Δευτερεύουσα Μεταπτυχιακή Εργασία Α΄ έτους
Θέμα: Αγιότητα, άσκηση, ευχαριστία, θεολογική σκέψη κατά τον Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ζηζιούλα και τον π. Ρωμανίδη
Φοιτητής : Γεώργιος Η. Μπόρας
Α.Μ.: 1619
Διδάσκων: Χρ. Σταμούλης
Θεσσαλονίκη 2012
2. Η καθολικότητα της Εκκλησίας
Η καθολικότητα της Εκκλησίας, κατά τον κ. Ζηζιούλα, είναι ένα ζήτημα που έχει άμεσο αντίκτυπο για
την θέση του Επισκόπου στην Εκκλησία. Επικαλείται τον Άγιο Κυπριανό και τη θέση
του ότι Καθολική Εκκλησία είναι αυτή που ενσαρκώνει την Ορθοδοξία, την Θεία Ευχαριστία
αλλά και κάθε άλλο μέσο σωτηρίας[1].
Συνεπώς, καθολικότητα σημαίνει τη ζώσα πληρότητα
του σώματος του Χριστού, στην οποία δια της κυριαρχίας του Αγίου Πνεύματος η διδακτική
και μυστηριακή ζωή είναι στοιχειά αλληλοεξαρτώμενα. Οι θέσεις αυτές, εν μέρει
αλλοιώνονται από την εμμονή του κ. Ζηζιουλα στο πρωτείο του Επισκόπου[2]. Κατά
τον Απόστολο Παύλο έκαστη Εκκλησία είναι το πλήρες σώμα του Χριστού «η όλη
Εκκλησία». Ο κ. Ζηζιουλας δέχεται ότι η όλη Εκκλησία είναι όλες οι τοπικές
εκκλησίες, η Καθολική Εκκλησία είναι η όλη Εκκλησία αλλά και κάθε τοπική Εκκλησία
είναι η όλη Εκκλησία. Είναι αναπόφευκτο για τον κ. Ζηζιούλα να καταλήξει στην υποβάθμιση
της ενοριακής θυσίας από τη στιγμή που η
όλη Εκκλησία, ναι μεν εκδηλώνεται σε τοπικό επίπεδο αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει
άνευ επισκόπου, άρα η ενοριακή Θεία Ευχαριστία είναι έκφραση όχι της όλης Εκκλησίας
αλλά επέκταση της μιας Ευχαριστίας που ο τοπικός Επίσκοπος λειτουργεί[3].
Άρα ο Κύριος δεν είναι δυνατό να υπάρχει ως προσφέρων και προσφερόμενος στην αναίμακτη
θυσία, διότι ο Επίσκοπος είναι ο πρόεδρος της Θείας Ευχαριστίας και όχι ο Κύριος.
3. Αγία Τριάδα και Πρόσωπο
Ένα άλλο ζήτημα συναφές με τα παραπάνω είναι και η λεγομένη «Θεολογία
του Προσώπου». Το πρόσωπο δεν είχε το οντολογικό βάθος της έννοιας «υπόσταση»,
κατ’ αυτό τον τρόπο καθίστατο προσωπείο χωρίς τις ανάλογες οντολογικές προοπτικές,
σε ένα κόσμο άτεγκτης αρμονίας. Η όλη προσπάθεια των Πατέρων και ιδιαίτερα των
Καππαδόκων, κατά τον κ. Ζηζιούλα, συνείχετο από τη δυνατότητα ταύτισης του
προσώπου με την υπόσταση του ανθρώπου. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί όταν ο άνθρωπος
απελευθερωνόταν από την αναγκαιότητα του κοσμολογικού δεδομένου. Ο άνθρωπος δεν
ήταν δυνατό να υπερβεί την κοσμική αρμονία ορθόνωντας το ανάστημα του και διεκδικώντας
την ελευθερία του. Οντολογικά, το «είναι» του ανθρώπου με το πρόσωπο δεν είχαν
κοινά σημεία αλλά παράλληλη πορεία. Είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας, κατά τον κ.
Ζηζιούλα, αυτοί οι οποίοι οδηγούν το πρόσωπο στον οντολογικό του θρίαμβο
καθιστώντας το έκφραση της υποστάσεως. Ο όρος υπόσταση συνδέεται με τον όρο
πρόσωπο δίνοντας του οντολογικό περιεχόμενο και καθιστώντας το την υπόσταση του
όντος. Την ίδια περίοδο έχουμε τον διαχωρισμό των εννοιών υπόσταση και ουσία
και συνεπώς, ο Θεός ως πρόσωπο ασκεί την οντολογική του ελευθερία χωρίς να
υφίσταται την οντολογική αναγκαιότητα της ουσίας. Ο κ. Ζηζιούλας δέχεται την αναγκαιότητα στην φύση
και δίνει προτεραιότητα στο «είναι» του Πατρός, το οποίο είναι η έκφραση της
θέλησης του Πατέρα. Ενδοτριαδικά είναι η θέληση του προσώπου του Πατρός που δημιουργεί την κοινωνία σχέσεων, μιας και
το πρόσωπο, κατά τον κ. Ζηζιούλα, δεν νοείται χωρίς την σχέση ως προς άλλο
πρόσωπο. Έτσι ο Θεός είναι κοινωνία προσώπων (ή κοινωνία σχέσεων θα μπορούσε να
συμπληρώσει κανείς, μιας και το πρόσωπο είναι σχέση κατά τον κ. Ζηζιούλα) ως
προϊόν ελευθερίας του προσώπου του Πατρός και όχι ως αποτέλεσμα της ουσίας του
Θεού Πατρός. Διαφαίνεται ότι έχουμε την έξαρση του υποκειμένου, απελευθερωμένου
από το βάρος της υπόστασης. Όμως εδώ τίθεται και το θέμα της ενδοτριαδικής
ιεραρχίας. Έτσι κατά τον κ. Ζηζιούλα: «Ο
πρώτος λοιπόν αυτομάτως γεννά την Ιεραρχία. Οντολογικά η Ιεραρχία υπάρχει και
στην Αγία Τριάδα. Η πηγή, η Αρχή, είναι ο Πατήρ, από κει πηγάζουν τα πρόσωπα
της Αγίας Τριάδας. Στην Αγία Τριάδα, λοιπόν, έχουμε μία διαβάθμιση, δεν έχουμε
αυτόματη συνύπαρξη, αλλά έχουμε ύπαρξη η οποία μεταφέρεται από τον έναν στον
άλλον. Εάν βάλουμε τα πρόσωπα να εμφανίζονται έτσι ταυτόχρονα, τότε καταργούμε την
έννοια της αιτιότητας. Η αιτιότητα δεν είναι κάτι που μπορούμε να παραβλέψουμε»[4]. Όμως, κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, στον Λόγο λα' περί του Αγίου
Πνεύματος: «Ήταν το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον
κόσμο», ο Πατέρας. «Ήταν το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που
έρχεται στον κόσμο», ο Υιός. «Ήταν το φως το αληθινό, το οποίο φωτίζει κάθε
άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο», ο άλλος Παράκλητος· «ήταν» και «ήταν» και
«ήταν»· όμως ένα «ήταν» υπάρχει. «Φως» και «φως» και «φώς», αλλά ένα φως, ένας
Θεός. Αυτό είναι εκείνο που ο Δαβίδ παλαιότερα κατανόησε, όταν έλεγε· «στο φως
σου θα δούμε το φως». Και τώρα εμείς και έχουμε ιδεί και διακηρύσσουμε ότι
κατανοούμε τον Υιό ως φως που προέρχεται από φως, τον Πατέρα, μέσα στο φως, του
Πνεύματος. Έτσι έχουμε μια σύντομη και απλή θεολογία για την Τριάδα. Όποιος
θέλει να περιφρονήσει όσα λέμε, ας τα περιφρονήσει. Κι όποιος θέλει ν'
αμαρτάνει, ας αμαρτάνει» και συνεχίζει ο Άγιος «Τι
είναι αυτή η εκπόρευση; Πες μου εσύ τι είναι η αγεννησία του Πατρός, κι εγώ θα
σου εξηγήσω τη γέννηση του Υιού και την εκπόρευση του Πνεύματος και θα
παραφρονήσουμε και oι δύο καθώς θα ζητάμε να εξερευνήσουμε τα μυστήρια του
Θεού. Και αυτά ποιοί θα τα κάνουν; Εμείς, oι οποίοι δεν μπορούμε ούτε αυτά που
βρίσκονται στα πόδια μας να εννοήσουμε, ούτε την άμμο των θαλασσών και τις
σταγόνες της βροχής και τις ημέρες της αιωνιότητας να υπολογίσουμε, ακόμη
περισσότερο δε, να εισέλθουμε στα βάθη του Θεού και να κάνουμε λόγο για την
άρρητη και πέρα από κάθε λογική κατανόηση φύση του Θεού». Για τον Άγιο
Γρηγόριο δεν είναι δυνατό να μεταφέρουμε τις δικές μας ονομασίες στο θείο,
διότι η διαφορά στον τρόπο της αποκάλυψης έκαμε διαφορετική την ονομασία[5]. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει
σχετικά στην βίβλο των θεολογικών του: «Καί σκόπει
μοι συνετῶς τῶν ῥημάτων τήν δύναμιν. Λέγει γάρ· “Ἐγώ καί ὁ Πατήρ ἕν ἐσμεν” καί
προέταξεν ἑαυτόν τοῦ Πατρός. Τί τοῦτο; Ἵνα δείξῃ τό ἐν πᾶσιν ἰσότιμον καί
ὁμόδοξον ἑαυτοῦ μετά τοῦ Πατρός καί ὅτι οὔτε “Πατήρ πρῶτος, κἄν αἴτιος τοῦ
Υἱοῦ, οὔτε δεύτερος ὁ Υἱός, κἄν ἐκ τοῦ Πατρός, οὔτε τρίτον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον,
κἄν ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύηται. Εἰ γάρ ἕν ἐξ ἀρχῆς ἡ Τριάς καί τοῦτο καλεῖται
κατά τάς ὑποστάσεις Τριάς, ἄρα τό ἕν οὔτε ἑαυτοῦ πρῶτον δύναται εἶναι, οὔτε τῶν
σύν αὐτῷ ὑποστάσεων· οὐδέ γάρ προϋπέστη τοῦ ἑτέρου τό ἕτερον, ἵνα τό προϋποστάν
πρῶτον τοῦ ἐξ αὐτοῦ λάμψαντος γένηται. Μία γάρ θεότης ἡ μία Τριάς καί τοῦτο διά
τά πρόσωπα, ὥσπερ εἴρηται, καί τάς ὑποστάσεις καλεῖται· ἐπεί δέ μερίζεται μέν
ἀμερίστως, ἥνωται δέ ἀσυγχύτως, μία καλεῖται Τριάς ὁ Θεός, μή προϋπάρξαντος
τούτων ἑνός οὐδαμῶς πως, ἤ τοῦ Πατρός αὐτοῦ τοῦ Υἱοῦ, ἤ τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ
Πατρός, ἤ τῶν ἀμφοτέρων τοῦ Πνεύματος, ἵνα καί πρῶτον τοῦ ἑτέρου τό ἕτερον
γένηται· σύνδρομον γάρ τήν ἄναρχον ἔσχον ἀρχήν καί συναΐδιον.»[6].
Πρώτος ο Αυγουστίνος διέγραψε το φάσμα των
σχέσεων που τα πρόσωπα οικοδομούν και οικοδομούνται εξ’ αυτών. Τα πρόσωπα είναι
σχέσεις[7]. Ο
όρος «Υπόσταση» λόγω τής απολυτότητας του παρακάμθηκε. Θα έλεγα ότι ο όρος
υπόσταση είναι πιο «δυσκίνητος» και προσβλέπει πιο πολύ προς την φύση. Ενώ,
δηλαδή, έχει εξωστρεφή προσανατολισμό, εν τούτοις φαίνεται να δηλώνει
εσωτερικές σχέσεις. Ενώ το πρόσωπο είναι πιο ευέλικτος όρος και νοείται ως
φορέας της θελήσεως και ενδεχομένως να είναι αυτό το οποίο μας συνάπτει με την
αντικειμενική πραγματικότητα και φυσικά είναι ο λίθος που οι οικοδομούντες θα
ήθελαν για να εννοήσουν την ενδοτριαδική κοινωνία. Δυστυχώς γι’ αυτούς τους
οικοδόμους, οι Πατέρες διδάσκουν ότι οι σχέσεις είναι τα ονόματα των προσώπων,
ο τρόπος με τον οποίον μπορούμε να τα προσλάβουμε, πώς έχουν μεταξύ τους
και όχι πώς είναι. Κι έτσι διασώζεται η υπόσταση. Διότι, θα μπορούσαμε
να μιλήσουμε για ουσία η οποία εκπροσωπείται αλλά δεν υποστασιάζεται (εδώ θα μπορούσε
να υπάρξει προβληματισμός γύρω από το αν ο επίσκοπος χαρισματικώς υποστασιάζει
ή εκπροσωπεί τον Κύριο (πάντα μέσα από την θεώρηση του κ. Ζηζιούλα). Οι σχέσεις
σημαίνουν ονόματα, όχι «Είναι». Στη Πατερική θεολογία δεν προηγείται κάτι
έναντι κάποιου άλλου, διότι τότε θα είχαμε πρωτείο. Όμως, όπως έχουμε
διαπιστώσει, για τον κ. Ζηζιούλα, η ευχαριστιακή
κοινότητα είναι δομημένη ιεραρχικά. Ο «πρώτος» έχει την τιμή και προηγείται
μόνο γιατί ελεύθερα τον αποδέχονται οι μετ’ αυτόν. Το πρότυπο της ευχαριστιακής
ιεραρχίας είναι η Άγια Τριάδα, στην οποία σαφώς και υπάρχει ιεραρχία (“ο Πατήρ μου μείζων μού ἐστι”). Η προσωπική
ιεράρχηση (ποτέ π.χ. δεν μπορούμε να
βάλουμε πρώτο το Άγιο Πνεύμα ή τρίτον τον Υιό) δεν συνεπάγεται μείωση της ουσίας,
δηλ. οντολογική ιεράρχηση: τα τρία πρόσωπα είναι ίσα και ταυτίζονται κατά την ουσία».
Ὁ Μ. Βασίλειος, όμως, διαφωνεί ριζικά με τον κ. Ζηζιούλα: «Για τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα διδάσκοντας ο Κύριος, δεν
χρησιμοποίησε μαζί κι αρίθμηση. Δεν είπε δηλ.: Στον πρώτο και δεύτερο και
τρίτο. Ούτε: Σ' ένα και δύο και τρία», ενώ παρακάτω συνεχίζει, «Ένας
είναι ο Θεός και Πατέρας, ένας κι ο μονογενής Υιός κι ένα το Πνεύμα το Άγιο. Καθεμιά
από τις υποστάσεις την εξαγγέλλουμε μονωμένα. Κι αν χρειασθεί να τις συναριθμήσουμε,
δεν γλιστράμε με απαίδευτη αρίθμηση σε έννοια πολυθεΐας. Διότι δεν αριθμούμε
προσθέτοντας, για ν' αυξήσουμε το ένα σε πλήθος, λέγοντας ένα και δύο και τρία,
ούτε πρώτο και δεύτερο και τρίτο. “Εγώ Θεός πρώτος κι εγώ κατόπιν”», ενώ
πιο κάτω μας λέει «Αυτοί
όμως που χρησιμοποιούν την υπαρίθμηση, λέγοντας πρώτο και δεύτερο και τρίτο, τι
πραγματικά κάνουν; Παρεισάγουν την πλάνη της ειδωλολατρικής πολυθεΐας στην
άχραντη θεολογία των χριστιανών. Γιατί σε τίποτ' άλλο δεν οδηγεί η κακοποίηση
που είναι η υπαρίθμηση παρά στο να ομολογεί κανείς πρώτο και δεύτερο και τρίτο
Θεό»[8]. Τελειώνουμε την σύντομη προσέγγιση
με μια θέση του κ. Ζηζιούλα: «Ο Υιός είναι
εκ του Πατρός και δεν μπορούμε να βάζουμε τον Υιό πάνω από τον Πατέρα η
δίπλα–δίπλα, Ίσον με τον Πατέρα. Εάν μέσα στην Αγία Τριάδα, ...υπάρχει Ιεραρχία,
πως είναι δυνατόν η Εκκλησία που εικονίζει την Αγία Τριάδα(;) να μην έχει
Ιεραρχία; ...Ακόμη και μέσα στο σώμα των Αποστόλων έχουμε τον Πέτρο, ο οποίος οπωσδήποτε
ξεχωρίζει από τους άλλους»[9].
Σημειώσεις
[1] Ι.Δ.Ζηζιούλας, Ἡ ἑνότης
τῆς Ἐκκλησίας, σελ. 126-127.
[2] Ι.Δ.Ζηζιούλας, Ἡ ἑνότης
τῆς Ἐκκλησίας, σελ. 129-130.
[3] Ι.Δ.Ζηζιούλας, Ἡ ἑνότης
τῆς Ἐκκλησίας, σελ. 195.
[6] Συμεών ο Νέος Θεολόγος,
Βίβλος των θεολογικών, Θεολογικός πρώτος, http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/symeon_vivlos_theologikon.html
[7] Γνωρίζουμε ότι ο όρος
εισήχθη από τους Λατίνους λόγω της γλωσσικής τους αδυναμίας να διαχωρίσουν
ουσία από υπόσταση. Προκειμένου να αποφύγουν να μιλήσουν για τρεις ουσίες
επικαλέστηκαν τον όρο πρόσωπο.
[8] Στυλ. Παπαδόπουλος, ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Για το Άγιο Πνεύμα, ΙΗ, 44-45,
47.
[9] Ό.π., υποσημείωση 19.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου