Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (11)

  Συνέχεια από: Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ 
Του Pierre Aubenque.   

Συνθήκες τής Θεωρίας.
        
Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ  ......Τρείς τρόποι ζωής προσφέρονταν, κατά την γνώμη τους, στην επιλογή τού ανθρώπου: ή "απολαυστική" ζωή ή η ζωή τής καταναλώσεως και της ηδονής, η δραστήρια ζωή ή η πολιτική και η θεωρητική ζωή ή ο διαλογισμός. (Αυτό το τριμερές φαίνεται πώς κατάγεται απο τον Πυθαγόρα, όπως μαρτυρεί ο Ιάμβλιχος). Και εάν υπήρχε μία συμφωνία, αρκετά γενική όσον αφορά τον πρώτο τύπο ζωής και στην κατάταξη του σαν τον κατώτερο τρόπο ζωής, η συζήτηση αντιθέτως ήταν πολύ ενθουσιώδης όσον αφορά την αξία αντιστοίχως της πρακτικής ζωής ή της θεωρητικής. Οι ελληνικές πόλεις προσέφεραν στον ελεύθερο άνθρωπο ένα πεδίο δράσεως εξόχως σεβαστό: την συνεχή συμμετοχή του στις συγκεντρώσεις και στις αποφάσεις τής Εκκλησίας του δήμου : ενώ ακόμη περισσότερο η άσκηση των δημοτικών καθηκόντων δια εκλογής ή διά κληρώσεως απαιτούσαν ικανότητες πειθούς, σιγουριά κρίσεως και ορθών κριτηρίων, μίας θελήσεως η οποία είχε παιδαγωγηθεί απο την αρετή του ήθους. Σ'αυτούς που είχαν αφιερωθεί με επιτυχία σ'αυτό το είδος ζωής, περίμενε η επιβράβευση απο τους συμπολίτες τους. Και ήταν μία νόμιμη φιλοδοξία και μία υγιής άμιλλα ωθούσε μ'αυτή την έννοια τις καλοπροαίρετες ψυχές. Έτσι γίνεται κατανοητό ότι και ο Αριστοτέλης μπορούσε να γοητευθεί απο αυτό το ελληνικό ιδανικό, κατεξοχήν αθηναϊκό μάλιστα, μιάς ζωής η οποία μπορούσε να συσχετίσει αρμονικά την πραγματοποίηση τού εαυτού και την υπηρεσία της κοινότητος.......[ΕΔΩ ΣΥΝΑΝΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΣΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ.. Η ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ. ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΩΤΗΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ ΧΡΙΣΤΟ.]

Διαφορετικά απο το παιχνίδι και καλύτερα απο την πολιτική ζωή, η θεωρία ικανοποιεί σε όλες τις συνθήκες οι οποίες καθιστούν την ζωή "καλή", "αγαθή". Η θεωρία είναι πρώτα απ' όλα, όπως έχουμε ήδη δεί, η δραστηριότης η οποία συμμορφώνεται με την υψηλότερη αρετή, δηλαδή με το άριστο υψηλότερο μέρος της ψυχής μας, μία αρετή η οποία βρίσκει με την σειρά της τήν καλύτερη ευκαιρία για να εξασκηθεί στο υψηλότερο αντικείμενο που προτείνεται στην θεωρία, το Θείο. Εδώ ξαναβρίσκουμε, σε ένα ηθικό πλαίσιο, το εγκώμιο της θεωρίας, με το οποίο ξεκινούν τα μεταφυσικά κείμενα του Αριστοτέλη. Μία θεωρία της οποίας η πιό τέλεια μορφή είναι η σοφία, η γνώση των πιό αναγνωρισμένων πραγμάτων, δηλαδή των πρώτων αρχών και των πρώτων αιτιών, (Μεταφ.Α, 2, 982 b2), η πιό υψηλή των οποίων είναι το Θείο. Αυτή η σοφία-η οποία είναι η πιό κοντινή επιστήμη στις αρχές και ταυτοχρόνως η πιό δυνατή (σύμφωνα με την διπλή σημασία της αρχής, αρχή και εξουσία μαζί)- είναι Θεία με δύο σημασίες: ασχολείται με το Θείο και είναι τέτοιου είδους ώστε μόνον ένας Θεός ή κυρίως ένας Θεός να μπορεί να την κατέχει. "Θα μπορούσαμε σ'αυτό το σημείο να θέσουμε νόμιμα σε αμφιβολία την δυνατότητα του ανθρώπου να την αποκτήσει" (983 α 9-10). Αλλά ο Αριστοτέλης αρνείται το επιχείρημα: η θεότης, λέει αναφερόμενος στον Πλάτωνα, δέν ζηλεύει και δέν μπορεί να αρνηθεί στον άνθρωπο, στο μέτρο που αυτός είναι ικανός, την μετοχή στην Θεία χαρά. Ο άνθρωπος, απο την δική του πλευρά, προσκαλείται να μήν καταφύγει στην μικροψυχία: "θα ήταν αναξιοπρεπές για τον άνθρωπο να μήν επιδιώξει να αποκτήσει την επιστήμη για την οποία είναι ικανός ( 982 b 31-32), δηλαδή την πιό υψηλή επιστήμη.
          Μία άλλη συνθήκη της ευτυχίας, που ετέθη ήδη στο πρώτο βιβλίο τής Ηθικής Νικομάχειας, είναι η συνέχεια! Και τί μπορεί να είναι πιό συνεχές απο την θεωρία; Το αντικείμενό της, καθότι αιώνιο, δέν υφίσταται παύσεις που θα καθιστούσαν ασυνεχές το όραμα που διαθέτουμε. Εξάλλου καθότι άυλο, αυτό το ίδιο το αντικείμενο απαλλάσσει την θεωρία απο την εργασία τής αφαίρεσης που απαιτείται απο την διανοητική γνώση των αισθητών πραγμάτων: αναφορικά με το νοερό στοιχείο σ'αυτά, η σκέψη είναι μόνον εν δυνάμει. Αντιστρόφως, η καθαρή ενέργεια ή το καθαρό ενεργείν, που είναι ο Θεός, προσφέρεται ενεργεία στην δραστηριότητα που το θεωρεί. Αυτή η επικαιρότης της θεωρητικής ενέργειας, που είναι η ενεργεία σύμπτωσις τού θεωρουμένου και τού θεωρούντος, καθιστά την θεωρία την πιό ξεκούραστη δραστηριότητα. Αυτή είναι πράγματι μία δήλωση που μας ξαφνιάζει, αλλά η οποία λαμβάνει όλη της την αξία εάν λάβουμε υπ'όψιν πώς η κούραση εξηγείται φυσιολογικά καθώς το ουσιώδες του ζωντανού όντος είναι πάντοτε εν δυνάμει του αντιθέτου, και επομένως είναι πάντοτε έτοιμη να ξαναπεριέλθει στην παθητικότητα, την στιγμή ακριβώς κατά την οποία πραγματοποιεί μία προσπάθεια πρός το καλύτερο. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η Θεία θεωρία, δηλαδή η θεωρία την οποία έχει ο Θεός τού εαυτού του, είναι ξένη απο την κούραση και επομένως τελείως συνεχής. (Μεταφ 1072 b 14, 1074 b 28).
          Είναι έτσι όμως και ο άνθρωπος; Στην Μεταφυσική (1072 b 15) ο Αριστοτέλης υποχρεώνεται να δεχθεί ότι διαφορετικά απο την Θεία θεωρία, η ανθρώπινη θεωρία είναι κάθε φορά μικρής διάρκειας, κάτι που εξηγείται με ευκολία διότι η ανθρώπινη φύση δέν είναι απλή και την στιγμή ακριβώς κατά την οποία έλκεται πρός τα ψηλά, απο αυτό το νοερό που υπάρχει σ'αυτή, η ανύψωση, η  ανάβαση, γίνεται κατανοητή σαν "αφύσικη" και επομένως σαν κουραστική, απο το άλλο μέρος αυτής της ίδιας της φύσεως.
          Παρ'όλα αυτά παραμένει η αλήθεια πώς απο όλες τις δραστηριότητες στις οποίες έχει πρόσβαση ο άνθρωπος, η θεωρητική είναι η πιό συνεχής. Είναι και η πιό ευχάριστη διότι είναι η πιό σταθερή. Η ευχαρίστηση που την συνοδεύει πλησιάζει, στο όριο του δυνατού, στην "Μία και απλή" χαρά, την οποία απολαμβάνει ο Θεός συνεχώς. Μία χαρά αυτή η τελευταία, η οποία οφείλεται στο γεγονός πώς η δραστηριότης τής οποίας αυτή η χαρά είναι η αποκορύφωση είναι μία ενέργεια ακινησίας (Ηθ. Νικομ 1154 b 26-27). Το Θείο ιδανικό που προτείνεται στον άνθρωπο δέν είναι το Ρομαντικό ιδανικό της εργασίας και της ατελεύτητης έρευνας, αλλά εκείνο της απόκτησης τού εαυτού, της ευτυχισμένης συμπτώσεως με τον εαυτό μας.
          Γίνεται κατανοητό λοιπόν ότι η θεωρητική ζωή είναι μία ζωή του ελεύθερου χρόνου (σχολή) εάν για ελεύθερος χρόνος εννοείται μία δραστηριότης απαθής, η οποία έχει σαν σκοπό της αυτή την ίδια και όχι ένα πιό υψηλό τέλος (όπως στην περίπτωση του παιχνιδιού), ούτε στην παραγωγή ενός προϊόντος εξωτερικού απο τον φορέα του. Θα μπορούσαμε σήμερα να πούμε, πώς αυτή η "σχολή" η οποία βασίζει μία δραστηριότητα γνώσεως, είναι μία μαθητεία. Για τον Αριστοτέλη, η έννοια τής προσπάθειας, της ά-σχολίας, συνδυαζόμενης με την δραστήρια ζωή, την πράξη, δέν έχει άλλη σκοπιμότητα απο την εξαφάνισή της στον ελεύθερο χρόνο, στην σχολή. "Ασχολούμεθα ίνα σχολάζωμεν" και πολεμούμε για να μπορούμε να ζούμε ειρηνικά (Ηθ. Νικομ 1177 b 4-5). Εδώ ξανά ο Αριστοτέλης τοποθετείται στους αντίποδες κάθε ηρωϊκής αξιολογήσεως ακόμη και μεταφορικής, της εργασίας και της διαμάχης. Η θεωρία είναι η ειρήνη της ψυχής, δέν είναι προσπάθεια, αλλά τουλάχιστον επιβραβεύει την προσπάθεια.
          Ένα άλλο ξεχωριστό στοιχείο της θεωρίας μάς επιτρέπει να ικανοποιήσουμε ένα απο τα ζητούμενα, που ήδη συναντήσαμε, του Μέγιστου Αγαθού (Sommo Bene). Είναι η αυτάρκειά του, ο αυτάρκης χαρακτήρας του. Οι ηθικές αρετές, οι οποίες είναι το μέγιστο τής δραστήριας ζωής, έχουν την ανάγκη των μεσολαβήσεων για να εκδηλωθούν: έτσι το θάρρος έχει την ανάγκη εχθρών για να φανερωθεί. Η εγκράτεια και η μετριοπάθεια δέν υπάρχουν χωρίς την επιθυμία την οποία προσπαθούν να κυριεύσουν και η δικαιοσύνη προϋποθέτει την ύπαρξη συμβολαίων για υπογραφή, αγαθών για να μοιραστούν, ανθρώπινες σχέσεις να τακτοποιηθούν. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται η παρουσία ενός άλλου ανθρώπου. Αντιθέτως η θεωρία μπορεί να ασκηθεί ακόμη και στην μοναξιά. Αυτό το εγκώμιο της μοναξιάς εις βάρος της κοινής ζωής μπορεί να μας φανεί σήμερα ένα παράδοξο, και ίσως να υπήρξε και για τους Έλληνες. Αλλά δέν πρέπει να ξεχνούμε την αυτάρκεια, το γεγονός ότι αρκεί στον εαυτό της, ότι δέν έχει ανάγκη απο τίποτε για να είναι ολοκληρωτικώς αυτό που είναι, ότι είναι μία θεϊκή ιδιότης και ότι στο αριστοτελικό εγκώμιο τής θεωρίας, το Θείο μοντέλο προτείνεται διαρκώς στην μίμηση του ανθρώπου.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(24)

Συνέχεια από: Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Στ4
Β΄ έκδοση

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Στ’ Αμαρτία και συμπτώματα

Διάκριση μεταξύ ἁμαρτίας καὶ ἠθικῆς ἀσθένειας

Στο βιβλίο ἀπό ὅπου διαβάζουμε, γίνεται λόγος στη συνέχεια περί τῆς διακρίσεως μεταξύ ἁμαρτίας καὶ ἠθικῆς ἀσθένειας. Δηλαδή, ἄλλο εἶναι ἁμαρτία καὶ ἄλλο ἠθική ἀσθένεια. Ὅπως, π.χ., ἕνας μπορεῖ νὰ ἔχει κάτι, μιὰ ὀργανική βλάβη στον ἐγκέφαλό του, καὶ οἱ ἐκδηλώσεις του νὰ εἶναι τέτοιες, ποὺ νὰ ὁμοιάζουν με τίς ἐκδηλώσεις ἑνός ἄλλου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τίποτε στον ἐγκέφαλό του, ἔχει ὅμως μια νευροψυχική διαταραχή. Τα συμπτώματα καὶ στις δύο περιπτώσεις φαίνονται νὰ εἶναι τὰ ἴδια.

Ἐκεῖνος ποὺ θὰ καταπιαστεῖ μὲ τὴ θεραπεία αὐτῶν τῶν δύο ἀνθρώπων, θα πρέπει νὰ ἔχει ὑπ' ὄψιν του ἀπὸ ποὺ προέρχονται στην καθεμιά περί-πτωση αὐτὰ τὰ ἴδια συμπτώματα. Τοῦ μὲν πρώτου προέρχονται ἀπό μιά ὀργανική βλάβη τοῦ ἐγκεφά-λου, καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ εἰδικά φάρμα-κα ἢ ἀκόμη καὶ ἀπό ἐγχείρηση. Στὸν ἄλλο τὰ συμ-πτώματα προέρχονται ἀπό μια νευροψυχική διαταραχή, καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἄλλου εἴδους θεραπεία, ἄσχετα, ἐπαναλαμβάνω, ἂν τὰ συμπτώματά του εἶναι ἴδια μὲ ἐκεῖνα τοῦ πρώτου. Ἔτσι, πολλές φορές τα συμπτώματα μιᾶς ἀτόφιας ἁμαρτίας καὶ τὰ συμπτώματα μιᾶς ἠθικῆς ἀσθένειας ὁμοιάζουν, και νομίζει κανείς ὅτι κάποια συμπτώ-ματα εἶναι ἁμαρτία, ἐνῶ δὲν εἶναι. Ἄλλα βέβαια εἶναι ἁμαρτία, ἄλλα ὅμως δέν εἶναι.


Ὁ ἄνθρωπος πού με πρόγραμμα ἐξαπατά, με-θύει, εἶναι ὀξύθυμος καὶ ἱκανοποιεῖ τὰ πάθη του, ἀνήκει εἰς διάφορον κατηγορίαν ἀπό τὸν κλεπτομανή, τὸν ἀλκοολικόν, τὸ παθολογικόν θύμα διεστραμμένου σεξουαλικού πάθους ἢ ἐκρήξεων τοῦ θυμικού.

Ἄλλο εἶναι μὲ πρόγραμμα νὰ ἐξαπατά κανείς, νὰ μεθάει, νὰ εἶναι ὀξύθυμος, καθώς τὰ κάνει αὐτά ἑκουσίως, καὶ ἄλλο εἶναι οἱ ἐκδηλώσεις, π.χ., τοῦ κλεπτομανούς. Αὐτός εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστος. Κλέβει ὄχι ἐπειδή θέλει ἐκείνη τὴν ὥρα να κλέψει, οὔτε ἐπειδή θέλει να παραβεί κάποιον νόμο, ἀλλά διότι ἡ ἀρρώστια του εκδηλώνεται κατ' αὐτὸν τὸν τρόπο. Είναι κλεπτομανής. Τὸ ἴδιο μποροῦμε νὰ ποῦμε καὶ γιὰ τὸν ἄλλο πού εἶναι ἀλκοολικός, ἡ γιά ἐκεῖνον ποὺ εἶναι παθολογικά θύμα διεστραμμένου σεξουαλικοῦ πάθους ἡ ἐκρήξεων τοῦ θυμικοῦ.

Καθώς δὲ αἱ ὀργανικαί καί νευρικαί νόσοι πα ρουσιάζουν παρόμοια συμπτώματα, ἂν καὶ γεννῶν-ται ἀπὸ πολύ διαφόρους αἰτίας, ἔτσι καὶ ἡ ἠθική ἀσθένεια καὶ ἡ ἁμαρτία ἡμπορεῖ νὰ ἐμφανίζουν πα ρομοίαν καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις διαγωγήν -κλοπήν, ψεῦδος κλπ.- ή προέλευσής των ὅμως να εἶναι τόσον διάφορος ὅσον καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν ὀργανικῶν καὶ νευρικῶν νόσων

Νὰ ἐπαναλάβω αὐτὸ ποὺ εἴπαμε προηγουμένως. Ὅπως δηλαδή στις περιπτώσεις τῶν ὀργα νικῶν καὶ νευροψυχικῶν ἀσθενειῶν τὴν ἴδια ἐκδή λωση ἐμφανίζει καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει στο κε φάλι του, π.χ., μια σφαίρα, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν ἔχει μέν τίποτε στο κεφάλι του, ἀλλὰ πάσχει ἀπό μια νευροψυχική διαταραχή, ἔτσι καί στις πε ριπτώσεις τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἠθικῆς ἀσθένειας κλέβει, π.χ., καὶ ὁ ἕνας, κλέβει καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ ὁ ἕνας θέλει καὶ κλέβει, ἐνῶ ὁ ἄλλος κλέβει, ἐπειδὴ εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστος. Ἡ, λέει ὁ ἕνας ψέματα, λέει καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ ὁ ἕνας θέλει καὶ ψεύδε ται, ἐνῶ ὁ ἄλλος ψεύδεται, ἐπειδή εἶναι ψυχολογικά ἄρρωστος. Αὐτό –ἡ τάση να λέει κανείς ψέματα-συνήθως συναντᾶται στα μικρά παιδιά, ἀλλά μερι-καὶ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀκόμη μεγαλώσουν, κατά ἕναν παθολογικό τρόπο ψεύδονται ὁπότε αὐτό εἶναι πλέον ἐκδήλωση ἠθικῆς ἀσθένειας.

Ἡ ἀπλουστέρα ἴσως περίπτωσις που δύναται να χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα εἶναι ἡ τοῦ μεθύσου καὶ τοῦ ἀλκοολικοῦ. Διὰ τὸν ἀστυνόμον καί τον δικαστὴν εἶναι καὶ οἱ δύο ἁπλῶς «μέθυσοι», ἀμφότεροι δὲ πρέπει να τιμωρηθούν.
Γιὰ τὸν δικαστή, εἴτε ἕναν μέθυσο ἔχει μπρο-στα του εἴτε ἕναν ἀλκοολικό, τὸ ἴδιο πράγμα εἶναι, καὶ ἐπομένως καὶ οἱ δύο πρέπει να τιμωρηθοῦν.
Ἐν τούτοις ὁ πρῶτος ἡμπορεῖ νὰ μεθύῃ ἕνεκα τῆς διεφθαρμένης και κτηνώδους φύσεώς του...
Το φρόνημά του δηλαδή ἔχει πάρει ἐσφαλμέ-νη πορεία, καὶ ἀπό τὸ ἐσφαλμένο πλέον αὐτό φρό-νημα γεννώνται οἱ ἁμαρτίες του.
... ἐνῶ ὁ ἄλλος ἡμπορεῖ νὰ πίνῃ ἕνεκα μιᾶς ἰδιοσυστασίας τόσον εὐαισθήτου πού δέν δύναται να φέρῃ τάς προσβολάς τῆς ζωῆς...


Δηλαδή, εἶναι μερικοί ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔρχονται σ' αὐτόν τον κόσμο τόσο ευαίσθητοι, ὥστε, ὅταν βγοῦν στη ζωή καί ἀναλάβουν εὐθύνες καὶ διάφορες φροντίδες, δὲν μποροῦν νὰ τὰ βγάλουν πέρα καὶ καταντοῦν στὸ πιοτό καί γίνονται ἔτσι ἀλκοολικοί. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο προσπαθούν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ μπορέσουν ἔτσι να ζήσουν καὶ νὰ περνοῦν τις ἡμέρες τους. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ ἀρρώστια.

Ἄλλο διεφθαρμένο φρόνημα καὶ ἄλλο ἠθική ἀσθένεια


Πρέπει ὅμως νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι μέγας ἀριθ μός διαταραχών, θεωρουμένων σήμερον ὡς ἁμαρ-τιῶν, εἰς τὴν πραγματικότητα ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἠθικῶν ἀσθενειῶν.

Βέβαια, αὐτό μὲ μιὰ ἐπιφύλαξη πρέπει να το δεχθούμε. Διότι ἂν τὸ πάρουμε ὅπως το λέει, κά-ποιοι μπορεῖ νὰ ποῦν: «Καλά ποὺ μᾶς τὰ εἶπε αὐτά, γιὰ νὰ χαρούμε λίγο τις ἁμαρτίες μας». Δὲν εἶναι καθόλου ἔτσι. Ἕνα ἔμπειρο μάτι καταλαβαίνει ποιό εἶναι ἀρρώστια καὶ ποιό εἶναι ἁμαρτία ποιό προ έρχεται δηλαδή ἀπὸ διεφθαρμένο φρόνημα. Άλλο διεφθαρμένο φρόνημα καὶ ἄλλο ἠθική ἀσθένεια. Ἡ μὲν ἠθικὴ ἀσθένεια προέρχεται ἀπό συμπλέγματα, ἀπό βιώματα δηλαδή μπερδεμένα καὶ ἀπωθημένα, ἀπὸ μιὰ ἀρρωστημένη κατάσταση που ξεκίνησε ἀπὸ τὰ παιδικά χρόνια, ἐνῶ ἡ ἁμαρτία προέρχεται ἀπὸ διεφθαρμένο φρόνημα. Δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος θεληματικά πῆρε ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ πορεία ἐσφαλ-μένη. Εἶναι ἕνας ἐπαναστάτης, ἕνας ἀντάρτης ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ἄλλο τώρα ὅτι καὶ ὁ ἠθικά ἄρρωστος φαίνεται σαν ἐπαναστάτης καὶ ἀντάρτης. Βαθύτερα ὅμως ἡ ὅλη κατάστασή του καὶ οἱ ἐκδη λώσεις του προέρχονται ἀπὸ τὴν ἠθική ἀσθένεια.

Πράγματι, εἶναι δυνατόν πάρα πολλαί ἐκ τῶν κακῶν συνηθειῶν τῆς καθημερινῆς ζωῆς ματαιοδοξία, ἐπιθετικότης, κακαί καταληπτικαί σκέψεις, ἔμμονοι συνήθειαι- αἱ ὁποῖαι φέρουν εἰς ἀπόγνω σιν τοὺς πάσχοντας ἐξ αὐτῶν καὶ τοὺς ἰατρούς που τούς θεραπεύουν, μερικῶς τουλάχιστον νὰ ὀφείλων-ται εἰς ἠθικὴν ἀσθένειαν, καί, ἄν ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, αἱ μέθοδοι θεραπείας, εἴτε ἀπό τῆς θρη σκευτικῆς εἴτε ἀπό τῆς ἠθικῆς πλευρᾶς, εἴτε ἀπό τῆς νομικῆς τοιαύτης, να χρειάζωνται μίαν πολύ ριζικήν ἀναθεώρησιν.

Συνεπῶς καὶ μιὰ ματαιοδοξία, μιά ἐπιθετικότητα –εἶναι μερικοί ἄνθρωποι πού δέν δέχονται τρίχα στο σπαθί τους· διαρκῶς ἔχουν αὐτή τήν ἐπιθετικότητα καί εἶναι ἕτοιμοι νὰ φᾶνε τὸν ἄλλο-εἶναι δυνατόν να προέρχονται ἀπό μιά ἠθική ἀσθένεια. Διάφορες ἐπίσης σκέψεις πού κατακυριεύουν, τρόπον τινά, το μυαλό, ἔμμονες ἰδέες ἤ καί συνή-θειες, ὅλα αὐτά ὡς πράξεις φαίνονται ὅτι εἶναι ἁμαρτωλά πράγματα, ἀλλά αἰτία αὐτῶν εἶναι κά-ποια ἠθική ἀσθένεια. Καί καθώς οἱ ἄνθρωποι πού τὰ ἔχουν αὐτά δέν ξέρουν ὅτι προέρχονται ἀπό μιά ἠθική ἀσθένεια, λένε: «Ἀφοῦ εἶμαι τέτοιος, ἀλί-μονό μου». Καί προσπαθοῦν νὰ διορθωθοῦν, ἀλλά εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον.

Οἱ ἐκδηλώσεις πού προέρχονται ἀπό ἀρρώ-στια, δηλαδή ἀπό συμπλέγματα, ἀπό ἀπωθημένα μπερδεμένα βιώματα, δὲν μποροῦν νὰ ἐκλείψουν, ὅ,τι και να κάνει κανείς· ἄλλο ἄν κάνει θαῦμα ὁ Θεὸς ἢ ἄν γιατρευτεῖ ἡ βαθύτερη αἰτία. Ἐπειδή ὅμως τή βαθύτερη αὐτή αἰτία, κατά κανόνα, δέν τή γνωρίζει ὁ ἀσθενής –καί ἑπομένως παραμένει ἀθεράπευτη- προσπαθεῖ νὰ διορθώσει ἁπλῶς τις ἐκδηλώσεις· καί, καθώς δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίπο-τε, ἀπελπίζεται: «Πάει, ἐγώ θα χαθῶ!»

Φαινόμενα ἠθικῆς ἀσθένειας


Εἰς προηγούμενα κεφάλαια εἴδομεν μερικάς περιπτώσεις ἠθικῶν διαταραχῶν, τὰς ὁποίας ἀκρι-βολογοῦντες θὰ ἔπρεπε να περιγράψωμεν ὡς φαινό-μενα ἠθικῆς ἀσθενείας. Ἐὰν ἐπί παραδείγματι ὁ ὁμοερωτισμός εἶναι κληρονομικοῦ ἡ ὀργανικοῦ τύ-που, δέν πρέπει να μεμφώμεθα τὸ ἄτομον, εἰς τὸ ὁποῖον τοιαῦται ὁρμαί γίνονται ἰσχυρῶς αἰσθηταί

Ἔρχεται ἕνας ἄνθρωπος σ' αὐτὸν τὸν κόσμο καί κληρονομικῶς φέρει μια διαστροφή. Το φταίξι-μό του δέν εἶναι ὅτι τὸ ἔχει αὐτό. Αὐτὸ τὸ ἔχει. Τί νὰ γίνει: Ἀφοῦ τὸ κουβαλάει ὡς κληρονομικό βάρος ἢ καμιά φορά ἀπό μιά ὀργανική πάθηση, ἡ ὁποία γίνεται αἰτία νὰ ἀλλάξει καὶ ἡ λειτουργία τοῦ σώ-ματός του, τί φταίει; Φταίει, ὅταν δὲν ἀποφεύγει τίς ἀφορμές, τις κακοτοπιές καὶ φυτρώνει ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸν σπέρνουν. Ἀπό αὐτῆς τῆς πλευρᾶς φταίει καί παραφταίει. Ἀλλά, γιὰ τὸ ὅτι ἔχει ὅ,τι ἔχει, δη-λαδή τὴν ἀσθένεια που φέρει, δέν φταίει, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸν μέμφεται κανείς γι' αὐτό.


Ὀφείλει βεβαίως τὸ ἄτομον νὰ εἶναι εἰς θέσιν να διατηρήσῃ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ὁρμῶν αὐτῶν.
Καί ἐδῶ χρειάζεται, νομίζω, νὰ λεχθεῖ τὸ ἑξῆς: Ἐάν κάποιος διαπιστώσει στὸν ἑαυτό του ὅτι ὑπάρχει μια διαστροφή, ἂν μάλιστα αὐτὸ ὀφείλε ται σε κληρονομικότητα –πού κυρίως ἐκεῖ ὀφείλε ται- δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχήσει. Ἐκεῖνο που χρειά-ζεται εἶναι νὰ συγκρατήσει τήν ὁρμή του αὐτή. Καί με τη βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ τὸ πετύχει αὐτό. Ἂν διαπιστώσει κάτι τέτοιο σε κάποιον ἄλλον, ἀνάλογα να τον συμβουλεύσει.
Πολλάκις ὅμως ὁ νοῦς του βασανίζεται μὲ ἐνοχὴν διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν τῶν συναισθημάτων. Ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο ἐκεῖνο που τον τρώει
εἶναι τὸ γιατί. Καὶ σκέπτεται: «Ἐγώ, ἀφοῦ ἔχω αὐτὸ τὸ πράγμα, εἶμαι μεγάλος ἁμαρτωλός». Ἐνῶ δὲν εἶναι ἔτσι δέν εἶναι καθόλου μεγάλος άμαρτω-λός. Ἁπλούστατα, ή κατασκευή του εἶναι ἔτσι. Ἡ ἁμαρτία ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού δέν θα κάνει ὅ,τι χρειάζεται ἀπό μέρους του καὶ δὲν θὰ ζητήσει τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὅποιου ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσει, για να ξεπεράσει τη δυσκολία.

Πρέπει νὰ τοῦ συστήσωμεν ὅτι δὲν πρέπει να αἰσθάνεται ἀξιόμεμπτος δι' αὐτά καί ὅτι, ἐφόσον ταῦτα δὲν εὑρίσκουν ὠμήν φυσικήν ἔκφρασιν, δέν ὑπάρχει τίποτε κακόν εἰς αὐτά, τίποτε ἐν πάσῃ πε-ριπτώσει διά τό ὁποῖον ὁ ἴδιος εἶναι ὑπεύθυνος.

***

Μία ἔτι σαφεστέρα περίπτωσις ἠθικῆς ἀσθενείας εἶναι ἡ τοῦ διψομανούς. Δοκιμάζει κατά καιρούς δί-ψαν διά το ποτόν, τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνίκανος να συγ κρατήσῃ. Ὁ διεστραμμένος ὁμοερωτικός δύναται να θέσῃ ὑπὸ ἔλεγχον τὴν ὁρμήν του, ὥστε ἡ ἐπαίσχυντος πρᾶξις να μή συμβῆ. Ὁ διψομανής ὅμως δὲν δύναται ν' αντισταθη εἰς τὸν πειρασμόν του ποτού, ὅπως ἀκριβως καί ὁ ἐπιληπτικός δὲν δύναται ν' ἀντισταθῇ εἰς τὰς προσβολάς τῆς ἐπιληψίας.

Εἶναι ἀδύνατον ἕνας ἐπιληπτικός να μπορέσει νὰ ἀντισταθεῖ στις προσβολές τῆς ἐπιληψίας. Μόλις ἔλθει ἡ ὥρα, θὰ τὸν πιάσει. Ἔτσι λοιπόν καὶ ἕνας διψομανής δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθεί στον πειρασμό τοῦ πιοτοῦ. "Ένας διψομανής που καταντὰ ἀλκοολικός, καὶ ὁ ὁποῖος στο βάθος εἶναι ἄρρωστος καί ὄχι μέθυσος, θέλει δέν θέλει, θὰ πιεῖ δὲν μπορεῖ νὰ κάνει διαφορετικά. Ἄλλο τώρα ἄν ὑποβληθεῖ σε θεραπεία. Θεραπεία δηλαδή πνευμα-τική, μέσα στήν Ἐκκλησία διὰ τῶν μυστηρίων, μὲ τη χάρη τοῦ Χριστοῦ· καὶ θεραπεία ψυχολογική. Ἀλλά ἔτσι ὅπως ἔχουν τα πράγματα μὲ τὸν διψομα νή, δὲν μπορεῖς, μόλις τὸν δεῖς νὰ πίνει, νὰ τὸν μεμφθεῖς, ὅπως δὲν μπορεῖς νὰ μεμφθεῖς καὶ τὸν ἐπιληπτικό πού πέφτει κάτω καὶ ἀρχίζει νὰ ἀφρίζει κτλ. Ὁ ἄλλος ὅμως, μὲ τὴ σεξουαλική διαστροφή, ναι μέν δέν μπορεῖ νὰ κάνει διαφορετικά ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι αὐτό πού εἶναι καὶ νὰ αἰσθάνεται ὅπως αἰσθάνεται -δέν μπορεῖ νὰ τὸ ἀποφύγει αὐτό, ἐφόσον εἶναι κληρονομικό- ἀλλά να συγκρατήσει τὸν ἑαυτό του μπορεί.

***

Πολλάκις ἐπίσης μᾶς ζητοῦν νὰ κάμωμεν κάτι δι' ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται ἀκατανίκητον τάσιν «νά βλασφημήσουν τὸν Θεόν» ή να σκεφθούν «ἀκάθαρτα» ἡ ἱερόσυλα πράγματα.

Συνάντηση του Μητροπολίτη Δημητριάδος και του Διευθυντή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών με τον Οικουμενικό Πατριάρχη

Πραγματοποιήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης (Οικουμενικό Πατριαρχείο) ο εορτασμός της μνήμης του ιερού Φωτίου, με χοροστασία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου. Στον εορτασμό παρευρέθηκε αντιπροσωπεία της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος με επικεφαλής τον Σεβ. Μητροπολίτη κ. Ιγνάτιο, ενώ η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου εκπροσωπήθηκε από τον Διευθυντή της, Δρα Παντελή Καλαϊτζίδη.

Μετά το πέρας της θείας λειτουργίας ο Μητροπολίτης Δημητριάδος και ο Διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου είχαν κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, κατά την οποία συζητήθηκε η δυνατότητα συνεργασίας σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος. Με την ευκαιρία της συνάντησης, παρέδωσαν στον Οικουμενικό Πατριάρχη δυο βιβλία που εκδόθηκαν πρόσφατα με τη φροντίδα της Ακαδημίας του Βόλου και συνεργατών της, και συγκεκριμένα:


1. Tην αγγλική έκδοση του έργου του αείμνηστου Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Δ. Ζηζιούλα «Ελληνισμός και Χριστιανισμός: Η συνάντηση δύο κόσμων» («Hellenism and Christianity: The Meeting of Two Worlds») που πραγματοποιήθηκε από τις εκδόσεις του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών σε συνεργασία με την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου. Το βιβλίο αυτό εντάσσεται στη σειρά «Doxa & Praxis: Exploring Orthodox Theology» του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, την οποία διευθύνει ο Διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Παντελής Καλαϊτζίδης. Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον π. Γρηγόριο Edwards, ενώ την έκδοση επιμελήθηκε ο Νικόλαος Ασπρούλης, Αναπληρωτής Διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, ο οποίος συνέγραψε και τον πρόλογο.


2. Το βιβλίο του Διευθυντή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, Pantelis Kalaitzidis, «Orthodoxy and Modernity: Introducing a Constructive Encounter», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον εκδοτικό οίκο Brill/Schöningh, και αποτελεί κατά πολύ επαυξημένη και επικαιροποιημένη εκδοχή του παλαιότερου (από το 2007, και ήδη εξαντλημένου) πονήματος του Παντελή Καλαϊτζίδη «Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα-Προλεγόμενα» (που από το 2010 κυκλοφορεί και σε ρουμανική μετάφραση). Το βιβλίο αυτό εγκαινιάζει τη νέα σειρά του εκδοτικού οίκου «East West Ecumenism». Υπάρχει ήδη ενδιαφέρον για τη μετάφραση του νέου αυτού έργου του Διευθυντή της Ακαδημίας του Βόλου στα γαλλικά, ρωσικά και ρουμανικά.

Η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξέφρασε την ευαρέσκεια του και συνεχάρη τους παρευρισκόμενους για το έργο το οποίο επιτελείται στα όρια της Μητροπόλεως Δημητριάδος.

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Ο αργός σεισμός του Epstein: Το ρήγμα μεταξύ του λαού και των ελίτ

Alastair Crooke - 13 Φεβρουαρίου 2026

Ο αργός σεισμός του Epstein: Το ρήγμα μεταξύ του λαού και των ελίτ


Πηγή: Ίδρυμα Στρατηγικού Πολιτισμού

Μετά τον Έπσταϊν, τίποτα δεν μπορεί να συνεχίσει όπως πριν: ούτε οι μεταπολεμικές αξίες του «ποτέ ξανά» - που αντανακλούσαν το συναίσθημα στο τέλος αιματηρών πολέμων - και η ευρεία επιθυμία για μια «πιο ισότιμη και δίκαιη» κοινωνία· ούτε η διπολική οικονομία της ακραίας ανισότητας πλούτου· ούτε η εμπιστοσύνη - μετά την δωρεά, τους σάπιους θεσμούς και τις διαστροφές που τα έγγραφα του Έπσταϊν κατέδειξαν ότι ήταν ενδημικές σε ορισμένες δυτικές ελίτ.
Πώς μπορούμε να μιλάμε για «αξίες» σε αυτό το πλαίσιο;
Στο Νταβός, ο Μαρκ Κάρνεϊ ξεκαθάρισε ότι οι «κανόνες της τάξης» δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ατημέλητη πρόσοψη Ποτέμκιν που ήταν γνωστό ότι ήταν ψευδής, κι όμως η πρόσοψη διατηρήθηκε. Γιατί; Απλώς επειδή η απάτη ήταν χρήσιμη. Το «επείγον» ήταν η ανάγκη να αποκρυφθεί η κατάρρευση του συστήματος σε έναν ριζοσπαστικό, αντι-αξιακό μηδενισμό. 
Κρύβοντας την πραγματικότητα ότι οι κύκλοι των ελίτ - γύρω από τον Έπσταϊν - λειτουργούσαν πέρα ​​από τα ηθικά, νομικά ή ανθρώπινα όρια, αποφασίζοντας μεταξύ ειρήνης και πολέμου με βάση τις δικές τους μικροπρεπείς ορέξεις. Οι ελίτ κατάλαβαν ότι μόλις η πλήρης ανηθικότητα των ηγεμόνων γινόταν γνωστή στις μάζες, η Δύση θα έχανε την αρχιτεκτονική των ηθικών αφηγήσεων που στηρίζουν με ακρίβεια μια εύτακτη ζωή. Αν το κατεστημένο είναι γνωστό για την αποφυγή της ηθικής, γιατί κάποιος άλλος να συμπεριφέρεται διαφορετικά;
Ο κυνισμός θα εξαπλωνόταν σαν χιονοστιβάδα. Τι θα κρατούσε τότε ένα έθνος ενωμένο;
Λοιπόν, μόνο ο ολοκληρωτισμός, πιθανότατα.

Η μεταμοντέρνα «πτώση» στον μηδενισμό έχει τελικά καταρρεύσει στο αναπόφευκτο «αδιέξοδο» της (όπως προέβλεψε ο Νίτσε το 1888). Το παράδειγμα του «Διαφωτισμού» έχει τελικά μεταμορφωθεί στο αντίθετό του: έναν κόσμο χωρίς αξίες, νόημα ή σκοπό (πέρα από τον άπληστο προσωπικό πλουτισμό). Αυτό υπονοεί επίσης το τέλος της ίδιας της έννοιας της Αλήθειας, η οποία ήταν κεντρική στον δυτικό πολιτισμό από την εποχή του Πλάτωνα.
Η κατάρρευση υπογραμμίζει επίσης τις αποτυχίες της δυτικής μηχανικής λογικής: «Αυτός ο τύπος a priori, κλειστού βρόχου συλλογισμού είχε πολύ μεγαλύτερη επίδραση στη δυτική κουλτούρα από ό,τι θα μπορούσαμε να φανταστούμε... Έχει οδηγήσει στην επιβολή κανόνων που θεωρούνται αδιάψευστοι, όχι επειδή έχουν αποκαλυφθεί, αλλά επειδή έχουν αποδειχθεί επιστημονικά και επομένως δεν υπάρχει ένσταση εναντίον τους», παρατηρεί ο Aurelien.

Αυτός ο μηχανικός τρόπος σκέψης έπαιξε σημαντικό ρόλο στο τρίτο στάδιο της «κατάρρευσης του Νταβός» (μετά την πνευματική κατάρρευση και την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στην ηγεσία). Η μηχανική σκέψη, βασισμένη σε μια ντετερμινιστική και ψευδοεπιστημονική κοσμοθεωρία, οδήγησε σε οικονομικές αντιφάσεις που εμπόδισαν τους Δυτικούς οικονομολόγους να δουν αυτό που βρισκόταν μπροστά στα μάτια τους: ένα υπερ-χρηματοδοτημένο οικονομικό σύστημα εξ ολοκλήρου στην υπηρεσία των ολιγαρχών και των εσωτερικών ειδικών.
Καμία αποτυχία των οικονομικών μας μοντέλων, όσο μεγάλη κι αν ήταν, «δεν αποδυνάμωσε την πρόσφυση των μαθηματικών οικονομολόγων στις κυβερνητικές πολιτικές. Το πρόβλημα ήταν ότι η επιστήμη, σε αυτόν τον δυαδικό τρόπο αιτίας και αποτελέσματος, δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει ούτε το χάος ούτε την πολυπλοκότητα της ζωής» (Aurelien). Άλλες θεωρίες -εκτός από τη Νευτώνεια φυσική- όπως η κβαντική θεωρία ή η θεωρία του χάους έχουν αποκλειστεί σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο σκέψης μας.
Η σημασία του «Νταβός» -ακολουθούμενη από τις αποκαλύψεις για τον Έπσταϊν- είναι ότι ο Χάμπτι-Ντάμπτι της εμπιστοσύνης έχει πέσει από τον τοίχο και δεν μπορεί να ξανασυναρμολογηθεί.

Αυτό που είναι επίσης σαφές είναι ότι οι κύκλοι του Έπσταϊν δεν αποτελούνταν μόνο από διεστραμμένα άτομα. «Αυτό που έχει αποκαλυφθεί υποδηλώνει συστηματικές, οργανωμένες και τελετουργικές πρακτικές». Και αυτό αλλάζει τα πάντα, όπως παρατηρεί ο σχολιαστής Lucas Leiroz:
«Δίκτυα αυτού του είδους υπάρχουν μόνο όταν υποστηρίζονται από βαθιά θεσμική προστασία. Η τελετουργική παιδοφιλία, η εμπορία ανθρώπων σε διεθνική κλίμακα ή η συστηματική παραγωγή ακραίου υλικού δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς πολιτική, αστυνομική, δικαστική και μιντιακή κάλυψη. Αυτή είναι η λογική της εξουσίας».

Από τα αμέτρητα email, ο Epstein σίγουρα αναδεικνύεται ως παιδόφιλος και ένα απολύτως ανήθικο άτομο, αλλά και ως ένα εξαιρετικά έξυπνο άτομο και ένας σημαντικός γεωπολιτικός παράγοντας, του οποίου οι πολιτικές γνώσεις εκτιμήθηκαν από υψηλόβαθμες προσωπικότητες σε όλο τον κόσμο. Ήταν μάστερ της γεωπολιτικής, όπως περιέγραψε ο Michael Wolff (ήδη από το 2018, καθώς και σε πρόσφατα δημοσιευμένη αλληλογραφία μέσω email) στον πόλεμο μεταξύ της εβραϊκής εξουσίας και των εθνικών.
Αυτό υποδηλώνει ότι ο Epstein ήταν λιγότερο ένα εργαλείο των μυστικών υπηρεσιών και περισσότερο «ίσος» με αυτές. Δεν είναι περίεργο που οι ηγέτες επιδίωκαν την παρέα του (ακόμα και για σοβαρά ανήθικους λόγους, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε). Και είναι σαφές ότι το (μονοκομματικό) βαθύ κράτος ελίσσεται μέσω αυτού. Και τελικά, ο Epstein γνώριζε πάρα πολλά.

Ο Ντέιβιντ Ρόθκοπφ, ο ίδιος πρώην σύμβουλος πολιτικών υποθέσεων στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών των ΗΠΑ, αναλογίζεται τη σημασία του Έπσταϊν για την Αμερική:
«Οι νέοι Αμερικανοί συνειδητοποιούν ότι οι θεσμοί τους τους απογοητεύουν και ότι θα πρέπει να σώσουν τους εαυτούς τους... Υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στη Μινεάπολη που λένε ότι δεν πρόκειται πλέον για το Σύνταγμα, το κράτος δικαίου ή τη δημοκρατία, κάτι που μπορεί να φαίνεται θετικό, αλλά απέχει πολύ από την πραγματικότητα του μέσου ανθρώπου».

«Οι άνθρωποι λένε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν θα μας προστατεύσει, ότι το Κογκρέσο δεν θα μας προστατεύσει, ότι ο Πρόεδρος είναι ο εχθρός, ότι αναπτύσσει τον στρατό του στις πόλεις μας. Οι μόνοι που μπορούν να μας προστατεύσουν είμαστε εμείς οι ίδιοι».
«Είναι οι «ηλίθιοι δισεκατομμυριούχοι»» [αναφορά στο παλιό σύνθημα: «Είναι η οικονομία, ηλίθιε»]. Ο Ρόθκοπφ εξηγεί:

«Αυτό που εννοώ είναι ότι, αν δεν καταλαβαίνετε ότι η ισότητα και η ατιμωρησία των ελίτ είναι κεντρικά ζητήματα για όλους, ότι οι άνθρωποι πιστεύουν ότι το σύστημα είναι στημένο και δεν λειτουργεί προς όφελός τους... δεν πιστεύουν πλέον ότι το αμερικανικό όνειρο είναι πραγματικό και ότι ο έλεγχος της χώρας έχει καταληφθεί από μια χούφτα υπερπλούσιων ανθρώπων, που δεν πληρώνουν φόρους και γίνονται όλο και πλουσιότεροι, ενώ οι υπόλοιποι από εμάς μένουμε όλο και πιο πίσω, [τότε δεν μπορείτε να κατανοήσετε τη σημερινή απελπισία μεταξύ των κάτω των 35 ετών]».
Ο Ρόθκοπφ υποστηρίζει ότι το επεισόδιο Νταβός/Έπσταϊν σηματοδοτεί τη ρήξη μεταξύ του λαού και των άρχουσων τάξεων.
«Οι δυτικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν τώρα ένα δίλημμα που δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω εκλογών, κοινοβουλευτικών επιτροπών ή ομιλιών. Πώς μπορείτε να συνεχίσετε να αποδέχεστε την εξουσία θεσμών που έχουν προστατεύσει ένα τέτοιο επίπεδο φρίκης; Πώς μπορείτε να διατηρήσετε τον σεβασμό για τους νόμους που εφαρμόζονται επιλεκτικά από ανθρώπους που ζουν πάνω από αυτούς;» λέει ο Λέιροζ.
Η απώλεια σεβασμού, ωστόσο, δεν είναι η ουσία του ζητήματος. Κανένα συμβατικό πολιτικό κόμμα δεν έχει λύση για την αποτυχία της Οικιακής Οικονομίας: την έλλειψη αρκετά καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση και την ακριβή στέγαση.
Κανένα κυρίαρχο κόμμα δεν μπορεί να δώσει μια αξιόπιστη απάντηση σε αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα, επειδή, για δεκαετίες, η οικονομία έχει «παραποιηθεί», έχει αναπροσανατολιστεί δομικά προς μια οικονομία που βασίζεται στο χρέος και είναι κερδοσκοπική, εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.
Αυτό θα απαιτούσε την πλήρη εξάλειψη της τρέχουσας αγγλοσαξονικής φιλελεύθερης δομής της αγοράς και την αντικατάστασή της με μια άλλη. Αυτό θα απαιτούσε μια δεκαετία μεταρρυθμίσεων, και οι ολιγάρχες θα αντιτίθεντο ανοιχτά σε αυτό.
Ιδανικά, θα μπορούσαν να αναδυθούν νέα πολιτικά κόμματα. Στην Ευρώπη, ωστόσο, οι «γέφυρες» που θα μπορούσαν ενδεχομένως να μας οδηγήσουν έξω από τις βαθιές δομικές μας αντιφάσεις έχουν καταστραφεί σκόπιμα στο όνομα ενός cordon sanitaire, που έχει σχεδιαστεί για να αποτρέψει την εμφάνιση οποιασδήποτε μη κεντρώας πολιτικής σκέψης.
Εάν οι διαμαρτυρίες δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα στην αλλαγή του status quo και οι εκλογές παραμείνουν ένας διαγωνισμός μεταξύ των κομμάτων Tweedle Dee και 
Tweedle Dum της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, οι νέοι θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι «κανείς δεν έρχεται να μας σώσει» και μπορεί να καταλήξουν, μέσα στην απελπισία τους, στο συμπέρασμα ότι το μέλλον μπορεί να κριθεί μόνο στους δρόμους.

Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 15

Συνέχεια από Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 15

John M. Rist

ΙΙΙ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

H. Πορφύριος και Ιάμβλιχος στον Βασίλειο

Ενόψει της πολύ περιορισμένης χρήσης του Πλωτίνου από τον Βασίλειο, όπως θα μας οδηγούσαν να προβλέψουμε οι προηγούμενες έρευνές μας για τον τέταρτο αιώνα, δεν θα έπρεπε να αναμένουμε και μεγάλη επίδραση του Πορφυρίου ή του Ιαμβλίχου. Αλλά, μολονότι η επίδραση του Ιαμβλίχου στον χριστιανισμό του τετάρτου αιώνα αναγνωρίζεται γενικά ως ελάχιστη,³²⁰ το ίδιο —δυστυχώς— δεν μπορεί να λεχθεί για τον Πορφύριο.

Έχουμε ήδη σημειώσει πώς ο Theiler,³²¹ αναθεωρώντας την προσπάθεια του Henry να εντοπίσει την Εννεάδα 2.8 (σχετικά με το πώς τα αντικείμενα που βλέπονται από απόσταση φαίνονται μικρά) στο Hex. 6.9, προτίμησε να εντοπίσει μια σχολική παράδοση διαμεσολαβημένη από τον Πορφύριο, αντί να επιστρέψει άμεσα σε μια προ-πλωτινική πηγή. Ο Theiler, στη συζήτησή του, παραθέτει τον Calcidius, κεφ. 272, ως παράλληλο για τον Βασίλειο· και έχω ήδη εξετάσει την τάση —που δυστυχώς αθανατίστηκε πλέον από τον Waszink και τους μαθητές του— να θεωρείται ότι ο Calcidius πρέπει να αντανακλά τη μέση πλατωνική (και άλλες) διδασκαλία μέσω του Πορφυρίου, αντί μέσω άμεσης χρήσης προ-πλωτινικών πηγών.

Αλλά, όπως και στην περίπτωση του Calcidius, έτσι και στον Βασίλειο, η εισαγωγή του Πορφυρίου αποτελεί περιττή περιπλοκή: πρέπει να εφαρμοστεί το ξυράφι του Όκκαμ.

Έχω επίσης ήδη σχολιάσει επαρκώς την επίκληση του Πορφυρίου από τον Theiler για να εξηγηθεί η χρήση της ἡσυχίας στον Βασίλειο· και παρόμοια μικρή αξιοπιστία μπορεί να αποδοθεί σε μία ακόμη προσπάθεια του Theiler να βρει κανόνες προέλευσης δογμάτων. Η παραλληλία ανάμεσα σε φράση του Βασιλείου στο EGNaz. [2] 2.55 (ἀκοῆς τὸν τόνον τῆς ψυχῆς ἐκλυούσης) και στο τῆς ψυχῆς ἐκλύει τὸν τόνον στο σχόλιο του Σιμπλικίου στο Εγχειρίδιον του Επικτήτου αποκαλύπτει τη μέθοδό του. Η παραλληλία, λέει, δείχνει «σχεδόν αυτόματα» προς τον Πορφύριο, αφού ο Ιάμβλιχος πρέπει να αποκλειστεί. Φυσικά, δεν δείχνει τίποτε τέτοιο. Η διδασκαλία είναι Στωική και απαντά στο σχόλιο του Σιμπλικίου σε στωικό κείμενο. Ο Βασίλειος επίσης χρησιμοποιεί στωικό υλικό — λίγοι θα το αρνούνταν.

Επιπλέον, γενικά οι προσπάθειες του Theiler να δει τα έργα του Πορφυρίου De abstinentia και Sententiae στον Βασίλειο είναι αόριστες και αρκετά ανακριβείς. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για το De regressu του Πορφυρίου· και εδώ διακρίνεται ένα ακόμη χαρακτηριστικό της τεχνικής του Theiler — όχι μόνο όταν ασχολείται με τον Βασίλειο. Αν, θέλει να πει, μια διδασκαλία μοιάζει λίγο περισσότερο με το De regressu του Πορφυρίου (όπως ανασυγκροτείται) παρά με τον Πλωτίνο, τότε προέρχεται από τον Πορφύριο. Πορφύριος ή Πλωτίνος; Η εμμονή συνεχίζεται.

Το πολύ-πολύ θα μπορούσε κανείς να συναγάγει ότι το De regressu του Πορφυρίου επηρέασε το διανοητικό περιβάλλον σε αυτά τα ζητήματα περισσότερο από τις Εννεάδες και έτσι ήταν έμμεσα πιο υπεύθυνο για τη χρήση νεοπλατωνικών ιδεών περί επιστροφής της ψυχής από τον Βασίλειο (και άλλους). Συχνά όμως οι ιδέες δεν είναι καν καθαρά νεοπλατωνικές αλλά γενικότερα ανήκουν στην πλατωνική παράδοση, όπως ήδη γνώριζε ο Ιουστίνος Μάρτυρας· και πρέπει να προστεθεί ότι, επειδή ο Πορφύριος ίσως υπερτόνισε την έννοια της επιστροφής της ψυχής (στο De regressu) με τρόπο ενδεχομένως μη πλωτινικό, αυτό το γεγονός από μόνο του δεν αρκεί για να τον καταστήσει πηγή κάθε φορά που τέτοιο υλικό εμφανίζεται σε άλλους συγγραφείς.

Η δεύτερη επιστολή του Βασιλείου είναι, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικό παράδειγμα του πόσο «πλατωνικά», ακόμη και «νεοπλατωνικά», μπορεί να μιλά ένας χριστιανός, χωρίς να δίνει στον μελετητή κανέναν λόγο να πιστέψει ότι ακολουθεί κατ’ ανάγκην κάποια νεοπλατωνική πηγή, ή έστω κάποια συγκεκριμένη πηγή. Δεν υπάρχει τίποτε εκεί από την «πλατωνική» ή «ασκητική» παράδοση που να μη μπορούσε να το προσφέρει μια προσεκτική ανάγνωση του Ωριγένη — ιδίως σε έναν άνθρωπο που, όπως εικάζεται, είχε διαβάσει και αρκετά έργα του ίδιου του Πλάτωνα ως φοιτητής.

Βεβαίως υπάρχουν εδώ «πλατωνικές» ιδέες· βεβαίως υπάρχουν «στωικές» ιδέες — δηλαδή ιδέες με τις οποίες θα μπορούσαν να συμφωνήσουν σύγχρονοι πλατωνικοί ή στωικοί (αν υπήρχαν). Αλλά το να επικαλείται κανείς τον Πορφύριο, ή ακόμη και τον Πλωτίνο, σημαίνει ότι παρερμηνεύει το πνεύμα της εποχής. Βάλτε μαζί τον Επίκτητο, τον Ωριγένη και τον Νουμήνιο (χάριν παραδείγματος) και δεν έχετε ανάγκη ούτε τον Πλωτίνο ούτε τον Πορφύριο.

Ίσως να φαινόταν άσκοπη άσκηση να εξετάζουμε τις ανεπαρκείς προσπάθειες του Theiler να «διαβάσει» τον Πορφύριο μέσα στον Βασίλειο· θα ευχόταν κανείς να ήταν. Αλλά είναι αναγκαίο, διότι η υπόθεση «αν όχι Πλωτίνος, τότε Πορφύριος» μπορεί να επανεμφανιστεί με παράξενες μορφές. Ιδίως πρέπει να προσεχθεί μια απόπειρα να ιδωθεί στην υπερβολική εκδοχή του προσωπικού ασκητισμού του Πλωτίνου, όπως την παρουσιάζει ο Πορφύριος, ένα είδος νεοπλατωνισμού πιο ελκυστικό και συνεπώς πιο επιδραστικό στον Βασίλειο.

Να, για παράδειγμα, ο E. F. Osborn σχολιάζοντας ένα χωρίο του Πορφυρίου:³²²
«Ο Πλάτων επέλεξε ένα ανθυγιεινό μέρος της Αθήνας για την Ακαδημία του. Ο φιλόσοφος που μελετά τον θάνατο περιφρονεί την πολυτέλεια και ζει απαλλαγμένος από ανάγκες με λιτή δίαιτα. “Διότι όποιος έτσι νεκρώνει το σώμα θα αποκτήσει κάθε δυνατό αγαθό μέσω της αυτάρκειας και θα γίνει όμοιος προς το θείο.” Η λατρεία του υπέρτατου Θεού δεν μπορεί να χρησιμοποιεί ούτε υλικές θυσίες ούτε λεκτικές εκφορές — μόνο η σιωπηλή θεωρία είναι αρμόζουσα. Αυτό είναι το είδος του πλατωνισμού που γνωρίζει και κατανοεί ο Βασίλειος.»³²³


Βεβαίως ο Βασίλειος το γνώριζε και το κατανοούσε αυτό, αλλά δεν χρειαζόταν τον Πορφύριο για να του το διδάξει. Πολλά από αυτά υπήρχαν ήδη στον Πλατωνισμό από τον Φαίδωνα, και το μίγμα πλατωνικού και πυθαγόρειου ασκητισμού (όπως στον Νουμήνιο) προηγείται εύκολα του Πλωτίνου. Εκείνο που φαίνεται να παραπλάνησε τον Osborn — και παρατίθεται εδώ μόνο exempli gratia — είναι η πεποίθηση ότι η εκδοχή του Πορφυρίου για αυτά τα πλατωνικά θέματα δεν είναι μόνο διαφορετική από του Πλωτίνου, αλλά και ότι δεν θα μπορούσε να τον προηγείται.

Μια τέτοια πεποίθηση προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερβολική έμφαση στους τίτλους και στο πλαίσιο των έργων του Πορφυρίου De regressu animae και De abstinentia, ως δήθεν ενδεικτικών μιας νέας και μη πλωτινικής ηθικής. Αναμφίβολα ο Πορφύριος τόνισε περισσότερο τον σωματικό ασκητισμό από ό,τι ο Πλωτίνος (αν και ίσως δεν τον ασκούσε περισσότερο)· σε αυτό επανήλθε σε παλαιότερες γραμμές του Πλατωνισμού και του Πυθαγορισμού. Είναι λοιπόν παραπλανητικό για τον Osborn να λέει ότι ο πλατωνισμός του Βασιλείου εξαρτάται περισσότερο από τον Πορφύριο παρά από τον Πλωτίνο. Στα ζητήματα αυτά θα μπορούσε να μην εξαρτάται από κανέναν από τους δύο.

Ίσως το χωρίο για την ανθυγιεινή τοποθεσία της Ακαδημίας να έγειρε την πλάστιγγα υπέρ του Πορφυρίου. Ο Βασίλειος το παραθέτει στο Ad adolescentes 9.81. Αλλά ο Βασίλειος είχε πάει στην Αθήνα και το θέμα είναι κοινότοπο· απαντά επίσης στο έργο του Αιλιανού Varia Historia 9.10, πηγή — μεταξύ άλλων — για την Εξαήμερο του Βασιλείου.

Τέτοιο θρυλικό υλικό είναι ιδιαίτερα επιρρεπές σε παραπλάνηση. Επίσης στο Ad adolescentes βρίσκεται μια ιστορία για έναν σύντροφο του Πυθαγόρα ονόματι Κλεινία. Η ίδια η ιστορία σώζεται και στον Βίο Πυθαγόρου του Ιαμβλίχου.³²⁴ Συνεπώς, λέει ένας σύγχρονος εκδότης,³²⁵ είναι πιθανό ο Βασίλειος να γνώριζε το έργο του Ιαμβλίχου. Αλλά το όνομα Κλεινίας δεν δίνεται από τον Ιάμβλιχο, και μια κοινή πηγή για τον Ιάμβλιχο και τον Βασίλειο είναι πιθανότερη εξήγηση· διότι ακόμη κι αν ο Βασίλειος μπορούσε να είχε διαβάσει τον Ιάμβλιχο, θα έπρεπε να είχε διαβάσει το ίδιο υλικό αλλού για να βρει το όνομα.

Έχουμε υποστηρίξει, τόσο σε αυτή την ενότητα όσο και νωρίτερα στη συζήτησή μας, ότι η επίδραση του Πορφυρίου στον Βασίλειο ήταν μάλλον ελάχιστη· για ποικίλους λόγους, εκείνη του Ιαμβλίχου είναι σχεδόν βέβαιο ότι ήταν ανύπαρκτη. Ας επανέλθουμε τέλος σε πιο βασικά ζητήματα.

Θ. Ο Πλωτίνος ως φιλόσοφος και ο Βασίλειος ως επίσκοπος


Το 375, όπως είδαμε, ο Βασίλειος γνωρίζει την Εννεάδα 5.1 και πιθανώς την 6.9. Επιπλέον, υποθέτουμε ότι γνώριζε τμήματα της 5.1 πολύ πριν από το 375 — αν και δεν τη χρησιμοποίησε εξαιτίας της εξοικείωσής του με την Praeparatio evangelica του Ευσέβιου, που παραθέτει εκτενώς τις 5.1 και 4.7. Η 4.7 είναι επίσης πρώιμο έργο του Πλωτίνου (αριθ. 2), οπότε δεν προσθέτει τίποτε απρόσμενο στην άποψή μας περί χωριστής κυκλοφορίας των πλωτινικών πραγματειών.

Παρατηρούμε ότι είναι οι πρώιμες πραγματείες του Πλωτίνου που εμφανίζονται πρώτες στους Πατέρες της Εκκλησίας. Έχουμε ήδη σημειώσει τη χρήση της 5.1 — και μόνο αυτής — από τον Κύριλλο Αλεξανδρείας. Υπάρχει άραγε κάποια εξωτερική ένδειξη γιατί ο Βασίλειος θα μπορούσε να ενδιαφερθεί για νεοπλατωνικό υλικό όχι στα φοιτητικά του χρόνια αλλά προς το τέλος της ζωής του;

Σε αυτό θα μπορούσαν να κληθούν δύο ακόμη μάρτυρες: ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός και ο Γρηγόριος Νύσσης. Και μολονότι δεν είναι εδώ ο τόπος να εξεταστεί εκτενώς η επίδραση του Νεοπλατωνισμού σε αυτούς τους συγγραφείς, μερικές παρατηρήσεις μπορούν να προωθήσουν τον άμεσο στόχο μας, δηλαδή την κατανόηση της εξέλιξης του Βασιλείου.

Στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό. Αν και διαθέτει κάποια γνώση της ελληνικής φιλοσοφίας, ιδίως του Πλάτωνα, η γενική του στάση είναι συχνά επικριτική ή και εχθρική. Και η γνώση του περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στους παλαιότερους διδασκάλους: Πυθαγόρα, Πλάτωνα, Αριστοτέλη (τον οποίο θεωρεί τεχνητό στοχαστή με φτωχές αντιλήψεις περί Πρόνοιας), τους Στωικούς και τους Κυνικούς, καθώς και τους Επικούρειους — όλους αυτούς τους θεωρεί άξιους επίθεσης και ανασκευής.³²⁶

Δεν προσφέρει όμως ανάλογα σχόλια για σύγχρονους ή σχεδόν σύγχρονους διδασκάλους. Η γνώση του για τον Πλωτίνο φαίνεται περιορισμένη και δεν μας βοηθά ιδιαίτερα εδώ. Οι Henry και Schwyzer υποστηρίζουν ότι σε ένα από τα ποιήματά του αντηχεί την Εννεάδα 5.2.1,³²⁷ ισχυρισμός που τείνω να αρνηθώ ή τουλάχιστον να θεωρήσω αμφίβολο. Πιο πειστική όμως είναι η υπόθεσή τους ότι στον Τρίτο Θεολογικό Λόγο του αναφέρεται στους στίχους 8-9 του ίδιου κεφαλαίου.³²⁸
Εδώ ο Γρηγόριος δηλώνει πράγματι ότι παραθέτει έναν από τους Έλληνες φιλοσόφους που μίλησαν για μια ὑπέρχυσιν της αγαθότητας — για την αγαθότητα που υπερχειλίζει σαν κρατήρας ανάμειξης.


Και πράγματι ο Πλωτίνος γράφει για το Ένα: οἷον ὑπερρύη καὶ τὸ ὑπερπλῆρες αὐτοῦ πεποίηκεν ἄλλο. Όχι και τόσο κοντινό, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς· όμως ο Γρηγόριος λέει ότι αυτό απαντά σε ένα έργο «Περὶ τῆς Πρώτης Αἰτίας καὶ τῆς Δευτέρας». Αυτό δεν είναι ο τίτλος που δίνει ο Πορφύριος στην πραγματεία 5.2, αλλά παρατηρούμε ότι ο τίτλος του Γρηγορίου είναι μάλλον πλησιέστερος στην εκδοχή που απαντά στα αραβικά,³²⁹ όπου το δοκίμιο ονομάζεται «Η Πρώτη Αιτία και τα όντα που προέρχονται από αυτήν».³³⁰

Θα μπορούσε λοιπόν να υποστηριχθεί ότι ο Γρηγόριος πράγματι παραθέτει την Εννεάδα 5.2 εδώ, αλλά όχι στην έκδοση του Πορφυρίου. Και αυτό καθιστά ελαφρώς πιθανότερη τη χρήση του Πλωτίνου και στο ποίημα. Τελικά όμως όλα αυτά μας βοηθούν ελάχιστα όσον αφορά τον Βασίλειο. Ο Τρίτος Θεολογικός Λόγος εκφωνήθηκε μετά τον θάνατο του Βασιλείου, όταν ο Γρηγόριος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, στον ναό της Αναστάσεως· και το ποίημα συντέθηκε σχεδόν βέβαια αφού είχε αποσυρθεί από την Πρωτεύουσα το 381. Καμία από τις δύο συνθέσεις δεν μας λέει κάτι που θα μπορούσε να διαφωτίσει τη θέση του Βασιλείου το 375.

Η πιο φυσική ερμηνεία της χρήσης της Εννεάδας 5.2 από τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό — και μάλιστα όχι στην πορφυριανή έκδοση — είναι ότι τη συνάντησε, πιθανότατα μόνη της ή μαζί με λίγες άλλες πλωτινικές πραγματείες, όταν βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Σημειώνουμε ότι η 5.2 είναι αριθμός 11 στη χρονολογική λίστα του Πορφυρίου. Ο Βασίλειος, όπως είδαμε, γνωρίζει την 5.1 (αριθ. 10) και ίσως την 6.9 (αριθ. 9).

Ας στραφούμε τώρα στον δεύτερο μάρτυρά μας, τον Γρηγόριο Νύσσης. Στην πραγματικότητα χρειάζεται να εξετάσουμε μόνο ένα κείμενο, αφού το De virginitate είναι πιθανώς το μόνο μεγάλο έργο του Γρηγορίου που συντέθηκε πριν από τον θάνατο του Βασιλείου το 379. Ο Dehnhard πρότεινε ότι ο Βασίλειος επηρεάστηκε άμεσα από τον νεότερο αδελφό του,³³¹ ιδέα που δεν έγινε ευνοϊκά δεκτή,³³² καθώς γενικά θεωρείται — ίσως άδικα — ότι ο Βασίλειος δεν αναγνώρισε τα ταλέντα του νεαρού Γρηγορίου.

Υπέρ της πρότασης του Dehnhard θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η εκτίμηση του Βασιλείου για τον Γρηγόριο ήταν τουλάχιστον αρκετά υψηλή ώστε να εξασφαλίσει την προαγωγή του στο αξίωμα του επισκόπου. Ο Βασίλειος είχε ελπίδες — στις οποίες απογοητεύτηκε — ότι ο Γρηγόριος θα ήταν αποτελεσματικός σύμμαχος στους εκκλησιαστικούς αγώνες στους οποίους ο ίδιος, ο Βασίλειος, ήταν εμπλεκόμενος. Φαίνεται επίσης ότι κατόπιν προτροπής του Βασιλείου ο Γρηγόριος άρχισε να συγγράφει το De virginitate, πράγμα που υποδηλώνει ότι η εκτίμηση του Βασιλείου για τις θεολογικές του ικανότητες ήταν σημαντική.

Ωστόσο δεν επιθυμώ να υποστηρίξω τη θέση του Dehnhard ότι το De virginitate αποτελεί πηγή για το De Spiritu Sancto του Βασιλείου. Σήμερα είμαστε περισσότερο ενήμεροι απ’ ό,τι ο Dehnhard για τα χρονολογικά προβλήματα γύρω από τη χρονολόγηση του ίδιου του De virginitate. Όπως παρατήρησε ο Gribomont,³³³ η συμβατική άποψη που τοποθετεί το έργο γύρω στο 371 βασίζεται αποκλειστικά στην αναφορά του Γρηγορίου στον Βασίλειο ως επίσκοπο,³³⁴ πράγμα που συνεπάγεται — όπως υποστηρίζεται — ότι ο ίδιος δεν κατείχε ακόμη επισκοπικό θρόνο. Αλλά το συμπέρασμα αυτό στερείται ισχύος: αν η μετάφραση του Gribomont είναι σωστή, όπως πιστεύω, ο Βασίλειος, όντας ήδη επίσκοπος, αναφέρεται στον θείο του ως «τον σεβασμιώτατο θείο και επίσκοπό μας».³³⁵ Το De virginitate θα μπορούσε να έχει γραφεί οποτεδήποτε μεταξύ 371 και 378· και θα μπορούσε μάλιστα — παρά τον Dehnhard — να είναι αποδέκτης και όχι πηγή του De Spiritu Sancto.

Αλλά ακόμη κι αν δεν θέλω να υποστηρίξω ότι το De virginitate αποτελεί πηγή του De Sp. S., κάποια εξέταση της πλωτινικής επίδρασης στο De virginitate μπορεί να αποδειχθεί διαφωτιστική. Θα μπορούσε να συμβαίνει είτε ότι ο Γρηγόριος ήταν εκείνος που κίνησε το ενδιαφέρον του Βασιλείου για νεοπλατωνικό υλικό είτε, πιο προσεκτικά, ότι η σύνθεση του De virginitate αποτελεί ένδειξη ανανεωμένου ενδιαφέροντος για τον Πλωτίνο κατά τη δεκαετία του 370.

Για να μπορέσουμε να διερευνήσουμε αυτές τις δυνατότητες, ας εξετάσουμε σύντομα την κατάσταση της έρευνας σχετικά με το πλωτινικό περιεχόμενο του De virginitate. Σε αυτό το ζήτημα, όπως και σε τόσα άλλα κατά την παρούσα έρευνα, είναι αναγκαίο να είμαστε συγκεκριμένοι. Αόριστες παραλληλίες στον ηθικο-ασκητικό τομέα δύσκολα επαρκούν· μπορεί απλώς να αντανακλούν το πνεύμα της εποχής. Πιο χρήσιμες είναι αρκετά ακριβείς και επαναλαμβανόμενες λεκτικές αντηχήσεις, ιδίως όταν εμφανίζονται ομαδοποιημένες· και για τους σκοπούς μας ο Δείκτης που ετοίμασε ο Aubineau για την εξαίρετη έκδοσή του παρέχει επαρκή οδηγό.

Με την πρώτη ματιά ο κατάλογος παραπομπών στον Πλωτίνο που δίνει ο Aubineau φαίνεται εντυπωσιακός· ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις, πέρα από εκείνες που αφορούν τις Εννεάδες 1.6 και 6.9, ο Πλωτίνος καταγράφεται μαζί με άλλους που εκφράζουν παρόμοιες ιδέες· με άλλα λόγια, στα χωρία αυτά δεν έχουμε να κάνουμε με ειδικά πλωτινικό ή έστω νεοπλατωνικό υλικό.

Πέρα από παραπομπές αυτού του τύπου, ο Aubineau παρέχει μόνο τις Εννεάδες 1.2.3.12 και 6.3.4.3 ως πιθανές άμεσες πηγές ειδικά πλωτινικού υλικού. Η πρώτη είναι πολύ απίθανη, η δεύτερη πιο εύλογη αλλά όχι αναγκαία. Έτσι, με τη μάλλον αμφίβολη εξαίρεση της 6.3 (ύστερης πραγματείας του Πλωτίνου), απομένει η χρήση από τον Γρηγόριο — στην οποία έχουν ήδη επισημάνει ο Daniélou³³⁶ καθώς και ο Aubineau — των Εννεάδων 1.6 και 6.9, αριθμοί 1 και 9 στη χρονολογική λίστα του Πορφυρίου.

Σημειώσαμε ότι ο Βασίλειος ενδέχεται να χρησιμοποίησε την 6.9 στο De Sp. S.· κάποιοι, όπως επίσης αναφέρθηκε, έχουν ανιχνεύσει την επίδραση της 1.6 στο Hexaemeron, αν και εγώ υποστήριξα ότι αυτό είναι απίθανο, παίζοντας έτσι τον «συνήγορο του διαβόλου» απέναντι στη δική μου παρούσα πρόταση. Παρ’ όλα αυτά, αν ο Βασίλειος χρησιμοποίησε τις 5.1 και 6.9 στο De Sp. S. 9, και ο Γρηγόριος Νύσσης χρησιμοποίησε τις 6.9 και 1.6 στα κεφάλαια 10–12 του De virginitate, έργου που συντέθηκε περίπου την ίδια περίοδο, δεν θα ήταν απερίσκεπτο να υποθέσουμε ότι η κοινή χρήση αυτών των πρώιμων πραγματειών του Πλωτίνου από τον Βασίλειο και τον Γρηγόριο δύσκολα είναι συμπτωματική.
Η πιθανότητα ότι ο Βασίλειος εισήγαγε τον Γρηγόριο στον Πλωτίνο φαίνεται μικρότερη, αν λάβουμε υπόψη τον αναφερόμενο χαρακτήρα, τις δραστηριότητες και τα ενδιαφέροντα των δύο αδελφών. Είναι άραγε υπερβολικό να υποθέσουμε ότι, εξαιτίας του ενδιαφέροντος του Γρηγορίου για τον Πλωτίνο, άρχισε και ο Βασίλειος να ενδιαφέρεται γι’ αυτόν κατά την περίοδο αυτή;³³⁷ Αν αυτό θεωρηθεί τουλάχιστον εύλογο, προσφέρει άραγε κάποια βοήθεια για την ταυτοποίηση του συγγραφέα του έντονα πλωτινικού κειμένου De sp.;


Το De sp., όπως σημειώσαμε, συχνά θεωρείται πρώιμο έργο του Βασιλείου. Εγώ έχω αρνηθεί τη βασιλείεια πατρότητά του. Το ότι ο Βασίλειος θα συνέγραφε ένα τέτοιο έργο κατά τη διάρκεια της επισκοπής του είναι ιδιαιτέρως απίθανο· ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι το έργο δεν θα μπορούσε να έχει συντεθεί στη δεκαετία του 370. Το τελευταίο βήμα που μας απομένει είναι να αποδώσουμε τη συγγραφή του De sp. στον Γρηγόριο Νύσσης³³⁸ — και γιατί να διστάσουμε;
Ο Γρηγόριος εκείνη την περίοδο ενδιαφερόταν για τον Πλωτίνο και το δείχνει στο De virginitate. Επιπλέον, το De sp. χρησιμοποιεί υλικό για το Άγιο Πνεύμα που πιθανότατα εξαρτάται από τον Βασίλειο και αργότερα διατυπώθηκε από τον Γρηγόριο ως το «Σύμβολο του Γρηγορίου Θαυματουργού»· η σύμπτωση αυτή έχει βαρύτητα. Ως προς τη χρονολόγηση της σύνθεσης, οποιαδήποτε στιγμή μετά το 370 αλλά πριν από το 375 είναι δυνατή, διότι αν ο Γρηγόριος έγραψε το De sp., πιθανότατα προηγείται του De virginitate.
Και αν το De sp. του Γρηγορίου περιήλθε σε γνώση του Βασιλείου, θα μπορούσε η ικανοποίησή του να τον ώθησε τόσο να προτρέψει τον Γρηγόριο να συγγράψει το De virginitate όσο και να τον ενθάρρυνε να κάνει περιορισμένη χρήση του Πλωτίνου στο κεφάλαιο 9 του δικού του De Sp. S.

Κλείνοντας, θα προσθέσω ότι ακόμη κι αν απορριφθεί η πατρότητα του De sp. από τον Γρηγόριο, η πιθανότητα ότι αυτός κίνησε το ενδιαφέρον του Βασιλείου για τον Πλωτίνο παραμένει.

Ι. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Συζητώντας τον Βασίλειο Καισαρείας, αναζήτησα ακριβή παράλληλα με νεοπλατωνικά κείμενα. Η έρευνά μου δείχνει ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ο Βασίλειος δεν επηρεάστηκε από νεοπλατωνικό υλικό· και αυτό είναι το συμπέρασμα που προέβλεπε και η προηγούμενη επισκόπησή μου για τον τέταρτο αιώνα. Δεν θα ήθελα να θολώσω ξανά τα νερά αφιερώνοντας χρόνο σε αόριστους πλατωνικούς κοινούς τόπους που ο Βασίλειος (ή ο Αθανάσιος ή ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός) μοιράζεται με τον Πλωτίνο (ή τον Πλούταρχο ή, για τους επινοητικούς, τον Ποσειδώνιο). Ούτε επιθυμώ να προτείνω γενικά παράλληλα για τον Βασίλειο κατά τον τρόπο που υιοθετείται στο Cambridge History of Later Greek and Early Mediaeval Philosophy, όπου διαβάζουμε για τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό ότι «προοιωνίζεται τη σύνθεση της χριστιανικής αποκαλύψεως με την τριαδική δομή του νεοπλατωνικού σύμπαντος, την οποία ο ψευδο-Διονύσιος θα ανέπτυσσε αργότερα: τον τριπλό ρυθμό μονή, πρόοδος, επιστροφή»³³⁹.

Ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας σύνοψης —που δεν επιβεβαιώνεται καθόλου από το ίδιο το κείμενο του Γρηγορίου Ναζιανζηνού— ο Sheldon-Williams θεώρησε τον εαυτό του δικαιολογημένο να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα που εμπλέκει και τον Βασίλειο, ότι «η αφομοίωση του Χριστιανισμού από τον Γρηγόριο προς τον Πλατωνισμό είναι πολύ βαθύτερη και έχει ευρύτερες συνέπειες από εκείνη του Βασιλείου». Ελπίζω τουλάχιστον να έχω δείξει ότι η ανάλυση της σχέσης του Βασιλείου με τον Πλάτωνα και τον Πλατωνισμό πρέπει να προχωρήσει σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Στην ομιλία του προς τους νέους για τα οφέλη (και τους περιορισμούς) της ελληνικής γραμματείας, γραμμένη —όπως συχνά και πιθανότατα εσφαλμένα υποτίθεται— κατά τη διάρκεια της επισκοπής του στην Καισάρεια, ο Βασίλειος προσφέρει ουσιαστικά μια ρητορική ή φιλολογική θεώρηση του ελληνικού παρελθόντος, μια θεώρηση που αντανακλά πολλά από τα βιώματα των φοιτητικών του χρόνων και της άκαρπης σταδιοδρομίας του ως διδασκάλου ρητορικής. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι, αν και ο Βασίλειος αναφέρεται στις ζωές και τις ιδέες φιλοσόφων, πρόκειται για φιλοσόφους ασφαλώς απομακρυσμένους από τη δική του εποχή και, κατά τη γνώμη μου, αποτιμώνται κυρίως ως στιλίστες ή, το πολύ, ως ηθικολόγοι μάλλον παρά ως στοχαστές.

Ούτε οι μεσοπλατωνικοί ούτε οι νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι προβάλλονται ως πρότυπα ή χρησιμοποιούνται φιλοσοφικά, αν και ο Πλούταρχος ιδίως χρησιμοποιείται εκτενώς ως πηγή. Διαβάζοντας την ομιλία είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς την εντύπωση ότι η φιλολογική παιδεία προβάλλεται μάλλον ως υπόβαθρο ή διακόσμηση ενός καλλιεργημένου ανθρώπου παρά ως βάση για χριστιανική κατανόηση. Αργότερα, στην EEust. [223]³⁴⁰, ο ίδιος ο Βασίλειος θρηνεί για τον χρόνο που σπατάλησε σε κοσμικές σπουδές, και αν δούμε αυτές τις σπουδές υπό το φως της πραγματείας, μια τέτοια στάση γίνεται απολύτως κατανοητή. Είναι απαλλαγμένες από σύγχρονα ή σχεδόν σύγχρονα ζητήματα, ακόμη και σε αξιοσημείωτο βαθμό στην ηθική, πόσο μάλλον στη μεταφυσική.

Και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός και ο Γρηγόριος Νύσσης, όπως παρατηρήσαμε, τηρούν αμφίθυμη στάση απέναντι στον ειδωλολατρικό «πολιτισμό»³⁴¹, και μοιράζονται με τον Βασίλειο την απροθυμία να αναφερθούν άμεσα σε σύγχρονες καθαρά φιλοσοφικές συζητήσεις. Υπό αυτό το πρίσμα είναι ίσως ακόμη πιο εντυπωσιακό ότι ο Βασίλειος συγκινήθηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του από αναγνώσεις στον Πλωτίνο. Ωστόσο η έκπληξη δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε υποτίμηση των μαρτυριών του κειμένου του De Sp. S. 9.
Παρά την αδιαφορία του για τον Πλωτίνο στα νεανικά του χρόνια, παρά την αγάπη του για τον μοναχικό βίο με τις έντονα αντιδιανοητικές του έμφασεις, παρά τα χρόνια του ως επισκόπου, όπου ασκούσε εξουσία μάλλον παρά διάβαζε βιβλία —σχεδόν, θα λέγαμε, παρά τη θέλησή του— ο Βασίλειος ήταν ακόμη ικανός —υποστήριξα, υπό την επίδραση ενός νεότερου αδελφού με πολύ διαφορετική ιδιοσυγκρασία— να ωφεληθεί από ένα-δύο έργα του σημαντικότερου των ύστερων Πλατωνικών και να τα θέσει στην υπηρεσία της νέας πολιτικής.
Αν η ομιλία προς τους νέους χρονολογείται αμέσως μετά τα φοιτητικά του χρόνια, πρέπει να συμπεράνουμε ότι λίγο αργότερα ο Βασίλειος εγκατέλειψε την πρακτική της ρητορικής, αλλά κατόπιν «μετεστράφη», έστω και σε περιορισμένο βαθμό, προς κάποια πιο σύγχρονη φιλοσοφία.


Πρέπει όμως να κλείσουμε με μια επιφύλαξη: ο Βασίλειος είναι γνήσιος υποστηρικτής της Συνόδου της Νικαίας και όλων όσων αυτό συνεπάγεται. Δεν υπάρχει ίχνος επιρροής νεοπλατωνικής εικασίας στον τομέα της τριαδολογικής θεολογίας από τον οποίο η Σύνοδος είχε αποκλείσει οριστικά τον Πλατωνισμό. Και πρέπει να παραδεχθούμε ότι, παρότι στον χώρο της ηθικής και ασκητικής σκέψης —όπου ο Πλατωνισμός επιτρεπόταν ακόμη να ανθεί— ο Βασίλειος ίσως ανέπτυξε κάποιο, έστω ήπιο, ενδιαφέρον για τον Πλωτίνο προς το τέλος της ζωής του, οι διατυπώσεις του θα μπορούσαν να είναι πολύ παρόμοιες ως προς το περιεχόμενο είτε είχε διαβάσει είτε όχι κάποιον «πρωτότυπο» Πλωτίνο. Δεν χρειάζεται να συνεπάγονται τίποτε περισσότερο από μια σύνθεση παλαιότερων εκδοχών Πλατωνισμού και Στωικισμού.

ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΛΕΟΝ ΑΞΙΟΠΙΣΤΟΥΣ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ. ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΟΥΝ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΨΥΧΟΣΥΝΘΕΣΗ.  ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΥΤΗ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ Η  
Hannah Arendt,
Εισαγωγή

Ο δεύτερος τόμος του Vom Leben des Geistes ασχολείται με την ικανότητα της βούλησης και, συνακόλουθα, με το πρόβλημα της ελευθερίας, το οποίο — όπως είπε ο Bergson — «είναι για τη νεωτερικότητα ό,τι ήταν τα παράδοξα των Ελεατών για την αρχαιότητα».
Τα φαινόμενα με τα οποία έχουμε να ασχοληθούμε είναι σε εξαιρετικό βαθμό επικαλυμμένα από ένα στρώμα επιχειρηματολογικών στοχασμών, οι οποίοι κάθε άλλο παρά αυθαίρετοι είναι και επομένως δεν μπορούν να παραμεριστούν, αλλά έχουν αντικαταστήσει τη σχέση με τις πραγματικές εμπειρίες του βουλόμενου εγώ μέσω δογμάτων και θεωριών που δεν αποσκοπούν κατ’ ανάγκην στο να «διασώσουν τα φαινόμενα».
Ένας λόγος για αυτές τις δυσκολίες είναι πολύ απλός: η ικανότητα της βούλησης ήταν άγνωστη στην ελληνική αρχαιότητα και ανακαλύφθηκε βάσει εμπειριών για τις οποίες μέχρι τον πρώτο χριστιανικό αιώνα δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου μαρτυρίες.

Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΘΑ ΕΠΙΜΕΙΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Σημειώσεις:

Προς το νερό και το οξυγόνο επί πληρωμή

Riccardo Paccosi - 10 Φεβρουαρίου 2026

Προς το νερό και το οξυγόνο επί πληρωμή


Πηγή: Ρικάρντο Πακόζι


Τις τελευταίες εβδομάδες, έγραψα ότι η πιο σημαντική πτυχή του Φόρουμ του Νταβός 2026 δεν ήταν τόσο οι ρητορικές αψιμαχίες μεταξύ των Αμερικανών και Καναδών προέδρων, όσο η πολιτική συνένωση μεταξύ των μεγάλων χρηματοοικονομικών γιγάντων της Black Rock και των ανερχόμενων προσωπικοτήτων της Big Tech: μια συνένωση που συμβολικά συνοψίζεται στη συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με τους Larry Flink και Peter Thiel.

Σήμερα, ωστόσο, έμαθα ότι έχει συμβεί κάτι άλλο εξίσου σημαντικό, αν και αυτό αντιπροσωπεύει μια ακόμη διεύρυνση του παραθύρου Overton και, ως εκ τούτου, κάτι που το κοινό δεν θα μπορεί να αντιληφθεί για μερικά χρόνια.
Η Βρετανίδα οικονομολόγος Lindsay Hooper υπήρξε, τα τελευταία χρόνια, μια από τις σημαντικότερες θεωρητικές προσωπικότητες της Πράσινης Συμφωνίας και όλης της σχετικής ρητορικής περί «ανθεκτικότητας» και «βιωσιμότητας».
Στο φετινό Φόρουμ του Νταβός —ποιος ξέρει, ίσως και υπό το φως της κατάρρευσης της πράσινης αφήγησης— πρέπει να θεώρησε συνετό να ανεβάσει το διακύβευμα δηλώνοντας τα εξής:

«Ο αέρας που αναπνέουμε, το νερό που πίνουμε, το έδαφος, οι ωκεανοί που μας παρέχουν τροφή, τα ορυκτά που είναι απαραίτητα για την τεχνολογία και τις υποδομές: χωρίς αυτές τις μορφές αξίας —χωρίς αυτό το φυσικό κεφάλαιο— οι οικονομίες απλώς δεν θα υπήρχαν.
Σήμερα, η φύση αντιμετωπίζεται στην οικονομία σαν να ήταν απεριόριστη και ουσιαστικά δωρεάν.
Ως αποτέλεσμα, έχουμε εκθέσει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία σε έναν θεμελιώδη συστημικό κίνδυνο. Είναι αδύνατο να κάνουμε επιχειρήσεις σε έναν νεκρό πλανήτη.
Αν θέλουμε να προστατεύσουμε τα φυσικά οικοσυστήματα, μια λύση είναι να βάλουμε τη φύση στον ισολογισμό: ενσωματώνοντας το φυσικό κεφάλαιο στις διαδικασίες λήψης εταιρικών αποφάσεων, αποδίδοντάς του οικονομική αξία και ενσωματώνοντάς το σε λογιστικούς και οικονομικούς μηχανισμούς».


Διαβάζοντας αυτά τα λόγια, αναρωτιέμαι πώς οι υποστηρικτές της τρέχουσας αμερικανικής προεδρίας θα μπορούσαν —όπως κάνουν συνήθως, ειδικά όταν μιλούν για το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ— να ορίσουν ως «κομμουνισμό» αυτή τη θέση που στοχεύει στην ιδιωτικοποίηση όχι μόνο της γυμνής ζωής, αλλά και του ίδιου του ιστού της Ύπαρξης.
Αυτό που  οι πνευματικές διδασκαλίες ονομάζουν Πνεύμα, Αναπνοή ή ακόμα και Πράνα —δηλαδή, αυτό που συμβολικά και ουσιαστικά συνδέει τον μικρόκοσμο της εισπνοής και της εκπνοής στο ανθρώπινο σώμα με τη διαδικασία συστολής και διαστολής του Σύμπαντος— υποβιβάζεται σε εμπόρευμα, σε ιδιοκτησία που δεν είναι πλέον κοινή αλλά ιδιωτικοποιείται από την ελίτ.

Αν αυτό δεν μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι ο νεοφιλελευθερισμός —που στοχεύει στην επικράτηση της αγοράς έναντι της κοινωνίας και της Τεχνολογίας έναντι του Είναι— είναι κυρίως υπεύθυνος για τον Θάνατο του Θεού. Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να τον κάνει να καταλάβει...

Αχ κύριε Χρήστο μας! (Κ. Μπλάθρας , Σ. Μητραλέξης)

Αχ κύριε Χρήστο μας! (Κ. Μπλάθρας , Σ. Μητραλέξης)

https://www.youtube.com/watch?v=ePPEte2YnW8


Μόνο γιά Μέλη (ακέφαλα)



Αχ, κύριε Χρήστο μας, ΕΠΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ από τους Σωτήρη Μητραλέξη και Κωνσταντίνο Μπλάθρα. Κυριακή 8 Φεβρουαρίου στον Ι.Ν. Αγίας Αικατερίνης στον Πειραιά. Συντονίζει και σχολιάζει ο π. Μιλτιάδης Ζέρβας

Καλή σας ημέρα. Είναι ιδιαίτερη χαρά που είμαστε μαζί σήμερα. Για τους δύο ανθρώπους της Αγίας Αικατερίνης, η συνάντηση αυτή νομίζω έχει έτσι έναν ξεχωριστό χαρακτήρα.
Το είπα λίγο και στο κήρυγμα, το είχαμε συζητήσει και μεταξύ μας κάποιες φορές. Ο Χρήστος Γιανναράς ήταν ένα πρόσωπο το οποίο ήξερε να συνδέεται. Και έβρισκε τρόπους, ενώ στον χαρακτήρα του έχω μια αίσθηση ότι ήταν ένας άνθρωπος ντροπαλός.
Και στα ανοίγματά του ιδιαίτερος και δύσκολος, θα έλεγα. Παρ’ αυτά όμως είχε αυτή τη δυνατότητα να μπορεί να ανοίγεται. Φυσικά αυτό το άνοιγμα έχει πολύ μεγάλη σχέση με τη σκέψη του.
Νομίζω ότι για τον Χρήστο Γιανναρά πολλά θα μπορούσαμε να πούμε. Αλλά οι περισσότεροι συμφωνούμε ότι την έννοια του προσώπου, έτσι όπως την κατανοούμε σήμερα, στον τόπο μας την έχουμε προσλάβει από εκείνον. Δεν είναι ότι εκείνος την ανακάλυψε, δεν είναι εκείνος που πρώτος είπε αυτά τα πράγματα.
Είναι εκείνος όμως ο οποίος την έβαλε μέσα στη ψυχή μας. Και πλέον είναι σαφές σε όλους μας ότι ο καθένας από εμάς, όσο προσπαθεί να συνδεθεί, να κατανοήσει —θα έλεγα μάλλον— έναν άλλον άνθρωπο, δεν είναι αρκετό να εστιάσει στην ατομικότητά του, αλλά πρέπει να τον δει μέσα στο πλαίσιο των σχέσεών του. Και θεωρώ ότι αυτό ακριβώς κάνουμε σήμερα, επειδή μας λείπει.

Ερχόμαστε να παρουσιάσουμε ένα βιβλίο που είδατε πόσο παραπονιάρικο τίτλο έχει. «Αχ, κύριε Χρήστο μας», έτσι πολύ καρδιακά και απλά. Ακριβώς επειδή μας λείπει, ερχόμαστε να συνθέσουμε τη μορφή του μέσα από πρόσωπα.

Εγώ θα έλεγα πρώτα απ’ όλα —και επιτρέψτε μου αυτό να το πω— έγινε η συνάντηση αυτή μια αφορμή. Στείλαμε κάποια μηνύματα σε ανθρώπους που είχαν και λίγο περισσότερο καιρό να έρθουν στην Αγία Αικατερίνη. Μένουν λίγο μακριά, συνδέονταν λίγο με τον παπα-Γιάννη, τον Σαρρή, που έχει κοιμηθεί, και κάπου ανθρωπίνως και φυσικό ήταν να τους βλέπουμε πιο αραιά. Και κάποιοι είναι σήμερα εδώ.

Κάποιοι άλλοι μας έστειλαν μηνύματα, μας εξέφρασαν αυτή τη δυσκολία στο να είναι παρόντες, αλλά ξέρουμε ότι χάρηκαν με τη συνάντηση αυτή. Είναι όλοι εκείνοι —και είμαστε όλοι μας— μικρές ψηφίδες του προσώπου του Χρήστου Γιανναρά. Και σήμερα λοιπόν που είμαστε εδώ, νομίζω ότι ερχόμαστε για εκείνον, ερχόμαστε και για εμάς.
Μας ενώνει, μας συνδέει. Και κυρίως σήμερα θα τον προσεγγίσουμε μέσα από τη σκέψη δύο ανθρώπων που έχουν να μας πουν πολλά πράγματα για εκείνον. Είναι ο Κώστας ο Μπλάθρας, συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεολόγος.

Ναι, την πρώτη ιδιότητα, έτσι; Ευχαριστώ. Είναι βραχνιασμένος και έχουμε αγαπήσει τη φωνή του τόσο πολύ από το ραδιόφωνο και μας είναι τόσο οικεία και γνωστή, που, να μην έχει άγχος, θα τη συνθέτουμε από τη μνήμη. Λοιπόν, τον ευχαριστούμε πολύ που είναι εδώ.
Νομίζω ότι γενικά η ευαισθησία του και η καλλιτεχνική οδός που έχει αγαπήσει και ακολουθήσει, και η έννοιά του για τα κοινά και τον ελληνικό τρόπο, είναι —νομίζω— ο τρόπος προσέγγισης προς το πρόσωπο του Χρήστου Γιανναρά και περιμένουμε με ενδιαφέρον να τον ακούσουμε. Και έχουμε μαζί μας και τον Σωτήρη τον Μητραλέξη, ο οποίος και εκείνος, με αγάπη για τη θεολογία, για τη φιλοσοφία αλλά και για την κοινωνία, και με αρκετές σπουδές, νομίζω εστίασε και μελέτησε πολύ τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά και σίγουρα έχει να μας πει ιδιαίτερα πράγματα. Σας ευχαριστώ πολύ που είστε σήμερα μαζί μας.

Εγώ δεν είμαι για να μιλήσω παραπάνω. Ο λόγος είναι σε κίνδυνο. Τώρα με αγχώνεις λίγο με αυτό που έλεγα.
Θα τα πούμε όλα, εντάξει. Θα προσπαθήσω να μιλήσω. Εντάξει.
Θα μιλάει κάπως ο τίτλος άλλωστε, γιατί είναι δύσκολη η κατάσταση. Λοιπόν, ο Χρήστος Γιανναράς, που πήρε το εισιτήριο της γης για τον ουρανό, είναι κομμάτι δύσκολο. Ακόμα πιο δύσκολο είναι αν είναι κάποιος που τον αγαπάς.

Έπειτα, κακά τα ψέματα, στις νεκρολογίες καταλήγεις σχεδόν πάντα να μιλάς για τον εαυτό σου. Η μνήμη όμως, όπως και η ανάγνωση από πρόσωπα που διασταυρώθηκαν στη ζωή μας, είναι πάντοτε το πιο δικό μας, το πιο προσωπικό μας κτήμα. Φοβάμαι λοιπόν κι εγώ ότι δραστικά θα σας μιλήσω για μένα —συγχωρέστε με— για ό,τι έχει θησαυριστεί μέσα μου από την παρουσία αυτού του ανθρώπου.
Ελπίζω η ειλικρίνεια, η απογύμνωση της εξομολόγησης και η πληθυντική έκφραση, καθώς μοιράζονται ομοίως κοινές αναμνήσεις με στενούς φίλους, να αναπαλύνει κάπως τη μεγαλαυχία της αυτοαναφορικότητας.

Να ξεκινήσω με κάτι ανομολόγητο. Ο Χρήστος Γιανναράς ήταν δάσκαλος — όπως το λέμε στα πληρέστερα ελληνικά — διδάσκαλος. Διδάσκαλος του Γένους. Άλλωστε, καθόλου τυχαίο — κανένας δάσκαλος δεν είναι τυχαίος. Καθόλου τυχαίο, λοιπόν, που πέταξε για την ουράνια βασιλεία ανήμερα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Μοιάζει σαν ένας διδάσκαλος να κάλεσε στη μνήμη του μαζί του τον άλλον. Σαν σε καιρούς δύσκολους και οι δύο τους να έλαβαν.

Είδα από κοντά και άκουσα πρώτη φορά τον δάσκαλο στο όριο εφηβείας και νεότητας.
Ήταν 6 Νοεμβρίου του 1982, δηλαδή τον περασμένο αιώνα. Με τον Μελέτη Τάρκο, τον άλλον που πέρασε κι εγώ από το Σοβίτι, και με άλλους δύο συμμαθητές, πρωτοετείς φοιτητές, είχαμε σταλεί από τον δεσπότη μας, τον σεβασμιώτατο Σπάρτης κύριο Ευστάθιο, ως αντιπροσωπεία των νέων της επαρχίας μας στο πρώτο συνέδριο χριστιανικής νεολαίας.
Το οργάνωνε ο τότε Μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος. Είναι γνωστή η φιλία που είχε ο μακαριστός Χριστόδουλος με τον Χρήστο Γιανναρά και οι φιλίες ξεπερνούν έτσι εγωισμούς και ανταγωνισμούς.
Λοιπόν, ο ομιλητής στο συνέδριο που οργάνωνε ο μακαριστός Χριστόδουλος στον Βόλο ήταν ο Γιανναράς και το γενικό θέμα ήταν «Ομολογία Χριστού σήμερα». Από τότε, ως τα τέλη του, ο Γιανναράς υπήρξε για τη γενιά μας βασικός.

Είχε προηγηθεί ο αγώνας για την εκλογή Πατριαρχών και μαζί με αυτό, στα μάτια μας ήταν και ένας ήρωας. Ως ένας από εμάς που τα κατάφερε να σταθεί με κύρος ανάμεσα στους αρνητές της θεολογίας, οι οποίοι με τον «κυρίως Άγιον Πόλεμο» —άσχετοι περίπου— εκείνον τον «κυρίως Άγιον Πόλεμο» ξαναάκουσα στην Αθήνα, σε μια ομιλία του στη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων, στην οδό Ακαδημίας. Ήταν η πρώτη εξωπανεπιστημιακή διάλεξη που είχα παρακολουθήσει και όπου βρέθηκα —και οφείλω να το μνημονεύσω εις μνήμην ενός άλλου φίλου— ότι εκεί γνωριστήκαμε με έναν αληθινό φίλο, συνοδοιπόρο στη σκέψη, στους προβληματισμούς μας, τον πρόωρα χαμένο στα μάτια της νιότης μας, τον πατέρα.

Από τότε και σε όλη τη διάρκεια του θεωρητικού μας χρόνου, ο δάσκαλος Γιανναράς ήταν ο πάντοτε παρών συνοδοιπόρος στις κουβέντες μας, είτε παρών είτε απών. Θυμάμαι επίσης, μάλλον το καλοκαίρι του 1986 —δεν είμαι βέβαιος, μπορεί και το 1985, δυστυχώς έχω βραχεία μνήμη— είχαμε βρεθεί εξόρμηση νέων παιδιών στο Άιβεκαμ της Αγγλίας, σε νεανική κατασκήνωση, στον σύνδεσμο της Αδελφότητας Ορθοδόξων Νέων. Τότε μαζί ήταν και ο Δημήτρης Μαυρόπουλος, όλοι νεότατοι βέβαια, εμείς οι ψηλότεροι βέβαια, με ομιλητή τον Γιανναρά βεβαίως, κεντρικό τιμώμενο πρόσωπο των σεβασμίων επισκόπων Σουρόζ Αντώνιο — Αντώνιο Μπλουμ. Ευχαριστώ.

Διαβάζαμε τότε μεταξύ μας τα βιβλία που υποδείκνυε τότε ο αείμνηστος Μιχάλης Γρηγόρης, το «Πείνα και δίψα», που είναι ένα παράξενο βιβλίο — δεν είναι ακριβώς θεολογικό, δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό, είναι και οδοιπορικό συνάμα, του κοινού οδοιπορίας του σήμερα. Διαβάζαμε επίσης και τη «Νεοελληνική ταυτότητα» — το συγκεκριμένο βιβλίο θέλαμε να το θίξουμε. Δεν το διαβάσαμε όμως.

Στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου υπήρχαν επίσης η «Ελευθερία του ήθους» και η «Θεολογία στην Ελλάδα σήμερα», στις «Χρόνος» εκδόσεις, τις οποίες είχα δανειστεί τότε και όσοι σήμερα τις κατέχουν. Ο Γιανναράς μας είχε δώσει μια καινούργια γλώσσα, μια καινούργια ματιά στα πράγματα — στη θεολογία, στην πολιτική, στην Ελλάδα του σήμερα, στην αυτογνωσία μας εν τέλει. Σε εμάς τα χαμένα — επιτρέψτε μου να το πω έτσι — τα χαμένα του προοδευτικού εκδημοκρατισμού της χώρας τη δεκαετία του 1980. Το πώς και το τι αυτού του εκδημοκρατισμού — άλλοι θα το έλεγαν εκλαϊκισμό — είναι άλλο θέμα.
Στη νεανική μας ορμή, που πολλές φορές ήταν ακατάσχετη — είναι ακατάσχετη πάντοτε η νεανική ορμή — ο Γιανναράς ήταν τότε η φωνή μας. Πρέπει να πω εδώ ότι ο δάσκαλος Γιανναράς είχε έναν χαριτωμένο τρόπο με συναίσθηση, πάνω και με αδελφούς φίλους. Με τον Παρασκευάκη που προείπαμε, με τον Δημήτρη Μπόσκοβο, τον Κώστα Καμαγιάννη, τον Δημήτρη Κοσμόπουλο, τον Γιώργο —εδώ με αστειάκι— τον είδαμε τότε καιρό, τον Σιάπολο, τον Θοδωρή, τον Παντρούλα, τον Κώστα Βερίχη και με άλλους που έχουμε ίσως λίγο χαθεί.
Θυμάμαι μάλιστα τα τελευταία χρόνια — 2003 πιθανόν ήταν — μια επίσκεψή μας στον ίδιο τον Χρήστο, με τον Βερίχη, που ανάμεσα στα κεράσματα που μας πρόσφερε μας διηγούνταν πιθανόν για ώρες τις νεανικές θεολογικές περιπέτειες πίσω στα χρόνια του 1960. Τον διωγμό του από τον καθηγητή Τρεμπέλα από την Αθήνα, για την απρόσμενη βοήθεια τότε στη Θεσσαλονίκη από τον καθηγητή Χρήστο, και για άλλα πολλά. Καθώς είχε διάθεση να θυμηθεί — ίσως να βοηθούσε και εκείνο το ποτήρι κρασί που μας πρόσφερε — εντύπωση κι αυτό ζήτημα.
Κάποια περιστατικά τα διηγούνταν σαν να είχαν συμβεί πριν από εκατοντάδες χρόνια. Άλλωστε είναι ένα κομμάτι της ιστορίας μας σήμερα. Όλοι εν τω μεταξύ έχουν πεθάνει, όλοι τους.
Αυτό το φιλάνθρωπο τέλος, ο θάνατος, σκεπάζει όλα — ευτυχώς. Φεύγοντας, καθώς τον Κώστα με τον Δοντοβολή λέγαμε να έχουμε την κάμερα μαζί την επόμενη φορά — επόμενη φορά, όπως γίνεται συνήθως, δεν είναι.
Ήταν η εποχή λίγο πριν το τέλος. Κάναμε αρκετή παρέα με τον κύριο Χρήστο, με τον Χρήστο Γιανναρά — με τον Γιάνναρο, λέγαμε εμείς. Κάναμε αρκετή παρέα. Χαιρόταν σαν παιδί να τον παίρνουμε με τα φιλικά του στις βραδινές συνομιλητικές μας παρέες, παρότι εκείνος τηρούσε το μέτρο. Με τον επίσης αγαπητό Γιάννη Μιχαήλ, τον Βασίλη Γαβρή και λοιπούς.
Τον χαρήκαμε στο τραπέζι, με τον Δημήτρη Καταφυλλόπουλο, τον Δημήτρη Νόλλα επίσης και άλλους, αρκετές βραδιές — όχι σαν το ζευγάρωμα ο δάσκαλος των νεανικών μας χρόνων δηλαδή στα τελευταία χρόνια, αλλά περισσότερο σαν έναν σοφό παππού, με πάντα δροσερή τη σκέψη, καθαρά τα αισθήματα και εύκαιρο το χαμόγελο στις βαριές ζεύξεις του παρακείμενου μυστηρίου.
Επανέρχομαι από τα πρόσωπα στα παλαιά. Ο Γιανναράς — θα το λέω γιατί για τη γενιά μας υπήρξε δάσκαλος και οδηγός — ακόμα και στη γλώσσα θα άξιζε κάποτε να γινόταν μια διατριβή για τις δεκάδες «γιανναρικές» λέξεις που έχουν παρεισφρήσει στα λόγια και στα γραπτά των πολλών — όχι μόνο, θεωρώ, στην τρυφερή νεότητα.

Όπως ξέρουμε, ο δάσκαλος νοείται και πατέρας αναπόφευκτα. Και το ίδιο αναπόφευκτα, σαν ο λοιπός και στέκει στα πόδια του κανείς, ξεκαθαρίζει και τη σχέση με τον πατέρα, καμιά φορά υποσκελίζοντάς τον. Έτσι πάει η ζωή. Για τη γενιά μας πάλι μιλάω βέβαια.
Λοιπόν, του δίναμε πάντα τον λόγο, αλλά είχαμε και κρατούμενα. Εξάλλου, με τον καιρό, όπως είναι φυσικό, μπήκαν στη ζωή μας κι άλλοι δάσκαλοι. Δεν ήταν μόνο τα πολιτικά του Γιανναρά που κάναμε ευαγγέλιο· με τον καιρό ήταν και τα θεολογικά του, ήταν και τα εθνικά του. Φερ’ ειπείν, τα γαλλογενή κείμενα, που με όσα έκαναν μαρτυρούσε στη Δύση, έδωσαν τότε φτερά στην αυτοσυνειδησία και στην αγοραία ψυχή μας.
Μα ήμασταν κι εμείς στη Δύση — πώς να το κάνουμε — και στην καλή και στην κακή της εκδοχή. Και ήμασταν η Ελλάδα. Η Ελλάδα δεν ήταν ποτέ αποκομμένη από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, ούτε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας — καθόλου, άλλωστε, σημαίνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Εδώ προς Θεού, είναι που ίσως και λόγω της αντιπαλότητας του Γιανναρά με τον Θεόκλητο Διονυσιάτη, τον πατέρα Θεόκλητο, τον υποτιμούσε. Είναι ένα παράδειγμα της Τουρκοκρατίας — της μεγάλης Τουρκοκρατίας — το οποίο δείχνει ότι οι Έλληνες ήταν πολύ σοφότεροι από τους Έλληνες σήμερα και πολύ ψηλότεροι.
Λοιπόν, συνεχίζω. Έπειτα από πολύ νωρίς, άλλες δασκαλικές μορφές, όπως ο σεβασμιώτατος Εφέσου Ιωάννης, έβαζαν ερωτηματικά στα όσα περί Δύσεως, όπου μας μάθαινε ο Γιανναράς — και άλλα, για να μην πω σε λεπτομέρειες.
Άλλωστε δεν είμαι ο ακαδημαϊκός — έχουμε εδώ τον φίλο μας τον Σωτήρη Μητραλέξη, ξέρει καλύτερα — και δεν είναι άλλωστε αυτός ο σκοπός σήμερα.

Προσωπικά, δύο χοντρικά ήταν τα σημεία απογαλακτισμού από τον δάσκαλο.

Η ιστορία, πρώτον. Η ιστορία που δεν πάντοτε προβλέπεται και συμμειγνύεται. Καθαρή ιστορία δεν υπάρχει. Η ιστορία που δεν υπακούει στα γραμμικά ερμηνευτικά συστήματα, παρότι τα ερμηνευτικά συστήματα είναι πολλές φορές χρήσιμα.
Δεν υπακούει λοιπόν σε συστήματα, για παράδειγμα: Ανατολή – Δύση, Παράδοση – Νεωτερικότητα, Βυζάντιο – Ευρώπη, Πρόσωπο – Άτομο κ.λπ.
Όσο ο Χρήστος Γιανναράς ήταν τα ανοιχτά μας πανιά με τις μαχητικές του θέσεις, με τον καιρό ξεφούσκωναν στην πορεία, αισχίζοντας τη φουσκοθαλασσιά του ρέοντος, του θεόσκοτεινου ωκεανού που λέγεται ιστορία του ρέοντος αιώνος.

Το ένα κάτι που μας έλειπε από τα γιανναρικά διαβάσματά μας, έτερον πάλι, είναι η λαϊκότητα. Αφού ο ευλογημένος δάσκαλος μας έμαθε να σκύβουμε με σεβασμό πάνω σε αυτό που λέμε παράδοση, ανακαλύπταμε με τον καιρό ότι σχεδόν από εκεί και μετά —δηλαδή ανακαλύψαμε ότι σχεδόν— το μόνο πνεύμα που έχει να μας μείνει ο τόπος μας σήμερα είναι η λαϊκή του παράδοση. Και λαϊκή παράδοση δεν εννοώ τη φολκλόρ παράδοση· μας είναι και η δημοκρατία των ναών, από το δημοτικό άσμα ως το ρεμπέτικο, από την ψαλτική —ένα θαύμα που επιβιώνει από μόνο του—, ένα όργανο που μόλις επισύρει στήριξη και είναι θαυμαστό, έως το Θέατρο Σκιών, ομοίως ένα θαύμα επιβίωσης από λαϊκά βιώματα που πολλές φορές κουβαλούν ένα τόσο αρχαίο ήθος.
Η λαϊκότητα, όχι ο λαϊκισμός, φοβούμαι, είναι ένα ζυμωμένο γραφείο μας που μας φυλάει σε ασφαλείς δυνάμεις και αυτοπείνωσης. Ίσως εγώ παρεξηγηθώ. Δεν μιλούσε ο Γιανναράς για όλα αυτά; Βεβαίως μιλούσε, και πολύ δυνατά μάλιστα. Πάντα όμως από το βήμα του διανοουμένου, μια κάποια «νεκρή» απόσταση, την οποία δικαιολογεί και η θέση του, η γέννησή του, η τάξη του, η παλαιότητα ενός του ίδιου μέσα στο μέσο μας. Όσο τον παλιάσαμε εμείς, δεν υπάρχει σήμερα αυτή η Αθήνα. Έτρεφε έναν ρομαντισμό η αστική παράδοση, σίγουρα, αλλά και ένα κράτημα απέναντι στις πηγές, στις εκφράσεις, οι οποίες δεν είναι πάντοτε «κορμικό» —ας μείνετε εδώ ή, αν θέλετε, θα το πω απότομα.
Η γενιά μας, ευλόγησέ με, πέρασε από πολλά σκαλιά και είχαμε ενόσω πολλούς δασκάλους, δόξα τω Θεώ, όπως τον αείμνηστο Σιμωνάκρα — κάποιον που δεν έπρεπε να ξεχάσω στις συναθροίσεις χρόνια πριν. Αλλά πάντοτε με τον Γιανναρά είχαμε μια γόνιμη τριβή, ίδιον του μεγάλου δασκάλου που είπα στην αρχή: τρωγόμαστε ακόμα και για τις —καιρός με καιρό— συνήθως ατυχείς, συγχωρέστε μου, πολιτικές θέσεις.
Όντας παιδί της εποχής, της χριστιανοσοσιαλιστικής νεολαίας τότε, οι πολιτικές θέσεις σχεδόν πάντα μας έβρισκαν αντίθετους. Αν και, εδώ, κουβέντα λόγω σεβασμού στο πρόσωπό του και της ρητής σας εδώ του σεβασμού, με τα νοήματα δεν δίναμε τέτοια σημασία στο ελλείπον πλαίσιο, βέβαια, οφείλω να ομολογήσω, της —ας το πούμε— πολιτικής ιδεολογίας. Στη μεγάλη εικόνα, δηλαδή, ήμασταν κοντά.
Άλλος λέει —και ο ίδιος— σε στοχαστικά αναπτύγματα της επιφυλής πλησίασε το κάπως αυλοϊκό, πλην εύσπωχο σχήμα διπρόσωπου ελιτισμού του έτωρου της κάμπουλας, Νίκο Ψαλουδάκη, ως αναφορά το δίπολο του σύγχρονου κόσμου. Για τους νεότερους αυτό δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα, βέβαια.
Και δείτε: από βια, μακαρίτη, πήγα να μιλήσω και μιλήσαμε τόσο μέχρι τώρα. Είχαν προηγηθεί άλλοι, φυσικά, δασκαλίες του προκειμένου, με της πολιτικής φιλοσοφίας, όπως ο Νικολάιν Διάγερ, παλιός γνώριμος διδάσκαλος. Με τον Σιμερατεμό τώρα πρέπει κάπως να τελειώσω, βέβαια, γιατί πέρασε και η ώρα.
Νομίζω, δεν ξέρω αν είναι κατανοητό, αλλά κάτι παραπάνω με τον Χρήστο Γιανναρά μας συνδέει. Δεν λέω «μας συνδέει» — μας συνδέει δεσμός ζωής. Μια σχέση, βέβαια, σαν αυτή που ο ίδιος κήρυττε: η σχέση δηλαδή κάνει το «περιχώρησης» να είναι ωραία, για να έχει λέξη.
Αν ο Χρήστος Γιανναράς ανοίγει στην Ελλάδα και στον κόσμο, και στον κόσμο όλο, διδάσκαλος, ως εκείνος που άνοιξε κάποιο σημερινό δρόμο που βγάζει στη Σοφία. Σοφία, για μας, είναι ο ένσαρκος Λόγος του Θεού.
Να μην τον ξυπνάμε. Για τη γενιά μας υπήρξε γαλακτοτρόφος. Και πρέπει να πω, εν τέλει, ότι πάντα είναι ζωντανή για μας μια αληθινή πατρική έγνοια. Τώρα που μας χωρίζει πάνω πέρας χρόνου από την ευσεβή θανήκη, δεν έχουμε παρά να την αντιχαρίσουμε, την ευγνωμοσύνη μας.
Μεγάλωσες σαν ευστημίδος δάσκαλος, αγαπημένοι μας κύριε Χρήστο, αγαπημένοι μας Γιανναρά. Με αγαπάνους κόκκους, να έχεις την ανάπαυσή σου και τη χαρά κοντά στην πάντων χαρά: «ο ήχος εορταζόντων ο ακατάπαυστος». Αιωνία σου η μνήμη, δάσκαλε, πατέρα και φίλε.

Από τα πολλά που ειπώθηκαν, θέλω να πω και κάτι ακόμα, γιατί μια μικρή αναφορά έμπλεξε έτσι στα πρώτα χρόνια του Χρήστου Γιανναρά και στην πορεία του μέσα στις οργανώσεις — όλα πράγματα που τα ξέρουμε σήμερα. Υπάρχουν κάνα δυο άνθρωποι εδώ που τον έζησαν από τότε και που μπορεί να αισθάνθηκαν ότι πληγώθηκαν από εκείνον ή μπορεί και να πλήγωσαν εκείνον. Αλλά όμως το ότι η παρουσία τους είναι σήμερα εδώ δηλώνει ακριβώς ότι υπάρχει μια αληθινή σχέση. Και πάντα επιβίωνε αυτή την αληθινή σχέση — και πάντα επιβίωκαν και άλλοι να έφτιαξαν σχέση μαζί του — και αυτό το βρίσκω πολύ ουσιαστικό.
Ευχαριστούμε πάρα πολύ και να δώσουμε τον λόγο —κατά νόμικον συμβουλήν—. Ο θάνατος είναι σε πολλές περιπτώσεις φιλάνθρωπος και τα σκεπάζει όλα, δίπλα στην ελπίδα.

Ευχαριστούμε πολύ και να δώσουμε τον λόγο στον Σωτήρη Μητραλέξη να μας καταθέσει και εκείνος τα δικά του.
Ευχαριστώ. Ευχόμαστε —και σε τη λήξη— που πάνε τέλος πάντων οι Μυροφόρες να κάνουν τα χρεώδη της δουλειάς τους και συναντούν αγγέλους που τους λένε «just the facts, madam». Η γεύση ουκ έστιν· η υμνογραφία μας, η Αναστάσιμη, του βάζει και άλλα λόγια, του βάζει μια πάρα πολύ έμπλοκη και ορθολογική ρητορική ερώτηση: «Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;». Τη φάση θα λέγαμε, συναφώς.
Αυτή τη μοίρα ο Αναστάς την επιφυλάσσει για όλους μας εν τέλει, οπότε είναι και λίγο σουρεαλιστικό να μιλάμε για νεκρούς σαν να πιστεύουμε κι εμείς οι ίδιοι σε τέτοιες νηπιώδεις δαιμονίες, όπως η ύπαρξη του θανάτου. Δηλαδή, άμα δεν έχουμε κι εμείς μια —αν όχι βεβαιότητα, γιατί αυτή θα μπορούσε να είναι προβληματικά ιδεολογική— αλλά μια ελπίδα, τι συζητάμε τώρα;
Διάθεσις ζώντων και τας νεκρούς. Ένας Χριστός —αν δεν το θυμόμαστε εμείς που είμαστε εδώ συναγμένοι σε μια εκκλησία— ποιος άλλος θα το θυμηθεί; Και, εν πάση περιπτώσει, κάποιοι άνθρωποι υποπτευθήκαμε τέτοια πράγματα μόνο χάρη στη συνάντηση με τον Χρήστο Γιανναρά, διότι έτσι ήταν η πρόνοια του Θεού. Εγώ μεγάλωσα ως μη κεκλημένος άφορος — ήταν εντελώς αστεία όλα αυτά. Το άλλο ήταν εντελώς αστείο, όλα εκείνα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση, το οποίο προέκυψε λόγω της συνάντησης με το πρόσωπο του Χρήστου Γιανναρά.
Για αυτά θα πουν πολλοί και πολλά — και πολλά λέγονται σε αυτό το βιβλίο, το οποίο έχει μια σειρά αποχρώσεις, γιατί μην ξεχνάμε ότι είναι και μια βιβλιοπαρουσίαση και ότι ο συγγραφέας, εκδότης, βιβλιόφιλος και φίλος Θεόδωρος Παντούλας πουλάει και τα βιβλία — κλέφτης θα γίνει — οπότε μπορείτε να το προμηθευτείτε.

Αλλά με ποια έννοια; Ότι έβγαλαν εκδοτικώς, μανιφέστο, δύο βιβλία. Το πρώτο προηγήθηκε χρονικά — εντάξει, υπάρχει μια αλληλοπεριχώρηση, όπως είπε ο Κώστας, ανάμεσα σε αυτά τα δύο — αλλά είναι σημαντικό: το πρώτο έχει ίσως λίγο πιο πολλές μελέτες για το έργο, για την παρουσία. Το δεύτερο βιβλίο, το πιο προσωπικό, με τον δηλωτικό τίτλο «Αχ, κύριε Χριστό μας», που είναι επί προσωπικού, μας θυμίζει και το εξής:
Φεύγει από κοντά μας — ή εμείς φεύγουμε από κοντά του — ένας άνθρωπος ο οποίος γνωρίστηκε ως στοχαστής, διανοούμενος, συγγραφέας κ.λπ. Συνηθίζεται μετά τούτο να μιλάει κανείς για το έργο του, για τη σημασία του έργου, για το περιεχόμενο του έργου του. Υπάρχει όμως και ένα άλλο πολύ μεγάλο έργο, ένα άλλο πολύ σημαντικό — τρόπον τινά — και μια άλλη κληρονομιά, πέρα από αυτή την οποία βρίσκει κανείς στα κείμενα του ανθρώπου που έφυγε από κοντά μας, στις συνεντεύξεις κ.λπ., που είναι ακριβώς το τι έσπειρε στις προσωπικές σχέσεις με τους ανθρώπους.
Και η κληρονομιά που μπορεί να είναι ο κρίκος μακράς αλυσίδας, που δεν ξέρουμε σε τι μέλλον, σε τι χρονικό ορίζοντα θα υπάρξει, που είναι ακριβώς οι προσωπικές σχέσεις και το τι θέλησε η πρόνοια του Θεού να ανθίσει και να καρπίσει μέσα σε αυτές. Αυτό το πράγμα, όπως λέμε κι εδώ, ούτε έρχεται με παρατηρήσεις για το ποια είναι η σημασία του βιβλίου «Ορθός λόγος και κοινωνική πρακτική» — είναι εύκολο κανείς να μιλήσει με έναν οριοθετημένο τρόπο — αλλά το τι είναι και δεν ξέρουμε τι θέλησε η πρόνοια του Θεού να καρπίσει μέσα μας από την επαφή και τη μαθητεία που προέκυψε με ανθρώπους.
Και το τι να δώσουμε, κατά το μέτρο της δύναμής μας, εμείς περαιτέρω σε αυτή την αλυσίδα — ούτε εμείς οι ίδιοι ποτέ δεν τη βλέπουμε και δεν ξέρουμε μέχρι πού φτάνει χρονικά — και είναι μια τελείως άλλης τάξεως και πολύ πιο κρυφή, εν τέλει, συνεισφορά.
Οπότε δεν μιλάω μόνο πιο επαινετικά για το βιβλίο σε αυτό το πλαίσιο, αλλά για το πόσο σημαντικό είναι, πέρα από το να βγαίνουν μελέτες που μιλούν για τη σημασία του έργου — που είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό έργο — να υπάρχει και ένα τέτοιο βιβλίο επί προσωπικού, «Αχ, κύριε Χριστό μας», για να δείχνει, έστω και υπαινικτικά, την άλλη σπορά. Την άλλη σπορά, που η αλυσίδα της δεν ξέρουμε πώς φτάνει και πού φτάνει, αλλά εκεί φαίνεται πως υπάρχει μία πρόνοια του Θεού άλλη.

Ο Χρήστος Γιανναράς είναι γνωστός βέβαια ως φιλοσοφικός και θεολογικός στοχαστής, αλλά στην Ελλάδα είναι και πολύ γνωστός λόγω των επιφυλλίδων, λόγω του δημόσιου λόγου του, του σχολιασμού της επικαιρότητας και των κοινωνικών και πολιτικών πραγμάτων.
Διαφωνούμε συχνά με τον συγγραφέα, βιβλιόφιλο, βιβλιοπώλη και εκδότη Θεόδωρο Παντούλα γι’ αυτό, αλλά είναι αλήθεια ότι κι εγώ ο ίδιος από εκεί πρώτα έμαθα την ύπαρξη του Χρήστου Γιανναρά. Έχει, όπως εμένα, ενδιαφέρον κάτι το αλλόκοτο με έναν τρόπο, γιατί είμαστε τώρα σε μία συζήτηση όπου όλοι, λίγο-πολύ, ξέρουν για το πρόσωπο για το οποίο μιλάμε — πολλοί το ήξεραν και προσωπικά, αρκετά πολλοί, πάρα πολλοί.
Ο Χρήστος Γιανναράς δραστηριοποιήθηκε σε μία εποχή όπου υπήρχε μία μετάβαση από το ποιες ήταν οι διεθνείς γλώσσες. Μιλούσε γαλλικά και γερμανικά κατά τη διάρκεια της ζωής του· μετέπεσε όμως σε μία κατάσταση όπου τα αγγλικά ήταν η μόνη lingua franca, η μόνη διεθνής κοινή γλώσσα, στην οποία δεν είχε ευχέρεια, στην οποία δεν έγραφε, στις χώρες της οποίας δεν είχε δραστηριοποιηθεί. Οπότε δεν ήταν αυτονόητο ότι θα μεταφραστούν τα βιβλία του.

Εν αντιθέσει, σε διαστολή, μία πολύ σημαντική μορφή της ίδιας γενιάς, ο μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, κατευθείαν τα έγραφε τα βιβλία του στα αγγλικά και έγινε και πολύ γνωστός αμέσως. Άργησαν λοιπόν τα βιβλία να μεταφραστούν στη σημερινή κοινή γλώσσα.
Και ενώ εδώ πολλοί τον θυμούνται για τις επιφυλλίδες ή για τις τηλεοπτικές παρεμβάσεις, βλέπεις κάτι περίεργα πράγματα. Ενώ η γλώσσα των κειμένων των βιβλίων δεν είναι —αλλά ακόμη και μεταφρασμένη— μια γλώσσα ακριβώς κατάλληλη για ένα κατεξοχήν αγγλόφωνο κοινό, γιατί οι Αγγλοσάξονες γράφουν αλλιώς, βλέπεις ξαφνικά τον Κινέζο πατρολόγο, καθηγητή τώρα με διδακτική και ερευνητική θέση στο Κέμπριτζ, στον οποίο ο Γιανναράς άλλαξε τη ματιά.

Τον Αυστραλό, ο οποίος δούλευε παλιά στο αυστραλιανό κράτος, ο οποίος τώρα όχι απλώς είναι μεταφραστής —ο δεύτερος μεταφραστής που έκανε την πολλή δουλειά στην αποδοχή του Χρήστου Γιανναρά— αλλά και εκείνος έχει μία αγαπητική σχέση εκπληκτική.
Κοιμήθηκε το 2024 ο Χρήστος Γιανναράς. Πήγαινα εγώ τον Σεπτέμβριο για μία δουλειά στην Οξφόρδη, για κάτι άσχετο τελείως — δηλαδή άσχετο με ορθόδοξη θεολογία — οπότε δεν υπήρχε να συμφραζόταν ένα κοινό context. Και πήγαινα μετά για τις ακαδημαϊκές, παραδοσιακές μπύρες στην αντίστοιχη pub — συγγνώμη, στο Κέμπριτζ, όχι στην Οξφόρδη — όπου ήταν και ένα κοινό εκεί από την εκδήλωση που φιλοξενούμε, που δεν είχε καμία σχέση με ορθόδοξη θεολογία.
Και είναι τώρα μία 24χρονη Κινέζα, που μεγάλωσε στην Κίνα, η οποία λέει: «Α, ο Χρήστος Γιανναράς — έχω εργαστεί πάνω σε αυτόν. Είναι ένας από τους δύο αγαπημένους μου φιλοσόφους, μαζί με τον Ζαν-Λυκ Μαριόν», λέει. «Με έχει επηρεάσει πάρα πολύ, γράφω τώρα για αυτόν», λέει στο blog η 24χρονη Κινέζα, μετά την κοίμηση του κυρίου Χρήστου. Και μάλιστα θέλει να είναι και αγαπημένος μου, γιατί είχα έρθει στα αναγνώσματά του όταν αποφάσισα εγώ να βαπτιστώ ορθόδοξη.
Κόκαλο μένεις και λες: από ποιες διαδρομές προκύπτουν τώρα αυτές οι σπορές και ανθίζουν από έναν άνθρωπο τόσο κατασυκοφαντημένο — και ακατασυκοφάντητο και συκοφαντημένο — και στον χώρο της θεολογίας επιχειρήθηκε να χτιστούν και κάποιες πορείες με την εικονογράφηση του Χρήστου Γιανναρά ως του «κακού», που πρέπει να τον αποφεύγουμε κ.λπ.
Και πώς κατέληξε αυτό στο να έχεις την 24χρονη Κινέζα, τον άλλον, τον άλλον, παράλληλα πολλούς, πάρα πολλούς. Οφείλω εδώ να πω ότι είχε μια χαρά — όχι καθόλου, θα έλεγα, εγωιστική — όταν έγιναν τα μεγάλα συνέδρια για το έργο του: το ’13 στην Οξφόρδη, που ήταν λίγο πιο πολύ φιλικό, και το κατεξοχήν ακαδημαϊκό μετά στο Κέμπριτζ, το ’17, όπου εμφανίστηκαν άνθρωποι από τα πέρατα της οικουμένης, απόστολοι εκ περάτων, που τους δόθηκε η δυνατότητα και τον ίδιο να γνωρίσουν, το πρόσωπο, τον στοχαστή που αγάπησαν και που τους άνοιξε δρόμους στα γραπτά.
Άνθρωποι από Αγγλίες, Αμερικές, Κίνες — καλή ώρα — Αυστραλίες. Μόνο Αφρικανοί δεν ήρθαν — αλλά θα βρούμε.
Βεβαίως, πέρα από το ξύλο και την κατασυκοφάντηση που υπέστη αυτός ο πολύ μεγάλος στοχαστής και πολύ ζωντανός άνθρωπος, είχε και μεγάλη εύνοια από τον Θεό και τον προστάτευσε ο Θεός από κακά που δολοφονούν την ψυχή του ανθρώπου. Ο οποίος, παραδείγματι, δεν εξελέγη καθηγητής στις θεολογικές σχολές — εκεί βλέπει κανείς το μέγεθος της αγάπης του Θεού για αυτόν τον άνθρωπο και της προστασίας με την οποία περιέβαλε το πρόσωπο και την ψυχή του.
Φιλόσοφος ή θεολόγος ο Χρήστος Γιανναράς; Σε μια εποχή που ήταν τελείως ξένο το να υπερβαίνεις με δρασκελιές αυτήν τη διάκριση, και αντιμετώπισε την τεράστια ευθυνοφοβία κατηγορήσεων με χαρακτηριστική ευκολία, έκανε ό,τι συνηθίζεται τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια σε όλους όσοι μιλούν ελληνικά: αυτές τις διακρίσεις να τις τρώει για πρωινό και να προχωράει στο ουσιώδες — ή, αν θέλετε, και στο ρεύμα που αισθάνεται χρήσιμο.
Στην Ελλάδα έχουμε ακόμη έναν επαρχιωτισμό που ανθίσταται σε αυτό. Ακούμε — και την ίδια εποχή που δραστηριοποιείτο φιλοσοφικά ο Χρήστος Γιανναράς — ότι αυτό ήταν σύνηθες και αυτονόητο στο εξωτερικό. Ήδη ήταν πολύ μεγάλο στοχαστικό φαινόμενο ο Ζαν-Λυκ Μαριόν, που είναι και μια στροφή, μια θρησκευτική στροφή της φαινομενολογίας, όπως λέγεται, για το πώς μετά τη μεγάλη νεωτερική θεολογία, χάρη του Θεού, τα γράφουν πολύ ανοιχτά.
Όταν μιλάει σε αυτό το βιβλίο, παραδείγματι, ο Δημήτρης Μαυρόπουλος, καλό είναι εμείς να σιωπούμε για τα ίδια ζητήματα, όταν έχουν καλυφθεί από έναν Δημήτρη Μαυρόπουλο. Όπως και όταν αυτό το βιβλίο ανοίγει με τη μαρτυρία του επίσης κυρίου Βασιλείου Γοντικάκη, έχει όμως και τη σημασία του αυτό, διότι προϋποθέτει μια μεγάλη νηκτικότητα ψυχής το να βλέπεις ότι αντιμετωπίζεις φοβερή αντίσταση στο να πεις αυτό που βλέπεις εσύ ως αυτονόητο — ας πούμε αυτή την υπέρβαση με δρασκελιές — διότι τελικά μιλάμε για κάτι που απολήγει στην ίδια την εκκλησία.
Και συμπολιτεύεσαι παρ’ όλα αυτά να το κάνεις, γιατί λες: «Εγώ, παιδιά μου, προσπαθώ να ψηλαφίσω. Αυτή είναι η καρπός της ψηλαφήσεώς μου. Όποιος θέλει, ας δοκιμάσει. Δεν θα κρίνω εγώ αν είναι καλή ή όχι». Νομίζω πως είναι ένα γνώρισμα του Χρήστου Γιανναρά αυτή η στάση του: «Εγώ αυτό προσπαθώ, αυτό καταθέτω».
Το φοβερό είναι το πόσων ανθρώπων άλλαξε η ζωή από τη συνάντηση με το πρόσωπο και το έργο του — πολλές φορές με το πρόσωπο και μετά με το έργο, άλλες φορές πρώτα με το έργο και μετά με το πρόσωπο. Και το θαυμαστό είναι ότι και το ίδιο το έργο, από μόνο του, διατηρεί αυτή τη δυνατότητα και δυναμική.


Ο Χρήστος Γιανναράς είχε ένα χάρισμα, το οποίο όμως —εντάξει— και ασκήθηκε. Ο Θεός διάλεξε την Παναγία, αλλά έπρεπε και εκείνη να πει το «ναι». Έτσι και για όλους όσοι —φαντάζομαι— ισχύει αυτό: ο Θεός λέει «πάρε το δώρο», αλλά πρέπει κι εσύ να πεις «ναι» για να βγάλει νόημα αυτή η υπόθεση και να καρποφορήσει.

Έχασα όμως λίγο τον ειρμό μου — δεν μου προέκυψε — συγχωρήστε με. Εμ… τι έλεγα; Πείτε μου, δεν ξέρω εγώ να σε βοηθήσω. Ε, αν δεν ξέρετε το υπόλοιπο… τι έλεγα; Ούτε μάλλον δεν είχα ειρμό. Μισό δευτερόλεπτο, μισό δευτερόλεπτο — κάνω buffering. Συγγνώμη, δεν έχω βάλει οπτικές ίνες στο internet…

Ναι. Ο ίδιος ο Χρήστος Γιανναράς έλεγε, ως παράδειγμα για μια σειρά από ζητήματα —και κυρίως για το θέμα του προσώπου— το εξής: ας πούμε ότι τώρα δεν είμαστε κοντά του· εκείνος μπορεί να είναι κοντά μας, αλλά εμείς δεν είμαστε κοντά του.
Μιλούσε για καλλιτέχνες ή για μουσικούς — για τον Μότσαρτ ή τον Βαν Γκογκ — και έλεγε: αυτό που κάνει τον Βαν Γκογκ να είναι Βαν Γκογκ, το γράφει κάπου, είναι ότι η ετερότητα του προσώπου του αποτυπώνεται μέσα από το έργο. Οπότε βλέπεις σχεδόν είκοσι πίνακες — έλεγε — βλέπεις τον εικοστό πρώτο και λες: «Αυτό είναι Βαν Γκογκ». Δεν λες καν «αυτό είναι του Βαν Γκογκ». Λες «αυτό είναι Βαν Γκογκ».
Δηλαδή, να λες το ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος και να τον γνωρίζεις με έναν τρόπο που μπορεί να μην τον γνώριζε ο αρτοποιός που θα του πουλούσε ψωμί κάθε ημέρα. Δηλαδή, εσύ που μετέχεις στο έργο του Μότσαρτ, ακούγοντάς το, θα μπορείς να γνωρίζεις ποιος ήταν πραγματικά ο Μότσαρτ με έναν τρόπο πολύ πληρέστερο από τη γνώση που θα είχε ο αρτοποιός του — ή ο ταξιτζής του, θα λέγαμε σήμερα.

Σήμερα, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και AI κ.λπ.

Αυτό, με έναν τρόπο, το βλέπουμε ακόμη περισσότερο. Γιατί όσο επιτυχές και γίνεται το AI, είτε στο να αναγνωρίζει είτε στο να αναπαράγει, όσο διατηρούμε μια επίγνωση της πρωτοτυπώδους ανθρωπινότητας στην καθημερινή μας εμπειρία, ακόμη διαπιστώνουμε τους περιορισμούς αυτού του πράγματος. Και το ότι ο άνθρωπος είναι πάντα το κάτι παραπάνω.
Οπότε η ετερότητα, μέσα από αυτό — η ετερότητα που είναι πέρα από το σχήμα — χαρίστηκε στον Χρήστο Γιανναρά, αλλά και εκείνος το εξάσκησε με θαυμαστό φως. Πέρα από τη συνεισφορά του, τις ιδέες του, να έχει και έναν λόγο, ανανεωτής του ελληνικού λόγου, που τον εγκιβωτίζει. Μπορείς να τον βρεις μέσα, με έναν τρόπο.

Και μπορείς να τον βρεις μέσα έτσι όπως, νομίζω, πολλοί από εσάς τον γνωρίσατε: με μια ευγένεια αδιανόητη, με την ευγένεια της φυσιογνωμίας του. Αυτό επίσης είναι ένα σημαντικό πράγμα πέρα από τις ιδέες. Πολλοί λένε πολλές ιδέες — κάποιες από αυτές είναι καλές. Αλλά όταν βλέπεις ότι ένας άνθρωπος πραγματικά έχει — δεν είναι σωστή λέξη το «ήθος» ίσως, γιατί παραπέμπει σε άλλους συνειρμούς — αλλά όταν βλέπεις ότι ενσαρκώνει τον αγώνα στην ψυχή του ανθρώπου, ένας άνθρωπος ο οποίος έρχεται και λέει «εγώ κάνω αυτόν τον αγώνα», ότι δεν είναι έτσι στα χαρτιά του αλλιώς, στην ταβέρνα ή στο after μιας παρουσίασης, αλλά είναι ο ίδιος άνθρωπος, αυτό είναι κάτι πάρα πολύ ωραίο.
Είπα τη λέξη «ήθος». Μια και σήμερα είναι αυτή η ημέρα και πολλά συνεισέφερε σε αυτές τις διακρίσεις ο Χρήστος Γιανναράς: ο «ηθικός» της παραβολής του ασώτου σήμερα είναι ο ίδιος που έμεινε με τον πατέρα. «Εμένα μου είπες να κάνω αυτά, μου έδωσες αυτούς τους κανόνες, εγώ τους τηρούσα. Τους τηρούσα με αγάπη, ήμουν νομιμότατος και ηθικός. Εγώ είμαι ο ηθικός».

Αυτός που είναι ο «ηθικός», λοιπόν, έρχεται και εγείρει αξιώσεις και γκρινιάζει κιόλας όταν επιστρέφει ο άσωτος υιός και εκεί πραγματικά σφάζεται ο μόσχος ο σιτευτός. Δηλαδή: «Εγώ τι είμαι; Εγώ που καθόμουνα και τα έκανα όλα αυτά, κι ο άλλος που ήταν ο άσωτος, έρχεται και γίνεται ο ενθουσιασμός;».

Εδώ είναι ο κίνδυνος με το μεγεθυμένο, άχρηστο ήθος: ότι επειδή, κατά την υπερβολή της αγάπης του, ο ποιμένας θα πάει να βρει το ένα πρόβατο που χάθηκε, τα «ηθικά» πρόβατα θα κάνουν συνδικάτο για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, καθότι εκείνα ήταν ηθικά. Και πώς μπορεί να είμαστε στο ίδιο ζήτημα;

Είχε έναν τρόπο ο Χρήστος Γιανναράς — με ένα έργο το οποίο πολλές φορές είναι άλλο να είναι απόκρυφο και φοβερά δύσκολο, γιατί είναι και για άλλες χρήσεις. Και σήμερα, που κατά τη γνώμη μου η πιο ζωντανή φωνή ουσιώδους συνεισφοράς στην ορθόδοξη θεολογία, συστηματικής στα ελληνικά, είναι ο πατήρ Νικόλαος Μετοχιάκης — στα «καρδιανικά» του κείμενα είναι φοβερά δύσκολος, απόκρυφος και πρέπει να διαβάσει κανείς πολλά προαπαιτούμενα πράγματα — αλλά στην ομιλία του είναι πάρα πολύ προσιτός.

Έτσι και του Χρήστου Γιανναρά υπάρχουν βιβλία πάρα πολύ τεχνικά. Μάλιστα υπάρχουν βιβλία και πάρα πολύ τεχνικά φιλοσοφικά. Εκεί πραγματικά πρέπει να έχει κανείς μια φιλοσοφική σκευή και μια υποψία των φιλοσοφικών προβλημάτων για να καταλάβει —έστω ως εν εσόπτρω— τις λύσεις και τις διεξόδους και τις διανοίξεις που προσφέρει ο Χρήστος Γιανναράς. Λόγω της δικής μας, και ακαδημαϊκής, τυφλότητας στην Ελλάδα, είναι αδύνατο να αποτιμηθεί πλήρως πενήντα χρόνια ενδεχομένως.
Στο εξωτερικό αργά αρχίζει να το βλέπουν. Αλλά να σας πω και κάτι: ποιος διάνοιας χρόνια εδώ θα είμαστε;
Υπάρχει όμως και το προσωπικό και το «αλφαβητάρι της πίστης», να το πούμε. Πόσοι άνθρωποι έχουν να πουν πως μπόρεσαν και γνώρισαν εκεί, έστω ως περίγραμμα, μια άλλη εκκλησία — από την εκκλησία του «κάτω», της προτεσταντίζουσας αντίληψης που έχουμε σήμερα για τα πράγματα κ.λπ.

Μιλάω πάρα πολύ — πρέπει να το κόψω. Α, όχι, ακόμη καλά· δεν μιλάω ακόμη πάρα πολύ.

Οπότε, ακόμη και μέσα — δηλαδή υπάρχουν τα πολυτεχνικά κείμενα, τα οποία έχουν δικό τους καρπό να δώσουν. Και υπάρχει και ο προσιτός, ο «Χρήστος Γιανναράκης», σε βιβλία όπως το «Αλφαβητάρι της πίστης».

Πολλές φορές και διηγήματα — «Νίφων και Λιώτης», νεανικό του διήγημα, το οποίο είναι, νομίζω — δεν μπορώ να κάνω λάθος και να μας το πουν — στη δεύτερη εκδοχή της «Πείνας και Δίψας».

Εγώ να σας κάνω μια εξομολόγηση, αφού είμαστε σε εκκλησία και έχουμε και πνευματικό δίπλα μας: το βιβλίο «Πείνα και Δίψα» ομολογώ ότι δεν μου άρεσε πάρα πολύ. Γιατί; Γιατί αν διαβάσετε το κυρίως του κομμάτι, που ήταν και η πρώτη του εκδοχή, είναι ο Χρήστος Γιανναράς πριν γευθεί τους καρπούς που τον έκαναν Χρήστο Γιανναρά — αλλά όταν είχε τον τίτλο του βιβλίου: την ακόρεστη πείνα και δίψα.

Οπότε — που είναι και προϋπόθεση για να πεις το «ναι» σε αυτό που σου δωρίζεται και σε αυτό στο οποίο καλείσαι — κακή σύνταξη, βασικώς, με πιάνετε.

Μετά έχει κάποια άλλα κείμενα: εκείνο για την Αίγινα, με τον Σέρβιο Σέρφιο, που πάνε στο ταξίδι στην Αίγινα και βλέπουν τη χάρη του Θεού πέρα από τις ιδέες. Αλλά και ο «Νήφων ο Κελλιώτης».
Πόση συμπυκνωμένη ορθοδοξία — των πεντακοσίων milligram, δύο φορές την ημέρα, κατά το γεύμα — βρίσκεται σε εκείνο το απλό, νεανικό, πρωτόγευστο διήγημα. Και πόσα δωρίζουν πάλι κάποια συγκεκριμένα αυτοβιογραφικά: «Το καταφύγιο του Θεού», «Το τάκαθεαυτό».
Το «Τάκαθεαυτό» μπορεί να το διαβάζει κανείς ως αυτοβιογραφικό σημείωμα, μπορεί να το διαβάζει κανείς όπως ένα εκτενές πεζοποίημα σε πεζό λόγο.
Τόσο χάρισμα, με τόση καρποφορία — αλλά και χαρίστηκε σε τόσους ανθρώπους να γευθούν αυτούς τους καρπούς.

Τώρα τη δική μου ιστορία εγώ δεν θα σας την πω.

Πρώτον, γιατί τη γράφουμε μέσα. Δεύτερον, γιατί δεν μιλάμε μαζί — γιατί δεν θα κάνουμε performance στο πηγαδάκι. Και τρίτον, επειδή, όπως είπαμε, βιβλιοπώλης πάλι θα γίνει. Αλλά αποφεύγω να πω σημαντική μαρτυρία.

Πρώτα να πούμε και το εξής από σεβασμό: δεν είμαστε χαζοί. Δεν ήμασταν 18 χρονών και ήρθε κάτι λαμπερό μπροστά μας και άλλαξε η ζωή μας και το παντρευτήκαμε — δεν είμαστε χαζοί. Το πρώτο πράγμα — κάτι που γράφω μέσα στο βιβλίο — είναι ότι υπάρχει μια τυπολογία: ο προπτυχιακός φοιτητής ο οποίος διαβάζει πρώτη φορά Νίτσε — τον λέω «ο Νίτσε», επειδή είναι μια δύναμη — ο νόμος του Νίτσε στα 18 μπορεί να δει: «αυτό είναι η απάντηση για κάθε ερώτημα».
Ρωτάει η μαμά το παιδί: «Παιδί μου, πρέπει να φτιάξουμε φακές σήμερα, έχω χάσει τη συνταγή». — «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Δεν είμαστε αυτό. Το ξεπερνάμε. Δεν είμαστε χαζοί.
Όταν καταθέτω εγώ τη μαρτυρία ότι, παρά το γεγονός ότι — δόξα τω Θεώ — καλή ανατροφή είχαμε και καλές επιρροές και διαβάσαμε και πράγματα και ως μικροί, ότι δεν μπορώ να έχω την παραμικρή υποψία με τι θα έμοιαζα σήμερα αν δεν είχα συναντήσει τον Χρήστο Γιανναρά — την παραμικρή υποψία — ποια θα ήταν τα ενδιαφέροντα, ο τρόπος προσέγγισης του κόσμου… καλά, και ότι δεν είχα πίστη.
Αλλά κι εμείς κάνουμε μερικές φορές το λάθος να καταλαβαίνουμε την πίστη ως ένα «εξτραδάκι». Δηλαδή, δεν είναι ότι εδώ είναι ο τρόπος που βλέπεις τον κόσμο και μερικοί είναι και πιστοί, έχουν ένα εξτραδάκι παραπάνω — ο κόσμος συν ο Θεός, ας πούμε κ.λπ.
Γι’ αυτό και είναι ωραίο μερικές φορές να έχεις κάνει τη μετάβαση, να έχεις αλλάξει «ομάδα», γιατί μπορείς να δεις και πώς σκέφτονται — δηλαδή γιατί έχεις ζήσει πώς σκέφτονται οι άλλοι. Αλλάζει πλήρως ο τρόπος που βλέπεις τη ζωή ως προς την πίστη γενικά, αλλά εν προκειμένω και λόγω της επιρροής, τον τρόπο που άνοιξε ο Χρήστος Γιανναράς συγκεκριμένα.


Δεν μιλάμε εδώ για ιδέες. Δεν μιλάμε εδώ για ιδέες. Και γι’ αυτό είναι σημαντική και αυτή η άλλη συνεισφορά. Ξαναγυρίζουμε στην αρχή: να μην έχεις μόνο ένα βιβλίο για το έργο και τη σημασία του. Άλλωστε είπαμε, αυτά — η καλύτερη ήταν — να τα σκεφτούμε για 400 χρόνια, να κάνουμε ένα διάλειμμα, να τα σκεφτούμε πρώτα, να δώσουμε φόρα, να γεννηθεί κι άλλη ανάγνωση, να διαβάσουμε βιβλία με χρονική απόσταση, να έχει επιτέλους σαπίσει μέσα στο μνήμα ο φθόνος του ενός για τον άλλον.
Γι’ αυτό μερικές φορές το χώμα είναι πολύ ωραίο πράγμα, γιατί δίνει τη δυνατότητα να πεθάνει και ο φθόνος του ενός για τον άλλον με την παρέλευση του χρόνου. Επίσης — δεν το λέμε εμείς, το λέει το Αφεντικό — ότι αν ο σπόρος δεν πεθάνει μέσα στο χώμα, δεν θα φέρει καρπούς. Ποτέ δεν θα βγουν αυτοί οι καρποί, ποτέ δεν θα βγει εύφορο δέντρο αν δεν συμβούν όλα αυτά.


Αλλά πέρα από το έργο μιας ζωής — το έργο μιας ζωής το περιλαμβάνουν και οι τηλεοπτικές συνδέσεις, κι αυτές μέρος του έργου είναι. Παραδείγματος χάριν, μπορείς ακόμη να τις δεις και να δεις το πρόσωπο. Υπάρχουν και οι άλλες σπορές — οι οποίες ας μην κατονομάζονται λεπτομερώς, το ξέρετε με το αλφάβητο κ.λπ. — οι σπορές των ανθρώπων που γνώρισε, και το τι θα καρπίσει ο καθένας, η καθεμιά από αυτούς, και τι θα μεταγγίσει περαιτέρω — αυτά για να στεγνώσουν, εν πάση περιπτώσει.
«Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;». Όπως χάρισε ο Χριστός να ισχύσει για εκείνον, να ισχύσει και για όλους μας…
Αν δεν συμβούν όλα αυτά. Άλλωστε, πέρα από το έργο μιας ζωής — το έργο μιας ζωής το αποτελούν και οι τηλεοπτικές συνδέσεις. Και αυτές μέρος του έργου είναι, παραδείγματος χάριν. Μπορείς ακόμη να τις δεις και να δεις το πρόσωπο. Υπάρχουν και οι άλλες σπορές.
Οι οποίες ας μην κατονομάζονται λεπτομερώς — το ξέρετε, με το αλφάβητο κ.λπ. Οι σπορές των ανθρώπων που γνώρισε. Και το τι θα καρπίσει ο καθένας, η καθεμιά από αυτούς, και τι θα μεταγγίσει περαιτέρω.
Αυτά για το θέμα, εμπάς περιπτώσει. «Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;». Όπως χάρισε ο Χριστός να ισχύσει για εκείνον, να ισχύσει και για όλους μας.

Και… αυτά. Καλησπέρα.


Μετά την εκδημία, την προσθήκη και τις συνεννοήσεις, έτσι βγήκε ο πρώτος τόμος, «Χαιρετισμός στον Χρήστο Γιανναρά». Ο δεύτερος, ας πούμε, τόμος, που είναι αυτός, έχει κείμενα που θέλαμε να δίνουν ακαδημαϊκή προσέγγιση, αλλά ουσιαστικά να δίνουν την προσωπική εμπλοκή κάποιων ανθρώπων — τον συναναστραφήκαν.

Και σήμερα διαπίστωνα ότι ο Πειραιάς — οι Πειραιώτες μάλλον — έχουν έντονη παρουσία σε αυτόν τον τόμο. Γιατί, εκτός από τον πατέρα Μιλτιάδη, είναι ο πατέρας Ποιμήν Σιμούρης, ο Γιώργος Καστρινάκης και ο Χρήστος Ποπόρος. Το κηρύκειο δεν είναι ακριβώς πειραιώτικο — είναι και βουνό και θάλασσα.
Τελειώνω με αυτό: ο τίτλος του βιβλίου, ο αρχικός, ήταν «Η εξομολόγηση για τον Χρήστο Γιανναρά». Κάποια στιγμή είδαμε ότι την ημέρα την επομένη του αγγέλματος, ο Χρήστος Ποπόρος ήταν εδώ. Ανάρτησε στο διαδίκτυο αυτό το κεράκι και αυτό το μικρό σχόλιο: «Αχ, κύριε Χρήστο μας».

Και έτσι άλλαξε ο τίτλος. Γιατί αυτό το βάθος, ο αναστεναγμός και το κεράκι συγκεφαλαίωναν και τη δική μας πρόθεση για τη σύνθεση αυτών των απωλειών. Αυτό ήθελα να πω.
Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Σας ευχαριστώ και τον πατέρα Μεθόδιο και όλους. Νομίζω ότι ο δάσκαλος θα είχε χαρά που βρισκόμαστε εδώ. Γιατί όλοι ξέρουν — σχεδόν όλοι — ότι, παρότι δεν ένιωθε άνετα στους μεγάλους κόσμους, αγάπησε πολύ τις ενορίες.
Ευχαριστώ και πάλι. Και ένα τελευταίο: θα γράψει μέσα και ο πατήρ Πέτρος Μαριάντης, που τα έζησε.
Εμείς προσευχόμαστε από την Εκκλησία για εμάς: «Τα τελευταία ημών χριστιανά, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά». Δόθηκε αυτό το δώρο στον Χρήστο — του δόθηκε. Στα Θεοφάνια, με τη φώτιση του Περιστεράς, δόθηκε αυτό το δώρο: τέλος χριστιανών, ανεπαίσχυντο, ειρηνικό. Και να δώσει ο Θεός να έχουμε κι εμείς τέτοια κοίμηση, σε αυτή την ηλικία, με αυτές τις συνθήκες κ.λπ.

— Είμαι σίγουρος.
— Εκεί είσαι; Τα ογδόντα δεκαετίες ακόμα. Κάτσε, δεν ξέρεις.
— Μπορώ να βγω έξω και να με πατήσει μηχανάκι…

Για τους κεκοιμημένους μας ζητάμε, κάνουμε μνημόσυνα. Ζητάμε «αιωνία μνήμη» στον λόγο του Θεού — στο δικό μας. Γράφουμε υπέρ αναπαύσεως, βάζουμε τα κόλλυβά μας κ.λπ. Για τους αγίους δεν το κάνουμε. Από αυτούς ζητάμε τη δική τους πρεσβεία και μεσιτεία.
Επειδή όμως κι εσείς κι όλοι μας, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αγαπήσαμε — αφού δεν είμαστε τώρα κοντά — και επειδή, για να είστε σε πρώτο χώρο, μάλλον θα είστε εκκλησιαζόμενοι, ας τον θυμάστε κι εσείς στα μνημόσυνά σας κ.λπ., και τη σύζυγο Τατιανή, που δεν είχα τη χαρά να γνωρίσω. Ας τον θυμόμαστε και στα χαρτάκια μας και στα κόλλυβά μας κ.λπ., γιατί χάρισε πολλά σε πολλούς. Ας τον θυμόμαστε.

Ευχαριστούμε πολύ, ευχαριστούμε πολύ, Σωτήρη.

Αισθάνομαι ότι μέσα από τον λόγο του Κώστα και τον λόγο του Σωτήρη επιβεβαιώνεται ακριβώς αυτό: ότι υπάρχουν πολλοί — υπήρξαν πολλοί — δρόμοι με τους οποίους προσεγγίστηκε και γνωρίστηκε ο Χρήστος Γιανναράς. Και νομίζω πραγματικά ότι το βιβλίο καταφέρνει ακριβώς να δείξει αυτούς τους πολλούς δρόμους.
Εμένα με συγκινεί πάρα πολύ το γεγονός — και υπόθηκε — γιατί το ζήσαμε κι εδώ στον Πειραιά: ότι ο Χρήστος Γιανναράς πέρασε από διάφορες ενορίες, συνδέθηκε προσωπικά. Το «συνδέθηκε προσωπικά» δεν σημαίνει ότι βρισκόταν κάθε τρεις και λίγο ως προς τη φυσική παρουσία, αλλά από όπου κι αν πέρασε έγινε ένα σημείο αναφοράς.
Θυμάμαι κι εγώ, σαν νέος, σαν παιδί, που τον πρωτογνωρίσαμε σε μια επίσκεψη στον Άγιο Δημήτριο, στην ενορία μου, ότι αυτό πυροδότησε κάτι που για πολλά χρόνια κράτησε: το «σε κάθε Κυριακή για καφέ», με τον έναν ή τον άλλον τρόπο — είτε για κάποιο βιβλίο, είτε από μια επιφυλλίδα, είτε από κάτι που είδαμε. Η κουβέντα να γυρίζει σε εκείνον, οι καβγάδες μας να ξεκινούν από εκείνον, τα φιλιώματά μας να ξεκινούν από εκείνον.
Και με αυτόν τον τρόπο έτσι πορευτήκαμε. Και νομίζω ότι είναι πολύ συγκινητικό να βλέπεις ότι αυτή η πορεία δεν ήταν κάτι που έγινε σε μια γειτονιά του Πειραιά, αλλά και σε άλλες γειτονιές, και σε άλλα μέρη, και σε άλλους τόπους μακρινούς — αυτή η μοναδικότητα της πορείας.

Ευχαριστούμε πάρα πολύ όλους. Εγώ θέλω να ευχαριστήσω και πάρα πολύ τον Θεόδωρο Παντούλα για όλον αυτόν τον κόπο που έχει αναλάβει, αλλά και τον Κώστα τον Βεργή. Μαζί πορεύονται έτσι πολύ όμορφα και μας δίνουν πολλά πράγματα — κι αυτό είναι κάτι σημαντικό.

Το βιβλίο, όπως είδατε, υπάρχει. Θα μπορείτε να το δείτε μαζί και με κάποια άλλη μικρή βιβλιογραφία του Χρήστου Γιανναρά.

Ευχαριστώ πολύ που ήσασταν σήμερα εδώ. Υπάρχει και κάποιο μικρό κέρασμα τώρα, γιατί οι ημέρες το δικαιολογούν και θα μας δώσει και τη δυνατότητα για λίγο να παρατείνουμε τον χρόνο που θα είμαστε μαζί.

Να είστε καλά. Καλή συνέχεια.

ΣΧΟΛΙΟΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΠΕΡΑΣΕ ΤΑ ΣΤΕΝΑ ΜΑΣ ΣΥΝΟΡΑ, ΑΝΟΙΞΕ ΔΡΟΜΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ. ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΗΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΔΩΣΕ ΣΤΗΝ ΔΥΣΗ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΤΙΚΑ ΟΦΕΛΗ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΑΝ ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΕΘΝΟΣ ΜΑΣ ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΙ ΠΟΥ ΜΟΙΡΑΖΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΜΕ ΟΛΕΣ ΤΟΥ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΑ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΟΥ ΚΑΤΕΚΤΗΣΑΝ ΚΑΙ ΟΡΓΩΣΑΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΨΥΧΗ.  ΣΠΟΡΟ ΔΕΝ ΕΣΠΕΙΡΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΚΑΙ Σ'ΑΥΤΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΠΟΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ. ΝΑ ΔΕΧΘΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΤΟΙΜΗ ΑΓΟΝΗ ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΤΟΝ ΣΠΟΡΟ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ.