Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΌ ΤΟ «ΠΕΡΙ ΤΡΙΑΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ (6)

Συνέχεια από Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: XII,16, 1.
ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ

Υπήρξε πάντοτε ο Θεός Κύριος;
1. Σε ό,τι αφορά εμένα, όπως δεν τολμώ να δηλώσω πως υπήρξε ένας χρόνος κατά τον οποίο ο Θεός δεν υπήρξε Κύριος, έτσι δεν πρέπει να αμφιβάλω και για το ότι ο άνθρωπος δεν υπήρξε ποτέ πριν και πως ο πρώτος άνθρωπος δημιουργήθηκε σ’ έναν συγκεκριμένο χρόνο.
Όταν όμως σκέπτομαι σε ποιες πραγματικότητες άραγε ο Θεός υπήρξε από πάντοτε Κύριος, εφόσον τα κτίσματα δεν υπήρχαν πάντοτε, δεν τολμώ πάλι να κάνω τέτοιες δηλώσεις, καθότι υπολογίζω τον εαυτό μου και θυμάμαι αυτό που γράφτηκε: «ποιός εγνώρισε νούν Κυρίου; ἢ τίς σύμβουλος αυτού εγένετο; ἢ τίς προέδωκεν αυτῴ [όπως ισχυρίζεται η στρατευμένη Εκκλησία, παιδί της οποίας είναι ο Οικουμενισμός] και ανταποδοθήσεται αυτῴ;» (Ρωμ. 11, 34) ! «Ού γαρ ὃ θέλω τούτο πράσσω, αλλ’ ὃ μισώ τούτο ποιώ… ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος· τίς με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου; Ευχαριστώ τῴ Θεῴ δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών. Άρα οὖν αυτός εγώ το μεν νοΐ δουλεύω νόμῳ θεού, τή δε σαρκί νόμω αμαρτίας» (Ρωμ.7, 15, 24). Ποιος άνθρωπος, αλήθεια, μπορεί να γνωρίσει τη σκέψη του Θεού; ή ποιος μπορεί να καταλάβει το θέλημα του Κυρίου; Οι σκέψεις των ανθρώπων είναι αδύνατες και οι συλλογισμοί μας ασταθείς, γιατί το φθαρτό σώμα βαραίνει την ψυχή, το σώμα το χωμάτινο είναι γεμάτο σκέψεις και έχει πολλές φροντίδες! (Σοφία Σολ. 13 -15).
[Εδώ ξεκινούν τα δύσκολα για τον Αυγουστίνο! Διότι το πάντοτε είναι Χρόνος. Και το αιώνιο δεν είναι ο Θεός, ανήκει στα περί τον Θεό.]
Είναι αλήθεια πως έχω πολλές σκέψεις, διότι δεν κατορθώνω να βρω την μοναδική αληθινή ανάμεσα σ’ αυτές ή έξω από αυτές, την οποία εγώ ίσως δεν σκέπτομαι, πάντως όμως ανάμεσα σ’ αυτές τις σκέψεις που με τριγυρίζουν στην επίγεια ζωή, εγώ δηλώνω πως υπήρξε πάντοτε ένα πλάσμα του οποίου ήταν Κύριος, Αυτός που είναι πάντοτε Κύριος και δεν έπαψε ποτέ του να είναι, με έναν τέτοιο τρόπο όμως που στα άπειρα μεγέθη του χρόνου υπήρξε τώρα το ένα, τώρα το άλλο, για να μην θεωρηθεί κάποιο δημιούργημα συναιώνιο του Δημιουργού, κάτι που είναι αντίθετο στην πίστη και στην υγιή λογική. Πρέπει όμως επίσης να αποφύγουμε και αυτή την άλλη παράλογη θέση και πολύ μακρυνή από το Φως της Αλήθειας: ότι δηλαδή αυτό το δημιούργημα υπήρξε πάντοτε, μέσω των χρονικών περιπετειών των θνητών όντων στο συνεχές πλησίασμα του ενός στο άλλο. Και πως ξεκίνησαν να υπάρχουν τα αθάνατα όντα μόνον όταν ξεκίνησε ο χρόνος μας, όταν δηλαδή είχαν δημιουργηθεί και οι άγγελοι, εάν είναι αλήθεια πως αυτοί συμβολίζονται από εκείνο το Φως που δημιουργήθηκε πρώτο ή ακόμη καλύτερα από εκείνον τον Ουρανό για τον οποίο ελέχθη: Στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον Ουρανό και την γη!, οι οποίοι όμως δεν είχαν υπάρξει πριν της δημιουργίας των, διότι δεν πρέπει να σκεφτούμε πως τα αθάνατα όντα, όταν δηλώνουμε πως υπήρξαν από πάντοτε, είναι συναιώνια του Θεού.
Εάν πω λοιπόν πως οι άγγελοι δεν δημιουργήθηκαν στον χρόνο, αλλά υπήρξαν πριν από όλους του Χρόνους, υπήρξε επομένως ο Θεός ο Κύριός τους, Αυτός που δεν υπήρξε ποτέ τίποτε άλλο από Κύριος, θα μπορούσαν να με ρωτήσουν εάν, αφού δημιουργήθηκαν πριν από όλους τους χρόνους, αυτοί μπόρεσαν να υπάρξουν πάντοτε.
Μπορούμε να απαντήσουμε όμως μ’ αυτόν τον τρόπο: πώς και γιατί δεν μπόρεσαν να υπάρξουν πάντοτε, όταν αυτό που είναι σε κάθε χρόνο, μπορεί να ονομασθεί χωρίς καμμία ανακρίβεια, πως υπάρχει πάντοτε; Διότι αυτά τα όντα υπήρξαν σε κάθε χρόνο, τόσο μάλιστα που δημιουργήθηκαν πριν από όλους τους χρόνους, και εάν οι χρόνοι ξεκίνησαν με τον Ουρανό, αυτά τα όντα υπήρχαν πριν από τον Ουρανό. Εάν όμως πάλι, ο Χρόνος δεν ξεκίνησε από τον Ουρανό, αλλά υπήρχε και πριν, αυτός δεν είναι ο Χρόνος που αποτελείται από ώρες, από ημέρες, μήνες και χρόνια (αυτές οι χρονικές διαστάσεις, οι οποίες ονομάζονται ακριβώς, στην καθημερινότητά μας χρόνοι, κατάγονται καθαρά από την κίνηση των άστρων, διότι πράγματι και ο Θεός, δημιουργώντας τα είπε: για να είναι σημάδια για τις εποχές, τις ημέρες και τα έτη (Γεν. 1, 14)). Αντιθέτως πρόκειται για έναν χρόνο ο οποίος συνδέεται με μια μεταβλητή κίνηση, στην οποία κάτι προηγείται και κάτι ακολουθεί, καθώς δεν μπορεί να υπάρξει ταυτόχρονα. Εάν λοιπόν πριν από τον Ουρανό υπήρξε κάτι παρόμοιο στις κινήσεις των αγγέλων και από τότε ο Χρόνος άρχισε να υπάρχει και οι άγγελοι εκινούντο στον Χρόνο από τότε που δημιουργήθηκαν, και σ’ αυτή την περίπτωση οι άγγελοι υπήρξαν σε κάθε χρόνο, από την στιγμή που οι Χρόνοι εδημιουργήθησαν μαζί μ’ αυτούς. Πώς θα μπορούσαμε εξ άλλου να ισχυρισθούμε, πως δεν υπήρχε πάντοτε αυτό που υπήρχε σε κάθε Χρόνο;
[Ας προσθέσουμε λοιπόν εδώ λίγα πράγματα για τον Χρόνο, όπως εμφανίζεται στον Αυγουστίνο και ενυπάρχει έκτοτε σε ολόκληρη την θεολογική πορεία της Δύσεως μέχρι τον Χάιντεγκερ. Στις Εξομολογήσεις χαρακτηρίζει τον Χρόνο σαν την σχέση ανάμεσα σε μια πραγματικότητα που μεταβάλλεται και σε μια συνείδηση που καταγράφει και ενθυμείται εκείνη την μεταβολή. Η Πολιτεία του Θεού επαναπροσδιορίζει το πρόβλημα, σε ένα πιο πλατύ πλαίσιο, μέσα στο οποίο θέλει να μορφοποιήσει την σχέση ανάμεσα στην Γήινη πόλη και την Ουράνια πόλη. (Εδώ στηρίζεται και η έννοια της στρατευμένης και της Ουράνιας ή Θριαμβεύουσας Εκκλησίας, στην οποία πιστεύει και η Ορθόδοξη Εκκλησία, για να στηρίξει την αποτρόπαιη ταύτιση της Εκκλησίας με την Ιεραρχία). Ο Αυγουστίνος απορρίπτει την νεοπλατωνική θέση σύμφωνα με την οποία αυτό που έχει μιαν αρχή πρέπει να έχει και ένα τέλος. Χρησιμοποιώντας με επιδεξιότητα το θέμα της αθανασίας της ψυχής! Οι νεοπλατωνικοί λοιπόν ισχυρίσθηκαν πως ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε έχοντας μιαν αρχή, αλλά από μιαν αιτία. Και επιχειρηματολογούν ως εξής: Όπως ένα πόδι, που υπήρξε από την αιωνιότητα μέσα στην σκόνη, θα έκρυβε πάντοτε το ίχνος του, δημιουργημένο αναντιρρήτως από την πίεσή του, έτσι ώστε το ένα δεν θα υπήρχε πριν από το άλλο, παρότι είναι αιτία του, έτσι και ο κόσμος και οι θεοί που δημιουργήθηκαν υπήρξαν πάντοτε (Τίμαιος 43 b), καθότι υπήρχε από πάντοτε αυτός που τους έφτιαξε, και παρ’ όλα αυτά δημιουργήθηκαν. Κατά τον Αυγουστίνο λοιπόν η έννοια του συναιωνίου πλάσματος με τον Θεό είναι αντιφατική και υπονοεί μια έννοια του Χρόνου ο οποίος είναι απείρως μακρύς. Και όχι την έννοια της αιωνιότητος που είναι η άρνηση του Χρόνου. Τί λέει λοιπόν ο Αυγουστίνος! Παρομοίως οι ίδιοι φιλόσοφοι πιστεύουν πως και η ψυχή είναι συναιώνια του Θεού όπως καί ο κόσμος, διότι παρότι και αυτή δεν υπήρχε, δημιουργήθηκε από μιαν αιτία! (Σήμερα ο Γιανναράς μιλά για αιτιώδη Αρχή)].
Εάν η ψυχή λοιπόν υπήρξε πάντοτε, πρέπει να πούμε πως υπήρξε πάντοτε και η δυστυχία της; Διότι εάν κάτι σ’ αυτή άρχισε να υπάρχει στον Χρόνο, θα πρέπει να τερματίσει και στον Χρόνο; Αλλά η δυστυχία; Η έλλειψη; Εάν όμως η ευτυχία, μετά την αντιμετώπιση του κακού, σταθεροποιείται, γιατί θα πρέπει να έχει ένα τέλος! Η Μακαριότης της ψυχής, παρότι έχει αρχή δεν έχει ένα τέλος, θα διαρκέσει για πάντα και ας μην υπήρχε από πάντα, συναιώνια του Θεού. Δεν θα έχει ένα τέλος διότι θα ενωθεί με τον Θεό που υπήρχε από πάντα!
Στην χριστιανική προοπτική εγκαταλείπεται η κοσμικο-κυκλική εννοιολόγηση του γίγνεσθαι, για να εικονισθεί στο ιστορικά υπαρξιακό επίπεδο. Και το πέρασμα από το αιώνιο στον Χρόνο και αντίστροφα είναι εφικτό διότι δεν αναπτύσσεται στο έδαφος ενός κλειστού και απρόσωπου μηχανισμού, αλλά κατάγεται από μιαν απόλυτη επιλογή ή από ένα σύνολο σχετικών επιλογών, οι οποίες είναι ικανές να δημιουργήσουν το γίγνεσθαι ή να πετύχουν μια στροφή στον «Χρόνο των πραγμάτων».

Συνεχίζεται

Σχόλιο: ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΠΩΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΕΤΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΑ ΙΔΙΑ ΘΕΜΑΤΑ. ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ.

Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

312. Αλλά πρόσεχε, εσύ που νομίζεις πως είναι όλα όσα υπάρχουν στον Θεό είναι ουσία του Θεού, μη θέσης τις θείες μετοχές στα κτίσματα, αλλ’ εννόησε, ότι έχει άκτιστες ενέργειες και αΐδιες η άκτιστη ουσία, που είναι άλλο κατά κάποιον τρόπο απ’ την ουσία και δεν είναι, μη γένοιτο, ουσία, όπως λέει η ιερά Εκκλησία˙ «όλα τα αθάνατα κι η ίδια η αθανασία και όλα όσα ζουν κι η ίδια η ζωή και όλα τα άγια κι η ίδια η αγιότης κι όλα τα ενάρετα κι η ίδια η αρετή κι όλα τα αγαθά κι η ίδια η αγαθότητα κι όλα τα όντα κι η ίδια η οντότητα συμβαίνει να είναι προφανώς έργα του Θεού. Αλλά τα μεν έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν, γιατί υπήρξε κάποτε, οπότε δεν ήταν, τα δε δεν έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν, γιατί δεν υπήρξε ποτέ, πού δεν ήταν, η αρετή κι η αγαθότητα κι η αγιότητα κι η αθανασία. Κι αυτά που έχουν αρχίσει χρονικά, και είναι και λέγονται αυτό ακριβώς που και είναι και λέγονται, μετέχοντας σ’ αυτά που δεν έχουν αρχίσει χρονικά. Γιατί είναι δημιουργός κάθε ζωής και αθανασίας και αγιότητας και αρετής ο Θεός, καθώς έχει υπερουσίως εξαιρεθή από όλα, και αυτά που λέγονται και αυτά που νοούνται » (Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια γνωστικά, Α΄ μη΄).

313. Κι ακόμα˙ «ας αναζητούν οι σπουδαίοι, ποια πρέπει να νοούμε πως είναι τα έργα, που άρχισε να δημιουργή ο Θεός, και ποια πάλι, τα οποία δεν άρχισε. Γιατί αν κατέπαυσε από όλα τα έργα, που άρχισε να ποιή, είναι φανερό, πως δεν κατέπαυσε από εκείνα, τα οποία δεν άρχισε να ποιή. Μήπως είναι λοιπόν έργα μεν του Θεού που έχουν αρχίσει χρονικά να υπάρχουν όλα τα μετέχοντα όντα, όπως οι διάφορες ουσίες των όντων˙γιατί έχουν αρχαιότερο απ’ το είναι τους το μη ον. Γιατί υπήρξε κάποτε, οπότε δεν ήταν τα μετέχοντα όντα, έργα δε του Θεού που δεν έχουν ίσως αρχίσει χρονικά να υπάρχουν τα μεθεκτά όντα, όπως η αγαθότητα και κάθε τι που εμπεριέχεται στον λόγο της αγαθότητας και απλώς κάθε ζωή και αθανασία και απλότητα και ατρεψία και απειρία και όσα ουσιωδώς θεωρούνται γύρο απ’ (περί) αυτόν, τα οποία και είναι έργα του Θεού και (δεν;) έχουν αρχίσει χρονικά. Γιατί δεν ήταν ποτέ αρχαιότερο απ’ την αρετή το να μην υπάρχη, ούτε από κανένα άλλο απ’ όσα έχουν αναφερθή, έστω κι αν εκείνα που μετέχουν σ’ αυτά έχουν αρχίσει τα ίδια χρονικά να υπάρχουν. Γιατί είναι άναρχη κάθε αρετή, που δεν έχει τον χρόνο αρχαιότερό της, σαν να έχη δηλαδή τον Θεό μονώτατο και αϊδίως γεννήτορα του είναι»(ο.π.).

314. Ακούς πώς κηρύττουν οι ιεροδιδάσκαλοι πως είναι άλλο οι θείες ενέργειες που προαποστέλλονται απ’ τη δύναμη του Θεού και είναι άκτιστες, τις οποίες και ονομάζουν μετοχές διαφορετικές στα διαφορετικά όντα, και πως είναι υπερκείμενη πάνω απ’ αυτές η ουσία του Θεού και πως αυτές μεν γνωρίζονται εκ μέρους, πως είναι δε καθολικά απερινόητη και άγνωστη σε κάθε κτιστή ουσία η ουσία του Θεού; Αν κατείχες με όλη σου την προθυμία τις διδασκαλίες των θεοφόρων, δεν θα εξέπεφτες σε άτοπες έννοιες και σε ελληνικές φαυλότατες γνώμες, κι αυτά, ενώ αγωνίζεσαι, όπως λες, κατά των Ελλήνων. Και λες κι εσύ˙ «αυτό ακριβώς που είναι μερικώς διανεμημένο απ’ την αγαθότητα και τελειότητα στα διάφορα κτίσματα, υπάρχει ολόκληρο και καθολικά ενωμένο στον Θεό, όπως ακριβώς σε πηγή της αγαθότητας ».


ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ Η ΔΥΣΗ ΕΠΕΣΕ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΧΟΝΔΡΟΙΔΕΣΤΑΤΗ ΠΛΑΝΗ; ΔΙΟΤΙ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΥΤΟΣ ΤΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΘΕΣΕ ΤΗΝ ΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΣΑΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (οπως μας το αποκαλύπτει σήμερα ο Heidegger), ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΑΝ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΝΤΑΣ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΑΝ ΥΠΟΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ. 

Λέγεται ότι ο Αυγουστίνος επηρεάστηκε από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και κατενόησε τις υποστάσεις σαν σχέσεις. Ας δούμε το σχετικό απόσπασμα:
  
Γρ. Θεολόγος, Λόγος ΚΘ, 16,8:

"ο Πατήρ, ω σοφώτατοι, ούτε ενεργείας (όνομα), σχέσεως δε και του πώς έχει πρός τον Υιόν ο Πατήρ, η ο Υιός πρός τον Πατέρα."

Ούτε το Είναι ανήκει στην ουσία του Θεού, πολύ δε λιγότερο το Έχειν. Και οι δύο όροι υπηρετούν την κατανόησή μας και μόνον. Ο Αυγουστίνος ταύτισε το Είναι με το Έχειν, και σαν αποτέλεσμα το υποκείμενο που γεννήθηκε από την ταύτιση ενεργείας και ουσίας έχει σαν συστατικό του την κατοχή. Κατέχει. Ο άνθρωπος έχει σαν σκοπό του την απόκτηση, την κατάκτηση, και με αυτό ομοιάζει με τον Θεό. Τραγική πλάνη για την ανθρωπότητα. Το υποκείμενο σκλαβώθηκε στο αντικείμενο και σήμερα γίνονται υπέρτατες προσπάθειες απελευθερώσεως του με την "αυτοκατοχή". Τό αυτεξούσιο.
Από την ταυτότητα αυτή φτάσαμε στο Summum Bonnum του Ακινάτη και στην ανοησία του Ζηζιούλα, πώς ο Θεός έχει το υπέρτατο είναι και είναι ιεραρχημένος. Και με την κατηγορία του χρόνου φτάσαμε στην χρονικότητα. Στην απαίτηση να σώζεται ο άνθρωπος όπως είναι, ο παλαιός Αδάμ. Χωρίς καμία μεταμόρφωση. Μέσα στην ιστορία. Περιμένοντας τήν ένωση μέ τόν Κύριο στά έσχατα.

Αμέθυστος.  

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

!!!