Α) Τι είναι η Αποστολική Διαδοχή.
Ο Χριστός έκλεξε και απέστειλε τους αποστόλους. Εκείνοι αργότερα μετέδωσαν την χάρη αναφορικά με την διαχείριση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όπως για παράδειγμα την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, το βάπτισμα, το κήρυγμα και, σε άλλους πιστούς δια της επιθέσεως των χειρών τους. Αυτά φαίνονται καθαρά στις ποιμαντικές επιστολές του απ Παύλου (Α, Β Τιμοθέου, και προς Τίτον).
Ενδεικτικά χωρία:
«Μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου...» (Α' Τιμοθέου, δ 14). «δι΄ ην αιτίαν αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα του θεού ο εστιν εν σοι διά της επιθέσεως των χειρών μου» (Β Τιμοθέου, α 6). «τούτου χάριν κατέλιπόν σε εν Κρήτη ίνα τα λείποντα επιδιορθώση και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους ως εγώ σοι διεταξάμην» (Τίτος, α 5). «χειροτονήσαντες αυτοίς πρεσβυτέρους κατ' εκκλησίαν και προσευξάμενοι μετά νηστειών παρέθεντο αυτούς τω Κυρίω, εις όν πεπιστεύκασι» (Πράξεις, ιδ 23).
Οι πρεσβύτεροι τίθενται διαχειριστές των πραγμάτων της Εκκλησίας με χειροτονία που είναι επίθεση χειρών (πράξη τελετουργική) και συνοδεύεται με νηστεία και προσευχή για αφιέρωση!
Εκείνοι μετέδωσαν την ίδια ευλογία σε άλλους και εκείνοι σε άλλους, δημιουργώντας μια αδιάσπαστη αλυσίδα και σειρά αλληλοδιαδόχων. Η Αποστολική Διαδοχή βρίσκεται και τους τρεις βαθμούς της ειδικής ιεροσύνης. Η διαδοχή φανερώνει την ιστορική συνέχεια της εκκλησίας από τους αποστόλους, και αποδεικνύεται με τους σωζόμενους επισκοπικούς καταλόγους.
Δεν είναι διαδοχή του Ααρών στην ειδική ιεροσύνη της Παλαιάς Διαθήκης, διότι εκείνη η ιεροσύνη καταργήθηκε. Δεν είναι ούτε διαδοχή του Χριστού,
διότι ο Χριστός έχει αμετάθετη την ιεροσύνη η οποία προτυπώνεται από την ιεροσύνη του Μελχισεδέκ (ψαλμός ρι 4). «ὤμοσεν κύριος καὶ οὐ μεταμεληθήσεται Σὺ εἶ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδεκ». Είναι αντιπροσώπευση. Όπως ένας βασιλιάς έχει πρεσβευτές του και αντιπροσώπους του σε διάφορα μέρη. Το ίδιο συμβαίνει και με το «Διδάσκαλος». Ενώ διδάσκαλος είναι μόνο ο Χριστός, («εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός·» Ματθαίος κγ, ο ίδιος έδωσε αντιπροσώπους διδασκάλους («καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους» Εφεσίους δ 11).
Ο πρώτος που μίλησε για Αποστολική Διαδοχή, είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Εκείνος, σύστησε την Εκκλησία Του, της έδωσε επαγγελίες ότι οι Πύλες του Άδη ποτέ δεν θα την νικούσαν (Ματθαίος, ιστ' 18) και της υποσχέθηκε ότι θα είναι μαζί της δια του Αγίου Πνεύματος όλες τις ημέρες από το 33 μ.Χ μέχρι την συντέλεια (Ματθαίος κη 20), οδηγώντας την ‘’εις πάσαν την αλήθεια» (Ιωάννης ιστ 13), χωρίς αυτή να διασπαστεί ή να αποστατήσει.
Β) Ανάξιοι λειτουργοί στην Αποστολική Διαδοχή.
Ο Επίσκοπος πρέπει να έχει ορθή πίστη, καθώς γράφει ο απ. Παύλος στον Τιμόθεο•
«Ω Τιμόθεε την παρακαταθήκην φύλαξον, εκτρεπόμενος τας βεβήλους κενοφωνίας και αντιθέσεις της ψευδωνύμου γνώσεως, ήν τινες επαγγελλόμενοι περί την πίστιν ηστόχησαν» (Α Τιμοθέου, στ 20-21). Η αποστολική διαδοχή και η ορθή πίστη αλληλοστηρίζονται και αλληλοπροϋποθέτονται. Οι χειροτονίες των αναξίων λειτουργών, σε περίπτωση που δεν έχουν καθαιρεθεί, ισχύουν όπως και τα μυστήρια που τελούν. Απόδειξη, ο αρχιερέας Καιάφας ο οποίος είχε διαδοχή στην Ααρωνική ιεροσύνη και που πρωτοστάτησε στην δίκη κατά του Χριστού. Η Γραφή λέει ότι προφήτευσε μόνο και μόνο επειδή ήταν αρχιερέας, αν και ήταν αντίχριστος.
«τοῦτο δὲ ἀφ' ἑαυτοῦ οὐκ εἶπεν, ἀλλὰ ἀρχιερεὺς ὢν τοῦἐνιαυτοῦ ἐκείνου προεφήτευσεν» (Ιωάννης, ια 51).
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, αναφέρει στο Πηδάλιο, «πάντες οι παρά Κανόνας και αναξίως χειροτονηθέντες, προ του να καθαιρεθούν υπό Συνόδου, αληθώς ιερείς εισίν. Επειδή καθώς λέγει ο θείος Χρυσόστομος,«Πάντας μεν ο Θεός ου χειροτονεί, δια πάντων δε αυτός ενεργεί, ει και αυτοί είεν ανάξιοι, δια το σωθήναι τον λαόν […] Επειδή και δι’ αναξίων η χάρις ενεργεί ου δι’ αυτούς, αλλά δια τους μέλλοντας ωφελήσθαι» […] Ο δε Συμεών ο Θεσσαλονίκης λέγει, «δια την χειροτονίαν ενεργεί η χάρις εις αυτούς, είτε αρχιερείς είναι, είτε ιερείς, δια την σωτηρίαν των προσερχομένων, και όσα μυστήρια εκτελέσουν, είναι τη αληθεία μυστήρια» (σελ. 135, υποσημ. 3).
Το μυστήριο δεν εξαρτάται από τον βίο του λειτουργού. Μόνο σε περίπτωση συνοδικής καθαίρεσης, τότε δεν ισχύει τίποτα. Και τούτο, διότι ο ίδιος ο Χριστός έδωσε την εξουσία του «δεσμείν και λύειν» στους αποστόλους και στους επισκόπους που τους διαδέχτηκαν δια της χειροτονίας. Η Γραφή αναφέρει: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ» (Ματθαίος, ιη 18).
Ο έγκυρος θεολόγος Π. Τρεμπέλας, αναφέρει στο υπόμνημά του το εξής σχόλιο για το χωρίο: «Η εκκλησία έχει την εξουσία του αφορισμού ή του αναθέματος, ο εστί χωρισμός από της κοινωνίας των Μυστηρίων και των πιστών, ένεκα βαρέων αμαρτημάτων ή αιρέσεως» (Υπόμνημα Εις το Κατά Ματθαίον, σελ. 336).
Όπως αναφέρει ο καθηγητής Ανδρούτσος στην Δογματική του, «[…] ο απεργαζόμενος τα μυστήρια δεν είναι ο ιερεύς αλλά ο ιδρυτής αυτών Ιησούς Χριστός, όστις παραμένει εν τω μυστικώ Αυτού σώματι, τη Εκκλησία, ακριβώς καθόσον ενεργεί την απολυτρωτικήν αυτού δύναμιν […]», και συνεχίζει, «[…] εν τη πράξει της Εκκλησίας απεδοκιμάσθη πάντοτε η εξάρτησις της μυστηριακής πράξεως εκ της προσωπικής πίστεως και εκ της αγιότητος του τελούντος ιερέως […]» (σελ. 301).
Η αποστολική διαδοχή έχει, βέβαια, πάντα νόημα εντός της Εκκλησίας, και όχι η προσωπική εγγύηση του επισκόπου ή του πρεσβυτέρου όταν εκείνος δεν συμβαδίζει με το υπόλοιπο σώμα της Εκκλησίας. Για παράδειγμα, εάν κάποιος Επίσκοπος έπεφτε σε κακοδοξίες, το θέμα του θα το εξέταζε η Ιερά Σύνοδος, και αν έκρινε ότι όντως έπεσε από το αξίωμά του, θα θέτονταν εκτός Σώματος και δεν θα είχε ισχύ η διαδοχή του.
«Η αδιάκοπη αποστολική διαδοχή των επισκόπων δήλωνε βεβαίως όχι την προσωπική κατά κάποιο τρόπο εγγύηση για την μεταβίβαση ανόθευτης της αποστολικής παραδόσεως, αφού στην περίπτωση αυτή η αποστολική διαδοχή θα εννοείτο ως μια αδιάκοπη διαδοχή χειροτονούντων επισκόπων. Αντιθέτως κατενοείτο ως διασφάλιση από τους επισκόπους της αυθεντικής αποστολικής παραδόσεως στην συνέχεια της λειτουργίας του όλου σώματος της τοπικής Εκκλησίας όχι όμως και χωρίς αυτό. Φορέας της αποστολικής διαδοχής είναι το όλο σώμα της τοπικής Εκκλησίας σε ενότητα με τον Επίσκοπο, όπως και ο Επίσκοπος είναι φορέας της αποστολικής διαδοχής σε άρρηκτη ενότητα με την τοπική του Εκκλησία, για αυτό και έχουμε αδιάκοπη αποστολική διαδοχή επισκόπων στην ίδια Εκκλησία, η οποία βιώνει ως σώμα την αποστολική παράδοση και την διαφυλάσσει σε άρρηκτη πάντοτε ενότητα με την ορατή της κεφαλή, τον Επίσκοπο». (Εκκλ. Ιστορία Βλ. Φειδά, Α τόμος, σελ. 183-184).


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου