Του πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνού
Ο Άγιος
Ιουστίνος (Πόποβιτς) διείδε την κατάληξιν των οικουμενιστικών σχέσεων. Ο
π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ απεμακρύνθη από το Π.Σ.Ε. το 1961. Ο καθ. Ιωάννης
Καρμίρης εδήλωσε το 1953: η άνευ όρων συμμετοχή της Ορθοδοξίας εις
δογματικά συνέδρια δεν είναι σύμφωνος προς την διδασκαλίαν των επτά
Οικουμενικών Συνόδων και των μεγάλων Πατέρων αυτής.
Εις την Σχολήν
Γονέων Κατερίνης, την 22αν Φεβρουαρίου 2016, ωμίλησαν ο π. Γεώργιος
Μεταλληνός και ο Μοναχός π. Αρσένιος Βλιαγκόφτης. Ο μεν πρώτος προέβη
εις μίαν κριτικήν θεώρησιν του οικουμενισμού, ενώ ο π. Αρσένιος
παρουσίασε προβλήματα της ετοιμαζομένης Πανορθοδόξου Συνόδου με βάσιν
τις επιστολές προς την Ιεράν Σύνοδον του Αγίου Ναυπάκτου, του Αγίου
Λεμεσού και του Καθηγητού Δ. Τσελεγγίδη. Εις την συνέχειαν δημοσιεύεται το κείμενον του π. Γεωργίου Μεταλληνού.
1. Η τραγωδία του σχίσματος (1054) και η οδυνηρή παράτασή της, ως και οι καταθλιπτικές πολιτικές εξελίξεις στον χώρο της Ανατολής, λειτούργησαν ως προϋπόθεση μιας σειράς διαλογικών προσπαθειών για την αποκατάσταση της ενότητας, με την επιστροφή των αιρετικών – σχισματικών στο ένα και αδιαίρετο εκκλησιαστικό σώμα για την σωτηρία τους: Με τις αιρέσεις και τα σχίσματα το ένα και αδιάτμητο εκκλησιαστικό σώμα, ως σώμα του Ιησού Χριστού, δεν διαιρείται, αλλά -κατά τον ιερό Χρυσόστομο- «το σεσηπός εκκόπτεται». Ο διάλογος ανήκει στην ουσία του αυθεντικού Χριστιανισμού, έχει δε εισαχθεί και εξαγιασθεί από τον ίδιο τον Δημιουργό στον ανθρώπινο βίο. «Δεύτε διαλεχθώμεν» λέγει ο Θεός (Ησ. 1, 18) στο πλάσμα Του. Η λατρεία μας, άλλωστε, είναι ένας συνεχής διάλογος Πλάστου και πλάσματος για την σωτηρία του ανθρώπου, όπως και η «ατομική» προσευχή. Την οδό του διαλόγου με τα αποσχιζόμενα από το Σώμα του Χριστού τέκνα της ακολουθεί η Ορθοδοξία.
Μετά το μεγάλο
σχίσμα (1054) και ως τον 15ο αιώνα έγιναν, μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής
Χριστιανοσύνης – Ορθοδοξίας δηλαδή και Παπισμού – περισσότεροι από 11
διάλογοι, με κορύφωση την Συνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438 -39), που
απεδείχθη ψευδοσύνοδος – ουνιτική και αιρετική και γι᾽ αυτό την απέρριψε
η Ορθοδοξία, ενώ ο Παπισμός προσπαθεί αιώνες τώρα να την επιβάλει στην
Ορθόδοξο Ανατολή.
Οι προ της αλώσεως
(1453) ενωτικοί διάλογοι ήσαν καταδικασμένοι σε αποτυχία από την γένεσή
τους, διότι κινητήρια δύναμή τους ήταν η πολιτική στοχοθεσία της
διασώσεως του Βυζαντινού Κράτους και των συνδεομένων με αυτό υλικών
συμφερόντων. Αυτό – τηρουμένων των αναλογιών – είναι ευδιάκριτο και στις
σημερινές οικουμενι(στι)κες σχέσεις, με τη σχετικοποίηση της Πίστεως
και την «Χρήση» της από τους διαλεγομένους, για την εξυπηρέτηση
«σκοπιμοτήτων κοσμικού χαρακτήρος, επιβαλλομένων από την Νέα Παγκόσμια
Τάξη (Νέα Εποχή – New Age), που τελικά κατευθύνει και τους
διαχριστιανικούς και τους διαθρησκειακούς διαλόγους προς πραγμάτωση της
«Πανθρησκείας» και την επίτευξη της «Παγκοσμιοποίησης».
2. Προσπάθειες
διαχριστιανικού διαλόγου έγιναν και μετά την άλωση (1453), στην διάρκεια
της δουλείας. Η στάση της Ορθοδοξίας, σ᾽ όλη την διάρκεια της δουλείας
(οθωμανοκρατίας και λατινοκρατίας), υπαγορευόταν από την Πίστη στον
Χριστό και την αγάπη προς την (σώζουσα) Αλήθεια, και όχι από την
πολιτική κατάσταση, όπως θέλουν οι «επιφανείς» οικουμενιστές μας. Η
υπόδουλη Ρωμηοσύνη εγνώριζε την αποχριστιανοποιημένη «Δύση» περισσότερο
και αυθεντικότερα από όσο οι ουνιτίζοντες ημέτεροι σήμερα, που οι
αγαπολογικές σχέσεις οδηγούν σε συσκότιση της συνειδήσεως και συνεχείς
υποχωρήσεις. Τα βασικά πορίσματα της έρευνας για την στάση των
Ορθοδόξων, και μάλιστα του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, κατά την
δουλεία, μπορούν να συνοψισθούν στα εξής:
α) Η Ορθόδοξος
Εκκλησία από τον 15ο ως τα τέλη του 19ου αιώνα παρέμεινε αμετακίνητη στη
στάση της απέναντι στον δυτικό χριστιανισμό, τον Παπισμό και τον
Προτεσταντισμό (Λουθηριανισμό, Καλβινισμό, κ.λπ.) και τον Αγγλικανισμό,
που χαρακτηρίζονται σαφώς ως αιρέσεις και αποσχίσεις από τη Μία
Εκκλησία, την Ορθοδοξία.
β) Εκφράζεται
θετικά η ορθόδοξη εκκλησιαστική πίστη και αποκρούονται οι πλάνες των
δυτικοχριστιανικών Ομάδων, διότι έχουν στερηθεί τον χαρακτήρα της
Εκκλησίας.
γ) Παραμένει,
έτσι, ακμαία η ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, κατά την οποία «ο μικρόν τι
τούτων παραβαίνων ως σχισματικός και αιρετικός κατακρίνεται και
αναθεματίζεται και ακοινώνητος παρά πάσι λογίζεται». Δεν πρόκειται για
αθεμελίωτη εχθρότητα, αλλά για ομολογία της αληθείας.
δ) Ομολογείται,
επίσης, χωρίς περιστροφές, ότι «αυτή μόνη η των Ανατολικών Ορθοδόξων
(πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην
καλουμένων) Χριστιανών πίστις εστίν αληθής μόνη ακραιφνεστάτη».
ε) Μόνη, συνεπώς,
παραδεκτή βάση της εκκλησιαστικής ενώσεως είναι η απόλυτος «ενότης της
πίστεως και η ομοφροσύνη στην πίστη των Αποστόλων, και των Πατέρων, στην
Αγία Γραφή και στις Οικουμενικές Συνόδους, κατά την σχετική δήλωση του
Αγίου Μάρκου: «Εν τοις θείοις δόγμασιν ουδαμού χώραν έχει ποτέ η
οικονομία η συγκατάβασις».
στ) Η στάση αυτή
κορυφώνεται με την εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδο του 1895, η οποία
απήντησε στον Πάπα Λέοντα ΙΓ´ που εκάλεσε τους Ορθοδόξους σε ένωση, ότι η
Ορθόδοξος Εκκλησία είναι «η Εκκλησία των επτά Οικουμενικών Συνόδων και
των εννέα πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού, επομένως η μία, αγία,
καθολική και αποστολική Εκκλησία, στύλος και εδραίωμα της αληθείας».
Συνεπώς, η ένωση πρέπει να γίνη «εν τω ενί κανόνι της πίστεως και επί
του θεμελίου της αποστολικής και πατροπαραδότου διδασκαλίας». Ειδικά ο
Παπισμός χαρακτηρίζεται «Εκκλησία των καινοτομιών, της νοθεύσεως των
συγγραμμάτων των εκκλησιαστικών Πατέρων και της τε αγίας Γραφής και των
όρων των αγίων Συνόδων», «Ουδέποτε εθεωρήθη ο Επίσκοπος Ρώμης ως η
ανωτάτη αρχή και αλάνθαστος κεφαλή της Εκκλησίας».
Σήμερα οι
υψηλόβαθμοι Οικουμενιστές θεωρούν τον Πάπα (και ως αιρετικόν) κανονικό
Επίσκοπο της Εκκλησίας της Ρώμης, που χαρακτηρίζεται «αδελφή Εκκλησία»,
όπως δηλαδή τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία!
3. Η αταλάντευτη
αυτή στάση της Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής Ηγεσίας απέναντι στην ετερόδοξη
Δύση άλλαξε επίσημα στις αρχές του 20ου αιώνα, επί πατριαρχίας Ιωακείμ
του Γ (†1912). Η ασυνέχεια αυτή γίνεται αντιληπτή και μόνο με την
σύγκριση των δογματικοσυμβολικών κειμένων, από το 1902 και εξής, με
εκείνα του 19ου αιώνα.
Αυτό όμως
σημαίνει, ότι εγκαινιάζεται στο εθναρχικό Κέντρο μία νέα στάση απέναντι
στην αποκρουόμενη ως τότε Δύση, κατά το πνεύμα του φιλοδυτικισμού και
των «οικουμενικών σχέσεων». Το κύριο σημείο αναφοράς δεν θα είναι πλέον η
Ανατολή, αλλά η Δύση, με ο,τι αυτή εκφράζει. Η αλλαγή αυτή οριοθετείται
από τρία σπουδαία Κείμενα του Οικουμενικού Θρόνου, την Εγκύκλιο του
πατριάρχου Ιωακείμ Γ τὸ 1902, το Διάγγελμα του 1920 και την Εγκύκλιο του
1952. Η πρώτη πραγματοποιεί το οικουμενιστικό άνοιγμα στην Δυτική
Χριστιανοσύνη, ενώ τα άλλα έχουν καθαρά προγραμματικό χαρακτήρα,
εγκαινιάζοντας και προωθώντας την πορεία προς τον Οικουμενισμό με την
«Οικουμενική Κίνηση». Η συμμετοχή μας σ’ αυτήν οδήγησε στις σημερινές
ελεγχόμενες από την ορθόδοξη συνείδηση σχέσεις. Την επελθούσα αλλαγή
μαρτυρεί η χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Οι «αναδενδράδες», όπως
χαρακτηρίσθηκαν οι δυτικές χριστιανικές ομάδες το 1902, γίνονται το 1920
«Εκκλησίες», κάτι, βέβαια, που επαινείται από τους Οικουμενιστές,
δικούς μας και ξένους. Αυτό όμως σημαίνει προοδευτική εξίσωση των
δυτικών Ομολογιών με την Μία Εκκλησία, την Ορθοδοξία. Στο σημείο αυτό
είναι περισσότερο ειλικρινής ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ´, όταν το 2008
αρνήθηκε στον Προτεσταντισμό τον χαρακτήρα της «Εκκλησίας», την
Ορθοδοξία δε εχαρακτήρισε «ελλειμματική», διότι δεν αποδέχεται το
πρωτείο του.
Με το Διάγγελμα
του 1920 το Οικουμενικό Πατριαρχείο προσέφερε τον καταστατικό χάρτη για
την στάση, που όφειλε να τηρήσει στο μέλλον η ορθόδοξη παράταξη μέσα
στην Οικουμενική Κίνηση. Αν η Εγκύκλιος του 1902 άνοιξε τον δρόμο για
την συμμετοχή μας στην Οικουμενική Κίνηση, το Διάγγελμα του 1920
προετοίμασε την είσοδό μας στο ΠΣΕ.
Κατά τον καθηγητή
Χρήστο Γιανναρά, η Εγκύκλιος «υποκαθιστά η αποσιωπά την αλήθεια της
Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας και του υπαρκτικού
μυστηρίου της σωτηρίας, για χάρη της κοινωνιστικής και πιετιστικής
αντίληψης ενός ιδεολογικού χριστιανισμού, μια και σ’ αυτή «δεν υπάρχει
ούτε υπαινιγμός της αλήθειας» (Αλήθεια και ενότητα της Εκκλησίας, Αθήνα
1997, σ. 196 επ.).
Η επί Πατριάρχου
Αθηναγόρα Εγκύκλιος του 1952 λειτούργησε ως ολοκλήρωση και επισφράγιση
της προγραμματισμένης αυτής πορείας. Γι’ αυτό μεγάλοι ορθόδοξοι
Θεολόγοι, όπως ο Ιωάννης Καρμίρης και ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, παρά την
αφοσίωσή τους στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν παρέλειψαν να εκφράσουν
τον διστα-γμο τους στα ανοίγματα αυτά και τις επιφυλάξεις τους για τις
μέσω αυτών δρομολογηθείσες εξελίξεις.
Ο μεν π. Φλωρόφσκυ
το 1961 απομακρύνθηκε από το ΠΣΕ, ο δε Ιωάννης Καρμίρης (το 1953)
δηλώνει περίφροντις από τις εξελίξεις: «Είναι προφανές ότι η
ανεπιφύλακτος και άνευ όρων συμμετοχή (της Ορθοδοξίας) εις δογματικά
συνέδρια και η οργανική σύνδεσις αυτής μετά πολυαρίθμων ποικιλωνύμων
Εκκλησιών και Ομολογιών και αιρέσεων επί βάσεως δογματικής και
εκκλησιολογικής εν τω Παγκοσμίω Συμβουλίω των Εκκλησιών θα εσήμαινε
παρέκκλισιν από της υπό του Πατριαρχικού Διαγγέλματος του 1920
χαραχθείσης γραμμής περί συνεργασίας αυτής μόνον εν τοις ζητήμασιν του
Πρακτικού Χριστιανισμού και γενικώς δεν θα ήτο σύμφωνος προς τας
θεωρητικάς αρχάς της Ορθοδοξίας και την μακραίωνα παράδοσιν αυτής, ως
και την διδασκαλίαν και πράξιν των επτά Οικουμενικών Συνόδων και των
μεγάλων Πατέρων αυτής».
Στην Εγκύκλιο του
1952 το Οικουμενικό Πατριαρχείο λέγει, ότι «δια της άχρι τούδε
συμμετοχής της εις την παγχριστιανικήν Κίνησιν η Ορθόδοξος Εκκλησία
εζήτησε κυρίως, ίνα γνωρίση και μεταδώ τοις ετεροδόξοις τον πλούτον της
πίστεως, της λατρείας και της οργανώσεως αυτής, και την θρησκευτικήν άμα
και ασκητικήν αυτής πείραν, πληροφορηθή δε και αυτή τας νέας μεθόδους
και αντιλήψεις της εκκλησιαστικής ζωής και δράσεως αυτών». Φοβούμενος
όμως την σχετικοποίηση της πίστεως, αισθάνεται την ανάγκη ο Ιωάννης
Καρμίρης να υπογραμμίσει: «Η συμμετοχή των Ορθοδόξων… και η συνεργασία…
έχει την έννοιαν κοινωνίας αγάπης και ουχί κοινωνίας εν τη δογματική
διδασκαλία και τοις μυστηρίοις».
4. Τους αληθινούς
στόχους όμως του διαχριστιανικού Οικουμενισμού δεν διστάζουν να
ομολογούν διακεκριμένοι Ιεράρχες του Οικουμενικού Θρόνου, όπως ο
Θυατείρων Γερμανός (Στρηνόπουλος), αναφερόμενος δια μακρών στο Διάγγελμα
του 1920, το οποίο και συνέταξε μαζί με άλλους καθηγητές της Θεολ.
Σχολής της Χάλκης. «Είναι ανάγκη, είπε, να συνειδητοποιήσουν οι
Εκκλησίες ότι εκτός από την ενότητα, υπό την στενή της λέξεως έννοια…,
υπάρχει και μία άλλη, πιο περιεκτική έννοια της ενότητος, κατά την οποία
όλοι όσοι παραδέχονται την θεμελιώδη διδασκαλία της αποκαλύψεως του
Θεού εν Χριστώ, και αποδέχο-νται Αυτόν ως Σωτήρα και Κύριο, θα έπρεπε να
θεωρούν ο ένας τον άλλο ως μέλη του ιδίου σώματος και όχι ως ξένους».
«Χωρίς να εισχωρήσουμε στην εξέταση των δογματικών διαφορών, που
χωρίζουν τις Εκκλησίες», πρόσθεσε ο Θυατείρων, «πρέπει να καλλιεργήσουμε
αυτήν ακριβώς την ιδέα της ευρυτέρας ενότητος…». Είναι φανερή εδώ η
θεωρία περί «διευρυμένης Εκκλησίας», που απαιτεί την περιθωριοποίηση της
πίστεως και του σωτηριολογικού χαρακτήρα του δόγματος, σ’ αντίθεση με
την αποστολική και πατερική παράδοση, όλων των αιώνων.
Καθαρότερα όμως
τον σκοπό της Οικουμενικής Κινήσεως έδωσε ο επίσης διακεκριμένος
Ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και εκ των πρωτεργατών της, πρώην
Αμερικής Ιάκωβος σε συνέντευξή του το 1999 στο περιοδικό ΝΕΜΕΣΙΣ:
«Πρώτον με επίκραναν οι πόλεμοι και δεύτερον η σχετική αποτυχία του
Οικουμενικού Διαλόγου, ο οποίος απέβλεπε στην ένωση η την προσέγγιση των
Εκκλησιών και κατόπιν γενικότερα όλων των θρησκειών». Είναι μια έντιμη
ομολογία για τις επιδιώξεις της Οικουμενικής Κινήσεως και την διασύνδεσή
της με τον πανθρησκειακό Διάλογο, αλλά και τις στοχοθεσίες της Νέας
Εποχής, για την επίτευξη της Πανθρησκείας.
Υπεύθυνη όμως και
αντικειμενική κριτική στην Οικουμενική Κίνηση έχει ασκήσει ο όσιος
Ιουστίνος (Πόποβιτς), χαρακτηρίζοντας τον Οικουμενισμό με τον ακόλουθο
τρόπο: «Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανούς,
δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία
όλων των ευρωπαϊκών Ουμανισμών με επικεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε
αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι αι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε
άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν
ευαγγελικόν όνομά των είναι η παναίρεσις». Και διερωτάται: «Ήτο άραγε
απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα
και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού, να ταπεινωθή τόσον τερατωδώς,
ώστε οι αντιπρόσωποί της Θεολόγοι, ακόμη και Ιεράρχαι, να επιζητούν την
οργανικήν μετοχήν και συμπερίληψιν εις το ΠΣΕ; Αλοίμονον, ανήκουστος
προδοσία».
Ο Άγιος Ιουστίνος
μπόρεσε να διίδει την κατάληξη των οικουμενιστικών σχέσεων, που
κορυφώθηκαν στις αποφάσεις του Balamand (1993) (=κατάφαση της παπικής
αιρέσεως ως αδελφής Εκκλησίας και της Ουνίας, που συμμετέχει επίσημα
στον Διάλογο) και του Porto Allegre (2005) (= αποδοχή της προτεσταντικής
Εκκλησιολογίας), αλλά και στην καταξίωση de facto της «βαπτισματικής
Θεολογίας», «της κοινής διακονίας» χωρίς ενότητα πίστεως, της
«διευρυμένης Εκκλησίας» και του «πολιτιστικού πλουραλισμού».
Ο Οικουμενισμός σ’
όλες τις διαστάσεις και εκδοχές του έχει αποβεί αληθινή βαβυλώνιος
αιχμαλωσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και όλων σχεδόν των τοπικών
ηγεσιών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η καύχηση και ο αυτοθαυμασμός των
Οικουμενιστών μας «για μια δήθεν νέα εποχή, που άνοιξε το Οικουμενικό
Πατριαρχείο με τις πατριαρχικές Εγκυκλίους των ετών 1902 και 1920, δεν
δικαιώνονται», διότι «αυτό που κατορθώθηκε είναι να νομιμοποιήσουμε τις
αιρέσεις και τα σχίσματα του Παπισμού και του Προτεσταντισμού». Αυτό
είναι το κατασταλαγμένο συμπέρασμα του αγαπητού αδελφού π. Θεοδώρου
Ζήση, το οποίο αδίστακτα προσυπογράφω.
5. Είναι, λοιπόν,
φανερό, ότι ο Οικουμενισμός αποδείχθηκε πλέον ως εκκλησιολογική αίρεση,
ως ένας «δαιμονικός συγκρητισμός», που επιδιώκει μία ομοσπονδιακή
ενότητα της Ορθοδοξίας με την δυτική αιρετική πανσπερμία. Έτσι όμως, η
ορθοδοξία δεν επηρεάζει σωτηριολογικά τον μη ορθόδοξο κόσμο, διότι έχει
εγκλωβισθεί αυτή, στα πρόσωπα των κατά τόπους Ηγεσιών της, στις παγίδες
του Οικουμενισμού, που κατεργάζονται την φθορά και την αλλοτρίωσή της.
Αντί λοιπόν, η
εκκλησιαστική Ηγεσία μας, να ακολουθεί το παράδειγμα των Αγίων μας
Πατέρων στη διαφύλαξη της Ορθοδοξίας, ως της μόνης δυνατότητος σωτηρίας
ανθρώπου και κοινωνίας, πράττει ακριβώς το αντίθετο: συμφύροντας την
Ορθοδοξία με την αίρεση, στα όρια του Οικουμενισμού, και ουσιαστικά
καταξιώνοντας την αιρετική πλάνη, επιφέρει την άμβλυνση των κριτηρίων
του ορθοδόξου πληρώματος και στερεί και αυτό και τον κόσμο από την
δυνατότητα σωτηρίας.
Με αυτό τον τρόπο
απορρίπτονται οι άγιοι Πατέρες και η διδασκαλία τους, με την ανατροπή
της πίστεως και πράξεως της αρχαίας Εκκλησίας. Η «μεταπατερικότητα»,
δηλαδή, είναι στην ουσία της αντιπατερικότητα, διότι η προτεσταντίζουσα
αυτή κίνηση αποδυναμώνει την πατερική παράδοση, χωρίς την οποία η
Ορθοδοξία παραμένει αθωράκιστη στην δίνη του Οικουμενισμού και την
εξυπηρέτηση των σχεδίων της Νέας Εποχής. Και για να παραφράσουμε τον
Ντοστογιέφσκυ: «Χωρίς Πατέρες όλα επιτρέπονται»! Κατά τον Άγιο Γρηγόριο
όμως τον Παλαμά, «τούτό εστιν αληθής ευσέβεια, το μη προς τους θεοφόρους
Πατέρας αμφισβητείν».
Ορθόδοξος Τύπος, 4/3/2016ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

14 σχόλια:
Ο πιο γνωστός σύγχρονος αντιοικουμενιστής και άγιος είπε για τον Οικουμενισμό ότι είναι παναίρεση. Και επικαλείται από πολλούς.
Έδοσε τον ορισμό του οικουμενισμού, Αμέθυστε, ποια είναι η διδασκαλία της αιρέσεως αυτής;
Η αίρεση αυτή κατέχει καί τήν ορθοδοξία καί γι' αυτό δέν μπορούμε νά τήν πολεμήσουμε. Συμμετέχουν καί οι αντι-οικουμενιστές. Είναι μιά λογική συνέπεια τού παπισμού δηλ. τής ανακηρύξεως τού πάπα ώς αντιπροσώπου τού Χριστού καί γι' αυτό αλάθητου. Διδάσκει ότι ο Κύριος μετά τήν ανάληψή Του άφησε στήν εκκλησία μόνον τόν Παράκλητο, τό Αγιο Πνεύμα, διά τού οποίου ενεργούνται τά πάντα μέσω τού κλήρου, καθότι τό Αγιο Πνεύμα εκπορεύεται καί εκ' τού Υιού, τήν Ιερωσύνη τού Οποίου κληρονομεί διά τής χειροτονίας ο κλήρος. Ετσι τό Αγιο Πνεύμα δίδεται καί αγιάζει καί σώζει διά τού κλήρου. Γιά νά σωθεί τό πρωτείο τού πάπα καί τό πρωτείο τού επισκόπου,επινοήθηκε η δοξασία ότι η Ιεραρχία τής εκκλησίας είναι εικόνα τής Ιεραρχίας τής Αγίας Τριάδος όπου πρώτος θεός είναι ο Πατήρ, δεύτερος ο Υιός, τρίτος τό Αγιο Πνεύμα,διότι οι Υποστάσεις τής Αγίας Τριάδος δέν ήλθαν στήν ύπαρξη ταυτόχρονα. Εισάγοντας όμως τόν Χρόνο στήν προαιώνιο Τριάδα συμπέραναν ότι ο Χριστός ενσαρκώθηκε στήν Ιστορία πού είναι τό βασίλειο τού χρόνου. Καί ότι μετά τήν ανάληψη τού Κυρίου εισήχθη στήν ιστορία τό Αγιο Πνεύμα, τό οποίο όμως όπου θέλει πνεί, δηλ. αγκαλιάζει καί κινεί μέσω τής ιστορίας τό σύνολο τής ανθρωπότητος ενεργώντας καί έξω από τήν εκκλησία στόν κόσμο. Αυτή η εποχή τής οικονομίας τού Αγίου Πνεύματος θεσμοποιείται από τόν Οικουμενισμό, διότι κατάλαβαν ότι είναι επικίνδυνο νά αφήσουν τό Αγιο Πνεύμα νά φωτίζει καί νά αγιάζει όποιον θέλει καί αποφάσισαν νά τό ξαναμαντρώσουν μέ τόν Οικουμενισμό. Η βάση αυτής τής αιρέσεως βρίσκεται ήδη εκφρασμένη καί στόν Ζήση καί στόν Μεταλληνό καί στηρίζει τήν σημερινή ποιμαντική τών επισκόπων.
Καταπληκτική περιγραφή Αμέθυστε! Φανταζομαι ότι πολλά στοιχεία βρήκες στον άγιο Ιουστίνο, ότι εκεί στηρίζεσαι. Ποιος άλλος να τα βρει σήμερα.
Περίπου.
Κατάλαβα Αμέθυστε. Σοφή απάντηση. Να ξέρεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που σε στηρίζουν και συμφωνούν.
Αμέθυστε μπορείς να εξηγήσεις αναλυτικότερα πώς το Άγιο Πνεύμα μαντρώνεται με τον Οικουμενισμό;
Θά υποταχθεί στόν πάπα, στήν κεφαλή όλων τών εκκλησιών καί τών θρησκειών.
Το κατάλαβα. Με τον αντι-Οικουμενισμό πώς μαντρώνεται το Άγιο Πνεύμα;
Μέ τήν χειροτονία.
Το κείμενο κοσμημένο με τα γνωστά φρούτα αντιοικουμενιστών· αυτοσυνηδεισία, εκκλησιολογική αίρεση, παναίρεση, κλπ κλπ.
'Το Αγιο Πνεύμα μαντρώνεται με τη χειροτονία"...με τη χειροτονία...εννοείς με την κατάχρηση της ποιμαντικής εξουσίας που γίνεται και από μεριά των αντι-οικουμενιστών; δηλαδή ΝΟΜΙΖΟΥΝ, ΦΑΝΤΑΖΟΝΤΑΙ ότι το μαντρώνουν, αυτό εννοείς;
Ουφ! το κατάλαβα.
Ο αγιασμός του ανθρώπου επιτελείται από τον Κύριο, αλλά και οι ιερείς είναι απαραίτητοι για την διεξαγωγή των Ιερών Μυστηρίων. Δεν αγιάζει ο ιερέας, αγιάζει ο Θεός δια του Μυστηρίου που επιτελεί ο ιερέας ως διάκονος όχι ως αυτουργός. Χωρίς χειροτονία δεν μπορούν να τελεστούν Μυστήρια. Αυτό έχει ξεκινήσει από τους Αγίους Αποστόλους (στις Πράξεις γράφει "δια της επιθέσεως των χειρών εδίδετο το Πνεύμα το Άγιον"), και οι Άγιοι Πατέρες όρισαν ακριβώς πως πρέπει να τηρούνται όλα ώστε να περιφρουρηθεί η αλήθεια από την αίρεση. Όλοι οι άγιοι και οι πιστοί χριστιανοί τα τήρησαν αυτά επακριβώς. Δεν μπορεί να γίνει θεία μετάληψη, βάπτισμα, χρίσμα, γάμος κτλ.. παρά μόνο από χειροτονημένους ιερείς.
Στην περίπτωση της θείας κοινωνίας ο Άγιος Νικόδημος μας λέει στον Αόρατο πόλεμο:
Μέχρις εδώ σου πρόσφερα, όπως είδες, αναγνώστη μου, τέσσερα όπλα, που σου είναι απαραίτητα στον πόλεμο αυτόν, για να μπορέσης να νικήσης τους εχθρούς σου· δηλαδή, το να μην έχης θάρρος στον εαυτό σου, το να ελπίζης στον Θεό, το να αγωνίζεσαι πάντοτε και το να προσεύχεσαι. Τώρα σου δείχνω άλλο ένα. Αυτό είναι το πανάγιο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Διότι όπως το μυστήριο αυτό είναι ανώτερο από τα άλλα, έτσι είναι και όπλο ανώτερο από τα άλλα. Τα τέσσερα όπλα που είπαμε, παίρνουν την δύναμι από τις αξιομισθίες και την χάρι που μας αξίωσε το αίμα του Χριστού. Αλλά αυτό το όπλο είναι αυτό το ίδιο Αίμα και αυτό το ίδιο το Σώμα με την ψυχή και με την Θεότητα του Χριστού. Μέ εκείνα γίνεται η μάχη κατά των εχθρών με την δύναμι του Χριστού. Μέ αυτό το όπλο όμως πολεμούμε εκείνους μαζί με τον Χριστό και ο Χριστός τους πολεμεί μαζί με εμάς. Διότι όποιος τρώγει το σώμα του Χριστού και πίνει το Αίμα του, μένει με το Χριστό και ο Χριστός με αυτόν «Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, μένει σ εμένα κι εγώ σ αυτόν» (Ιω. 6,56).
Γι αυτό και εμείς αν νικήσουμε τον εχθρό, τον νικούμε με την δύναμι του αίματος αυτού, όπως αναφέρεται στην Αποκάλυψι: «Νίκησαν με το αίμα του Αρνίου» (12,11).
Και επειδή αυτό το μυστήριο που είναι το πιο άγιο, και αυτό το όπλο, μάλλον αυτός ο ίδιος ο Χριστός που βρίσκεται μέσα στο μυστήριο αυτό, μπορεί να πραγματοποιήται (να βάνεται εις πράξιν) με δυό τρόπους, δηλαδή να το δέχεται κανείς μυστηριακά, δηλαδή με ευλάβεια, πολύ συχνά και όσες φορές μπορέση, (αν βέβαια δεν έχη κάποιο εμπόδιο από τον Πνευματικό) με την απαραίτητη προετοιμασία, δηλαδή, συντριβή, εξομολόγησι, ικανοποίησι και την νηστεία που είναι σύμφωνα με την δύναμί του· και πρέπει κανείς να το λαμβάνη πνευματικά και νοερά κάθε ώρα και κάθε στιγμή, γι αυτό και συ μη σταματήσης να το λαμβάνης με τον δεύτερο τρόπο πολλές φορές, και όταν μπορής, σύμφωνα με τον πρώτο τρόπο που ακολουθεί."
ΣΩΣΤΟΣ ο 9:14
Δημοσίευση σχολίου