Σάββατο 13 Απριλίου 2024

Jean-François Mattéi - Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ (2)

  Συνέχεια από: Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ
Jean-François Mattéi

Το αποφασιστικότερο κείμενο απ' αυτήν την άποψη, αν βάλουμε χώρια τον Νίτσε, που η καθημερινή του πάλη ενάντια στον Σωκράτη δεν ήταν και τόσο μονοσήμαντη, είναι το άρθρο-προκληση του Ζιλ Ντελέζ στα 1967, «Να ανατρέψουμε τον πλατωνισμό». Ο συγγραφέας της Logique du sens [Λογική του νοήματος] ορίζει στο κείμενο αυτό ως σημερινό και μελλοντικό έργο της φιλοσοφίας την κατάλυση της ανθεκτικής αυτής μεταφυσικής δυαδικότητας «του κόσμου των ουσιών και του κόσμου των φαινομένων», χωρίς όμως να δίνει και τους λόγους αυτής της κατάλυσης, λες και η νέα αυτή κατηγορική προσταγή βρίσκει στον ίδιο της τον εαυτό τη δικαιολόγησή της. Μπορούμε πράγματι να ονομάσουμε «πλατωνισμό» τον μεταφυσικό αναδιπλασιασμό του πραγματικού κόσμου σ' έναν ιδεατό κόσμο, που τον εννοούμε ως «αληθινό», ενώ ο πρώτος δεν είναι πια παρά αυταπάτη. Ο αναδιπλασιασμός αυτός συνοδεύεται από την πρόσδοση αξίας στον άνω κόσμο -στο «νόημα του ουρανού» σύμφωνα με παραστατικούς όρους που είναι κοινοί στον Νίτσε και στον Πλάτωνα- σε βάρος του κάτω κόσμου -του «νοήματος της γης»-, που ο προηγούμενος είχε αποκρύψει.[ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΛΑΤΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΕΤΡΕΨΕ ΗΔΗ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΔΕΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ]

Η «ανατροπή του πλατωνισμού» επομένως σημαίνει δύο πράγματα: 1) την απόρριψη της οντολογικής ιεραρχίας, της ανωτερότητας του ουρανού ως προς τη γη, της Ιδέας ως προς την πραγματικότητα, του Όντος ως προς τα φαινόμενα· 2) τη σε δεύτερη φάση κατάργηση αυτής της δυαδικότητας ή διπροσωπίας των δύο κόσμων, προς όφελος του πεδίου της ύπαρξης και μόνο. Η ανατροπή του πλατωνισμού, και στο εξής θα εννοούμε μ' αυτήν το τέλος της μεταφυσικής, θα επέφερε την εξαφάνιση της πρωταρχικής εκείνης τριάδας, παρούσας ακόμα στον Καντ με τις τρεις Ιδέες του Λόγου, την οποία ο Χάιντεγκερ θα ονομάσει «οντο-θεο-λογία». Ο θάνατος του Θεού, που αναγγέλλεται από τον άφρονα της “Χαρούμενης Γνώσης” (§ 125), θα αποκάλυπτε δύο πράγματα μαζί: τον θάνατο του όντος, που αποδίδεται πλήρως μέσα από την έννοια του κόσμου, και τον θάνατο του νοήματος (λόγου), που προσανατολίζει τη σκέψη του ανθρώπου προς μιαν ανώτερη αρχή. Με αυτόν τον τρόπο, η τριπλή εξαφάνιση του Είναι, του Θεού και του Νοήματος θα έκανε έκδηλη, εκτός από τον θάνατο του ανθρώπου, που απορρέει φυσιολογικά απ' αυτήν και που σημαίνει τον θάνατο του παραδοσιακού ανθρωπισμού, και την εξαφάνιση της ιδέας του «θεμελίου», ή, καλύτερα, της Ιδέας ως θεμελίου, είτε αυτό λέγεται λόγος, είτε ratio, Grund ή raison. Ας ακούσουμε πώς λαλεί ο άφρονας του Νίτσε:

«Πώς το κάναμε αυτό; Πώς μπορέσαμε ν' αδειάσουμε τη θάλασσα; Ποιος μας έδωσε το σφουγγάρι για να σβήσουμε ολάκερο τον ορίζοντα; Τι κάναμε για να ξαλυσοδέσουμε τη γη από τον ήλιο της; Προς τα πού κυλάει τώρα; Προς τι μας οδηγεί η κίνησή της; Μακριά απ' όλους τους ήλιους; Δεν γκρεμιζόμαστε σε μια συνεχή πτώση; Και μάλιστα προς τα πίσω, στα πλάγια, προς τα μπρος, προς όλες τις μεριές; Υπάρχει ακόμη πάνω και κάτω;»

Θα παρατηρήσατε το παιχνίδι με τις κοσμικές εικόνες: Γη και Ουρανός δεν είναι πια ζευγάρι, ο κόσμος έχει γίνει κομμάτια και κυλάει άσκοπα μακριά απ' όλους τους ήλιους», ενώ η νεωτερικότητα διατεινόταν πως εγκαινίαζε τον αιώνα των «φώτων», και μια συνεχής πτώση παρασέρνει τα πάντα σ' «ένα απέραντο μηδέν»δεν υπάρχει πια κανένας δυνατός προσανατολισμός, είτε στον χώρο είτε στη σκέψη. Δεν υπάρχει καν πια η πρωταρχική εκείνη διαφορά του Πάνω και του Κάτω, στην οποία ο Αριστοτέλης αναγνώριζε την πηγή όλων των λογικών αντιθέτων.

Αυτή η ανατροπή, που ελευθερώνει επιτέλους το παλιό πλατωνικό άπειρον από το μέτρο (πέρας), του Φιλήβου, δεν είναι απαλλαγμένη από αμφιλεγόμενα στοιχεία. Το να αρνιέσαι τον κόσμο των ουσιών προς όφελος του κόσμου των φαινομένων, ή ακόμα και τη δυαδικότητα των δύο κόσμων, ισούται με το να ορίζεις «κατ΄ αντίδραση», σύμφωνα με την έκφραση του Νίτσε, τη νεωτερικότητα ως άρνηση του Ετέρου της, της Αρχαιότητας, η οποία θα συνέχιζε, έτσι, να την κατατρώει από μέσα. Επιπλέον, αυτή η απόρριψη της μεταφυσικής ολότητας, που είναι και η ίδια ολική, παραμένει εγκλωβισμένη μέσα στην ελληνική ιδέα της ενότητας και της ολότητας, την οποία εκφράζουν, η καθεμιά στον τομέα της, οι έννοιες του κόσμου και του λόγου. Άρα, για να ελευθερωθείς από την πλατωνική επιρροή, δεν αρκεί να στρατοπεδεύσεις στο έδαφος της λογικής ή της κοσμολογικής άρνησης. Όπως το έδειξε σωστά ο Χάιντεγκερ στην Επιστολή για τον ανθρωπισμό, με αφορμή τη σαρτρική ανατροπή της ύπαρξης και της ουσίας, «η ανατροπή μιας μεταφυσικής πρότασης παραμένει μια μεταφυσική πρόταση», δηλαδή μια πρόταση που παραμένει στο πεδίο μιας ολότητας, την οποία ακριβώς η μεταφυσική προσπαθεί να ερμηνεύσει έλλογα.

Γι' αυτόν τον λόγο η νεωτερικότητα θα διαλέξει λεπτότερες στρατηγικές. Ενώ ο Ντελέζ σκέφτεται το ομοίωμα ως αυτό που αρνείται «και το πρωτότυπο και το αντίγραφο, και το πρότυπο και την αναπαραγωγή του», για να απορρίψει την πλατωνική ιεραρχία του Σοφιστή μεταξύ Ιδέας-προτύπου, αντιγράφου-εικόνας και αντιγράφου-ειδώλου, ο Ντεριντά δοκιμάζει να εξουδετερώσει τις μεταφυσικές αντιθέσεις και άρα τις δυαδικές ιεραρχίες της παράδοσης (αληθές/ψευδές, πνεύμα/ύλη, ψυχή σώμα, καλό/κακό κλπ.), με τη βοήθεια αυτών που αποκαλεί «ψευδείς ενότητες ομοιωμάτων», οι οποίες δηλώνονται, ως γνωστόν, από τους όρους: διαφωρά, φάρμακον, συμπλήρωμα, έντμημα, γράμμα, ίχνος… Πρόκειται για τους ακόλουθους γαλλικούς και ελληνικούς όρους (και νεολογισμούς του ίδιου του Ντεριντά): différance, pharmakon, supplement, entame, gramme, Irace. (σ.τ.μ.)

Για να συντελεστεί η «αποδόμηση της μεταφυσικής, θα μπει στη θέση τής, κάθετης κατά κάποιο τρόπο, δυαδικότητας των πλατωνικών κόσμων, η διπροσωπία της γλώσσας, στο ορίζοντιο επίπεδο και μόνο, εξ ου και η μόνιμη προσφυγή του Ντεριντά στη «διπλή συνεδρία», τη «διπλή ανάγνωση», τη «διπλή γραφή», το «διπλό σημάδι» και άλλες δίπλες του κειμένουοι οποίες απαλείφουν τη «λογοκεντρική» ενότητα της φιλοσοφίας ή, πιο απλά, την παρουσία του όντος, νοούμενη ως νόημα, αρχή, πρώτο ή έσχατο επίπεδο αναφοράς, που δεν είναι παρά τα πολλά πρόσωπα του πλατωνικού «υπερβατολογικού σημαινόμενου». Δεν θα απορριφθεί πια η μεταφυσική, πράγμα που θα παρέπεμπε και πάλι στη λογική πράξη της άρνησης, μια πράξη που, ακριβώς, θεμελιώνει τη μεταφυσική· θα εξουδετερωθεί αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στην ανατρεπτική «γραφή» της νεωτερικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στη “Διασπορά”, ο Ντεριντά αναγνωρίζει πως, «από πολλές απόψεις, βρισκόμαστε σήμερα στις παραμονές του πλατωνισμού», δηλαδή, αφού ο συγγραφέας ανιχνεύει εδώ «τους τόπους σύγκρουσης μεταξύ σοφιστικής και φιλοσοφίας», σε μια νέα σοφιστική· και οι δισταγμοί του Ντεριντά ως προς τη δυνατότητα ή μη μιας τέτοιας «επιστροφής στους σοφιστές» δεν αλλάζουν σε τίποτα στο ζήτημα. Μια γενικευμένη θεωρία του ομοιώματος, νοούμενη ως «διακειμενικότητα» της γραφής και ως «ατέρμονη παραπομπή ιχνών σε ίχνη» -ήδη όμως ο Μονταίνιος παρατηρούσε πως το μόνο που κάνουμε είναι να «υπομνηματίζουμε ο ένας τον άλλον» θα αδειάσει τον πλατωνισμό, αυτήν την κυρίαρχη δομή της ιστορίας της μεταφυσικής». Η κουβέντα ξεστομίστηκε: ο αντίπαλος της νεωτερικότητας είναι η κυριαρχία του πλατωνικού λόγου, εκείνη που έρχεται από πάνω και γεννά μια γενεαλογία. Στο θεμελιώδες ερώτημα του Σωκράτη: «Τι είναι...;», ο Ντεριντά δηλώνει, αποφασιστικά: «Το "Τι είναι;” είναι πάντοτε: "Τι είναι ο πατέρας;"».[Ο ΝΟΥΣ; ] Οπότε, για να τελειώνουμε μαζί του, δεν πρέπει να προσβλέπουμε πια στη σπορά του όντος, στην οποία έγκειται όλος ο πλατωνισμός –αρκεί να σκεφτούμε τον Τίμαιο–, αλλά στη «διασπορά», η οποία διασκορπίζει μέσα στη γραφή όλες τις εκδηλώσεις της «ουσίας». Αγαθό, Ήλιος, Πατέρας, Κεφάλαιο, Νόημα, ή τις συμβολικές γραπτές αναπαραστάσεις τους: τον τίτλο ενός βιβλίου, τον πρόλογο, στο κατακόρυφο της επικεφαλίδας» [l’ aplomb de l’ en-tête], προσθέτει ο Ντεριντά, δηλαδή όλες τις περιττόλογες μορφές του ύψους [hauteur], και κατά κύριο λόγο, φυσικά, εκείνην του συγγραφέα [auteur], ο οποίος παραμένει, χάρη σε μιαν απατηλή χειρονομία, κατακόρυφα σε σχέση με το φύλλο του.

Την επιθυμία αυτή της διασποράς την ενσαρκώνει μια συμβολική εικόνα, την οποία δανείζεται ο Ντεριντά τόσο από τον Πλάτωνα της Πολιτείας (μύθος του Ηρός, βιβλίο 1), όσο κι από τον Νίτσε του Ζαρατούστρα, η εικόνα του κίονα. Του κίονα, που τον αναγνωρίζουμε, με τη μορφή βάθρου ή στυλοβάτη, στην αφίσα του Φόρουμ μας για την Αρχαιότητα και τη Νεωτερικότητα, και που, με μια τυπικά πλατωνική αφέλεια, ανυψώνει ακόμα τον άνθρωπο, αυτό το κατ' αναλογίαν τού δέντρου κάθετο ον, τον «ζωντανό στύλο», προς άγνωστο ποιον ουρανό των ουσιών. Όλη η δυτική μεταφυσική, σημειώνει ο Ντεριντά, «στράφηκε γύρω από τον κίονα» και τις φαντασιώσεις του ελέγχου και της ανύψωσης. Έτσι λοιπόν, θα διασπείρουμε το συμβολικό της ίχνος -«ο κίονας δεν είναι, δεν είναι άλλο από το πέρασμα της διασποράς»[ΟΠΩΣ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΔΙΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ή Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ]- ώσπου το αποτέλεσμα αυτής της δράσης να μας κάνει να καταλάβουμε την αντιμεταφυσική ριζοσπαστικότητά της: «να χάσουμε τα μυαλά μας, να μην ξέρουμε πια πού να γυρίσουμε το κεφάλι μας», να καταργήσουμε το ύψος, τη σοφία, τη θέληση της αλήθειας και, σε λίγο, κάθε μορφή απάντησης στο κάλεσμα αυτού που είναι.
Συνεχίζεται

ΤΗΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΛΙΜΟΥΖΙΝΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΕΧΕΙ ΑΝΑΛΑΒΕΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. ΤΗΝ ΤΕΤΡΑΚΙΝΗΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΣΚΑΛΩΝΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ ΚΟΡΥΦΕΣ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ, ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ.

ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ, ΑΦΟΥ ΛΕΗΛΑΤΗΣΑΝ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ, (ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΘΕ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΙΔΟΦΙΛΙΑ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ), ΔΙΕΠΙΣΤΩΣΑΝ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ ΟΤΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΙΖΑ ΠΑΡΕΜΕΝΕ ΖΩΝΤΑΝΗ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΕΠ-ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ, ΚΑΙ ΒΑΛΘΗΚΑΝ ΜΕ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΝΑ ΞΕΡΙΖΩΣΟΥΝ ΚΑΘΕ ΕΛΠΙΔΑ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ,  ΣΥΝΕΠΙΚΟΥΡΟΥΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΟΡΦΩΜΕΝΟΥΣ ΣΤΙΣ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΤΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΥΣ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΥΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: