Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2016

Ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου Παϊσίου Γέροντας Ἰσαὰκ Σταυρονικητιανὸς ὁ Λιβανέζος (1937- 3/7/1998)


Ὁ κατὰ κόσμον Φάρες Ἀττάλα γεννήθηκε στὸ Ναμπάυ τοῦ πολύπαθου Λιβάνου τὸ 1937. Νέος μόνασε στὴν πατρίδα του. Στὴ συνέχεια ἦλθε γιὰ σπουδὲς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τὴν περίοδο αὐτὴ γνωρίσθηκε καὶ συνδέθηκε πνευματικὰ μὲ πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ κυρίως μὲ τὸν μακαριστὸ Γέροντα Παΐσιο (f 1994), τοῦ ὁποίου στάθηκε καλὸς βιογράφος.
Τὸ 1979 ἔλαβε τὸ μέγα καὶ ἀγγελικὸ σχῆμα καὶ ἀπὸ Φίλιππος ὀνομάσθηκε Ἰσαάκ. Τὸ μοναχικὸ σχῆμα τοῦ τὸ ἔδωσε ὁ Γέροντας Παΐσιος. Διετέλεσε Πνευματικὸς τῶν μαθητῶν τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς καὶ πολλῶν ἀνθρώπων. Ἄφησε ἀγαθὸ παράδειγμα ἀγωνιστοῦ στὴν εὐλογημένη συνοδεία τοῦ Σταυρονικητιανοῦ Κελλιοῦ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου στὴν Κάτω Καψάλα.
Ἄνθρωπος εὐφυής, γλυκομίλητος, φιλόπονος, φιλότιμος, ψάλλοντας θαυμάσια μὲ τὴν ὡραία φωνή του. Ὑπῆρξε ἀγαθὸς παρηγορητὴς Ἑλλήνων καὶ Ἀράβων. Γιὰ τοὺς δεύτερους εἶχε ἀρχίσει μεταφράσεις πατερικῶν βιβλίων πρὸς πνευματικὴ τροφοδοσία τους. Εὐλαβής, σεμνὸς καὶ μὲ φόβο Θεοῦ. Ἀγάπησε τὴν προσευχή, τὴν ἄσκηση, τὴν ἱεροσύνη, τὸν μοναχισμό, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἐλεημοσύνη.
Ἔγραφε ὁ παπα-Ἰσαὰκ γιὰ τὸν Γέροντα Παΐσιο στὸ ὡραῖο βιβλίο του. Βίος Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου: «Τοὺς Ἀσκητικοὺς Λόγους τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοὺς εἶχε στὸ προσκέφαλό του καὶ τοὺς μελετοῦσε πάντοτε. Γιὰ μία περίοδο ἔξι ἐτῶν ἦταν ἡ μοναδική του πνευματικὴ...

ἀνάγνωση. Ἔπαιρνε ἕνα στίχο καὶ ὅλη τὴν ἡμέρα τὸν ἐπανέφερε συχνὰ στὸν νοῦ του. τὸν μελετοῦσε βαθειὰ καὶ πρακτικά, “ὅπως τὰ ζῶα ἀναμηρυκάζουν τὴν τροφὴ τους”, κατὰ τὴν ἔκφρασή του. Μοίραζε εὐλογία ἕνα ἀπάνθισμα ἀπὸ τοὺς λόγους του, γιὰ νὰ παρακινήσει στὴ μελέτη τους. Πίστευε ὅτι “πολὺ βοηθᾶ ἡ μελέτη στὰ Ἀσκητικά τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ, διότι καὶ τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς δίνει νὰ καταλάβει κανεὶς καὶ κάθε εἴδους μικρὸ ἢ μεγάλο κόμπλεξ καὶ ἐὰν ἔχει ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει στὸν θεό, τὸν βοηθάει γιὰ νὰ τὸ διώξει. Ἡ ὀλίγη μελέτη στὸν ἀββᾶ Ἰσαὰκ ἀλλοιώνει τὴν ψυχὴ μὲ τὶς πολλές της βιταμίνες”. 

Συνιστοῦσε καὶ στοὺς λαϊκοὺς νὰ τὸν διαβάζουν, ἀλλὰ λίγο-λίγο, γιὰ νὰ τὸν ἀφομοιώνουν. Ἔλεγε ὅτι τὸ βιβλίο τοῦ ἀββᾶ Ἰσαὰκ ἀξίζει ὁλόκληρη πατερικὴ βιβλιοθήκη. Ὄχι μόνο τὸν μελετοῦσε ὁ Γέροντας, ἀλλὰ καὶ πολὺ τὸν εὐλαβεῖτο καὶ ἰδιαιτέρως τὸν τιμοῦσε ὡς ἅγιο. Πάνω στὴ μικρὴ Ἁγία Τράπεζα τῆς “Παναγούδας” ἡ μία ἀπὸ τὶς πέντε-ἔξι εἰκόνες ποὺ εἶχε ἦταν τοῦ ὁσίου Ἰσαάκ. Ἀπὸ ἀγάπη καὶ εὐλάβεια πρὸς αὐτὸν ἔδωσε τὸ ὄνομά του σὲ κάποιον, ὅταν τὸν ἔκανε μεγαλόσχημο…». 

Σ’ ἕναν ἐπισκέπτη τοῦ Κελλιοῦ του, μὲ πολλὲς ἐρωτήσεις, ἀπάντησε σχετικά: «Τὸ μόνο ποὺ ἔχει νὰ ἐπιδείξει ἡ Ἑλλάδα στὴν Εὐρώπη εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Φοβᾶμαι ὅμως, καὶ αὐτὸ τὸ λέω μὲ πόνο καὶ θλίψη, ὅτι οἱ Ἕλληνες σήμερα δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀναλάβουν μία τέτοια ἀποστολή. Τὸ ὀρθόδοξο κύτταρο μέσα τους ὑπολειτουργεῖ. Σκέφτομαι πόσο σὲ παλιὲς ἐποχὲς ἡ θεολογία ἀποτελοῦσε ἀνάγκη βιοτική τοῦ λαοῦ καὶ πόσο σήμερα ἔχει ἀποξενωθεῖ ἀπὸ τὰ ἐνδιαφέροντά του». 

Ἀναχώρησε γιὰ τὴν οὐράνια πατρίδα ὅλων μας στὶς 3.7.1998, μετὰ ἀπὸ μακρὰ καὶ πολυώδυνη ἀσθένεια, ἡ ὁποία τὸν καταταλαιπώρησε καὶ τὴν ὁποία ὑπέμεινε γενναία. Στὸ νοσοκομεῖο ποὺ τὸν ἐπισκεφθήκαμε μᾶς ὑποδέχθηκε καὶ ἀποχαιρέτησε μ’ ἕνα ὡραῖο χαμόγελο, «τελειωθεῖς ἐν ὀλίγω ἐπλήρωσε χρόνους μάκρους», κατὰ τὸ γραφικὸ λόγιο. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του ἔγινε στὸ Κελλὶ τῆς Ἀναστάσεως. Χοροστατοῦντος τοῦ φίλου του μητροπολίτου Ξάνθης Παντελεήμονος καὶ πλήθους ἱερομονάχων καὶ μοναχῶν, τὴν ἑπομένη ἡμέρα. Ἀναπαύεται τώρα ἀπολαμβάνοντας τοὺς μισθοὺς τῶν καμάτων του, μέσα στὸ φῶς καὶ τὴ χάρη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο ἀπὸ μικρὸς ἀγάπησε καὶ ἀκολούθησε μὲ ὅλη τὴ θέρμη τῆς καρδιᾶς του. 

Μετὰ τὴν κοίμησή του ἕνας Πνευματικὸς τὸν εἶδε καὶ τὸν ρώτησε: «Πῶς εἶσαι»; Τοῦ ἀπάντησε: «Καλὰ εἶμαι». Τὸν ρώτησε ξανά: «Ὁ Γέροντας Φανούριος πῶς εἶναι»; «Καλά», τοῦ ἀπάντησε. Ὁ Γέροντας Ἠρωδίων, «Καλά». Τὸν ρώτησε καὶ γιὰ κάποιον ἄλλο καὶ τοῦ εἶπε πὼς δὲν εἶναι καλά. Δὲν τοῦ εἶπε τ ὄνομά του. Σὲ ἕναν ἐπισκέπτη του ἔλεγε: «Παλιὰ μιλοῦσαν μέσα στὰ μπακάλικα καὶ τὰ καφενεῖα γιὰ ἀλήθειες δογματικές. Ἡ θεολογία ἔγινε ὑπόθεση πανεπιστημιακὴ κι ὄχι κατάσταση βιωματική. Τρέφεται ἀπὸ τὴ λογοκρατία, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ ζοῦσε ἀπὸ τὸν Λόγο. Τὸ μεγαλύτερο κακὸ γιὰ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο εἶναι τ’ ὅτι μέσα στὴν κοινωνία δέχεται τόσα πολλὰ ἐρεθίσματα. ὥστε τοῦ μένει ἐλάχιστος χρόνος γιὰ νὰ σκεφθεῖ τὸν Θεό. Αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἐπιδοθεῖ στὴν προσπάθεια γιὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν δὲν ἔχουν οἱ ἴδιοι ἑνωθεῖ μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἢ δὲν ἔνιωσαν τὴν ἀνάγκη νὰ ἑνωθοῦν μὲ Αὐτό». 

Πηγὲς-Βιβλιογραφία: 
Μωυσέως Ἁγιορείτου μοναχοῦ, Ἱερομόναχος Ἰσαὰκ (1937-1998). Πρωτάτον 71/1998, σ. 79. Ἰσαὰκ ἱερομ., Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἅγιον Ὅρος 2004. Γέρων Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης (1924-1994). Ὁ ἀσυρματιστὴς τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ. Ἅγιον Ὅρος 2005. 

Πηγή: Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου, Μέγα Γεροντικὸ ἐναρέτων ἁγιορειτῶν τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος Τόμος Γ’ – 1956-1983, σελ. 1457-1460, Ἐκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Ἔκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Επιτρέψτε μου μια μαρτυρία, που έρχεται από 'παλιούς καιρούς', πολύτιμους πάντοτε: Γνωστή μας από χωριό της Αιτωλοακαρνανίας μας περιέγραψε τη μέρα που 'έφυγε' η μητέρα της: "Την πηγαίναμε με το νοσοκομειακό στο νοσοκομείο, ήταν ξαπλωμένη και με κοιτούσε και μου έλεγε: Μη στενοχωριέσαι, κανέναν δεν αφήνει ο Θεός... Και ήταν τόσο εντυπωσιακά όμορφη εκείνην την τελευταία ημέρα"...