ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ Α. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Συνάξεις γιά νέους
Ἐφηβεία, γάμος, ἀγαμία
Τόμος Α΄
Πορεία πρός τήν ὡριμότητα.
Anima, animus.
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
B1
Δύο ὅροι τῆς ψυχολογίας τοῦ βάθους
Μερικά εἰσαγωγικά
Σήμερα θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ ἕνα ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον θέμα, τήν anima στούς ἄνδρες καὶ τὸν animus στις γυναῖκες.
Εἶναι ἕνα σοβαρό θέμα, καί νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχολεῖ κάθε ἄνθρωπο, καί χρειάζεται ὁ καθένας να γνωρίζει μερικά πράγματα πάνω σ' αὐτό, ἀλλά ἰδιαίτερα πρέπει νὰ ἀπασχολεῖ τοὺς ἀνθρώ-πους τῆς δικῆς σας ἡλικίας.
Καί, γιά νά μήν πελαγοδρομοῦμε, ἄν ἔχετε την καλοσύνη, νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε να διαβάσω ἀπό τό βιβλίο τοῦ Καλλιάφα «Ψυχολογία τοῦ βάθους».
Ἐκεῖνος ποὺ πρῶτος μίλησε διεξοδικά για τους ὅρους αὐτούς, γιά τήν anima καί τόν animus, ἦταν ὁ Γιούνγκ. Μετά ἀπό αὐτὸν καὶ ἄλλοι ψυχολόγοι ἐπισήμαναν τή σπουδαιότητα αὐτῆς τῆς πραγματι-κότητος καί ἀσχολήθηκαν μὲ αὐτό τό θέμα. Μερικοί μάλιστα δέν συμφώνησαν μέ τόν Γιούνγκ ἐπάνω σ' αὐτό, ἀλλά ἐν πάσῃ περιπτώσει φαίνεται πώς, ἀπό τότε που μίλησε ὁ Γιούνγκ γι' αὐτό τό θέμα, τὰ πράγματα μέχρι σήμερα παραμένουν περίπου ἔτσι.
Ὁ Καλλιάφας, γράφοντας το βιβλίο αὐτό, ἔχει ὑπ' ὄψιν του τους τρεῖς μεγάλους πατέρες τῆς ψυχολογίας: τὸν Γιούνγκ, τὸν Φρόυντ καὶ τὸν Ἄντλερ. Παρουσιάζει τις θέσεις τῶν τριῶν αὐτῶν μεγάλων ψυχολόγων, οἱ ὁποῖοι πρώτοι μίλησαν γιὰ τὴν ψυ χολογία τοῦ βάθους καὶ προσπάθησαν νὰ ἐμβαθύ νουν στο υποσυνείδητο καὶ ἀσυνείδητο τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Καλλιάφας ερμηνεύει τους ὅρους αὐτοὺς σύμφωνα μὲ ὅσα λέει ὁ Γιούνγκ. Ἐκφράζει δηλαδή τις γνώμες τοῦ Γιούνγκ.
«Ἐν τῇ ψυχολογίᾳ τοῦ βάθους -γράφει ὁ Καλ-λιάφας- καθώς ἀνεπτύχθη αὕτη ὑπό τοῦ Γιούνγκ καὶ τῶν συνεργατῶν αὐτοῦ, συχνή γίνεται χρῆσις τῶν λατινικῶν λέξεων anima, animus καί persona.
Αἱ λέξεις αὗται θὰ ἦτο δυνατόν να μεταφρασθούν εἰς τὴν ἑλληνικὴν ὡς ἀκολούθως: ψυχή γυναικός -μέσα στον ἄνδρα- ψυχή ἀνδρός -μέσα στη γυναί-και προσωπείον. Νομίζομεν ὅμως ὅτι προτιμότερον εἶναι καὶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν να γίνεται χρῆσις αὐτῶν τούτων τῶν λατινικῶν λέξεων, διότι ἡ μετάφρασις ἐκείνη δὲν ἀποδίδει πλήρως το σημαινόμενον. Το δε σημαινόμενον τοῦτο πάντως ἀναγκαῖον εἶναι νὰ δι-ευκρινισθῇ ἐπαρκῶς. Τοῦτο δὲ γίνεται ἐν τοῖς ἑξῆς:
Ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν γνώρισμα τῆς ψυ-χικῆς συστάσεως τῆς γυναικός ἐν γένει εἶναι ὅτι αὕτη δύναται νὰ πράττῃ τὸ πᾶν ἐξ ἀγάπης πρὸς τινα ἄνθρωπον (οὐχί μόνον πρὸς ἄνδρα)».
Η γυναίκα ὅ,τι κάνει, τὸ κάνει ἀπό ἀγάπη γιὰ κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, για κάποιον συγ κεκριμένο ἄνθρωπο, καὶ ὄχι για μια ἰδέα. Δηλαδή, πάντοτε ὑπάρχει ὄχι κάποιο ἀντικείμενο ἀλλὰ ἕνας συγκεκριμένος ἄνθρωπος, πρός τὸν ὁποῖο ἐκδηλώ νει τὴν ἀγάπη της.
«Αἱ δὲ γυναῖκες, αἵτινες ἐπιτελοῦν σημαντικά ἔργα ἐξ ἀγάπης πρός πρᾶγμά τι, εἶναι σπανιώταται ἐξαιρέσεις· διότι τοῦτο ἀντίκειται πρὸς τὴν φύσιν ἐν γένει τῆς γυναικός».
Θα κάνουν οἱ γυναῖκες ἔργα ἀγάπης, ποὺ ἀναφέρονται ὅμως σὲ ἀνθρώπους. Να κάνουν ἔργα ἀγάπης ποὺ ἀναφέρονται ἁπλῶς σὲ μιὰ ἰδέα, εἶναι κάτι σπάνιο.
«Ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος ἑνώνει ἐν ἑαυτῷ ἀνδρικάς καὶ γυναικείας ἰδιότητας, εἶναι δυνατόν νὰ ἐκδη-λώνῃ ἐν τῇ ζωῇ ὁ ἀνὴρ καὶ γυναικείας τινάς, ἡ δὲ γυνή καὶ ἀνδρικάς τινας ἰδιότητας. Αλλ' ὅμως αἱ μὲν γυναικεῖαι ἰδιότητες τοῦ ἀνδρὸς δὲν εἶναι ἐμφανεῖς ὡς αἱ ἀνδρικαί, αἱ δὲ ἀνδρικαί τῆς γυναικός ὡσαύ τως δὲν εἶναι τόσον ἐμφανεῖς, ὅσον αἱ γυναικεῖαι.
Οὐδείς δὲ ἀνήρ εἶναι τόσον ἐντελῶς ἀνδρικός, ὥστε νὰ μὴν ἔχῃ τι τὸ γυναικῶδες καὶ ἀντιστρόφως, οὐδεμία γυνή ὑπάρχει, ἥτις δὲν ἔχει καὶ τι τὸ ἀνδρικόν. Ἂν δὲ ἡ διάνοια εἶναι κύριον γνώρισμα τοῦ ἀνδρὸς, καὶ δι' αὐτῆς κυρίως δρᾷ συνειδητῶς οὗτος, ἡ συναισθηματικότης αὐτοῦ εἶναι λειτουργία ὑποδε-εστέρα, μειονεκτική, ἀνήκει μᾶλλον εἰς τὴν σκιάν αὐτοῦ. Καὶ ἀντιστρόφως, ἡ διανόησις εἶναι ὑποδεε-στέρα λειτουργία εἰς τὴν γυναῖκα, ἧς κυρία κατά πρώτον λόγον συνειδητή λειτουργία εἶναι τὸ συναιθάνεσθαι, τὸ ἀγαπᾶν ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν τῆς λέξεως ταύτης ἔννοιαν».
Γι' αὐτὸ ὁρισμένες ἐνέργειες τῶν ἀνδρῶν φαίνονται παράξενες στις γυναῖκες, καί ὁρισμένες ἐνέργει-ες τῶν γυναικῶν φαίνονται παράξενες στοὺς ἄνδρες.
Ὁ ἄνδρας εἶναι ἄνδρας καὶ ἔχει ὅλες τίς ἀνδρικές ἰδιότητες, πού χαρακτηρίζονται ἀπό τή λογικότητα, ἔχει ὅμως καὶ ὁρισμένες γυναικεῖες ἰδιότητες. Ἀπό τὴν ἄλλη πλευρά, ἡ γυναίκα ἔχει ὅλες τίς γυναι-κεῖες ἰδιότητες, πού χαρακτηριστικό καί συνιστα-μένη, τρόπον τινά, ὅλων αὐτῶν εἶναι ὁ συναισθη-ματισμός, ἀλλὰ ἔχει καὶ μερικές ἀνδρικές ἰδιότητες.
Γυναικεῖες ἰδιότητες στὸν ἄνδρα καὶ ἀνδρικές στη γυναίκα
«Τάς γυναικείας ἰδιότητας, αἵτινες ὑπάρχουν κυ-ρίως λανθάνουσαι παρά τῷ ἀνδρί, ὁ Γιούνγκ ὀνο μάζει διά τῆς λατινικῆς λέξεως anima, τάς δὲ ἀνδρικάς τῆς γυναικός διὰ τῆς λέξεως animus. Ὅθεν, ὁ μέν ἀνήρ ἔχει anima ἡ δὲ γυνή animus. Πᾶς ἀνήρ φέρει ἀνέκαθεν ἐν ἑαυτῷ τὴν εἰκόνα τῆς γυναικός».
Ἀπό την πρώτη στιγμή πού ὑπάρχει ἕνας ἄνθρωπος ὡς ἄνδρας, ὡς ἄρρεν, ἔχει μέσα του καί τὴν εἰκόνα τῆς γυναίκας. Ἔχει δηλαδή γυναικεῖες Ιδιότητες ἀλλά σε πολύ μικρό βαθμό ἐν σχέσει μέτίς ἀνδρικές, καί αὐτές οἱ γυναικεῖες ἰδιότητες συ-νιστοῦν τὴν εἰκόνα τῆς γυναίκας πού ἔχει μέσα του ὁ ἄνδρας.
«Ἡ εἰκών αὕτη εἶναι κατ' οὐσίαν ἀσυνείδητος καὶ ἔμφυτος, διαπλάσσεται δὲ ἐν μέρει ὑπὸ τῶν περί τῆς γυναικός ἐμπειριῶν».
Ἡ εἰκόνα αὐτή, ἡ anima δηλαδή μέσα στον ἄνδρα, εἶναι κατ' οὐσίαν ἀσυνείδητη, με την ἔννοια ὅτι ὁ ἄνδρας δὲν ἔχει συνείδηση αὐτῶν τῶν ἰδιοτήτων. Βρίσκεται δηλαδή ἡ anima στο ἀσυνεί δητο, ἀλλὰ εἶναι ἔμφυτη. Ὁ ἄνδρας ἔχει συνείδηση τῶν ἀνδρικῶν ἰδιοτήτων, που, ὅπως εἶπαμε, χαρα-κτηριστικό τους εἶναι ἡ διανόηση, ή λογικότητα. Ἐνῶ ὅμως εἶναι ἔμφυτη ἡ anima στὸν ἄνδρα, ὅπως ὁ animus στη γυναίκα, συγχρόνως διαπλάσσονται καὶ ἀπὸ τὴν ἐξωτερική ἐμπειρία ποὺ ἔχει ὁ ἄνδρας για τη γυναίκα καὶ ἡ γυναίκα γιὰ τὸν ἄνδρα.
«Ἡ εἰκών τῆς γυναικός, ὡς πᾶσα ψυχική εἰκών, εἶναι εἰκών μεικτή ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς, ἀντικειμε νικῆς πραγματικότητος καὶ ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς, ἀρχετυπικῆς».
Ἀρχετυπική εἶναι μια προσφιλής λέξη στον Γιούνγκ, που σημαίνει ὅ,τι καὶ ἡ λέξη ἔμφυτος: δη-λαδή ἀπό καταβολῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀνήκει στη δομή τῆς ὑπάρξεώς του. Οἱ γυναικεῖες ἰδιότητες ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὸν ἄνδρα ἢ οἱ ἀνδρικές ἰδιότητες ποὺ ὑπάρχουν στη γυναίκα συνιστοῦν τὴν εἰκόνα ποὺ ἔχει κανείς μέσα του. Αὐτή ἡ εἰκό-να εἶναι ἔμφυτη, εἶναι ἀρχετυπική, ἀλλά συγχρόνως διαμορφώνεται, καθώς ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται σε σχέση μὲ τὸν ἔξω κόσμο. Ἔτσι, τελικά ἡ εἰκόνα αὐτή συνίσταται καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχετυπική, θα λέγαμε, πρώτη εἰκόνα καὶ ἀπὸ τὴν ἐξωτερική εἰκόνα.
Κάτι που ἔχουμε, ἐὰν ἀνήκει στη δομή τῆς ὑπάρξεώς μας, στις καταβολές τῆς ὑπάρξεώς μας, στὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή μας, εἶναι ἔμφυτο. Αὐτό, και θώς ἔρχεται σὲ ἐπαφή με τον κόσμο πού εἶναι ἔξω ἀπὸ μᾶς, διαπλάθεται ἀνάλογα και παίρνει αὐτή ἡ ἐκείνη τὴ μορφή, ἐξογκώνεται, μεγαλώνει ἤ μικραίνει, στραβώνει κτλ.
Ἕνα ἀγόρι, το καταλαβαίνει δέν το καταλαβαίνει, τὸ θέλει δὲν τὸ θέλει, ἐπηρεάζεται, ὡς πρός τη γυναικεία εἰκόνα πού ἔχει μέσα του, ἀπό τή μητέρα του, ἀπό τίς ἀδελφές του καί γενικά ἀπὸ τὸν γυναικεῖο κόσμο μὲ τὸν ὁποῖο ἔρχεται σὲ ἐπικοινωνία. Ὅταν λέμε ἐπηρεάζεται, δὲν ἐννοοῦμε ὅτι ἐπη-ρεάζεται πρός το κακό, πρός τό πονηρό. Το παιδί, για παράδειγμα, βλέπει τη μητέρα του νὰ εἶναι συ-ναισθηματική, νὰ εἶναι πρόθυμη να δημιουργεῖ μια ἀτμόσφαιρα εὐχάριστη, ἐνῶ ὁ πατέρας του δέν τά καταφέρνει σ' αὐτά. Το παιδί ἔχει βέβαια μέσα του ἔμφυτη, ἀπό τήν καταβολή του, μέσα στη δομή του, τη συναισθηματικότητα, ἐφόσον ἔχει γυναικεῖες ἰδιότητες, ἔστω σε πολύ ὑποδεέστερο βαθμό. Αὐτή ἐπηρεάζεται ἀπό τή συναισθηματικότητα τῆς μητέρας του, ἀνάλογα καί με τη στάση που θα πά-ρει το παιδί ἀπέναντι στη μητέρα του· ὁπότε ἤ καλλιεργεῖται καί ἡ δική του ἤ ἀπωθεῖται.
Ἐάν δηλαδή ἐγκρίνει τη συναισθηματικότητα τῆς μητέρας του, ἐὰν τὴ θαυμάζει, ἐάν αἰσθάνεται ἄνετα μπροστά στίς ἐκδηλώσεις της –καί δέν ἐννοοῦμε τὰ αἰσθήματα τῆς μητέρας πρός το παιδί ἀλλά γενικά τον συναισθηματισμό που δείχνει ἡ μητέρα- ἐὰν λοιπόν το παιδί παίρνει αὐτή τή στά-ση, τότε ἀνάλογα καλλιεργεῖται καί ἡ δική του. Ἐὰν ὅμως, καθώς ὑποψιάζεται ὅτι κάτι ἀνάλογο μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μέσα του, κυριευθεῖ ἀπό φόβο μήπως τυχόν πάψει νὰ εἶναι ἄνδρας, μὲ τὸ νὰ ἀφε-θεῖ νὰ θαυμάζει τη συναισθηματικότητα τῆς μητέρας του, τότε ή συναισθηματικότητά του ἀπω-θεῖται, ὁπότε διαστρέφονται τα πράγματα, καὶ πα ραμορφώνεται αὐτή ἡ εἰκόνα.
«Πάντως ἀφετηρία αὐτῆς πρώτη εἶναι ἡ ἔμφυ τος, ἀρχετυπική. Διὰ δὲ τοῦτο, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον γυναίκες, θὰ ἦτο μ' ὅλον τοῦτο δυνατόν ἐκ τῆς ἀσυνειδήτου ταύτης ἀρχετυπικής προδιαθέσεως να κα-ταφαίνεται ἑκάστοτε ἐν εἰκόνι, ὁποία τις θά ὤφειλε νὰ εἶναι ὑπὸ ψυχικήν ἔποψιν γυνή τις. Τὸ αὐτό δὲ ἰσχύει καὶ περὶ τῆς γυναικός. Καὶ αὕτη ἔχει ἔμφυ-τον, ἀρχετυπικήν εἰκόνα τοῦ ἀνδρός».
Σύμφωνα μὲ αὐτά, κι ἂν ἀκόμη δὲν ὑπῆρχαν σ' αὐτὸν τὸν κόσμο γυναῖκες ἀλλά μόνο ἄνδρες, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπάρχει αὐτή ἡ ἔμφυτη γυναικεία εἰκόνα, αὐτά δηλαδή τα στοιχεῖα τῆς γυναίκας μέσα στὸν ἄνδρα, θὰ εἶχε αὐτός κάποια ἰδέα για τη γυναίκα ἀπό ψυχολογικῆς ἀπόψεως, καὶ ἑπομέ-νως οἱ ἄνδρες θὰ μποροῦσαν νὰ καταλαβαίνουν περίπου τί εἶναι μια γυναίκα. Ὅπως ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἂν δὲν ὑπῆρχαν ἄνδρες στον κόσμο ἀλλά μόνο γυναῖκες, μόνο μὲ αὐτὴ τὴν ἀρχετυπική εἰκόνα θὰ μποροῦσαν νὰ γνωρίζουν οἱ γυναῖκες τί περί-που εἶναι ἕνας ἄνδρας ἀπὸ ψυχολογικῆς ἀπόψεως.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου