31].
Την Τριαδική διδασκαλία του Θεολήπτου ακολούθησε πιστά ο μαθητής του άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, προστάτης της πόλεως στην οποίαν συναντώμεθα[32]. Όπως και ο Θεόληπτος, ο Παλαμάς συσχετίζει τον Πατέρα με τον ανθρώπινον νουν, τον Υιόν με τον Λόγον και το Πνεύμα με την ανθρώπινη αγάπη, τον έρωτα. Με λόγους που θυμίζουν την άποψη του Αυγουστίνου για το Πνεύμα ως «δεσμόν αγάπης» μεταξύ Πατρός και Υιού, ο Παλαμάς αναφέρεται στο τρίτο Πρόσωπο της Τριάδος ως «οἷόν τις ἔρως ἐστίν ἀπόρρητος τοῦ Γεννήτορος πρός αὐτόν τόν ἀπορρήτως γεννηθέντα Λόγον∙ ᾧ καί αὐτός ὁ τοῦ Πατρός ἐπέραστος Λόγος καί Υἱός χρῆται πρός τόν Γεννήτορα». Αναπτύσσοντας το σημείο, ο Παλαμάς δηλώνει: «Αυτή η προαιώνια χαρά του Πατέρα και του Υιού είναι το άγιο Πνεύμα, επειδή είναι και των δύο κατά τη χρήση». Φοβούμενος όμως μήπως κατηγορηθεί ότι υπερασπίζεται το Filioque, ο Παλαμάς αμέσως προσθέτει ότι «η υποστατική Του προέλευσις εκπορεύεται μόνον από τον Πατέρα»[33]. Ο Αυγουστίνος, όμως, θα ήταν σύμφωνος με το σημείο αυτό, όπως έχουμε ήδη δει.
[Συνεχίζεται]
[27] Βλ. Sinkewicz, όπ. παραπ. σελ. 16-34. Για τον Παλαμά, συμβουλευθείτε επίσης M.E. Hursey, “The Palamite Trinitarian Models”, St Vladimir Theological Quarterly 16:2 (1972), σελ. 83-89∙ Jacques Lison, L’ Esprit répandu : la pneumatologie de Grégoire Palamas (Paris 1994) σελ. 87-89 και την λεπτομερή μελέτη υπό Γιάννη Δημητρακοπούλου, Αυγουστίνος και Γρηγόριος Παλαμάς: τα προβλήματα των Αριστοτελικών κατηγοριών και της Τριαδικής Ψυχοθεολογίας (Αθήναι 1997).
[28] Κεφάλαια, 31
[29] Κεφάλαια, 43.
[30] Λόγος περί εσωτερικής εν Χριστώ εργασίας, και μοναχικής ζωής, Φιλοκαλία Δ’.
[31] Η Ελληνική Μετάφραση του Πλανούδη, μαζί με το αρχικό Λατινικό κείμενο έχουν εκδοθεί από τους Μ. Παπαθωμόπουλο, Ι. Τσαβαρή και G. Rigotti (Ακαδημία Αθηνών, Βιβλιοθήκη Α. Μανούση 3, τόμ. 1-2, Αθήνα 1995).
[32] Περί των επιρροών του Θεολήπτου επί του Παλαμά, βλ. J. Meyendorff, Gregoire Palamas: Défense des Saints Hésychastes, Spicilegium Sacrum Lovaniense 30-31 (Louvain 1959), σελ. xxxix-xI.
[33] Εκατόν Πενήντα φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαια, 36. Ο Βλαδίμηρος Λόσκυ παραβλέπει το κείμενο αυτό του Παλαμά όταν επιβεβαιώνει κατά γενικόν τρόπον: «Το Πνεύμα ποτέ δεν μπορεί να παρομοιασθεί με την αμοιβαία αγάπη Πατρός και Υιού» (Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, σελ. 81).
Η χρήση του αγ. Αυγουστίνου Ιππώνος από τον αγ. Γρηγόριο Παλαμά
5 Ιουλίου 2015
Ο εντυπωσιακός τρόπος, με τον οποίον ο Παλαμάς αναπαράγει την έννοια του Παρακλήτου ωςσυνδέσμου αγάπης μεταξύ Πατρός και Υιού, μάς οδηγεί να ερωτήσουμε, όπως στην περίπτωση του Θεολήπτου, αλλά περισσότερο επιμόνως: Εγνώριζε ο Παλαμάς το αριστούργημα του επισκόπου Ιππώνος Περί Τριάδος; Μπορεί, βεβαίως, η Αυγουστίνεια επίδραση επί του Παλαμά να μην ήταν άμεση αλλά δια του προηγηθέντος Θεολήπτου. Αφ’ ετέρου, σε ορισμένα σημεία, ο Παλαμάς είναι πλησιέστερα στον Αυγουστίνο παρά στον Θεόληπτο, και αυτό συνιστά ισχυρό επιχείρημα ότι γνώριζε τον Αυγουστίνο από πρώτο χέρι. Παρ’ ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ότι ο Παλαμάς γνώριζε Λατινικά, θα μπορούσε εύκολα να έχει χρησιμοποιήσει τη μετάφραση του Πλανούδη[34]. Ο Παλαμάς, αν και ασφαλώς δεν ήταν μέλος του «ενωτικού» κόμματος στο Βυζάντιο, σε καμία περίπτωση δεν ήταν εχθρικός προς την Λατινική Δύση∙ άρα δεν είναι εγγενώς απίθανο να εξηρτάτο από τον Αυγουστίνο.
Όποιος όμως κι αν είναι ο ακριβής βαθμός εξάρτησης των Βυζαντινών Θεολόγων του 14ουαιώνος από τον Αυγουστίνο, ένα σημείο αναδύεται με μεγάλη σαφήνεια. Στον χώρο της Τριαδικής θεολογίας, η Ανατολή και η Δύση δεν είναι τόσο μακριά όσο συνήθως νομίζεται. Ας αποφύγουμε τον λανθασμένο οικουμενισμό, αλλά και ας μην υπερβάλλουμε για τις διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρώμης. Ιδιαιτέρως ας αναγνωρίσουμε ότι οι ενδοπροσωπικές αναλογίες που παρομοιάζουν τις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος με δυνάμεις του ανθρωπίνου νου, σε καμία περίπτωση δεν περιορίζονται αποκλειστικά στους Λατίνους Πατέρες. Όχι μόνον οι Δυτικοί στοχασταί, αλλά και μία εντυπωσιακή σειρά Ελλήνων συγγραφέων επιβεβαιώνουν ότι, από την στιγμή που το ανθρώπινο πρόσωπο είναι εικόνα του Τριαδικού Θεού, κοιτάζοντας τον εαυτό μας μπορούμε να έχουμε μία αμυδρή κατανόηση της θείας Τριάδος και ατενίζοντας τον Θεό καθένας από μας αντιλαμβάνεται βαθύτερα τη δομή του προσώπου του.
Και οι δύο αναλογίες που εξετάσαμε, τόσο η διαπροσωπική όσο και η ενδοπροσωπική, πρέπει να αξιοποιηθούν με προσοχή και σύνεση. Δεν πρέπει να θεωρούνται ως εναλλακτικές αλλά μάλλον ως αλληλεξαρτώμενες∙ είναι ανάγκη να χρησιμοποιούνται εν συνδυασμώ, έτσι ώστε να εξισορροπούν η μία την άλλη. Αν δεν προσέξουμε, το διαπροσωπικό πρότυπο οδηγεί σε τριθεϊσμό και κατά τον ίδιο τρόπο, το ενδοπροσωπικό πρότυπο, αν αναπτυχθεί μονόπλευρα, οδηγεί στην έννοια της μονοπροσωπίας. Αν όμως υιοθετηθούν μαζί, τα δύο πρότυπα διά της αμοιβαίας αλληλεπιδράσεώς των μπορούν να μας βοηθήσουν να προσεγγίσουμε την Τριάδα «ἀμυδραῖς ταῖς σκιαῖς», κατά την ποιητική έκφραση του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.
Εἰς τήν ἄσειστον εὔχομαι κατοικίαν,
Ἔνθα Τριάς μου καί τό σύγκρατον σέλας,
Ἧς νῦν ἀμυδραῖς ταῖς σκιαῖς ὑψούμεθα.[35]
[34] Για πειστικές αποδείξεις ότι ο Παλαμάς εγνώριζε τον Αυγουστίνο, βλ. Reinhard Flogaus, “ Palamas and Barlaam Revisited: A Reassessment of East and West in the Hesychast Controversy of Fourteenth Century Byzantium”, St Vladimir’s Theological Quarterly 42 (1998), σελ. 1-32
[35] Ποιήματα, 2:1:11, στίχοι 1947-9 (PG 37: 1165A).
Πηγή: http://www.pemptousia.gr/author/kallistos-ware/
ΣΧΟΛΙΟ: Ο Κάλλιστος Γουέαρ είναι γνωστός ψευτοορθόδοξος. Αρκεί νά τόν ρωτήσουμε: αφού ο άνθρωπος είναι εικόνα τής Αγίας Τριάδος, ΠΡΟΣ ΤΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ; ΠΡΟΣ ΤΙ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ; Επικυρώνεται σιγά-σιγά καί διπλωματικά η τερατώδης ένωση μέ τόν αντίχριστο.
Αμέθυστος
ΣΧΟΛΙΟ: Ο Κάλλιστος Γουέαρ είναι γνωστός ψευτοορθόδοξος. Αρκεί νά τόν ρωτήσουμε: αφού ο άνθρωπος είναι εικόνα τής Αγίας Τριάδος, ΠΡΟΣ ΤΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ; ΠΡΟΣ ΤΙ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ; Επικυρώνεται σιγά-σιγά καί διπλωματικά η τερατώδης ένωση μέ τόν αντίχριστο.
Αμέθυστος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου