Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Ομιλία εις την κατά τον Τελώνην και τον Φαρισαίον του Κυρίου παραβολήν (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)


Το σύνολο του ανθρωπίνου γένους διαχωρίζεται σε δύο τάξεις, διά της παρουσιάσεως του Τελώνου και του Φαρισαίου, την των ταπεινών και την των υπεροπτών. Το παράδειγμα του πρώτου δεικνύει ότι οφείλει ο άνθρωπος όχι μόνον ν’ απαρνηθεί την κακίαν, αλλά και να φθάσει στο σημείον ταπεινώσεως ώστε ν’ αυτοκατακριθεί.

1. Εφευρετικός είναι για το κακό ο νοερός προστάτης της κακίας· ικανός ν’ αφαιρέσει ευθύς από την αρχή τα θεμέλια της αρετής που ήδη κατατίθενται στην ψυχή, δια της ανελπιστίας και της απιστίας, αλλ’ επίσης ικανός πάλι να επιτεθεί δια της αδιαφορίας και της ραθυμίας εναντίον των τοίχων της οικίας της αρετής, την ώρα που ανεγείρονται, ακόμη δε και να κρημνίση δια της υπερηφανείας και της παραφροσύνης τον όροφο των αγαθών έργων οικοδομημένον ήδη. Αλλά κρατηθήτε, μη πτοηθήτε· διότι ο επιμελής είναι ευμηχανώτερος στα αγαθά και η αρετή έχει περισσότερη ισχύ γι’ αντιπαράταξη προς την κακία, αφού διαθέτει την άνωθεν χορηγία και συμμαχία από τον ίδιο τον δυνάμενο τα πάντα και ενδυναμώνοντα από αγαθότητα όλους τους εραστάς της αρετής. Έτσι η αρετή όχι μόνο παραμένει αδιάσειστος από ποικίλα πονηρά μηχανήματα που παρασκευάζει ο Αντικείμενος, αλλά μπορεί και να σηκώσει και επαναφέρη όσους έπεσαν στον βυθό των κακών και να τους προσαγάγη εύκολα στον Θεό με την μετάνοια και την ταπείνωση.

2. Δείγμα δε και διαρκής απόδειξις είναι τούτο. Πραγματικά ο Τελώνης, ενώ είναι τελώνης και, μπορoύμε να ειπούμε, ενώ ζει στον πυθμένα της αμαρτίας, ελαφρώνεται απλώς, αφού εκοινώνησε προς τους εναρέτως ζώντας με μόνο τον λόγο, κι αυτόν σύντομο, ανυψώνεται και υπερβαίνει κάθε κακία και, δικαιωμένος από τον αδέκαστο κριτή τον ίδιο, συγκαταλέγεται στο χορό των δικαίων. Εάν δε και ο Φαρισαίος για λόγο καταδικάζεται, παθαίνει τούτο διότι είναι φαρισαίος και νομίζει ότι είναι κάποιος αφ’ εαυτού, και όχι διότι είναι πραγματικά δίκαιος· καταδικάζεται διότι εκφέρει αυθάδη λόγια, ανάμεσα στα οποία εκείνα που παροργίζουν τον Θεό δεν ειναι λιγώτερα από αυτά τα λόγια.

3. Γιατί δε η μεν ταπείνωσις ανεβάζει στο ύψος της δικαιοσύνης, η δε υπεροψία κατεβάζει προς τον βυθό της αμαρτίας; Διότι αυτός που νομίζει ότι είναι κάποιος σπουδαίος, και μάλιστα ενώπιον του Θεού, δικαίως εγκαταλείπεται από τον Θεό, αφού έχει την γνώμη ότι δεν χρειάζεται την βοήθειά του· αυτός δε που θεωρεί τον εαυτό του μηδαμινό και γι’ αυτό αποβλέπει στην άνωθεν ευσπλαγχνία, δικαίως επιτυγχάνει την από τον Θεό συμπάθεια και βοήθεια και χάρη· διότι λέγει, "ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερηφάνους, ενώ στους ταπεινούς δίδει χάρη".

4. Αποδεικνύοντας τούτο ο Κύριος με παραβολή λέγει· "δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό· ο ένας φαρισαίος και ο άλλος τελώνης". Θέλοντας να παραστήσει εναργώς το από την ταπείνωση κέρδος και την από την υπερηφάνεια ζημία, διήρεσε σε δύο όλους τους προσερχομένους στο ναό, μάλλον δε τους ανερχομένους σ’ αυτόν, που είναι οι προσερχόμενοι για προσευχή στον ναό του Θεού· διότι τέτοια είναι η φύσις της προσευχής· ανεβάζει τον άνθρωπο από την γη στον ουρανό και υπερβαίνοντας κάθε επουράνιο, όνομα και ύψωμα και αξίωμα, τον παρουσιάζει στον ίδιο το Θεό του παντός. Αλλωστε και ο παλαιός εκείνος ναός ευρισκόταν σε ύψωμα, σε λόφο της πόλεως. Επάνω σ’ αυτόν τον λόφο, όταν κάποτε το θανατικό αφάνιζε την Ιερουσαλήμ, ο Δαβίδ είδε τον θανατηφόρο άγγελο να κινεί την ρομφαία κατά της πόλεως, ανέβηκε εκεί και οικοδόμησε θυσιαστήριο στον Κύριο· προσέφερε στον Θεό θυσία και εσταμάτησε η φθορά. Αυτά αποτελούσαν τύπο της σωτηριώδους και πνευματικής αναβάσεως κατά την ιερά προσευχή και του δι’ αυτής ιλασμού (διότι όλα εκείνα ήσαν προτυπωτικά για την σωτηρία μας), εάν δε θέλης, και τύπο της ιεράς αυτής Εκκλησίας μας, η οποία πραγματικά ευρίσκεται επάνω σε ύψος, σαν άλλος αγγελικός και υπερκόσμιος χώρος, επάνω στον οποίο, προς εξιλασμόν όλου του κόσμου, καταστροφή του θανάτου και αφθονία αθάνατης ζωής, προσφέρεται άνω στον Θεό η αναίμακτη, η μεγάλη και πραγματικά ευπρόσδεκτη θυσία.

5. Γι’ αυτό λοιπόν δεν είπε, ότι δύο άνθρωποι "προσήλθαν" στον ναό, αλλά "ανέβηκαν" στον ναό. Υπάρχουν βέβαια και τώρα μερικοί που, ερχόμενοι στην Εκκλησία, δεν ανεβαίνουν αυτοί, αλλά μάλλον καταρρίπτουν την Εκκλησία που εικονίζει τον ουρανό· αυτοί είναι όσοι προσέρχονται για χάρη συναναστροφής και συνομιλίας μεταξύ των, καθώς και όσοι προσφέρουν και αγοράζουν ψώνια· πραγματικά ομοιάζουν μεταξύ τους, αφού δίδοντας αυτοί μεν ψώνια, εκείνοι δε λόγους, παίρνουν αντί αυτών τα κατάλληλα. Αυτούς ο Κύριος, όπως παλαιά τους εξέβαλε εντελώς από τον ναό εκείνον, λέγοντάς τους, "ο οίκος μου καλείται οίκος προσευχής, σεις όμως τον κατεστήσατε σπήλαιο ληστών", έτσι τους εξέβαλε και από τα λόγια τους αυτά, διότι δεν ανεβαίνουν καθόλου στον ναό, έστω και αν έρχονται καθημερινώς.

6. Ο Φαρισαίος πάντως και ο Τελώνης ανέβηκαν στον ναό· διότι ένα σκοπό είχαν και οι δύο, να προσευχηθούν, αν και ο Φαρισαίος μετά την άνοδο κατέρριψε τον εαυτό του, ανατρεπόμενος από τον τρόπο. Διότι ήταν μεν ο σκοπός της αναβάσεώς των ο ίδιος, αφού ανέβηκαν να προσευχηθούν, αλλ’ ο τρόπος της προσευχής ήταν αντίθετος. Ο ένας δηλαδή ανέβαινε συντετριμμένος και ταπεινωμένος, διότι εδιδάχθηκε από τον ψαλμωδό προφήτη ότι ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια συντετριμμένη και ταπεινωμένη καρδιά, αφού και αυτός ο προφήτης λέγει για τον εαυτό του, γνωρίζοντάς το φυσικά από την πείρα του, "εταπεινώθηκα, και μ’ έσωσε ο Κύριος". Και τι περιορίζομαι στον προφήτη; Διότι ο Θεός των προφητών προς χάρη μας εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος σαν εμάς, καθώς λέγει ο απόστολος, "γι’ αυτό ο Θεός τον υπερύψωσε". Ο δε Φαρισαίος ανεβαίνει υπερβολικά φουσκωμένος και αλαζονευόμενος, με την ιδέα ότι θα αυτοδικαιωθεί· και μάλιστα ενώπιον του Θεού, εμπρός στον οποίο όλη η δική μας δικαιοσύνη είναι σαν ράκος εμμηνορροούσης· διότι δεν άκουσε τον λέγοντα, "κάθε υπερόπτης είναι ακάθαρτος ενώπιον του Κυρίου", και "ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερηφάνους", και "αλλοίμονο σ’ αυτούς που αυτοδικαιώνονται και κατά τον εαυτό τους είναι επιστήμονες".

7. Δεν τους διεχώρισε μόνο το ήθος αλλά και ο τρόπος, που ήταν διάφορος σ’ αυτούς, αλλά και το είδος της προσευχής, που ήταν επίσης διπλό. Πραγματικά η προσευχή δεν είναι θέμα δεήσεως μόνο, αλλά και ευχαριστίας. Ο ένας από τους προσευχομένους ανεβαίνει στο ναό του Θεού για να δοξάσει κι ευχαριστήσει τον Θεό για όσα έλαβε από αυτόν, ο δε άλλος για να ζητήσει όσα δεν έλαβε ακόμη, μεταξύ των οποίων είναι και η άφεσις των αμαρτημάτων, και μάλιστα για τους αμαρτάνοντας κάθε ώρα στις ημέρες μας. Από το άλλο μέρος η υπόσχεσις των από εμάς ευσεβώς προσφερομένων στον Θεό δεν ονομάζεται προσευχή αλλά ευχή· και τούτο το εδήλωσε εκείνος που είπε, "κάμετε ευχή, και αποδώσετέ την στον Κύριο τον Θεό μας", και αυτός που λέγει "καλύτερο είναι να μη κάμεις ευχή, παρά να κάμεις και να μην την εκτελέσεις".

8. Αλλά το διπλό εκείνο είδος της προσευχής έχει διπλή και την αχρείωση για τους απροσέκτους. Δηλαδή την μεν μία την καθιστά αποτελεσματική υπέρ αφέσεως των αμαρτημάτων προσευχή και δέηση η πίστις και η κατάνυξις μετά την αποχή από τα κακά, ανενεργό δε η απόγνωσις και η πώρωσις. Την άλλη την κάμουν ευπρόσδκετη ευχαριστία για όσα έχομε ευεργετηθεί από τον Θεό η ταπείνωσις και η αποφυγή επάρσεως απέναντι στους στερουμένους, απαράδεκτη δε η έπαρσις γι’ αυτά, σαν να αποκτήθηκαν με ιδική μας προσπάθεια και γνώση, και η κατάκρισις εναντίον αυτών που δεν έχουν πράγματα. Ότι δε είναι άρρωστος και στα δύο αυτά ο Φαρισαίος, ελέγχεται από τον εαυτό του και τα λόγια του. Διότι, ενώ ανέβηκε στον ναό για να ευχαριστήσει, όχι να δεηθεί, με την ευχαριστία προς τον Θεό ανέμιξε αφρόνως και αθλίως έπαρση και κατάκριση. Διότι, λέγει, αφού εστάθηκε καθ’ εαυτόν, προσευχήθηκε τα εξής· "Θεέ, σ’ ευχαριστώ, που δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί".

9. Η στάσις του Φαρισαίου δεν δηλώνει την δουλική παράσταση, αλλά την αδιάντροπη υπεροψία που είναι αντίθετη προς εκείνον που έχει ταπείνωση δεν έχει το θάρρος ούτε τους οφθαλμούς να υψώσει προς τον ουρανό. Ευλόγως δε προσευχόταν καθ’ εαυτόν ο Φαρισαίος· διότι δεν ανέβηκε προς τον Θεό, αν και δεν αγνοούσε τον καθήμενο επάνω στα Χερουβείμ και επιβλέποντα τα τελευταία σημεία των αβύσσων. Η προσευχή του ήταν ως εξής: Αφού είπε "σ’ ευχαριστώ", δεν προσέθεσε, διότι από ευσπλαγχνία, σαν σε ασθενή ν’ αντιπαραταχθεί, μου έδωσες δωρεάν την απαλλαγή από τις παγίδες του πονηρού. Διότι, αδελφοί, είναι ανδρείο κατά την ψυχή, το να κατορθώσει κανείς, αφού επιάσθηκε στις παγίδες του εχθρού και έπεσε στους βρόχους της αμαρτίας, να διαφύγει με την μετάνοια. Γι’ αυτό οι υποθέσεις μας διευθύνονται από ανωτέρα πρόνοια και πολλές φορές, ενώ καταβάλλαμε μικρή ή καθόλου προσπάθεια, εμμείναμε με την βοήθεια του Θεού ανώτεροι πολλών και μεγάλων παθημάτων, ανακουφισθέντες από συμπάθεια λόγω της ασθενείας μας. Και πρέπει να αναγνωρίζουμε την δωρεά και να ταπεινωνόμαστε ενώπιον αυτού που την έκαμε, αλλά να μην κομπάζωμε.

10. Ο Φαρισαίος όμως λέγει, "σ’ ευχαριστώ, Θεέ", όχι διότι έλαβα καμμιά βοήθεια από σένα, αλλά "διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι"· σαν να διέθετε αφ’ εαυτού και από προσωπική του ικανότητα το προσόν ότι δεν ήταν άρπαξ, μοιχός και άδικος, αν φυσικά τα διέθετε κιόλας. Δεν επρόσεχε πραγματικά στον εαυτό του, αλλά έβλεπε περισσότερο όλους τους άλλους παρά τον εαυτό του, κι εξουδενώνοντας όλους -ποια παραφροσύνη -, έναν μόνο εθεωρούσε δίκαιο και σώφρονα, τον εαυτό του· "δεν είμαι" λέγει, "όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή όπως αυτός ο τελώνης". Πόση μωρία, θα μπορούσε κανείς να του ειπεί. Και αν όλοι εκτός από σένα είναι άδικοι και άρπαγες , τότε ποιος είναι αυτός που υφίσταται την αρπαγή και την κάκωση; Τι συμβαίνει δε και με αυτόν τον τελώνη και την κατ’ εξοχήν αυτού προσθήκη στη διήγηση; Αφού είναι και αυτός ένας από όλους δεν έχει συμπεριληφθεί μαζί με τους άλλους στην από σένα κοινή και θα ελέγαμε οικουμενική κατάκριση; Ή έπρεπε αυτός να υποστεί διπλή καταδίκη, κρινόμενος από τους φαρισαϊκούς οφθαλμούς σου, αν και εστεκόταν μακριά σου; Άλλωστε ότι ήταν άδικος, το εγνώριζες, αφού ήταν φανερά τελώνης, ότι όμως ήταν μοιχός, από που το εγνώριζες; Ή μήπως δικαιούσαι να τον αδικείς και να τον προπηλακίζεις, επειδή αυτός αδικούσε άλλους; Δεν είναι έτσι, δεν είναι· αλλ’ αυτός μεν βαστάζοντας με ταπεινό φρόνημα την υπερήφανη κατηγορία σου και προσφέροντας στον Θεό με αυτομεμψία την ικεσία, θ’ απαλλαγεί από αυτόν της καταδίκης, δικαίως δι’ όσα αδίκησε, εσύ δε θα καταδικασθείς δικαίως, διότι κατηγορείς υπεροπτικώς εκείνον και όλους τους ανθρώπους, και από όλους μόνο τον εαυτό σου δικαιώνεις. "Δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί".

11. Αυτά τα λόγια αποδεικνύουν την υπεροψία του Φαρισαίου και προς τον Θεό και προς όλους τους ανθρώπους, αλλ’ επίσης και το ψευδολόγο της συνειδήσεώς του· διότι αφ’ ενός μεν εξουθενώνει σαφώς όλους μαζί τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε αποδίδει την αποφυγή των κακών όχι στη δύναμη του Θεού, αλλά στην ιδική του. Ο λόγος για τον οποίο ευχαριστεί είναι αυτός· ότι εκτός από τον εαυτό του νομίζει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ακόλαστοι και άδικοι και άρπαγες, ωσάν ο Θεός να μην αξίωσε κανένα άλλον πλην αυτού να του παράσχει την αρετή. Αλλ’ αν όλοι ήσαν τέτοιοι, έπρεπε σε όλους αυτούς να ευρίσκωνται εμπρός των προς διαρπαγή τα αγαθά του Φαρισαίου τούτου. Δεν φαίνεται όμως κάτι τέτοιο· διότι προσθέτει αυτός, "νηστεύω δυο φορές το Σάββατο, δίνω το δέκατο από όλα όσα αποκτώ". Δεν λέγει ότι δίνει το δέκατο από όσα κατέχει, αλλά από όσα αποκτά, δηλώνοντας με αυτό τις προσθήκες και επαυξήσεις της περιουσίας του. Επομένως είχε μεν όσα κατείχε, προσελάμβανε δε ανεμποδίστως όσα μπορούσε. Πώς λοιπόν όλοι οι άνθρωποι πλην αυτού άρπαζαν και αδικούσαν; Τόσο αυτοέλεγκτο και αυτεπίβουλο πράγμα είναι η κακία! Τόσο πολύ ανάμικτο με την παραφροσύνη είναι πάντοτε το ψεύδος!

12. Την μεν αποδεκάτιση των εισοδημάτων του προέβαλλε για ν’ αποδείξει πλήρως την δικαιοσύνη του· διότι πώς μπορεί να είναι άρπαξ των ξένων αγαθών αυτός που αποδεκατίζει τα δικά του; Την δε νηστεία προέβαλλε για την επίδειξη της σωφροσύνης· διότι η νηστεία είναι πρόξενος της αγνείας. Έστω λοιπόν, είναι σώφρων και δίκαιος, αν δε θέλεις και σοφός και νουνεχής και ανδρείος και ό,τι άλλο παρόμοιο· αν μεν το απέκτησες από τον εαυτό σου, και όχι από τον Θεό, γιατί προσφεύγεις ψευδώς στο σχήμα της προσευχής κι ανεβαίνεις στον ναό και λέγεις ματαίως ότι προσφέρεις ευχαριστία; Αν δε το απέκτησες από τον Θεό, δεν το έλαβες για να κομπάζεις, αλλά για να ενεργείς προς οικοδομή των άλλων σε δόξα αυτού που το έδωσε. Έπρεπε λοιπόν πραγματικά να χαίρεσαι με ταπείνωσι και να προσφέρεις ευχαριστίες, και σ’ αυτόν που το έδωσε και σ’ αυτούς χάριν των οποίων το έλαβες· διότι η λαμπάδα παίρνει το φως όχι για τον εαυτό της, αλλά για τους βλέποντας. Σάββατο δε ονομάζει ο Φαρισαίος όχι την εβδόμη ημέρα, αλλά την εβδομάδα ημερών, στις δύο από τις οποίες νηστεύει, όπως μεγαλαυχεί, αγνοώντας ότι αυτές μεν είναι ανθρώπινες αρετές, η δε υπερηφάνεια είναι δαιμονική. Γι’ αυτό, όταν συζευχθεί με αυτές, τις αχρηστεύει και τις συγκαταρρίπτει, ακόμη και αν είναι αληθινές· πόσο μάλλον αν είναι κίβδηλες.

13. Αυτά είπε ο Φαρισαίος. «Ο δε Τελώνης, στεκόμενος απόμακρα, δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει προς τον ουρανό, αλλ’ εκτυπούσε το στήθος του λέγοντας· Θεέ, ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό». Βλέπετε πόση είναι η ταπείνωσις και η πίστις και η αυτομεμψία; Βλέπετε την άκρα συστολή της διανοίας και των αισθήσεων, συγχρόνως δε και την συντριβή της καρδίας αναμεμιγμένες με την προσευχή του τελώνη τούτου; Διότι όταν ανέβηκε στο ναό, για να προσευχηθεί υπέρ της αφέσεως των αμαρτημάτων του, έφερε μαζί του καλά εφόδια μεσιτευτικά προς τον Θεό, την ακαταίσχυντη πίστι, την ακατάκριτη αυτομεμψία, την ακαταφρόνητη συντριβή της καρδίας, την εξυψωτική ταπείνωσι. Συνεδύασε δε με την προσευχή και την προσοχή άριστα. Διότι, λέγει, «ο Τελώνης αυτός στεκόμενος απόμακρα». Δεν είπε ‘σταθείς’, όπως στην περίπτωση του Φαρισαίου, αλλά «εστώς», δηλώνοντας με αυτό την επί πολύ παράταση της στάσεως, μαζί δε και το επίμονο της δεήσεως και των ικετευτικών λόγων· διότι, χωρίς να προβάλει ούτε να διανοηθεί τίποτε άλλο, επρόσεχε μόνο στον εαυτό του και τον Θεό, περιστρέφοντας στον εαυτό της και πολλαπλασιάζοντας μόνην την μονολόγιστη δέησι, που είναι το αποτελεσματικώτερο είδος προσευχής.

14. «Στεκόμενος λοιπόν ο Τελώνης απόμακρα, λέγει, δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει προς τον ουρανό». Αυτή η στάσις ήταν συγχρόνως και στάσις και υπόκυψις, και δείγμα όχι μόνο ευτελούς δούλου, αλλά και καταδίκου. Μαρτυρεί δε και την απαλλαγμένη από την αμαρτία ψυχή, που είναι μεν ακόμη μακριά από τον Θεό, διότι δεν έχει ακόμη την προς αυτόν παρρησία δια των έργων, αλλ’ ελπίζει να εγγίσει τον Θεό, λόγω της αποχής από τα κακά και της αγαθής ήδη προθέσεώς της. Στεκόμενος λοιπόν έτσι απόμακρα ο Τελώνης δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς να σηκώσει στον ουρανό, επιδεικνύοντας με τον τρόπο και το σχήμα την αυτοκατάκρισι και αυτομεμψία του· διότι εθεωρούσε τον εαυτό του ανάξιον και του ουρανού και του επιγείου ναού. Γι’ αυτό του μεν ναού εστεκόταν στα πρόθυρα, προς τον ουρανό δε δεν ετολμούσε ούτε ν’ ατενίσει, πόσο μάλλον προς τον Θεό του ουρανού- αλλά κτυπώντας το στήθος του από την σφοδρά κατάνυξι και παριστώντας έτσι τον εαυτό του άξιον τιμωρίας, αναπέμποντας από εκεί βαρυπενθής τους στεναγμούς και κλίνοντας σαν κατάδικος την κεφαλή, αποκαλούσε τον εαυτό του αμαρτωλό κι εζητούσε με πίστη τον ιλασμό, λέγοντας· «Θεέ, ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό». Διότι επίστευσε στον λέγοντα, «επιστρέψετε προς εμένα και εγώ θα επιστρέψω προς σας», και στον προφήτη που διεβεβαίωσε, «είπα, θα εξομολογηθώ στον Κύριο την ανομία μου εναντίον μου, και συ άφησες την ασέβεια της καρδίας μου».

15. Τί συνέβηκε λοιπόν έπειτα από αυτά; «Κατέβηκε αυτός δικαιωμένος», λέγει ο Κύριος, «και όχι εκείνος· διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, ενώ όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί». Πραγματικά, όπως ο Διάβολος είναι η ίδια η υπεροψία και η υπερηφάνεια είναι το ιδιαίτερο κακό του, γι’ αυτό και συναπτομένη με οποιαδήποτε ανθρώπινη αρετή την νικά και την καταρρίπτει, έτσι η ταπείνωσις ενώπιον του Θεού είναι αρετή των αγαθών αγγέλων και νικά κάθε ανθρώπινη κακία που επέρχεται στον πταίστη. Διότι η ταπείνωσις είναι όχημα της αναβάσεως προς τον Θεό, όπως εκείνα τα σύννεφα, που πρόκειται ν’ ανυψώσουν προς τον Θεό αυτούς που θα μείνουν σε απείρους αιώνες μαζί με τον Θεό, καθώς προεφήτευσε ο απόστολος, λέγοντας, «θ’ αρπαγούμε στα σύννεφα για συνάντηση του Κυρίου στον αέρα, κι έτσι θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο». Ό,τι δηλαδή είναι η νεφέλη, είναι και η ταπείνωσις, που συστήνεται δια μετανοίας και αφήνει από τους οφθαλμούς ρυάκια με δάκρυα, εξάγει τους αξίους από τα ανάξια, τους ανεβάζει και τους συνάπτει με τον Θεό, δικαιωμένους δωρεάν λόγω της ευγνώμονος προαιρέσεως.

16. Και ο μεν Τελώνης σφετεριζόμενος πρωτύτερα κακοτέχνως τα ξένα πράγματα, αλλ’ έπειτα, εγκαταλείποντας την διαστροφή και μη δικαιώνοντας τον εαυτό του, εδικαιώθηκε, ο δε Φαρισαίος, μη οικειοποιούμενος τα ανήκοντα σε άλλους, αλλά δικαιώνοντας τον εαυτό του, καταδικάσθηκε. Τώρα, εκείνοι που και οικειοποιούνται τα ανήκοντα στους άλλους και επιχειρούν να δικαιώσουν τους εαυτούς των, τι θα πάθουν;

17. Αλλ’ ας αφήσωμε τώρα αυτούς, αφού και ο Κύριος τους άφησε, ως μη πειθομένους με τα λόγια. Μερικές φορές όμως και εμείς όταν προσευχώμαστε, ταπεινωνόμαστε, και ίσως νομίζομε ότι θα κερδίσωμε την δικαίωσι του Τελώνη. Δεν είναι όμως έτσι· διότι πρέπει να προσέχωμε τούτο, ότι ο Τελώνης, καταφρονούμενος από τον Φαρισαίο κατά πρόσωπο και μετά την απομάκρυνσή του από την αμαρτία, καταφρονούσε κι αυτός τον εαυτό του, όχι μόνο μη αντιλέγοντας αλλά και συνηγορώντας προς εκείνον εναντίον του εαυτού του.

18. Όταν λοιπόν και συ αφήσεις την κακία, δεν αντιλέγεις δε σ’ αυτούς που σε καταφρονούν και σε λοιδορούν, αλλά καταδικάζοντας και συ τον εαυτό σου ως κακοήθη, καταφεύγεις με κατάνυξι δια της προσευχής προς την ευσπλαγχνία του Θεού μόνο, γνώριζε ότι είσαι λυτρωμένος Τελώνης. Πολλοί βέβαια λέγουν τους εαυτούς των αμαρτωλούς, και το λέγομε και το νομίζομε επίσης κι εμείς· αλλά η καταφρόνησις είναι που δοκιμάζει την καρδιά. Όπως δηλαδή ο μεγάλος Παύλος είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, αν και έγραφε προς τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν γλωσσολαλιά στην Κόρινθο, «ευχαριστώ τον Θεό μου που λαλώ γλώσσες περισσότερο από όλους σας» (γράφει αυτά τα πράγματα αυτός που αλλού δηλώνει ότι είναι περικάθαρμα όλων των ανθρώπων, για να συγκρατήσει το φρόνημα εκείνων που επαίρονται εναντίον αυτών που δεν έχουν το χάρισμα)· όπως λοιπόν ο Παύλος, γράφοντας εκείνα, είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, έτσι είναι και το να λέγει κανείς τα λόγια του Τελώνη και να ταπεινολογεί σαν εκείνον, αλλά να μη δικαιωθεί καθώς εκείνος· διότι πρέπει με τα τελωνικά λόγια να συνυπάρχει και η μετάθεσις από τα κακά και η ψυχική διάθεσις, η κατάνυξις και η υπομονή εκείνου. Και ο Δαβίδ έδειξε εμπράκτως ότι πρέπει, αυτός που κρίνει τον εαυτό του ένοχο ενώπιον του Θεού και μετανοεί, να θεωρεί δικαία και υποφερτή την σε βάρος του ύβρη και ατιμία από άλλους. Διότι μετά την αμαρτία του, όταν ήκουε προσβλητικούς λόγους από τον Σεμεεί, έλεγε σ’ αυτούς που ήθελαν ν’ αντιδράσουν «αφήστε τον να με κακολογεί, διότι ο Κύριος του είπε να κακολογήσει τον Δαβίδ», λέγοντας ότι η συγχώρησις από τον Θεό για την προς αυτόν αμαρτία είναι πρόσταγμα εκείνου, αν και ο Δαβίδ επάλαιε τότε με δεινή και μεγάλη συμφορά, αφού μόλις προσφάτως είχε επαναστατήσει εναντίον του ο Αβεσσαλώμ.

19. Τότε μάλιστα, εγκαταλείποντας με αφόρητη οδύνη την Ιερουσαλήμ, όταν φεύγοντας έφθασε στις υπώρειες του όρους των Ελαιών, συνάντησε ως προσθήκη της συμφοράς τον Σεμεεί. Ο Σεμεεί έρριπτε εναντίον του λίθους, τον κακολογούσε ασταμάτητα και τον ύβριζε αναιδώς· τον αποκαλούσε άνδρα αιμοβόρο και παράνομο, επαναφέροντας στη μνήμη το σχετικό με την Βηρσαβεέ και τον Ουρία έγκλημα προς ονειδισμό του βασιλέως. Και δεν τον άφησε αφού καταράσθηκε μια και δυο φορές, και έρριπτε εναντίον του λίθους και με λόγια πληκτικώτερα από τους λίθους· αλλά, λέγει, προχωρούσε ο βασιλεύς και όλοι οι άνδρες του μαζί του, ενώ ο Σεμεεί εβάδιζε από την πλευρά του όρους πλησίον του βασιλέως, καταρώμενός τον και ρίπτοντας λίθους από τα πλάγια, και πασπαλίζοντάς τον με χώμα. Και δεν εστερείτο ανθρώπων που θα τον εμπόδιζαν ο βασιλεύς. Ο Αβεσσά λοιπόν ο στρατηγός, μη αντέχοντας, είπε προς τον Δαβίδ· «γιατί καταράται αυτός ο ψόφιος σκύλος τον κύριό μου τον βασιλέα; Θα μεταβώ λοιπόν να του κάψω το κεφάλι». Ο βασιλεύς όμως συνεκράτησε αυτόν και όλους τους άνδρες του, λέγοντας προς αυτούς· «αφήστε τον, για να ιδεί ο Κύριος την ταπείνωσή μου και μου ανταποδώσει αγαθά αντί της κατάρας αυτού».

20. Αυτό το πράγμα και τότε μεν ετελέσθηκε και επραγματοποιήθηκε, δεικνύεται δε και με την παραβολή γι’ αυτόν τον Τελώνη και τον Φαρισαίο τελούμενο πάντοτε από την δικαιοσύνη. Διότι αυτός που θεωρεί τον εαυτό του αληθινά υπεύθυνο της αιωνίου κολάσεως, πως δεν θα υπομείνει γενναίως, όχι μόνο ατιμία, αλλά και ζημία και νόσο, και κάθε δυσπραγία και κακοπάθεια γενικώς; Αυτός δε που δεικνύει τέτοια υπομονή, ως χρεώστης και ένοχος, με ελαφρότερη, πρόσκαιρη και διακοπτομένη καταδίκη λυτρώνεται από την πραγματικά βαρειά εκείνη και αφόρητη και ατελείωτη τιμωρία· μερικές φορές δε λυτρώνεται και από τα τώρα βασανίζοντα δεινά, καθώς η θεία χρηστότης λαμβάνει αρχή από εδώ σαν να χρεωστείται λόγω της υπομονής. Γι’ αυτό και κάποιος από τους παιδευομένους από τον Κύριο είπε· «θα υπομείνω την παίδευση από τον Κύριο, διότι ημάρτησα σ’ αυτόν»".


21. Είθε κι’ εμείς, παιδευόμενοι μ’ ευσπλαγχνία, αλλ’ όχι με οργή και θυμό Κυρίου, να μη καταβληθούμε από την τιμωρία του Θεού, αλλά κατά τον ψαλμωδό στο τέλος ν’ ανορθωθούμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο αρμόζει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Ομιλία Β’, Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ τ. 9, ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ")
(Πηγή ηλ. κειμένου: paterikakeimena.blogspot.gr)

Μετάνοια είναι να καταλάβει ο άνθρωπος το προαιώνιο σχέδιο του Θεού γι’ αυτόν!

signwmi

Ο ιερομόναχος Ζαχαρίας της Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας κάνει λόγο για την μετάνοιά και τον Άγιο Γέροντα Σωφρόνιο.
Περισσότερο ο Γέροντας (Άγιος Σωφρόνιος) επέμενε στην προσευχή της μετανοίας.

Ο άνθρωπος να προσεύχεται στη Θ. Λειτουργία όπως μας διδάσκουν οι προσευχές που διαβάζομε πριν τη Θεία Ευχαριστία, που είναι προσευχές μετανοίας, προσευχές που δείχνουν ότι ο άνθρωπος είναι άρρωστος ψυχικά. (Είμαστε όλοι πεσμένοι, είμαστε όλοι άρρωστοι και έχουμε την ανάγκη της θεραπείας). Και είναι η χάρις του Θεού που θεραπεύει τα τραύματα της αμαρτίας. Επομένως αν θέλουμε να βρούμε χάρη και έλεος από τη Θ. Λειτουργία θα τα βρούμε κατά το μέτρο που προσφέραμε προσευχή μετανοίας…

Ζητούσε την προσευχή της μετανοίας. Δεν του άρεσαν οι τεχνικές μέθοδοι για την επίκληση της ευχής. Επέμενε να μάθει ο άνθρωπος να προσεύχεται με την καρδιά του. Πάντοτε, πίστευε ο Γέροντας, ότι η πίστη προς το Χριστό ως αληθινό Θεό και η μετάνοια του ανθρώπου είναι εκείνα που ανοίγουν την καρδιά του ανθρώπου. Και τότε η προσευχή από μόνη της, οι μονόλογοι στην καρδιακή προσευχή βρίσκουν το δικό τους ρυθμό.Καμιά φορά μας μιλούσε και για τις τεχνικές μεθόδους της προσευχής, αλλά μας έλεγε να μην αποδίδουμε σημασία σε αυτές. Τότε μπορεί να χάσουμε τη χάρη του Θεού, όταν αποδώσουμε υπερβολική σημασία σ’ εκείνα που είναι απλώς μέσα.Ενώ με τη μετάνοια δεν μπορεί να αστοχήσει ο άνθρωπος εάν έχει θέρμη στην καρδιά του. Τότε ο νους μόνος του κολλά στην καρδιά και βρίσκει το ρυθμό της η προσευχή από μόνη της μέσα στην καρδιά.
Η μετάνοια για το Γέροντα ήταν το να γνωρίζει ο άνθρωπος την προαιώνιο ιδέα που είχε ο Θεός γι’ αυτόν.


Δηλαδή, πώς ο Θεός συνέλαβε τον άνθρωπο προ καταβολής κόσμου και ποια είναι η εκπλήρωση του, ποιος είναι ο σκοπός του. Όταν καταλάβει ο άνθρωπος το προαιώνιο σχέδιο του Θεού γι’ αυτόν, θα κάνει το παν για να το εκπληρώσει και να συμμορφωθεί προς αυτό…

Πάντοτε ο Γέροντας σε κάθε βήμα που έκανε το συνδύαζε με τη θύρα της μετανοίας. Έβγαινε από το σπίτι και έλεγε: «ευλόγησόν μου την έξοδο και την είσοδο». Όποια πράξη έκανε, όποιο βήμα έκανε στη ζωή του, συνέχεια επεκαλείτο το Θεό.

Έδιδε μεγάλη σημασία στο λόγο του Θεού, ώστε να ζει ο λόγος του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Γι’ αυτό, το λόγο προσπαθούσε πάντοτε να τον αρπάξει με την προσευχή επικαλούμενος το όνομα του Χριστού.

Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ένας άνθρωπος βάδιζε στο δάσος. Ήθελε να διαλέξει ένα καλό δέντρο, απ’ όπου θα έβγαζε δοκάρια για τη σκεπή του σπιτιού του. Εκεί είδε δύο δέντρα, το ένα δίπλα στο άλλο. Το ένα ήταν ίσιο, λείο και ψηλό, αλλά το εσωτερικό του, ο πυρήνας του, ήταν σάπιο. Το άλλο είχε ανώμαλη επιφάνεια κι ο κορμός του έδειχνε άσχημος. Το εσωτερικό του όμως ήταν γερό. Ο άνθρωπος αναστέναξε και είπε: «Σε τι μπορεί να μου χρησιμέψει το ψηλό και ίσιο αυτό δέντρο, αφού το μέσα του είναι σάπιο κι ακατάλληλο για δοκάρια; Το άλλο μοιάζει ανώμαλο, άσχημο, αλλά τουλάχιστο το μέσα του είναι γερό. Έτσι, αν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορώ να το διαμορφώσω και να το χρησιμοποιήσω για δοκάρια στο σπίτι μου». Και χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο, διάλεξε το δέντρο εκείνο, το γερό. Το ίδιο θα κάνει κι ο Θεός για να ξεχωρίσει δύο ανθρώπους που βρίσκονται μέσα στο ναό Του. Δε θα διαλέξει εκείνον που φαίνεται επιφανειακά δίκαιος, αλλά τον άλλον, εκείνον που η καρδιά του είναι γεμάτη με την αληθινή δικαιοσύνη του Θεού.

Οι υπερήφανοι έχουν τα μάτια τους διαρκώς υψωμένα προς το Θεό. Οι καρδιές τους όμως είναι κολλημένες στη γη. Αυτοί δεν ευαρεστούν στο Θεό. Ευάρεστοι στο Θεό είναι οι ταπεινοί άνθρωποι, οι πράοι, που έχουν τα μάτια τους χαμηλωμένα στη γη, μα οι καρδιές τους είναι γεμάτες ουρανό. Ο Δημιουργός προτιμά τους ανθρώπους που ομολογούν στο Θεό τις αμαρτίες τους, όχι τα καλά τους έργα.

Ο Θεός είναι γιατρός. Πλησιάζει στο κρεβάτι όπου κείτεται ο καθένας μας και ρωτάει: «Που πονάς;» Ο άνθρωπος που αξιοποιεί την παρουσία του γιατρού κοντά του και του φανερώνει όλους τους πόνους και τις αδυναμίες του, είναι σοφός. Εκείνος που κρύβει τις αμαρτίες του και καυχιέται μπροστά στο γιατρό πως είναι υγιής, είναι ανόητος. Λες κι ο γιατρός επισκέπτεται τον άνθρωπο για να δει πόσο καλά είναι κι όχι από τι πάσχει. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος:

«Το ν’ αμαρτάνεις είναι κακό, όταν όμως το ομολογείς, μπορείς να λάβεις βοήθεια. Όταν όμως αμαρτάνεις και δεν το παραδέχεσαι, δεν υπάρχει ελπίδα να βοηθηθείς».

Γι’ αυτό ας γίνουμε σοφοί, συνετοί. Όταν στεκόμαστε για να προσευχηθούμε μπροστά στο Θεό, πρέπει να νιώθουμε πως βρισκόμαστε μπροστά στον πιο καλό και πιο ελεήμονα γιατρό. Εκείνος ρωτάει τον καθένα μας με αγάπη και μέριμνα: «Που πονάς;» Εμείς ας μην αμελήσουμε καθόλου να του αποκαλύψουμε την αρρώστια μας, να του φανερώσουμε τις πληγές και τις αμαρτίες μας.

***

Ο Κύριός μας Ιησούς μας μιλάει γι’ αυτά τα πράγματα στην παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Στο ευαγγέλιο διαβάζουμε πως ο Χριστός είπε την παραβολή αυτή «πρός τινας πεποιθότας εφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι, και εξουθενούντας τους λοιπούς», προς εκείνους που είχαν την αλαζονική αυτοπεποίθηση πως είναι δίκαιοι και περιφρονούσαν τους άλλους. Μήπως κι εμείς συγκαταλεγόμαστε ανάμεσα σ’ εκείνους που ο Κύριος τους απηύθυνε την παραβολή αυτή;

Μην αντιδράς σ’ αυτά που σου λέω. Ομολόγησε καλύτερα την αρρώστια σου, ταπεινώσου γι’ αυτήν και πάρε το φάρμακο που σου δίνει ο πανεύσπλαχνος γιατρός. Σ’ ένα νοσοκομείο βρίσκονταν πολλοί άρρωστοι κρεβατωμένοι. Μερικοί είχαν πυρετό κι ανυπομονούσαν, περίμεναν με αγωνία πότε θά ‘ρθει ο γιατρός. Άλλοι έκοβαν βόλτες, γιατί νόμιζαν πως ήταν υγιείς και δεν είχαν ανάγκη το γιατρό. Ένα πρωινό ο γιατρός έκανε επίσκεψη στους αρρώστους. Μαζί του ήταν κι ένας φίλος του, που κρατούσε δώρα για να τους δώσει. Ο φίλος του γιατρού είδε εκείνους που υπόφεραν από πυρετό και τους λυπήθηκε.
– Θα γίνουν καλά; ρώτησε το γιατρό.
Εκείνος του ψιθύρισε στο αυτί:
– Αυτοί εδώ οι εμπύρετοι, ναι, μπορούν να γίνουν καλά. Το ίδιο κι οι άλλοι που κείτονται στα κρεβάτια τους. Αυτοί που κόβουν βόλτες όμως, όχι, δε γίνονται καλά. Αυτοί υποφέρουν από ανίατες αρρώστιες, έχει προχωρήσει η σήψη μέσα τους.
Ο φίλος του γιατρού έμεινε κατάπληκτος. Η έκπληξή του στρεφόταν προς δύο κατευθύνσεις: προς το μυστήριο που κρύβουν οι αρρώστιες και προς την οφθαλμαπάτη των ανθρώπων.
Φαντάσου τώρα πως είμαστε άρρωστοι στο νοσοκομείο του κόσμου. Η αρρώστια που έχει προσβάλει όλους μας έχει το ίδιο όνομα: αδικία. Η λέξη αυτή καλύπτει όλα τα πάθη, όλες τις επιθυμίες, όλες τις αμαρτίες και τις αδυναμίες που αγγίζουν την καρδιά, την ψυχή και το νου μας. Οι άρρωστοι χωρίζονται σε κατηγορίες. Μερικοί μόλις προσβλήθηκαν από την αρρώστια, άλλοι βρίσκονται σε προχωρημένη κατάσταση κι υπάρχουν κι αυτοί που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης. Τα χαρακτηριστικά των ασθενειών αυτών στον εσωτερικό άνθρωπο όμως είναι τέτοια, ώστε μόνο όσοι θεραπεύτηκαν μπορούν να κατανοήσουν πόσο σοβαρή ήταν η ασθένεια από την οποία είχαν προσβληθεί. Οι πιο σοβαρά άρρωστοι είναι κι αυτοί που έχουν λιγότερη επίγνωση της κατάστασής τους. Στις σωματικές αρρώστιες ο άνθρωπος που υποφέρει από ψηλό πυρετό δεν ξέρει τίποτα για τον εαυτό του ή για την αρρώστια του. Ούτε ο τρελός καταλαβαίνει την τρέλα του.
Εκείνοι που αρχίζουν να διαπράττουν ανομίες, για λίγο καιρό ντρέπονται γι’ αυτές. Όταν το κακό όμως συνεχίζεται, ο άνθρωπος συνηθίζει στην αμαρτία, που του γίνεται έξη και σιγά σιγά οδηγείται σε παραλήρημα και μέθη, φτάνει σε τέτοια κατάσταση, ώστε η ψυχή του γίνεται αναίσθητη και δεν καταλαβαίνει την αρρώστια της.
Φαντάσου τώρα ένα γιατρό να πηγαίνει σε νοσοκομείο και να ρωτάει: «Τι έχετε; Από τι υποφέρετε;» Εκείνοι που η αρρώστια τους βρίσκεται στο πρώτο στάδιο ντρέπονται να παραδεχτούν πως είναι άρρωστοι κι απαντούν: «Τίποτα». Οι άλλοι που η αρρώστια τους βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εκνευρίζονται με την ερώτηση κι όχι μόνο απαντούν «δεν έχουμε τίποτα», αλλ’ αρχίζουν και να καυχιούνται πως είναι υγιείς. Μόνο αυτοί που βρίσκονται στο στάδιο της θεραπείας αναστενάζουν κι απαντούν στο γιατρό: «Απ’ όλα υποφέρουμε. Λυπήσου μας και βοήθησέ μας».

Γράφει ο Τερτυλλιανός σε μια ομιλία του «Περί μετανοίας»: «Αν ντρέπεσαι να ομολογήσεις τις αμαρτίες σου, σκέψου τη φωτιά της κόλασης, που μόνο η εξομολόγηση μπορεί να σβήσει».

Αναλογίσου όλ’ αυτά λοιπόν, άκουσε την παραβολή του Χριστού και σκέψου πόσο αφορά και σένα. Αν κραυγάσεις με έκπληξη πως «η παραβολή αυτή δε με αφορά», σημαίνει πως έχεις προσβληθεί από την (πνευματική) ασθένεια που ονομάζεται ανομία ή αδικία. Αν διαμαρτυρηθείς και πεις πως «εγώ είμαι δίκαιος, η παραβολή αυτή αφορά τους αμαρτωλούς γύρω μου», σημαίνει πως η αρρώστια έχει προχωρήσει πολύ. Αν όμως χτυπήσεις το στήθος σου με μετάνοια και πεις «αλήθεια είναι. Είμαι άρρωστος, έχω ανάγκη από γιατρό», σημαίνει πως βρίσκεσαι σε καλό δρόμο για να θεραπευτείς. Τότε μη φοβασαι. Θα γίνεις καλά.

***

«Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης». Δυο άνθρωποι, δυο αμαρτωλοί, ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Δυο άνθρωποι, δυο αμαρτωλοί, με τη διαφορά πως ο Φαρισαίος δεν έβλεπε τον εαυτό του σαν αμαρτωλό, ενώ ο τελώνης το παραδεχόταν. Ο Φαρισαίος ανήκε στην υψηλότερη κοινωνική τάξη της εποχής, ο τελώνης στην πιο περιφρονημένη.

«Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο· Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης· νηστεύω δις του Σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι». Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά, για να προκαλεί εντύπωση, κι έλεγε τα εξής λόγια στην προσευχή του: Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ γιατί δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ τηρώ κατά γράμμα το νόμο, νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα και δίνω ελεημοσύνη το ένα δέκατο απ’ όλα όσα κερδίζω.

Ο Φαρισαίος στάθηκε μπροστά ακριβώς από το ιερό. Ήταν συνήθεια των Φαρισαίων να κάθονται στην πρώτη θέση. Το ότι ο Φαρισαίος καθόταν στην πρώτη θέση, φαίνεται κι από το γεγονός πως ο τελώνης έστεκε «μακρόθεν». Η υπερηφάνεια του Φαρισαίου κι η σιγουριά του πως ήταν δίκαιος, δηλαδή πνευματικά υγιής, ήταν τέτοια, ώστε δεν απαίτησε την πρώτη θέση μόνο από τους ανθρώπους, για να τον βλέπουν όλοι, αλλά κι από το Θεό. Την απαιτούσε όχι μόνο όταν συμμετείχε σε γεύματα και σε συναθροίσεις, μα ακόμα και στο ναό, την ώρα της προσευχής. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να δείξει πόσο άρρωστος ήταν πνευματικά ο Φαρισαίος, πόσο η αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας τον είχαν διαφθείρει.

Γιατί λέει προς εαυτόν ταύτα προσηύχετο; Γιατί δεν προσευχόταν δυνατά; Επειδή ο Θεός ακούει πιο προσεχτικά αυτά που η καρδιά λέει, όχι όσα προφέρουν τα χείλη. Αυτά που σκέφτεται κι αυτά που αισθάνεται ο άνθρωπος την ώρα που προσεύχεται έχουν περισσότερη σημασία για το Θεό από τα λόγια που προφέρει η γλώσσα. Η γλώσσα μπορεί να εξαπατήσει, η καρδιά όμως όχι. Αυτή φανερώνει καθαρά πώς είναι ο άνθρωπος μέσα του, αν είναι μαύρος ή άσπρος, αν είναι ειλικρινής ή υποκριτής.

Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Ένας αμαρτωλός άνθρωπος τολμά να το πει αυτό στην εκκλησία, μπροστά στο Θεό! Τι είναι η Εκκλησία; Δεν είναι ο χώρος όπου οι άρρωστοι συναντούν το γιατρό τους; Εκείνοι που είναι άρρωστοι πνευματικά, αμαρτωλοί, πηγαίνουν εκεί για να εξομολογηθούν την αρρώστια τους στο Θεό, το γιατρό. Ν’ αναζητήσουν τη θεραπεία τους από Εκείνον που είναι ο αληθινός γιατρός για όλες τις αρρώστιες, για όλα τα βάσανα των ανθρώπων, που είναι ο χορηγός όλων των αγαθών.

Στο νοσοκομείο δεν πηγαίνουν οι υγιείς, για να καυχηθούν στο γιατρό πόσο καλή υγεία έχουν. Ο Φαρισαίος αυτός όμως δεν πήγε στο ναό απόλυτα υγιής ψυχικά, για να κομπάσει για την υγεία του. Αυτός ήταν σοβαρά άρρωστος, υπόφερε από την αρρώστια της αδικίας και της αλαζονείας. Στον πυρετό της αρρώστιας του αυτής όμως δεν καταλάβαινε πόσο σοβαρά άρρωστος ήταν.
Κάποτε επισκέφτηκα ένα ψυχιατρείο. Ο γιατρός με οδήγησε μπροστά από ένα συρμάτινο πλέγμα, κατά μήκος του δωματίου του πιο σοβαρά άρρωστου από τους ασθενείς του. «Πώς αισθάνεσαι;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου απάντησε αμέσως: «Πώς νομίζεις ότι μπορώ να αισθάνομαι, ανάμεσα σ’ όλους αυτούς τους τρελούς;».

Τι έλεγε ο Φαρισαίος; Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων. Στην πραγματικότητα δεν ευχαριστεί το Θεό επειδή αναγνωρίζει ότι σ’ Εκείνον οφείλεται το ότι δεν είναι σαν τους άλλους ανθρώπους. Όχι. Τα λόγια, Ο Θεός, ευχαριστώ σοι, δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα θαυμασμό, μια αυτοεγκωμιαστική προσέγγισή του στο Θεό, ώστε Εκείνος ν’ ακούσει την κομπορρημοσύνη του. Απ’ όλα όσα λέει, προκύπτει πως δεν ευχαριστεί το Θεό για τίποτα. Αντίθετα, βλασφημεί το Θεό, με το να βλασφημεί όλη την υπόλοιπη δημιουργία Του. Για τίποτα δεν ευχαριστεί το Θεό. Όσα λέει για τον εαυτό του τ’ αποδίδει σε δικές του ενέργειες, στα κατορθώματα που μόνος αυτός πέτυχε, χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Δε θα πει σε καμιά περίπτωση πως δεν είναι άρπαγας, άδικος, μοιχός ή τελώνης επειδή ο Θεός τον προφύλαξε από τις αμαρτίες και τα πάθη αυτά με τη δύναμη και το έλεός Του. Είναι αυτός που είναι, επειδή ο ίδιος αποτιμά έτσι τον εαυτό του, δηλαδή έναν άξιο άνθρωπο με εξαιρετικό χαρακτήρα, που δεν έχει το ταίρι του σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αυτός ο εξαιρετικός χαρακτήρας κάνει προσπάθειες και θυσίες για να διατηρηθεί στο υψηλό αυτό επίπεδο, ψηλότερα απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους. Αυτό θέλει να πει όταν κομπάζει πως νηστεύει δυο φορές την εβδομάδα και δίνει το δέκατο απ’ όλα όσα κερδίζει.

Πόσο εύκολο τρόπο διάλεξε για να σωθεί ο Φαρισαίος! Ευκολότερο κι από τον πιο εύκολο τρόπο που οδηγεί στην καταστροφή! Απ’ όλες τις εντολές που έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους, μέσω του Μωυσή, αυτός διάλεξε τις δυο ευκολότερες. Στην πραγματικότητα όμως δεν τηρεί καμιά. Ο Θεός δεν έδωσε τις δυο αυτές εντολές επειδή ο ίδιος είχε ανάγκη να νηστεύουν και να δίνουν το δέκατο της περιουσίας τους οι άνθρωποι. Αυτό είναι το μόνο που δε χρειάζεται ο Θεός. Δεν έδωσε τις εντολές αυτές στους ανθρώπους σαν αυτοσκοπό, αλλά – όπως και τις άλλες εντολές- για να καρποφορήσουν στην ταπείνωση, στην υπακοή στο Θεό, στην αγάπη για Εκείνον και για τον άνθρωπο.
Με λίγα λόγια, τις εντολές ο Θεός τις έδωσε για να διεγείρουν, να μαλακώσουν και να φωτίσουν τις καρδιές των ανθρώπων. Ο Φαρισαίος τηρούσε τις εντολές χωρίς σκοπό. Νήστευε κι έδινε το δέκατο της περιουσίας του αλλά μισούσε τους άλλους, τους περιφρονούσε, στάθηκε με αλαζονεία μπροστά στο Θεό. Παρέμεινε ένα άκαρπο δέντρο. Ο καρπός δεν έγκειται στη νηστεία, αλλά στην καρδιά. Ο καρπός δεν προκύπτει από τη συγκεκριμένη εντολή αλλ’ από την καρδιά. Όλες οι εντολές κι όλοι οι νόμοι υπάρχουν για να βελτιώνουν την καρδιά. Να τη θερμαίνουν, να τη φωτίζουν, να την ποτίζουν, να την περιχαρακώνουν, να τη σπέρνουν, να την καλλιεργούν. Κι όλ’ αυτά μόνο και μόνο για να καρποφορήσει ο αγρός της καρδιάς, ν’ αναπτυχθεί και να ωριμάσει ο καρπός.

Όλα τα καλά έργα είναι μέσα, δεν είναι σκοπός· είναι η μέθοδος, όχι ο καρπός. Σκοπός είναι η καρδιά που φέρει τον καρπό.

Ο Φαρισαίος με την προσευχή του δεν πέτυχε τον επιδιωκόμενο σκοπό. Δεν αποκάλυψε το κάλλος της ψυχής του, αλλά την ασχήμια της. Δε φανέρωσε την υγεία του, αλλά την αρρώστια. Ο Χριστός θέλησε με την παραβολή αυτή να μας δείξει πως, όχι μόνο ο συγκεκριμένος Φαρισαίος, αλλά το σύνολο των Φαρισαίων εκείνη την εποχή ήθελε να εξουσιάζει τον ισραηλιτικό λαό. Θέλησε με την παραβολή Του ο Κύριος να μας δείξει πως η διεστραμένη ευσέβεια κι ο πλανεμένος φαρισαϊσμός ανήκουν και σε μας, σε όλες τις γενιές των χριστιανών μέχρι τις μέρες μας. Δεν υπάρχουν σήμερα ανάμεσά μας χριστιανοί που προσεύχονται στο Θεό με τον ίδιο τρόπο, όπως ο Φαρισαίος; Δεν είναι πολλοί αυτοί που αρχίζουν την προσευχή τους με κατηγορίες και μομφές κατά του πλησίον τους και τελειώνουν με αυτοεγκωμιασμούς; Δεν είναι πολλοί εκείνοι που στέκονται μπροστά στο Θεό ως δανειστές μπροστά στον οφειλέτη τους; Δε λένε πολλοί από μας, «Θεέ μου, εγώ νηστεύω, πηγαίνω στην εκκλησία, πληρώνω τους φόρους μου, κάνω δωρεές στην εκκλησία· δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους εγώ, σαν τους άρπαγες και τους συκοφάντες, σαν τους άπιστους και τους μοιχούς. Αυτοί με στενοχωρούν εμένα. Εσύ, τι κάνεις, Θεέ μου; Γιατί δεν τους αφανίζεις αυτούς, γιατί δεν επιβραβεύεις εμένα για όλ’ αυτά που κάνω για Σένα; Δε βλέπεις, Θεέ, πόσο αγνή είναι η καρδιά μου, πόσο υγιής είναι η ψυχή μου;».

Πρέπει να ξέρεις πως, όπως λέει ο όσιος Μάξιμος, «ο Θεός δεν μπορεί να σε εξαπατήσει, μα ούτε και συ Εκείνον. Όλοι κάνουν το σταυρό τους, μα δεν προσεύχονται όλοι». Ο Φαρισαίος είναι «Αβραάμ ως προς τη γενειάδα του, μα Χαμ ως προς τα έργα του».

Μ’ αυτόν τον τρόπο μιλάνε οι Φαρισαίοι. Κι ο Θεός τους ακούει και τους στέλνει πίσω κενούς, άδειους. Τους απαντά: «Δεν αναγνωρίζω την περιγραφή που κάνετε στον εαυτό σας». Στην τελική κρίση θα τους πει: «Ουκ οίδα υμάς». Δεν σας ξέρω. Ο Θεός δεν αναγνωρίζει τους φίλους Του από τα λόγια τους, αλλ’ από τις καρδιές τους. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν εκτιμά τη συκιά από τα φύλλα της, αλλ’ από τους καρπούς της.

***

Πώς θά ‘πρεπε να προσευχηθεί ένας αληθινός άνθρωπος της προσευχής;Ιδού, πώς: «Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ’ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων· ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Ο τελώνης έστεκε μακριά από το θυσιαστήριο και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει προς τον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ελέησέ με τον αμαρτωλό.

Ο πραγματικός άνθρωπος της προσευχής δεν πηγαίνει μπροστά, στην πρώτη θέση μέσα στην εκκλησία. Τι ανάγκη έχει να το κάνει αυτό; Ο Θεός τον βλέπει και στο πίσω μέρος της εκκλησίας το ίδιο, όπως κι αν στεκόταν μπροστά. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής βρίσκεται πάντα σε πραγματική μετάνοια. «Η μετάνοια του ανθρώπου είναι πανηγύρι για το Θεό», λέει ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος. Ο ταπεινός άνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τη μηδαμινότητά του ενώπιον του Θεού, γεμίζει με ταπείνωση μπροστά στη μεγαλοσύνη Του. Ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο «μείζων εν γεννητοίς γυναικών», ομολόγησε έμφοβος όταν τον πλησίασε ο Χριστός: «Ουκ ειμί ικανός κύψας λύσαι τον ιμάντα των υποδημάτων αυτού» (Μάρκ. α’ 7). Η αμαρτωλή γυναίκα έπλυνε τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής είναι πολύ ταπεινός, νιώθει ευτυχής μόνο από το γεγονός ότι ο Θεός του επιτρέπει να πλησιάσει στα πόδια Του.

Ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι. Γιατί; Τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Τις ψυχικές αμαρτίες μπορείς να τις διαβάσεις στα μάτια. Δεν διαπιστώνεις κάθε μέρα πως, όταν ένας άνθρωπος αμαρτάνει, χαμηλώνει τα μάτια του μπροστά στους άλλους; Πώς θα μπορούσαν τα μάτια ενός αμαρτωλού να μη χαμηλώσουν ενώπιον του Θεού, του παντογνώστη; Κάθε αμαρτία που διαπράττεται μπροστά στους ανθρώπους, διαπράττεται κι ενώπιον του Θεού. Δεν υπάρχει αμαρτία στη γη που να παραμείνει απαρατήρητη από το Θεό. Ο αληθινός άνθρωπος της προσευχής το γνωρίζει αυτό και γι’ αυτό ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται με ντροπή μπροστά στο Θεό. Γι’ αυτό και η παραβολή λέει, ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι.

Αλλά γιατί χτυπούσε το στήθος του; Για να δείξει μ’ αυτόν τον τρόπο πως το σώμα είναι το όργανο με το οποίο αμαρτάνει ο άνθρωπος. Οι σωματικές επιθυμίες οδηγούν τον άνθρωπο στις μεγαλύτερες αμαρτίες. Η λαιμαργία οδηγεί στη λαγνεία. Η λαγνεία οδηγεί στην οργή κι αυτή στο φόνο. Η σωματική ψύχωση χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό, τον εξασθενίζει και σκοτώνει τον θεϊκό ηρωισμό που ενυπάρχει στον άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος που ο τελώνης χτυπάει το σώμα του. Ξέρει καλά την αμαρτία του, την ταπείνωσή του και την ντροπή που πρέπει να νιώθει μπροστά στο Θεό.

Γιατί όμως χτυπάει κυρίως το στήθος του κι όχι το κεφάλι του ή τα χέρια του; Επειδή η καρδιά βρίσκεται στο στήθος. Κι η καρδιά είναι πηγή κάθε αμαρτίας και κάθε αρετής. Είπε ο ίδιος ο Κύριος: «το εκ του ανθρώπου εκπορευόμενον, εκείνο κοινοί τον άνθρωπον, έσωθεν γαρ εκ της καρδίας των ανθρώπων οι διαλογισμοί οι κακοί εκπορεύονται, μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ασέλγεια, οφθαλμός πονηρός, βλασφημία, υπερηφανία, αφροσύνη· πάντα ταύτα τα πονηρά έσωθεν εκπορεύεται και κοινοί τον άνθρωπον» (Μάρκ. ζ’ 20-23). Γι’ αυτό ο τελώνης χτυπούσε το στήθος του.

Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ελέησέ με τον αμαρτωλό. Αυτά έλεγε ο τελώνης. Δεν απαριθμούσε ούτε τα καλά του έργα ούτε τα κακά. Ο Θεός τα γνωρίζει όλα. Κι ο Θεός δεν επιθυμεί την απαρίθμηση των αμαρτιών, αλλά την ταπείνωση και τη μετάνοια για όλ’ αυτά. Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.

Τα λόγια αυτά τα λένε όλα. Θεέ μου, Εσύ είσαι ο γιατρός κι εγώ ο άρρωστος. Μόνο Εσύ μπορείς να με θεραπεύσεις, σε Σένα μόνο ανήκω. Ο γιατρός είσαι Εσύ, θεραπεία είναι το έλεός Σου. Λέγοντας ο άρρωστος, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ, είναι σα να λέει με ειλικρινή μετάνοια: «Γιατρέ, δώσε τη θεραπεία σε μένα τον άρρωστο. Κανένας άλλος στον κόσμο δεν μπορεί να με θεραπεύσει παρά μόνο Εσύ, Θεέ μου. «Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα» (Ψαλμ. ν’ 6). Από τους ανθρώπους δεν υπάρχει βοήθεια για μένα, όσο δίκαιοι κι αν είναι αυτοί. Μόνο Εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να με βοηθήσει. Ούτε η νηστεία μου, ούτε το δέκατο της περιουσίας μου που δίνω ούτε όλα τα καλά μου έργα. Μόνο το ελεός Σου μπορεί να γειάνει τις πληγές μου σαν φάρμακο σωστικό. Ο έπαινος των ανθρώπων δεν μπορεί να θεραπεύσει τα τραύματά μου, μάλλον τα χειροτερεύει. Εσύ μόνο γνωρίζεις την αρρώστια μου κι Εσύ έχεις και τη θεραπεία. Είναι άσκοπο για μένα να πάω οπουδήποτε αλλού ή να προσευχηθώ σε οποιονδήποτε άλλον. Αν Εσύ με απορρίψεις, ο κόσμος ολόκληρος δεν μπορεί να με συγκρατήσει από την καταστροφή. Εσύ, μόνο Εσύ, Κύριε, μπορείς, αν το θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ με, σώσε με. Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.

***

Τι λέει ο Κύριος τώρα, πώς απαντάει σ’ αυτού του είδους την προσευχή;«Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γαρ εκείνος» (Λουκ. ιη’ 14). Σε ποιον απευθύνει τα λόγια αυτά ο Κύριος; Σε όλους εμάς, που νομίζουμε πως είμαστε δίκαιοι. Ο τελώνης είναι αυτός που γύρισε στο σπίτι του δικαιωμένος, όχι ο Φαρισαίος. Ο άνθρωπος που ομολογεί με ταπείνωση τις αμαρτίες του γυρίζει στο σπίτι του δικαιωμένος, όχι ο άδικος και αλαζόνας. Ο ταπεινός και μετανιωμένος άνθρωπος δικαιώνεται, όχι ο αυθάδης, ο ματαιόδοξος και υπερήφανος. Ο γιατρός ελεεί και θεραπεύει τον άρρωστο που ομολογεί την αρρώστια του κι αναζητά θεραπεία, ενώ στέλνει άδειο στο σπίτι του εκείνον που επισκέπτεται το γιατρό για να κομπάσει πως είναι υγιής.

Ο Κύριος τελειώνει τη θαυμάσια παραβολή Του με την εξής διδαχή: «ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. ιη’14). Ποιος είναι ο υψών εαυτόν και ποιος ο ταπεινών; Κανένας δεν μπορεί να υψωθεί ούτε όσο το φάρδος μιας τρίχας, αν ο Θεός δεν τον σηκώσει. Εδώ όμως εννοεί εκείνον που νομίζει πως υψώνεται με το να σπεύδει να καταλάβει την πρώτη θέση, μπροστά σε Θεό και ανθρώπους· εκείνον που κομπάζει για τα καλά του έργα· εκείνον που υπερηφανεύεται ακόμα και μπροστά στο Θεό· αυτόν που ταπεινώνει και περιφρονεί τους άλλους, ώστε ο ίδιος να φαίνεται ανώτερος. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, εκείνοι που πιστεύουν πως υψώνονται, στην ουσία ταπεινώνονται. Όσο ανώτεροι φαντάζουν στα δικά τους τα μάτια ή και στα μάτια των άλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στα μάτια του Θεού. Τέτοιους ανθρώπους θα τους ταπεινώσει ο Θεός. Κάποια μέρα θα τους κάνει να νιώσουν την ταπείνωση αυτή. «Ωσότου ο άνθρωπος αποκτήσει ταπείνωση, δε θα λάβει την ανταπόδοση των έργων του. Η ανταπόδοση δεν δίδεται για τα έργα αλλά για την ταπείνωση», λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος(Λόγος λδ’).

Ποιος είναι αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του; Όχι βέβαια εκείνος που προσπαθεί να φαίνεται ταπεινότερος, μα εκείνος που βλέπει την ταπεινότητά του επειδή είναι αμαρτωλός. Ο Θεός δεν απαιτεί άλλη ταπείνωση από μας, παρά μόνο την αίσθηση και την ομολογία της αμαρτωλότητάς μας. Ο άνθρωπος που αισθάνεται κι ομολογεί το βάθος όπου τον βύθισε η αμαρτία, είναι αδύνατο να βυθιστεί περισσότερο. Η αμαρτία μας τραβάει πάντα χαμηλά, στο βάθος της καταστροφής, πιο βαθιά απ’ ό,τι μπορούμε να φανταστούμε. Λέει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Ο ταπεινός άνθρωπος δεν πέφτει ποτέ. Πού μπορεί να πέσει, αφού βρίσκεται πιο χαμηλά απ’ όλους; Η ματαιότητα είναι μεγάλη αισχύνη, ενώ η ταπείνωση είναι ύψος μεγάλο, τιμή και αξία» (Ομιλ. 19).

Με λίγα λόγια: Εκείνος που ενεργεί όπως ο τελώνης, τιμάται. Ο πρώτος (ο Φαρισαίος) δεν μπορεί να θεραπευτεί, γιατί δε βλέπει πως είναι άρρωστος. Ο δεύτερος (ο τελώνης) είναι άρρωστος, αλλά βρίσκεται στο στάδιο της θεραπείας επειδή γνωρίζει την αρρώστια του, παρακολουθείται από το γιατρό και κάνει τη θεραπεία του. Ο πρώτος είναι σαν το λείο και ψηλό δέντρο που μέσα του όμως είναι σάπιο και γι’ αυτό άχρηστο στον οικοδεσπότη. Ο δεύτερος είναι σαν το δέντρο που έχει ανώμαλη επιφάνεια κι ο κορμός του είναι στραβός, μα ο οικοδεσπότης το κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια και τα χρησιμοποιεί για το σπίτι του.

Ο Θεός να ελεήσει όλους τους αμαρτωλούς που μετανοούν, να θεραπεύσει από την αρρώστια της αμαρτίας όλους αυτούς που προσεύχονται με φόβο και δοξάζουν τον πανεύσπλαχνο Πατέρα, τον μονογενή Του Υιό και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

https://alopsis.gr

Πατερικός: Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Το θέαμα που προσφέρει η Τραμπιστική δεξιά στην Ευρώπη είναι ανησυχητικό

Alain de Benoist - 31/01/2026

Το θέαμα που προσφέρει η Τραμπιστική δεξιά στην Ευρώπη είναι ανησυχητικό


Πηγή: Red Jackets

Για τους συναδέλφους μας στο Breizh Info, ο Alain de Benoist επιστρέφει στη νέα θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και την ιστορική ρήξη που αντιπροσωπεύει. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες, οι αποφάσεις του έχουν κλονίσει τα θεμέλια της διεθνούς τάξης που γεννήθηκε στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, προκαλώντας έκπληξη, φόβο και ενθουσιασμό. Σε αυτή τη συνέντευξη, ο φιλόσοφος αναλύει τις διαρκείς συνέπειες αυτής της μετατόπισης και εστιάζει στις αδυναμίες μιας ευρωπαϊκής ηπείρου που εξακολουθεί να αρνείται να μάθει από αυτήν.

INFO BREIZH
. Πώς σηματοδοτεί η δεύτερη θητεία του Τραμπ μια ακόμη βαθύτερη ρήξη με την παγκόσμια τάξη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο;

ΑΛΕΝ ΝΤΕ ΜΠΕΝΟΥΑΣ:
Κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν ακόμη έτοιμος για την τροπή που παίρνει αυτή τη στιγμή. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Μπάιντεν, είχε άφθονο χρόνο να προσδιορίσει τους στόχους του, να βελτιώσει το όραμά του και να αξιολογήσει τον στενό του κύκλο για να καθορίσει σε ποιον μπορούσε πραγματικά να βασιστεί. Μετά την επανεκλογή του, ξεκίνησε μια φρενίτιδα ανακοινώσεων που άφησαν (και εξακολουθούν να αφήνουν) τον υπόλοιπο κόσμο άναυδο. Αυτό οφείλεται κυρίως στην μάλλον μοναδική του προσωπικότητα. Πάρτε έναν παρανοϊκό και μεγαλομανή ναρκισσιστή, έναν πολιτικό ρήτορα και έναν επιχειρηματικό καρχαρία, ανακατέψτε τα όλα μαζί και έχετε τον Ντόναλντ Τραμπ. Έναν χαρακτήρα κάπου ανάμεσα στον Ουμπού και τον Καλιγούλα. Το βαθύτερο και πιο επακόλουθο ρήγμα είναι η «αποσύνδεση» μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Μέσα σε λίγους μήνες, προκάλεσε την κατάρρευση της «συλλογικής Δύσης», υπονόμευσε τα θεμέλια της Ατλαντικής Συμμαχίας και άλλαξε τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου. Τώρα απειλεί την ίδια την ύπαρξη του ΝΑΤΟ. Ακόμα κι αν πολλοί δεν το συνειδητοποιούν, αυτό είναι ένα πραγματικά ιστορικό γεγονός που θα επηρεάσει σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες. Το να πιστεύουμε ότι όλα αυτά θα υποχωρήσουν με την αποχώρηση του Τραμπ από τον Λευκό Οίκο θα ήταν λάθος. Μόλις κλονιστεί η εμπιστοσύνη, χρειάζεται πολύς χρόνος για να επουλωθεί. Ειδικά επειδή, μετά τον Τραμπ, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να τον διαδεχθεί ο Τζ. Ντ. Βανς. Και ο Βανς συχνά περιγράφεται ως ένας άνθρωπος που έχει «όλα τα χαρακτηριστικά του Τραμπ χωρίς κανένα από τα ελαττώματά του». Δεν υπάρχει επιστροφή.

Μπορούμε να μιλήσουμε για μια οριστική μετατόπιση προς έναν πολυπολικό κόσμο ή μήπως η αμερικανική ηγεμονία παραμένει άθικτη παρά τη ρητορική του Τραμπ; Ο Τραμπ παρουσιάζεται ως «μη παρεμβατικός» πρόεδρος, ωστόσο τους τελευταίους μήνες έχει εντείνει τις παρεμβάσεις του. Βρισκόμαστε πράγματι μάρτυρες του τέλους του αμερικανικού μεσσιανισμού ή απλώς ενός επαναπροσδιορισμού των μορφών του;

Παραμένει άθικτο, αλλά αναδιαμορφώνεται σε έναν κόσμο που έχει ήδη αλλάξει σημαντικά. Ο Τραμπ γνωρίζει πολύ καλά ότι κινούμαστε προς έναν πολυπολικό κόσμο, ότι η αμερικανική ηγεμονία απειλείται και ότι η αμερικανική κοινωνία είναι πιο κατακερματισμένη από ποτέ. Επειδή θαυμάζει τους ισχυρούς και περιφρονεί τους αδύναμους, τείνει να αναγνωρίσει ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ έχουν μια ορισμένη νομιμοποίηση να κυριαρχούν στις αντίστοιχες σφαίρες επιρροής τους. Αλλά δεν ακολουθεί αυτή τη λογική στο έπακρο, όπως αποδεικνύουν οι παρεμβάσεις του στο Ιράν και τη Μέση Ανατολή. Η φήμη που έχει κερδίσει ως «μη παρεμβατικός» είναι εντελώς ψευδής. Ο πυρήνας της εκλογικής του βάσης ευνοεί τον απομονωτισμό, αλλά αυτός δεν το κάνει. Ταυτόχρονα, διακόπτει τις σχέσεις του με τους προκατόχους του σε τουλάχιστον τέσσερα σημεία. Πρώτον, δεν θέλει παρατεταμένες παρεμβάσεις. Φοβάται, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, και δικαίως, ένα τέλμα όπως το Αφγανιστάν ή το Βιετνάμ. Προτιμά παρεμβάσεις που διαρκούν μόνο λίγες ημέρες (ο βομβαρδισμός του Ιράν) ή ακόμα και ώρες (η απαγωγή του Μαδούρο). Δεύτερον, και το πιο σημαντικό, δεν αισθάνεται πλέον την ανάγκη να συγκαλύπτει τις παρεμβάσεις του με τα μάντρα που επικαλέστηκαν οι προκάτοχοί του για να κερδίσει την υποστήριξη της «διεθνούς κοινότητας» (μιας άλλης οντότητας στα πρόθυρα της εξαφάνισης). Δεν ισχυρίζεται πλέον ότι θέλει να υπερασπιστεί την «ελευθερία και τη δημοκρατία». Παραδέχεται εύκολα ότι είναι απλώς η επιθυμία του. Ας επιστρέψουμε στον νόμο της ζούγκλας. Τουλάχιστον δεν μπορεί να κατηγορηθεί για υποκρισία! Τρίτον, δεν επιδιώκει να κινητοποιήσει τους συμμάχους του. τους παρουσιάζει μπροστά σε ένα τετελεσμένο γεγονός για τον εξαιρετικό λόγο ότι δεν τους θεωρεί πλέον συμμάχους. Αυτό συμβαδίζει με την εγκατάλειψη της πολυμέρειας. Τέλος, αποδεικνύοντας την πλήρη άγνοιά του για τη φύση της πολιτικής, καταδικάζει μόνο τους παραδοσιακούς πολέμους, ενώ εναποθέτει όλη του την πίστη στους εμπορικούς πολέμους, όπως αποδεικνύεται από την τιμωρητική φύση των δασμολογικών του αποφάσεων. Αυτό είναι επαναστατικό.

Η ομιλία σας στο Νταβός κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ μοιάζει με προεκλογικό τέχνασμα ή μήπως αντικατοπτρίζει μια συνεκτική γεωπολιτική στρατηγική;

Σίγουρα δεν είναι μια εκλογική στάση. Αυτή είναι απλώς η εφαρμογή των νέων κατευθυντήριων γραμμών που περιγράφονται σε εκείνο το άλλο ιστορικό έγγραφο, την «Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας», που δημοσιεύθηκε από τον Λευκό Οίκο στις 5 Δεκεμβρίου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκαθαρίζουν, χωρίς δισταγμό, ότι το Δυτικό Ημισφαίριο είναι πλέον η αποκλειστική σφαίρα επιρροής τους, το ιδιωτικό τους προνόμιο. Τα «δίκτυα συμμαχιών και συμμάχων» της Αμερικής αναφέρονται υπό τον τίτλο «τα μέσα που διαθέτει η Αμερική για να πετύχει αυτό που θέλει», γεγονός που προσθέτει στη σαφήνεια. Τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Στίβεν Μίλερ, πολιτικός σύμβουλος του Τραμπ, για να δικαιολογήσει την αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στο Καράκας είναι επίσης αποκαλυπτικά: «Ζούμε στον πραγματικό κόσμο, έναν κόσμο που κυβερνάται από βία, ισχύ και ισχύ».

Θα μπορούσε η αμφισβήτηση του ρόλου του ΝΑΤΟ από τον Τραμπ να επιταχύνει την κατάρρευση της Ατλαντικής Συμμαχίας όπως την ξέρουμε;


Στην πραγματικότητα, η Ατλαντική Συμμαχία έχει ήδη εξαφανιστεί. Το ΝΑΤΟ, που ιδρύθηκε το 1949, είχε ως στόχο να προσδώσει καθεστώς υποτελούς στους συμμάχους του. Αυτός ο οργανισμός του «Βορειοατλαντικού Συμφώνου» θα έπρεπε να είχε εξαφανιστεί με την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος. Αντίθετα, έχει γίνει ένα εργαλείο που έχει εξουσιοδότηση να παρεμβαίνει οπουδήποτε στον κόσμο για να υπερασπιστεί τα αμερικανικά συμφέροντα. Όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την πρόθεσή του να προσαρτήσει τη Γροιλανδία, η οποία επί του παρόντος βρίσκεται υπό δανική δικαιοδοσία, το γεγονός ότι οι Δανοί ανήκουν στο ΝΑΤΟ δεν του έδωσε ούτε στιγμή δισταγμού. Η Κοπεγχάγη βρέθηκε τότε σε μια γελοία θέση, έχοντας μόνο το ΝΑΤΟ, το οποίο ανήκει στις Ηνωμένες Πολιτείες, να επικαλεστεί εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αλήθεια είναι ότι ο Τραμπ έχει ήδη αποφασίσει να αποσυρθεί σταδιακά από το ΝΑΤΟ, απλώς και μόνο επειδή ο οργανισμός του κοστίζει περισσότερο από ό,τι αποφέρει. Η τραγωδία είναι ότι οι Ευρωπαίοι, αντιμέτωποι με αυτή τη ριζικά νέα κατάσταση, βρίσκονται σε κατάσταση άρνησης. Αντί να μαθαίνουν από την «αποσύνδεση» της Αμερικής, κάνουν ό,τι μπορούν για να την αντιμετωπίσουν και διακηρύσσουν με κάθε δυνατό τρόπο ότι θέλουν να παραμείνουν πιστοί σύμμαχοι. Το να διακηρύσσεις σύμμαχο σε κάποιον που δεν θέλει πλέον συμμάχους είναι εξίσου ανόητο με το να αρνείσαι πεισματικά να θεωρήσεις εχθρό κάποιον που έχει αποφασίσει να σε βλέπει ως τέτοιο.

Η Ευρώπη φαίνεται πιο εξαρτημένη από ποτέ στρατιωτικά και ενεργειακά. Έχει ακόμα πιθανότητες να επιτύχει στρατηγική ανεξαρτησία;

Δεν είναι θέμα «τύχης», αλλά θέλησης. Η Ευρώπη εξαρτάται πράγματι περισσότερο από ποτέ από τις Ηνωμένες Πολιτείες, και αυτό ισχύει από κάθε άποψη (από τα όπλα μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη, από το λογισμικό μέχρι τις πιστωτικές κάρτες). Έχει τα μέσα να ανακτήσει την κυριαρχία της; Δυνητικά, ναι, αλλά μόνο αν έχει τη θέληση, γνωρίζοντας ότι ένας τέτοιος στόχος θα διαρκέσει τουλάχιστον δεκαπέντε με είκοσι χρόνια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αποφασισμένη να διασφαλίσει ότι η Ευρώπη -μια οικονομία της αγοράς- δεν θα ακούσει καν γι' αυτήν. Τα κράτη μέλη είναι διχασμένα. Ο Ντόναλντ Τραμπ, που τους θεωρεί λιγότερο από το τίποτα (δυστυχώς, όχι χωρίς λόγο), τους προσβάλλει και τους ταπεινώνει κάθε μέρα, κι όμως εκείνοι συνεχίζουν να βασίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες για να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες. Αντιμέτωπη με την απειλή εισβολής στη Γροιλανδία, η Δανία θα μπορούσε να είχε κάνει τρία πράγματα: να δώσει στους Αμερικανούς δύο μήνες για να εκκενώσουν τη στρατιωτική τους βάση, να ανταποδώσει με δασμούς και να ακυρώσει την πρόσφατη παραγγελία της για αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη F-35. Αντ' αυτού, η αντίδραση παρέμεινε μια αντίδραση αγανακτισμένης αποδοκιμασίας. Αυτό είναι το θέαμα που βλέπουμε σχεδόν παντού.

Μήπως η σινοαμερικανική αντιπαλότητα διαμορφώνει πλέον όλη την παγκόσμια γεωπολιτική, εις βάρος των περιφερειακών συγκρούσεων;

Φυσικά. Όλοι γνωρίζουν ότι αυτή η αντιπαλότητα θα αποτελέσει το φόντο για την επόμενη δεκαετία. Οι αδυναμίες του Τραμπ έναντι του Πούτιν πηγάζουν από το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει εγκαταλείψει την ιδέα να βλέπει το Κρεμλίνο να απομακρύνεται από το Πεκίνο. Και εκεί ακριβώς αυταπατάται.

Ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι θέλει να κάνει τους συμμάχους των ΗΠΑ να πληρώνουν περισσότερα. Βλέπουμε άραγε το τέλος της «δωρεάν προστασίας» που εγγυάται η Ουάσινγκτον από το 1945;

Καταρχάς, δεν υπήρξε ποτέ καμία «προστασία». Η αμερικανική ομπρέλα ήταν αναγκαστικά ατελής, καθώς καμία χώρα δεν μπορεί να εκτεθεί σε πυρηνικά αντίποινα προσπαθώντας να προστατεύσει μια χώρα διαφορετική από τη δική της. Η ίδια η αρχή της πυρηνικής αποτροπής είναι ότι δεν μπορεί να ασκηθεί προς όφελος τρίτων. Επιπλέον, η προστασία για την οποία μιλάτε δεν ήταν «δωρεάν», αφού την πληρώσαμε (και συνεχίζουμε να την πληρώνουμε) με την αμερικανοποίηση των τελωνείων μας. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι το ΝΑΤΟ ήταν, εξαρχής, μια πρωτοβουλία και όργανο των ΗΠΑ, και ότι πάντα το χρησιμοποιούσε αυτό ως επιχείρημα για να αποτρέψει την εμφάνιση μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας. Η αντιστροφή της θέσης που βλέπουμε σήμερα είναι μόνο πιο ειρωνική.

Μπορούμε να δούμε στον Τραμπισμό μια μορφή «πολιτισμικού ρεαλισμού» απέναντι στον φιλελεύθερο παγκοσμιοποίηση;

Κατά μία έννοια, ναι, αφού ο αμερικανικός παρεμβατισμός, πλέον σποραδικός, δεν ισχυρίζεται πλέον ότι εμπνέει μια καθολική κανονιστική τάξη. Ο Τραμπ θέλει να μπορεί να παρεμβαίνει όπου θέλει, αλλά δεν επιδιώκει να εγκαθιδρύσει μια νέα παγκόσμια τάξη. Αυτή είναι μια ακόμη θεμελιώδης ρήξη. Όπως δήλωσε ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός, « Η παλιά τάξη δεν θα αποκατασταθεί και δεν πρέπει να την θρηνήσουμε ». Αφήνουμε έναν κόσμο που διέπεται από τη φιλελεύθερη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, το ελεύθερο εμπόριο και την ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μπαίνουμε σε έναν κόσμο σχέσεων εξουσίας απογυμνωμένων από ιδεολογικές και ηθικές παγίδες, έναν κόσμο «ανοιχτών χώρων» και «πολιτισμένων κρατών». Στις διεθνείς σχέσεις, ο ρεαλισμός είναι πάντα καλύτερος από την ηθικοποίηση αφαιρέσεων. Και τα πράγματα θα γίνουν πιο ξεκάθαρα όταν η νέα κατάσταση πραγμάτων αναγνωριστεί για αυτό που είναι. Δυστυχώς, απέχουμε πολύ από αυτό. Το θέαμα που παρουσιάζει η Τραμπιστική δεξιά στην Ευρώπη, στο όνομα ενός «Δυτικισμού» που έχει χάσει προ πολλού κάθε νόημα, είναι ανησυχητικό. Αυτοί οι άνθρωποι χαίρονται βλέποντας τον Ντόναλντ Τραμπ να εργάζεται για την αποκατάσταση του μεγαλείου της Αμερικής, αδυνατώντας να κατανοήσουν ότι αυτός ο στόχος απαιτεί την υποδούλωση της Ευρώπης. Χαίρονται με την ιδέα ότι ο Τραμπ επαινεί την κυριαρχία, αδυνατούν να καταλάβουν ότι, όταν πρόκειται για κυριαρχία, ο Τραμπ αναγνωρίζει μόνο τη δική του. Λένε ανοησίες. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να είναι φίλος μας, επειδή τα αντίστοιχα συμφέροντά μας θα αποκλίνουν πάντα. Ο ισχυρισμός ότι έχει υιοθετήσει μέτρα «που αντιπροσωπεύουν ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση» δεν θα πρέπει να μας οδηγεί στο να πιστεύουμε ότι για να υιοθετήσουμε παρόμοια μέτρα εδώ, ελπίζουμε με λιγότερη βιαιότητα, πρέπει να υποταχθούμε στις απαιτήσεις του. Αλλά είναι αλήθεια ότι, όταν πρόκειται για την ονομασία ενός εχθρού, η ευρωπαϊκή δεξιά δεν έχει δει ποτέ πολλά πέρα ​​από τη μύτη της...

revue-elements.com — Μετάφραση από τον Old Hunter

Περί θείων ενεργειών - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς (10)

                                                ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΔΙΕΞΟΔΙΚΩΤΕΡΑ

Προς τους νομίζοντες ότι δεικνύονται δύο θεοί εκ του ότι η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος, της οποίας υπέρκειται κατ' ουσία ο Θεός, ονο­μάζεται από τους αγίους όχι μόνον αγένητος θέωσις άλλα και θεότης,
ή περί θείων ενεργειών και της κατ’ αυτές μεθέξεως.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ

Συνέχεια από: Πέμπτη 1η Ιανουαρίου 2026

31. Αλλά οι θεολόγοι λέγουν ότι ο Θεός είναι και της καθ' υπερουσιότητα θέσεως απείρως υπερβατικός. Τί λοιπόν; Θα πεις γι’ αυτό κτιστή την υπερουσιότητα, ώστε να μη σου γίνει σύνθετος από υπερκείμενο και υφειμένο ο Θεός; Λέγει δε και ο μέγας Βασίλειος ότι, «εις ημάς το πνεύμα είναι ως δώρον Θεού· αλλά δώρον ζωής, δώρον ελευθερίας, δώρον δυνάμεως· δια τούτο και είναι ομότιμο με τον δώσαντα»Διότι τίποτε δεν εμποδίζει να είναι ομότιμο με το υπερκείμενο κατά το αίτιον, το αχωρίστως ενωμένο προς αυτό ως ομοφυές ή ως φυσική και ουσιώδης δύναμις. Και ο Υιός άλλωστε είναι ομότιμος με τον Πατέρα, ο οποίος είναι μεγαλύτερος κατά το αίτιον. Όποιος δε λέγει κτίσμα το θεοποιό τούτο δώρο, πώς θα το πει πάλι ομότιμο με τον δώσαντα αυτό κατά τον μέγα Βασίλειο; Και πάλι, όταν λέγει· «το πνεύμα της υιοθεσίας, το αίτιον της ελευθερίας το πνέον θειότητα όπου θέλει», δεν είναι σαν να λέγει ακριβώς εκείνο το «θεοποιό δώρο, η θεότης, η θεαρχία, η αγαθαρχία, η αρχή της θεώσεως»;. Διότι ό,τι είπε εκείνος αρχή, εκάλεσε ούτος αίτιο. Αλλ’ άκουε την συνέχεια· «διά τούτο όλοι οι άγιοι είναι ναοί Θεού και Υιού και Αγίου Πνεύματος, εφ’ όσον κατοικεί σε αυτούς η μία θεότης και η μία κυριότης».

32. Βλέπεις ότι το ενοικούν στους αγίους θεοποιό δώρο είναι άκτιστο; Αλλά τo ότι λέγεται και αυτό θεότης έχουσα υπερκείμενη εαυτής την υπεράρχιον φύσιν δεν εμποδίζει να υπάρχει μία θεότης. Γιατί; Διότι και αυτή είναι άκτιστος και αδιαίρετος από εκείνην. Όπως δηλαδή ήλιος είναι τόσο η ακτίνα όσο και το σώμα από το όποιο προέρχεται η ακτίνα, και αυτό μεν είναι απρόσιτο, αυτή δε ως υφειμένη είναι προσιτή, αλλά δεν είναι για τον λόγο αυτό δυο φώτα ούτε δύο ήλιοι, έτσι θεότης είναι τόσο και το θεοποιό δώρο όσον και η χαρίζουσα τούτο αφ’ εαυτής θεαρχικωτάτη φύσις, αλλά δεν είναι δύο θεότητες. Έτσι Πνεύμα άγιον είναι τόσον το παρέχον όσο και το παρεχόμενον. Και έτσι ενώ υπάρχουν και λέγονται πολλά πνεύματα άγια, δεν εμποδίζει τίποτε να πιστεύουμε εμείς ένα. Ιδού πράγματι άκουσες ότι το Πνεύμα ως δώρο είναι μέσα μας και ότι το δώρο είναι ομότιμο με τον δώσαντα. Πώς λοιπόν θα είναι κτίσμα, αν δεν είναι κτίσμα και ο Θεός ο οποίος το έδωσε; Τούτο, αλλοίμονο, κινδυνεύουν να δεχθούν οι θεωρούντες κτιστό το θεοποιό δώρο. Αλλά βεβαίως και το παρέχον την θεοποιόν χάριν είναι το Πνεύμα το άγιον και η παρεχόμενη χάρις είναι το Πνεύμα το άγιον, όπως ακούσαμε. Και δεν είναι επιτρεπτό να αθετούμε κανένα από τα δύο, ούτε να διαιρούμε σε κτιστό και άκτιστο το αυτό Πνεύμα, αλλά να τα εννοούμε αμφότερα ευσεβώς ακούοντες τον λέγοντα ότι «του Πνεύματος την χάριν η Γραφή άλλοτε καλεί ύδωρ, άλλοτε δε πυρ, δεικνύουσα ότι τα ονόματα ταύτα δεν είναι της ουσίας αλλά της ενεργείας»

33. Επομένως το Πνεύμα κατ’ ουσίαν μεν είναι αμέθεκτο, κατά δε την θεοποιό τούτη ενέργεια, η οποία και θεότης και θεαρχία ως θέωσις καλείται κατά την οποίαν και εκχύνεται και δίδεται και αποστέλλεται αυτό το οποίον είναι πανταχού και είναι ιδρυμένο σε ακίνητο ταυτότητα μονίμως, είναι μεθεκτό από τους αξίους. Οι λέγοντες λοιπόν κτιστήν και άκτιστον θεαρχίαν και θεότητα, αυτοί είναι οι διαχωρίζοντες το Πνεύμα σε άνισους και εκ διαμέτρου αντικείμενες θεότητες· αυτοί είναι οι λέγοντες κυριολεκτικώς δύο θεούς και περιπέφτουν στην νόσο της διθεΐας. Χωρίς να το καταλάβουν λοιπόν θεωρούν το αίτιο της μιας θεότητος ως αίτιον αλλοκότου διπλόης και όπως οι έχοντες την κεφαλή γεμάτη δίνη (ζάλη) εκλαμβάνουν την εκ της παραλύσεως ανατροπή τους ως ανατροπή των ορθώς και ασφαλώς ισταμένων.

34. Τί δηλαδή; Δεν είναι το ίδιο πράγμα το θεοποιό δώρο και η θέωσις; Ο θείος Μάξιμος δεν λέγει σε πολλά σημεία των θαυμασίων Κεφαλαίων και των διεξοδικωτέρων λόγων «αγένητον την θέωσιν, ως μη έχουσαν γένεσιν αλλά ακατάληπτον εις τους αξίους φανέρωσιν»; Αλλά άκουσε πάλι τον Αρεοπαγίτη λέγοντα ότι «το θεαρχικό Πνεύμα είναι υπέρ πάσα αϋλίαν και νοητήν θέωσιν υπεριδρυμένον», και πάλι ότι «καμμίαν θέωσιν ή ζωήν δεν βλέπουμε να είναι ακριβώς εμφερής με την υπερκείμενη των πάντων αιτίαν». Ώστε εμφερής (παρόμοιος, παρεμφερής) αλλά όχι ακριβώς. Πώς όχι ακριβώς; Επειδή κατά τον θείον Μάξιμο πάλι «ο καταξιωμένος δια της χάριτος θα είναι κατά πάντα ό,τι είναι ο Θεός χωρίς την κατ' ουσίαν ταυτότητα». Αυτή είναι η διαφορά, ότι, ενώ μετέχουν των ζωοποιών χαρίτων του πνεύματος, δεν μετέχουν της ουσίας. Ποιος δε δύναται να χωρέσει ολόκληρο και τούτων εκάστην; Διότι λέγει ο μέγας Αθανάσιος ότι «οι άγιοι δεν έβλεπαν την ουσία του Θεού αλλά την δόξαν», όπως και οι απόστολοι επάνω στο όρος. Ο ίδιος άλλου, όπως είπαμε ανωτέρω, την δόξα ταύτη ονομάζει «φυσικήν δόξαν» του Θεού, καθώς και ο θείος Δαμασκηνός «φυσικήν ακτίνα της θεότητος». Ψάλλωντας μάλιστα προς αυτήν, λέγει ότι οι συναναβαίνοντες με τον Ιησού στο όρος θα δουν αυτή με δύναμη πνευματική και απόρρητον, αλλά δεν θα την δουν ολόκληρον· γι’ αυτό και την ονόμασε «αμυδρά αυγήν της θεότητος».

(συνεχίζεται)

Αμέθυστος

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

 ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΕΠΕΣΑΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΣ ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΠΑΔΟΙ ΤΟΥ, ΑΦΟΥ ΛΕΓΟΥΝ ΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 (συνέχεια)

Ότι με βάση όσα εδογμάτισαν περί θείας ουσίας και ενεργείας ο Ακίνδυνος και όσοι κατ’ αυτόν συνάγεται ότι περιπίπτουν σε περισσότερες από πενήντα κακοδοξίες και ότι ανοίξαντες τη θύρα παρέχουν είσοδο σε όλες γενικώς τις απ’ αιώνος πονηρές αιρέσεις. 

18 γ.' Αλλά και όταν λέγουν -ή μάλλον και επιχειρούν εγγράφως να κατοχυρώσουν- ότι η θεοποιός χάρις ούτε κτιστή ούτε άκτιστος είναι, είναι σαν να λέγουν ακριβώς ότι ο Θεός δεν υπάρχει· διότι το μήτε κτιστό μήτε άκτιστο, δεν υπάρχει καθόλου. Όπως λοιπόν όποιος αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει καθόλου φωτιστική ενέργεια, το φως απομακρύνει ανάμεσα από τα όντα, έτσι και όποιος αθετεί την θεουργό χάρι, αθετεί την ύπαρξη του Θεού. Όπως δε, αν κάποιος αναιρεί τις φωτοδότιδες ηλιακές ακτίνες, έπειτα ισχυρίζεται ότι υπάρχει ήλιος, θα ήταν καταγέλαστος, έτσι είναι και τούτο, αφού παραδέχονται ότι υπάρχει θεία ουσία, αλλά δεν υπάρχει η θεουργός χάρις και οι άλλες ενέργειες.

19 δ'. Και όμως ο Θεός θα είναι κατ’ ουσία από όλους μεθεκτός, από δε τους άγιους και θεωρητός, αν διά της μετοχής του έχει συσταθεί το παν και κατά την ευαγγελική επαγγελία αυτός οράται μόνο από τους άξιους κι’ έχει την ενέργεια του και τη θεοποιό, δηλαδή την άκτιστη λαμπρότητα και χάρι του, κατά την άποψή τους εντελώς αδιάφορη από την ουσία. Αλλά εκείνο απαγορεύεται από τους πατέρες, οι οποίοι λέγουν τον Θεό αμέθεκτο κατ’ ουσία.

ε'. Αυτοί λοιπόν που λέγουν ότι είναι μεθεκτός (μερικές φορές μάλιστα το διακηρύσσουν φανερά), εκτος του ότι αντιτίθενται προς τους πατέρες, εντάσσουν εαυτούς και στους Μεσσαλιανούς. Όπως δηλαδή, έχοντας αισθητική και λογική ουσία είμαστε εκ φύσεως όλοι αισθητικοί και λογικοί, έτσι και αν μετάσχουμε της θείας ουσίας, θα γίνουμε φύσει θεοί. Οι Μεσσαλιανοί λοιπόν αφρόνως νομίζουν ότι μόνο οι άνθρωποι είναι φύσει θεοί, και μάλιστα από τους ανθρώπους εκείνοι που διακρίνονται για την αρετή. Τούτοι όμως πέρασαν και τους Μεσσαλιανούς στη δυσσέβεια. Διότι, ισχυριζόμενοι ότι η θέωσις είναι φυσική μίμησις, κατασκευάζουν τούτο ακριβώς που είπε κάποιος· «διότι αναγκαίως ο θεούμενος θα είναι φύσει Θεός, αν η θέωσις γίνει κατά δεκτική ικανότητα της φύσεως· και θα μπορέσει τέτοιος άνθρωπος να ονομάζεται και φύσει θεός». Και λέγοντας ότι τα σύμπαντα έχουν μετάσχει της θείας ουσίας, με ανόητη δικαιολογία, εξ αιτίας του ότι αυτή είναι πανταχού παρούσα, καθιστούν φύσει θείο κάθε κτίσμα.

20 ς'. Εκτός από αυτά, επειδή κατά την άποψή τους η θεία ουσία δεν διαφέρει κατά τίποτε από τη θεία ενέργεια και το ενεργείν τού Θεού δεν μπορεί να είναι κατά τίποτε παραλλαγμένο από το είναι του, είναι επόμενο κατ’ αυτούς να ειπούμε ότι το ίδιο πράγμα είναι ότι ο Θεός με το δημιουργικό του έργο ενήργησε κάτι γενικώς και ότι υπήρξε.

ζ'. Επομένως συνέπεια της δοξασίας τους είναι ότι τότε άρχισε να υπάρχει ο Θεός, όταν παρήγαγε τα κτίσματα εις γένεσιν. Και μάλιστα ο Ακίνδυνος ισχυρίζεται ότι το ενεργείν είναι πάντοτε σημαντικό του κτίζειν.

η'. Εάν δε ο Θεός είναι και φύσις χωρίς ενέργεια, αφού την έχει σαν στοιχείο αδιάφορο απ’ αυτήν, τότε θα είναι και χωρίς θέληση· διότι η θέλησις είναι ενέργεια φύσεως. Επομένως τής γενέσεως τών όντων δεν προηγήθηκε θεία θέλησις· διότι το υπάρχον προ της γενέσεως κατ’ ανάγκην είναι αγέννητο, ο δε Ακίνδυνος λέγει ότι κάθε αγέννητη ενέργεια δεν διαφέρει κατά τίποτε από τη θεία ουσία. Το ίδιο λοιπόν είναι κατ’ αυτόν να ειπούμε ότι το σύμπαν παρήχθηκε διά της θελήσεως και διά της φύσεως του Θεού· κι’ επειδή εγίναμε και είμαστε κατά την θέληση του Θεού, άρα εγίναμε και είμαστε κατά τη φύση του Θεού.

θ'. Επομένως σύμφωνα με τους νοσούντες από αθεΐα, όπως είναι εύλογο, τα κτίσματα φαίνονται θεοί.

(συνεχίζεται)

ΣΧΟΛΙΟ:  "Διότι, ισχυριζόμενοι ότι η θέωσις είναι φυσική μίμησις, κατασκευάζουν τούτο ακριβώς που είπε κάποιος· «διότι αναγκαίως ο θεούμενος θα είναι φύσει Θεός, αν η θέωσις γίνει κατά δεκτική ικανότητα της φύσεως· και θα μπορέσει τέτοιος άνθρωπος να ονομάζεται και φύσει θεός". 
Εδώ ακριβώς βρίσκουμε μπροστά μας τήν αβυσσαλέα κακοδοξία τής νεοορθοδοξίας, σύμφωνα μέ τήν οποία ο άνθρωπος σάν πρόσωπο, μπορεί νά ζήσει μέ τόν τρόπο τού ακτίστου αλλά καί τήν οικουμενιστική αίρεση τής εκκλησιολογίας τού Ζηζιούλα, σύμφωνα μέ τήν οποία μιά άκτιστη ενέργεια από τά έσχατα θεώνει τόν επίσκοπο καί τούς συναγμένους γύρω από αυτόν.
 Κατά έναν τραγικό δέ τρόπο βρίσκουμε καί τήν δυσσώδη αίρεση τής αποτειχίσεως η οποία ισχυρίζεται πλανώντας ότι ο αληθινός πιστός έχει τήν δεκτική ικανότητα τής φύσεως νά μιμηθεί τούς Αγίους, οδηγώντας τούς ευκολόπιστους στήν αθεΐα.


Αμέθυστος

Κοινωνία Θεώσεως. Ὁ ἐνυπόστατος χαρακτήρας τῶν θείων ἐνεργειῶν 2

Συνέχεια από Tετάρτη 28. Ιανουαρίου 2026

Κοινωνία Θεώσεως

Γιαγκάζογλου Σταύρος


Φανέρωση του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος

β) Ὁ ἐνυπόστατος χαρακτήρας τῶν θείων ἐνεργειῶν 2


Κατ' αὐτὸ τὸν τρόπο ή Χριστολογία ἀποκαλύπτει την ούσιαστικὴ καὶ ἐνεργητικὴ ἑνότητα κατὰ τὴν ὑποστατική διάκριση, ἐφ᾽ ὅσον ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς καὶ Λόγος «οὐκ ἐν ἑαυτῷ συμπε ριβάλλει καὶ τὰς ἄλλας ὑποστάσεις, ἀλλὰ χωρὶς αὐτῶν πάσας τὰς θείας ἐνεργείας μετὰ τῆς θείας φύσεως», ἐνῶ συνάμα κάθε ἰδιαίτερη ἐνέργεια, ἐνῶ δὲν περιλαμβάνει καὶ ὅλες μαζὶ τὶς ἄπει ρες ἐνέργειες - διατηρεῖται ἔτσι τὸ ἀσύγχυτο καὶ κατὰ τὴν ἐνεργητικὴ αὐτὴ διάκριση ἐν τούτοις συμπεριλαμβάνει ὅλη τὴν τρισυπόστατη θεότητα 409

Ἡ ἐνανθρώπηση συνιστᾶ ἀναντίρρητα τὴ βάση τῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ γιὰ τὶς θεῖες ἐνέργειες. Το πρό σωπο τοῦ Υἱοῦ εἰσέρχεται στὴν ἱστορία τοῦ κτιστοῦ δίχως καμία τροπή στη θεία του φύση, που παραμένει ἀναλλοίωτη καὶ ὑπερβατικὴ ἐξ αἰτίας τῆς διάκρισης οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τῆς προσωπικῆς καὶ ὄχι τῆς φυσικῆς ἀνάληψης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὁ ἔνσαρκος Λόγος γίνεται πηγὴ ἀνεξάν τλητου ἁγιασμοῦ 410. Ἡ θεανδρικὴ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀσύγχυτη ἕνωση τῆς θείας δόξας καὶ χάριτος, κατέστη στο πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου δόξα καὶ χάρη τῆς ἀνθρωπότητας, «το οἰκεῖον σῶμα ζωοποιόν ἔχον ὡς ὁμόθεον δύναμιν» 411. Ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ χρίεται μὲ ὁλόκληρη τὴν ἄκτιστη κοινὴ ἐνέργεια τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Στὴ χρίση αὐτὴ ἐνεργεῖ ὅλη ἡ ῾Αγία Τριάς, ὅλως ἰδιαιτέρως ὅμως τὸ πρόσωπο τοῦ ᾿Αγίου Πνεύματος, ποὺ ἀϊδίως ἀναπαύεται καὶ συνακολουθεῖ ἀδιαστάτως τὸν Υἱό, δίχως νὰ σαρκοῦται, καὶ συνεργεῖ ἀποφασιστικά στην πραγμάτωση τοῦ χριστολογικοῦ αὐτοῦ ἐνεργητισμοῦ ἀπ' ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πλήρως καταυγασμένη ἀπὸ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, καθ' ὅσον ἡ θεότητα διέρχεται καὶ σχετίζεται πρὸς τὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου ρόλου τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ποὺ συνίσταται στὴν ἔκφανση καὶ μετάδοση τῶν τριαδικῶν ἐνεργειῶν.

Ἐνῶ ἡ ἐνανθρώπηση κατέστησε δυνατὴ τὴν ἄμεση ἔλευση τοῦ Πνεύματος διὰ τοῦ Υἱοῦ πρὸς τὴν κτίση, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ πρόσ ληψη καὶ θέωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιήθηκε διὰ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Ὁ Χριστός, ποὺ ἔλαβε ὡς ἄνθρωπος τὸ πλήρωμα τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Πνεύματος, μετέδωσε καὶ μεταδίδει τὴν ἄκτιστη αὐτὴ χάρη στοὺς οἰκείους του, χωρὶς νὰ μερίζεται βεβαίως λόγῳ τῆς διάκρισης οὐσίας καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τὸ πρόσωπο τοῦ Παρακλήτου, ἀλλὰ «ἀμεθέκτως μετέχεται καὶ ἀμερίστως μερίζεται» ὁ ἀδαπάνητος πλοῦτος τῶν τριαδικῶν του ἐνεργειῶν. Ἔτσι, ὁ ἕνας Χριστός, μεταδίδοντας τὴ χάρη του, ἐκφαίνεται σὲ πολλοὺς χριστοειδεῖς, ἀνάρχους καὶ ἀϊδίους, «οὐ γὰρ καθ' ὑπόστασιν ἑκάστῳ τούτων, ἀλλὰ κατ᾿ ἐνέργειαν καὶ χάριν ἥνωται»412. Δὲν θὰ ἐπεκταθοῦμε πρὸς τὸ παρὸν ἀναλύοντας τὴ συνύφανση αὐτὴ τῆς Χριστολογίας μὲ τὸ ἰδιαίτερο ἔργο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, διότι τοῦτο θ᾽ ἀποτελέσει τὸν κεντρικό πυρήνα τῶν ἑπόμενων κεφα-λαίων τῆς παρούσας μελέτης.[ΤΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΤΖΑΚΙ ΛΕΕΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;]

Μετὰ τὴν ἀμοιβαία αὐτὴ συσχέτιση τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν μὲ τὴν τριαδική θεολογία καὶ Χριστολογία 413, καθίσταται φανερὸ ὅτι ἡ φυσικὴ ἐνέργεια τῆς θεότητας ἐν-υπάρχει καὶ ἐνυποστα-σιάζεται ὄχι σὲ ἰδιαίτερη ὑπόσταση, οὔτε ἐξ αἰτίας τῆς θείας οὐσίας, ἀλλὰ μόνον, ἐξ αἰτίας τῶν θείων ὑποστάσεων. «Τοιοῦτον γὰρ τὸ κυρίως ἐνυπόστατον, οὐ καθ' ἑαυτὸ οὐδ᾽ ἐν τῇ οὐσίᾳ, ἀλλ᾽ ἐν τῇ ὑποστάσει θεωρούμενον» 414. Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες, ἐνῶ δὲν εἶναι αὐθυπόστατα ἢ ὑποστατικά, ἀλλὰ ἰδιότητες τῆς κοινῆς τρι-συπόστατης φύσεως, ὑπάρχουν ἀχώριστα στὰ θεῖα πρόσωπα ὡς ἐνυπόστατα. Ὁ ἐνυπόστατος αὐτὸς χαρακτήρας τῶν θείων ένεργειῶν ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴν ὀρθὴ κατανόηση σύνολης τῆς ἡσυχαστικῆς διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ 415.

Ὁ δυναμισμός καὶ ὁ πλοῦτος τῆς θείας φύσεως ἐκφαίνεται προ σωπικὰ διὰ τῶν ἐνυποστάτων ἐνεργειῶν πρὸς τὴν κτίση καὶ τὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας. Ο ρόλος τῶν ὑποστάσεων ἀναδεικνύεται καθοριστικὸς στὴν ἐνεργητικὴ ἔκφανση τῆς θείας οὐσίας. Ὁ τρισυπόστατος Θεὸς ἔχει δύναμη, θέληση καὶ ἐνέργεια ποὺ εἶναι ἐνιαία καὶ προφαίνεται μὲ κοινὸ καὶ γιὰ τὰ τρία πρόσωπα τρόπο κατὰ τὴ φύση, χωρὶς νὰ εἶναι ἡ φύση τους. Οἱ ὑποστάσεις τῆς ᾿Αγίας Τριάδος, ἀναλαμβάνοντας ἰδιαίτερο ἔργο ή καθεμία, κοι-νοποιοῦν τὴ φυσική τους θεοποιό ἐνέργεια πρὸς τοὺς ἁγίους ὡς σε συγκεκριμένες ἀνθρώπινες ὑποστάσεις. Ἡ οἰκείωση τῆς ἐνυπόστατης θείας ἐνέργειας πραγματοποιείται προσωπικά καὶ χαρισματικά σε καμία περίπτωση ή μετοχὴ αὐτὴ δὲν εἶναι φυσι κὴ ἀπὸ τὴν πλευρά τοῦ ἀνθρώπου. Δίχως ὁποιαδήποτε σύγχυση θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως, κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου, ἡ θεία ἐνέργεια εἶναι μεταβιβάσιμη μόνο διά μέσου ὑποστάσεων, προ-σωπικά, καὶ τοῦτο διότι κατέχεται, ἐκδηλώνεται καὶ γνωρίζεται μόνο διὰ μέσου τῶν θείων ὑποστάσεων. Ὅπως δὲν ὑφίσταται ἀνυπόστατη ἡ θεία οὐσία, κατά συνέπεια δὲν ὑπάρχει ἀπρόσω πη καὶ ἡ φυσική της ἐνέργεια.[ΒΡΕ ΤΟ ΘΕΙΟ!]

«Καὶ τοίνυν ἡ τοιαύτη θεία καὶ οὐράνιος ζωὴ τῶν θεοπρεπώς ζώντων ἐν τῷ μετέχειν τῆς ἀχωρίστου τοῦ πνεύματος ζωῆς – ὥσπερ καὶ ὁ Παῦλος ἔζη "τὴν τοῦ ἐνοικήσαντος θείαν καὶ ἀΐδιον" κατὰ τὸν θεῖον Μάξιμον “ζωήν"416-, ή τοιαύτη τοιγαροῦν ζωὴ ἀεὶ μὲν ἔστι, φυσικῶς ἐνυπάρχουσα τῷ πνεύματι θεοποιεῖν ἐξ ἀἰδίου πεφυκότι, “πνεῦμα” τε καὶ "θεότης" προσαγορεύεται δικαίως παρὰ τῶν ἁγίων, ἅτε δωρεά θεο-ποιὸς τοῦ διδόντος πνεύματος ἥκιστα χωριζομένη, φῶς δ' ἔστι, δι' ἀπορρήτου ἐλλάμψεως χορηγουμένη καὶ τοῖς ἠξιω μένοις ἐγνωσμένη μόνοις, ἐνυπόστατός γε μήν, οὐχ ὡς αὐθυ-πόστατος, ἀλλ' ἐπεὶ εἰς ἄλλου ὑπόστασιν τὸ πνεῦμα προΐεται αὐτήν, ἐν ᾗ καὶ θεωρεῖται» 417.

Ἡ θεία οὐσία, συνιστώντας τὴν αἰτία καὶ πηγὴ τῶν ἐνερ γειῶν, δὲν ἀποκλείει ἀλλὰ προϋποθέτει, ὡς τρισυπόστατη, τὸν προσωπικό-ἐνυπόστατο χαρακτήρα τους. Ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια προϋποθέτει καὶ φανερώνει τὶς ὑποστάσεις τῆς θεότητας. Έτσι τὰ θεῖα πρόσωπα εἶναι οἱ δυναμικοί φορεῖς ποὺ ἐνεργοποιοῦν ἐλεύθερα τὴν παντοδυναμία τῆς θείας οὐσίας, ἀποκαλύπτοντας τὴν προσωπική της χρήση. Ἡ ἔκφανση, ἀποστολὴ καὶ μετάδοση τῶν ἐνυποστάτων ἐνεργειῶν, ἐνῶ δὲν παραγνωρίζει καθόλου τὸν ἰδιαίτερο ρόλο κατὰ τὴν ἱεραρχική φανέρωση καὶ τάξη τῶν θείων προσώπων στὴν οἰκονομία τῆς σωτηρίας, ἐπιτρέπει νὰ εἶναι κοινή κάθε ἐνυπόστατη δωρεά καὶ στὰ τρία πρόσωπα τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Μὲ βάση τὸν ἐνυπόστατο χαρακτήρα τῶν θείων ἐνεργειῶν, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ διάκριση οὐσίας, ὑποστάσεων καὶ ἐνεργειῶν, θὰ προχωρήσουμε ἀμέσως στὴν ἀνάλυση τῆς διττῆς προόδου τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, τὴν ὁποία ἀνέπτυξε ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀγωνιζόμενος κατὰ τῆς λατινικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque.

ΕΙΝΑΙ ΤΕΤΟΙΑΣ ΕΚΤΑΣΕΩΣ Η ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΥΣΚΟΛΕΥΕΙ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ. ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ. ΘΑ ΑΠΕΥΘΥΝΘΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ.

Σημειώσεις:

Θεολογικοὶ προβληματισμοὶ ἐπὶ σπανίων Παλαιολόγειων ἀπεικονίσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πρὸς ἕνα «ὀρθόδοξο Filioque»; (4)

Συνέχεια από: Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

 Πηγή: Περιοδικικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 96,3 (2025) 79-100*

Ἀγαθαγγέλου Σίσκου**

ΙΙΙ. Ἡ θεολογία τῶν ἀνθρωπόμορφων Παλαιολόγειων ἀπεικονίσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πρὸς ἕνα «ὀρθόδοξο Filioque»;

Ἀναφορικὰ μὲ τὴ μελέτη τῆς σύλληψης τοῦ εἰκονογραφικοῦ τύπου τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τζώτζα Καστοριάς (1360-1365), δὲν ἀποκλείεται νὰ ὀφείλεται στὴ σύγχρονη ἡσυχαστικὴ παράδοση, καθὼς ἐκφράζει εἰκονογραφικὰ τὶς θεολογικές θέσεις τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὅπως αὐτὲς διατυπώθηκαν στὰ Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα, ἡ συγγραφὴ τῶν ὁποίων τοποθετεῖται χρονικὰ λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 1350. Συγκεκριμένα στὸ Κεφάλαιο 36, ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς «ἔρως ἀπόῤῥρητος» μεταξὺ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ35, στὸ πλαίσιο τῆς διακειμενικῆς σχέσεως καὶ μετακειμενικῆς χρήσεως ἀπὸ τὸν Παλαμᾶ τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τοῦ Πλανούδη τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου36, ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς ἐνδοτριαδικὴ ἀγάπη (caritas)37. Ἡ τιμὴ καὶ ἡ εὐλάβεια ἄλλωστε πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ ἦταν ἰδιαίτερα διαδεδομένη στην Καστοριάς, ὅπως μαρτυροῦν καὶ οἱ σωζόμενες σύγχρονες ἀπεικονίσεις του στὸν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ Βουνοῦ (1368-1385)39 καὶ στοὺς Ἁγίους Τρεῖς (1400/1)40, ποὺ ἱστορήθηκαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἁγιοκατάταξη, ὅπως καὶ ἡ καθιέρωση ναοῦ στη μνήμη του προτοῦ ἀκόμη ἁγιοκαταταγεῖ μὲ τὴ σχετικὴ ἔκδοση τῆς τοπικῆς συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως (1368)41, ὁ ὁποίος δυστυχῶς σήμερα δὲν σώζεται.

Ἡ φράση «ἀγάπην, ὅπερ Πνεῦμα ἅγιον ἐστι κοινὸν ἀμφοτέρων»42 τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου, ὅπου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χαρακτηρίζεται ὡς ἄρρητη κοινωνία ἀγάπης μεταξύ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ὁρίζεται μὲ ποιόν τρόπο καὶ ἀφήνοντας περιθώρια παρερμηνείας, υἱοθετεῖται μετακειμενικὰ ἀπὸ τὸν Παλαμᾶ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀπὸ κοινοῦ ὕπαρξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὰ ἄλλα δύο θεῖα πρόσωπα τροφοδότησε τὴν παρερμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ αὐγουστίνειου χωρίου γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς μεσαιωνικῆς καὶ σχολαστικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque43. Ὁ Παλαμᾶς, διακρίνοντας τὶς ἀίδιες ὑπαρκτικὲς σχέσεις μεταξὺ τῶν τριῶν θείων προσώπων προσέδωσε μετακειμενικό περιεχόμενο στην αὐγουστίνεια ψυχολογική τριάδα νοῦς-γνῶσις-ἀγάπη, ἀποκαθαίροντας τὴν Τριαδολογία τοῦ Αὐγουστίνου ἀπὸ τὴ μεσαιωνική παρερμηνεία τῆς σχολαστικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque, οὕτως ὥστε νὰ συμφωνεῖ μὲ τὴν προγενέστερη πατερικὴ καὶ συνοδική παράδοση τῆς Ἐκκκλησίας. Ἔτσι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὡς ἀπόῤῥητος ἔρως ποὺ ἔχει ὁ γεννήτορας πρὸς τὸν ἀποῤῥήτως γεννηθέντα λόγον, δηλώνει τὴν ἀίδια ὑπαρκτική σχέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὸν Πατέρα κατὰ τὴ γέννηση τοῦ Υἱοῦ, ὅπως τὸν ἴδιο ἔρωτα ἔχει καὶ ὁ ἐπέραστος λόγος καὶ υἱὸς πρὸς τὸν γεννήτορα, ὄχι ὅμως ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸν ἔχει ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς «συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον»44.


Ἂν καὶ ὁ Παλαμᾶς διαφωνεῖ ἐμφανῶς στὸ Κεφάλαιο 38 μὲ τὴ μεσαιωνικὴ καὶ σχολαστικὴ διδασκαλία τοῦ Filioque, ἀντιλαμβάνεται τὴν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σύμφωνα μὲ τὴ θεώρηση τῆς προέλευσης τοῦ πνευματικοῦ ἔρωτος ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὸν ἐσώτατό του λόγο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν καταλήγει στη θεώρηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς ἔρωτος ἀποῤῥήτου, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀναπαύεται στὸν ἀγαπητὸ Υἱὸ ἀιδίως. Ἔτσι λόγῳ τῆς αἰτιώδους σχέσεως ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑφίσταται ἐπειδὴ ὁ Υἱὸς εἶναι ὁ ἀγαπημένος Λόγος τῆς Ἀληθείας, χωρὶς ὅμως ὁ Υἱὸς νὰ καθίσταται αἴτιος τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀφοῦ μόνος αἴτιος εἶναι ὁ Πατέρας. Γι' αὐτὸ ὀρθὰ ὁ ζωγράφος τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τζώτζα τοποθετεῖ τὴ βραχυγραφία: I(HCOY)C / X(PICTO)C ἑκατέρωθεν τῶν φωτοστεφάνων, τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὡς Βασιλέως τῶν Βασιλευόντων, μὲ ἐγγεγραμμένο σταυρό, ποὺ στὶς κεραίες φέρουν τὴν ἐπιγραφή: Ο ΩΝ, παραπέμποντας στὴν ὁμοουσιότητα καὶ ἀιδιότητα τῆς θεϊκῆς φύσεως τοῦ Σαρκωμένου Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὡς γεννημένος ἀχρόνως καὶ ἀιδίως Υἱὸς φέρει ἀπὸ τὸν Πατέ
ρα.

Ἀπὸ τὸν Πατέρα ὅμως δὲν προέρχεται μόνον ὁ Υἱός, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὄχι ἀσφαλῶς ὡς γεννώμενον, ὅπως ὁ Υἱός, ἀλλὰ ὡς ἐκπορευόμενον, γι' αὐτὸ στὴν εἰκονογραφία τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τζώτζα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἰκονίζεται ὑπὸ μορφὴ περιστερᾶς, καθήμενο μάλιστα στὸν βραχίονα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα βέβαια ὡς κοινὸν ἀμφοτέρων ἀνήκει καὶ στὸν Υἱό, ὁ Ὁποῖος τὸ ἔχει «παρὰ τοῦ πατρός [...] ὡς ἀληθείας καὶ σοφίας καὶ λόγου πνεῦμα» 45. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ ζωγράφος τοποθετεῖ τὴ βραχυγραφία: I(HCOY)C/X(PICTO)C ἄνωθεν τοῦ φωτοστέφανου τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος, ἀφοῦ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς Πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτου Λόγου εἶναι ὁ ἀπόῤῥρητος ἔρως τοῦ Γεννήτορα πρὸς τὸν γεννηθέντα Λόγο, ἡ προαιώνια χαρὰ καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ.

Σημειώσεις
35. Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα 36, τ. 5, σ. 54, 25-29: «Ἐκεῖνο δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτω λόγου, οἷόν τις ἔρως ἐστὶν ἀπόῤῥητος τοῦ γεννήτορος πρὸς αὐτὸν τὸν ἀποῤῥήτως γεννηθέντα λόγον· ᾧ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ πατρὸς ἐπέραστος λόγος καὶ υἱὸς χρῆται πρὸς τὸν γεννήτορα, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ τοῦ πατρὸς ἔχων αὐτὸν συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον».
36. Άγ. Σίσκος, Ἡ θέση τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου στὴν θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ό.π., σ. 238 κ.ε.
37. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος VI, 5, 7, τ. 1, σ. 399, 3-8: «Διὰ δὴ ταῦτα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐν τῇ αὐτῇ ἑνότητι καὶ ἰσότητι τῆς οὐσίας καθέστηκεν. Εἴτε γὰρ ἑνότης ἐστὶν ἀμφοῖν εἴτε ἁγιότης εἴτε ἀγάπη, εἴτε διὰ τοῦτο ἑνότης διότι ἀγάπη, καὶ διὰ τοῦτο ἀγάπη διότι ἁγιότης, φανερὸν ὡς οὐδέτερόν ἐστι τῶν δύο, ᾧπερ ἑκάτερος συνάπτεται, δι' οὗ ἂν ὁ γεννώμενος παρὰ τοῦ γεννῶντος ἀγαπῷτο καὶ τὸν ἑαυτοῦ γεννήτορα ἀγαπώη» ΧV. 19, 37, τ. 2, σ. 951, 145-148: «Εἰ δὲ καὶ ἡ ἀγάπη, καθ' ἣν ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶᾷ τὸν Υἱὸν καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ τὸν Πατέρα, ἀῤῥήτως τὴν κοινωνίαν δείκνυσιν ἀμφοῖν, τί ποτ᾿ ἂν ἀρμοδιώτερον ἢ ὡς αὐτὸ κυρίως λέγεσθαι ἀγάπην, ὅπερ Πνεῦμα ἁγιόν ἐστι κοινὸν ἀμφοτέρων,».
38. Σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση τοῦ θαύματος τῆς θεραπείας μιᾶς αἱμοροούσας γυναίκας ἀπὸ τὴν Καστοριὰ μὲ τὸ ὄνομα Ζωή βλ. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον, Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμᾶν, PG 151, 647D: «Γυναικί τινι τῶν εὐπατριδῶν καὶ κοσμίων. Ζωῇ τοὔνομα, δριμεῖά τις οδύνη προσγίνεται κατὰ τῶν ἐγκάτων, οὕτω τοι σφοδρῶς ἐκεῖνα πιέζουσα καὶ στροβοῦσα, ὡς καὶ ὀχετοὺς αἱμάτων ἐκεῖθεν κάτω καθ' ἑκάστην προχεῖσθαι».
39. Εἰκονίζεται σὲ μετάλλιο στὸ εἰκονογραφικό πρόγραμμα ποὺ διατρέχει τὸν δυτικὸ τοῖχο τοῦ ναοῦ μὲ τὴν προσωνυμία Ο ΑΓΙ(ΟΣ) / ГРН/ГОРІ/ОС / О ПА/ΛАМ(АС) K(AI) NE/OC / ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ καὶ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἀπεικονίσεις του, ἀμέσως δηλαδὴ μετὰ τὴν ἁγιοκατάταξή του τὸ 1368. Βλ. Alexandra Trifonova, Οἱ τοιχογραφίες τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βουνοῦ στὴν Καστοριά. Συμβολή στη μελέτη τῆς ζωγραφικῆς τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ 14ου αἰώνα στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Μακεδονίας, διδακτορική διατριβή. Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας, Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 244-248, εἰκ. 65 καὶ 137· ἡ ἴδια, «Ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βουνοῦ στὴν Καστοριά. Νέο Στοιχείο γιὰ τὴ χρονολόγηση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ ναοῦ», ΔΧΑΕ 32 (2011), σσ. 85-94, εἰκ. 1-2- Ε. Ν. Τσιγαρίδας, Καστοριά. Κέντρο ζωγραφικής τὴν ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων (1360-1450), ό.π., σσ. 136-137, εἰκ. 84 0 ἴδιος, «Εἰκονιστικές μαρτυρίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στη Θεσσαλονίκη καὶ στὸ Ἅγιον Όρος», στο: Πρακτικὰ Διεθνῶν Ἐπιστημονικῶν Συνεδρίων «Ὁ ἄγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴν ἱστορία καὶ τὸ παρόν», Ἅγιον Ὄρος 2000, σσ. 193-216· ὁ ἴδιος. «Εἰκονιστικές μαρτυρίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ σὲ ναοὺς τῆς Καστοριᾶς καὶ τῆς Βεροίας. Συμβολὴ στὴν εἰκονογραφία τοῦ ἁγίου», στο: Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 263-294, εἰκ. 1-20-Χρυσάνθη Μαυροπούλου-Τσιούμη, «Οἱ πρῶτες ἀπεικονίσεις τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὴ Θεσσαλονίκη», στο: Πρακτικὰ Θεολογικοῦ Συνεδρίου εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 247-257. Βλ. Εἰκ. 4, σ. 99.
40. Απεικονίζεται στὴν κόγχη τοῦ διακονικοῦ ὁλόσωμος ὡς λειτουργὸς μὲ ὠμοφόριο, πολυσταύριο φαιλόνιο καὶ στιχάριο, φέροντας Εὐαγγελιστάριο, ἐνῶ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ἐπιγραφή: Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟ(ΠΟ)Σ / ΘEC(C)ΑΛ(Ο)ΝΗΚΙΣ K(AI) NE(O)C ΧΡΥΣΟΣΤΟΜ)OC Ο ΠΑΛ/Α/(MAC)· βλ. Ε. Ν. Τσιγαρίδας, Καστοριά. Κέντρο ζωγραφικής τὴν ἐποχὴ τῶν Παλαιολόγων (1360-1450), σσ. 280-281, 290-291, εἰκ. 206 καὶ 214· «Εἰκονιστικές μαρτυρίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ σὲ ναοὺς τῆς Καστοριᾶς καὶ τῆς Βεροίας», σσ. 264, 275, εἰκ. 1-2- Alexandra Trifonova, «Ἡ ἀπεικόνιση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Βουνού στὴν Καστοριά. Νέο Στοιχεῖο γιὰ τὴ χρονολόγηση τῶν τοιχογραφιῶν τοῦ ναοῦ», ὅ.π., σ. 87, εἰκ. 3. Βλ. Εἰκ. 5, σ. 100.
41. Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον. Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμᾶν, PG 151, 648D-649A: «Ἐντεῦθεν οἱ θεοφιλέστεροί τε καὶ προὔχοντες τῶν ἐκεῖ, καὶ μάλιστα τῶν εἰς ἱερέας τελούντων, εἰς ταὐτὸ συνιόντες, εἰκόνα τε ἱερὰν ἱστῶσι τῷ Γρηγορίῳ, καθὰ δὴ καὶ φθάσας εἰρήκειν, ἑορτήν τε λαμπρὰν καὶ πάνδημον ἄγουσι τῆς αὐτοῦ τελειώσεως τὴν ἡμέραν, καὶ νεῶν αὐτῷ οἱα δὴ καὶ Χριστοῦ λαμπρῷ μαθητῇ σπεύδουσιν ἀνεγείρειν, οὐ συνόδους μεγίστας καὶ κοινάς τινας ἀναμείναντες ψήφους, ὥστ᾽ ἐκεῖνον ἀνακηρύξαι, οἷς καὶ χρόνος καὶ ὄκνος καὶ μέλησις καὶ πλεῖστὰ τινα τῶν ἀνθρωπίνων ἔστιν ὅτε προσίσταται, ἀλλὰ τῇ ἄνωθεν ψήφῳ τε καὶ ἀνακηρύξει καὶ τῇ λαμπρᾷ καὶ ἀναμφιβόλῳ τῶν πραγμάτων ὄψει καὶ πίστει καλῶς ἀρκεσθέντες».
42. Αὐγουστίνου, Περὶ Τριάδος ΧV, 19, 37, τ. 2, σ. 951, 145-148: «Εἰ δὲ καὶ ἡ ἀγάπη, καθ᾿ ἣν ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ τὸν Υἱὸν καὶ ὁ Υἱὸς ἀγαπᾶ τὸν Πατέρα, ἀῤῥήτως τὴν κοινωνίαν δείκνυσιν ἀμφοῖν, τί ποτ᾿ ἂν ἁρμοδιώτερον ἢ ὡς αὐτὸ κυρίως λέγεσθαι ἀγάπην, ὅπερ Πνεῦμα ἄγιόν ἐστι κοινὸν ἀμφοτέρων;».
43. Τῆς ἐκπορεύσεως δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ στὸ πλαίσιο τῆς ἀίδιας ὑπαρκτικής σχέσεως τῶν θείων προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, μὲ τρόπον ὥστε νὰ δύναται κανεὶς νὰ πιστέψει ὅτι ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς δὲν μοιράζονται μόνο τὴν κατοχὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπαρκτική του σχέση, δηλαδὴ τὴν ἐκπόρευσή του ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἔτσι μοιράζονται τὰ ὑποστατικὰ ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκοινώνητα μεταξύ τους καὶ ἀμεταβίβαστα.
44. Γρηγορίου Παλαμά, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα 36, τ. 5, σ. 54, 25-29: «Ἐκεῖνο δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνωτάτω λόγου, οἷόν τις ἔρως ἐστὶν ἀπόῤῥητος τοῦ γεννήτορος πρὸς αὐτὸν τὸν ἀποῤῥήτως γεννηθέντα λόγον· ᾧ καὶ αὐτὸς ὁ τοῦ πατρὸς ἐπέραστος λόγος καὶ υἱὸς χρῆται πρὸς τὸν γεννήτορα, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ τοῦ πατρὸς ἔχων αὐτὸν συμπροελθόντα καὶ συμφυῶς ἐν αὐτῷ ἀναπαυόμενον».
45. Ό.π. 36, τ. 5, σσ. 54, 29-55.7: «Παρ' οὗ λόγου, διὰ σαρκὸς ὁμιλήσαντος ἡμῖν, καὶ τὸ ὄνομα τῆς διαφόρου παρὰ τοῦ πατρὸς ὑπάρξεως ἐδιδάχθημεν τοῦ Πνεύματος καὶ μὴ τοῦ πατρὸς εἶναι τοῦτο μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ. "Τὸ πνεῦμα γάρ, φησί, τῆς αληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται", ἵν᾿ ἡμεῖς ἐπιγνῶμενο οὐ λόγον μόνον, ἀλλὰ καὶ πνεῦμα ἐκ τοῦ πατρός, οὐ γεννώμενον ἀλλ᾽ ἐκπορευόμενον· ὂν δὲ καὶ τοῦ υἱοῦ, παρὰ τοῦ πατρὸς τοῦτ᾽ ἔχοντος ὡς ἀληθείας καὶ σοφίας καὶ λόγου πνεῦμα».

ΩΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΑΚΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΝΟΗΣΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΦΙΛΟΔΟΞΟΥ;
ΤΟ ΚΕΦ. 36. Επειδή η Αγαθότητα που σαν από πηγή προήλθε με γέννηση από την Αγαθότητα-Νου, είναι Λόγος, και λόγο χωρίς πνεύμα (πνοή), κανένας που έχει νου δεν μπορεί να εννοήσει, γι’ αυτό ο εκ Θεού Θεός Λόγος έχει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο προέρχεται και αυτό από τον Πατέρα. Το Πνεύμα αυτό δεν είναι όπως εκείνο που συνυπάρχει με τον προφορικό μας λόγο. Ούτε πάλι είναι όπως εκείνο που συνυπάρχει, αν και ασωμάτως, με τον ενδιάθετο και τον κατά διάνοια λόγο μας· γιατί και τούτο είναι μια ορμή του νου που συνεκτείνεται χρονικά με το λόγο μας κι έχει ανάγκη από τα ίδια διαστήματα κι από το ατελές προχωρεί στο ολοκληρωμένο. Ενώ Εκείνο, το Πνεύμα του υπέρτατου Λόγου, είναι κατά κάποιο τρόπο ένας έρωτας ανέκφραστος του Πατέρα προς το Λόγο που γεννήθηκε με τρόπο απόρρητο. Το ίδιο Πνεύμα -Έρωτα έχει και ο αγαπημένος Λόγος και Υιός προς τον Πατέρα. Το έχει όμως ως συμπροερχόμενο με Αυτόν από τον Πατέρα και αναπαυόμενο σ’ Αυτόν λόγω της κοινής Τους φύσεως. Από τον Λόγο, που σαρκώθηκε και μας συναναστράφηκε, μάθαμε το όνομα της διαφορετικής προελεύσεως του Πνεύματος από τον Πατέρα, και ότι Αυτό δεν είναι μόνο του Πατέρα, αλλά και του Υιού. Μας είπε δηλαδή: «Το Πνεύμα της αλήθειας, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα»(Ιω. 15, 26). Από αυτό μαθαίνομε ότι δεν είναι μόνο ο Λόγος, αλλά και το Πνεύμα που προέρχεται από τον Πατέρα, όχι όμως με γέννηση, αλλά με εκπόρευση. Επίσης, ότι είναι και του Υιού που το έχει από τον Πατέρα, αφού είναι Πνεύμα αλήθειας και σοφίας και λόγου. Γιατί η αλήθεια και η σοφία είναι Λόγος κατάλληλος για τον Γεννήτορα. Αυτός ο Λόγος συγχαίρει με τον Πατέρα που χαίρεται γι’ Αυτόν, σύμφωνα μ’ εκείνο που Αυτός είπε με τον Σολομώντα: «Εγώ ήμουν που χαιρόμουν μαζί Του»(Παροιμ. 8, 30. Δεν είπε χαιρόμουν, αλλά χαιρόμουν μαζί Του. Αυτή η προαιώνια χαρά του Πατέρα και του Υιού είναι το Άγιο Πνεύμα, επειδή είναι και των δύο κατά τη χρήση (γι’ αυτό και στέλνεται και από τους δύο σ’ όσους είναι άξιοι), αλλά μόνο του Πατέρα κατά την ύπαρξη (γι’ αυτό και μόνο από Αυτόν εκπορεύεται ως ύπαρξη).

36.Επειδή η Ἀγαθότητα, ἡ ὡς ἀπὸ πηγῆς προελθοῦσα διὰ γεννήσεως ἀπὸ τῆς ἀγαθότητος τοῦ Νοῦ, ἐστὶν ὁ Λόγος, καὶ λόγος ἄνευ πνεύματος (πνοῆς) οὐδεὶς ὁ ἔχων νοῦν δύναται νοῆσαι· διὸ ὁ ἐκ Θεοῦ Θεὸς Λόγος ἔχει τὸ Αγιον Πνεῦμα, ὃ καὶ προέρχεται τοῦ Πατρός. Τοῦτο τὸ Πνεῦμα οὐχ ὡς τὸ σύνυπον τῷ προφορικῷ λόγῳ ἡμῶν ἐστίν, οὐδὲ ὡς τὸ σὺνυπον–ἄσωματως–τῷ ἐνδιάθετῳ καὶ τῷ διὰ διανοίας λόγῳ ἡμῶν· ὅτι καὶ τοῦτο ὁρμὴ τινὰ τοῦ νοὸς ἐστίν, ἥτις χρονίως σύνκειται τῷ λόγῳ ἡμῶν, καὶ ἀπαιτεῖ διάστημα χρόνου ἕως ὅτου ἡ ἀτελής ἐπὶ τὸ τετελειωμένον ἀναβήσεται. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ πνεῦμα τοῦ ὑπέρτατου Λόγου, ὡς ἔρωτα ἀπέκφραστον ἐκ τοῦ Πατρός εἰς τὸν Λόγον, ὃς ἐγεννήθη ῥᾷ τῷ τῆς ἀπορρήτου γεννήσεως τρόπῳ. Τὸ αὐτὸ Πνεῦμα–Ἔρως ἐστὶ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀγαπητοῦ Λόγου καὶ Υἱοῦ πρὸς τὸν Πατέρα.

Απόσπασμα από το δοκίμιο «ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΑΝ “ΚΟΙΝΩΝΙΑ”» του Joseph Ratzinger.

«Οι λέξεις “πνευματολογία” και “πνευματικότης” είναι ήδη συνδεδεμένες μεταξύ τους στην γλωσσολογία: η μία είναι η μετάφραση της άλλης! Το Άγιο Πνεύμα αναγνωρίζεται από τον τρόπο με τον οποίο μορφώνει την ανθρώπινη ζωή. Η ζωή της πίστεως επίσης, παραπέμπει στο Άγιο Πνεύμα. Ο στοχασμός πάνω στην “χριστιανική πνευματικότητα” σημαίνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο αναγνωρίζεται από το γεγονός πως η ανθρώπινη ζωή αποκτά ένα καινούριο κέντρο. Ο λόγος για το Άγιο Πνεύμα συνεπάγεται τον καθορισμό του μέσα στον άνθρωπο στον οποίο έχει δοθεί, δωρισθεί!!
Ο Αυγουστίνος, πάνω στον οποίο θα στηριχθεί το δοκίμιο, προσπαθεί να αντλήσει κατά κάποιο τρόπο την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Αγίου Πνεύματος μελετώντας τις παραδοσιακές ονομασίες του και πάνω απ’ όλες αυτή του “Αγίου Πνεύματος”. Ακριβώς όμως αυτή η ονομασία τον θέτει μπροστά σε μια απορία. Ενώ στα ονόματα του “Πατρός” και του “Υιού” φανερώνεται αυτό που είναι ιδιαίτερο στο πρώτο και στο δεύτερο πρόσωπο της Τριάδος, δηλαδή το δόσιμο και η δεκτικότης, το Είναι σαν δώρο και το Είναι σαν δεκτικότης, σαν Λόγος και Απάντηση, παρότι πάντοτε κάτι απολύτως ένα, που γεννιέται σαν ενότης και όχι σαν κατωτερότης, το όνομα “Άγιο Πνεύμα” δεν φανερώνει καθόλου την ιδιαιτερότητα του τρίτου προσώπου. Αντιθέτως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μ’ αυτή την ονομασία οποιοδήποτε άλλο από τα άλλα πρόσωπα της Τριάδος και ιδιαιτέρως αυτόν τον ίδιο τον θεό, όπως διαβάζεται και στο κατά Ιωάννην 4, 24 “πνεύμα ο θεός”. Το πνεύμα και η Αγιότης αποτελούν την Ουσία αυτού του Ίδιου του θεού, αυτού που τον χαρακτηρίζει σαν θεό.
Έτσι λοιπόν προσπαθώντας να γνωρίσουμε κάτι από το Άγιο Πνεύμα, ξεκινώντας από τα ονόματά του, φτάνουμε ακριβώς στην αντίθετη πλευρά στην οποία αποδεικνύεται το Άγιο Πνεύμα άγνωστο. Και εδώ ακριβώς ο Αυγουστίνος βλέπει την Ιδιαιτερότητα του Αγίου Πνεύματος. Εάν ονομάζεται μέσω αυτού που είναι το θείο του θεού, αυτού που είναι κοινό στον Πατέρα και στον Υιό, αυτό ακριβώς σημαίνει πως η Ουσία του είναι ακριβώς αυτή, να είναι η κοινωνία (communio) ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό! Η Ιδιαιτερότης του Αγίου Πνεύματος είναι ξεκάθαρα το γεγονός ότι είναι η κοινή πραγματικότης ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό. Η μοναδική του Ιδιαιτερότης είναι να είναι ενότης. Έτσι λοιπόν είναι αυτή η γενική ονομασία “Άγιο Πνεύμα” ο πιο ταιριαστός τρόπος, μέσα στη γενικότητά του, να εκφραστεί εντελώς παράδοξα αυτό που έχει απολύτως Ιδιαίτερο, που είναι ακριβώς η κοινότης.
Από αυτή την ανάλυση προκύπτει κάτι πολύ σημαντικό: η σύνθεση του Πατρός και του Υιού σε μια τέλεια ενότητα δεν θεωρείται σαν μια γενική ομοουσιότητα, αλλά σαν κοινωνία (communio), όχι δηλαδή σαν μια ουσία με την μεταφυσική της έννοια, αλλά λόγω των προσώπων, σύμφωνα και με την φύση του θεού, η σύνθεση είναι κι’ αυτή προσωπική. Στην Τριάδα η Δυάς στρέφεται προς την ενότητα χωρίς να καταργεί τον διάλογο, ο οποίος αντιθέτως δυναμώνει. Μια ξανασύνθεση στην ενότητα, η οποία δεν θα ήταν και αυτή με την σειρά της πρόσωπο, θα διέλυε τον διάλογο των δύο προσώπων. Το πνεύμα είναι το πρόσωπο καθώς είναι ενότης, η ενότης καθώς είναι πρόσωπο!
Ο ορισμός του πνεύματος σαν Communio, που συνέλεξε ο Αυγουστίνος από την έκφραση “Άγιο Πνεύμα”, έχει βασικά εκκλησιολογική σημασία καθώς ανοίγει την πνευματολογία στην εκκλησιολογία και αναλόγως ξεκαθαρίζει την σχέση εκκλησιολογίας και θεο-λογίας! Να γίνεις Χριστιανός σημαίνει να γίνεις Communio και τοιουτοτρόπως την είσοδο στον ουσιώδη τρόπο υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτόν τον λόγο όμως αυτό μπορεί να συμβεί μόνον μέσω του Αγίου Πνεύματος, που είναι η αρετή της κοινωνίας, η δύναμις που μεσιτεύει, την προσφέρει και την κάνει δυνατή, και καθ’ εαυτή, είναι πρόσωπο και αυτή η ίδια!
Το πνεύμα είναι η ενότης την οποία δωρίζει ο θεός στον εαυτό του, στην οποία δωρίζεται στον εαυτό του, στην οποία Πατήρ και Υιός δωρίζονται μεταξύ τους. Η παράδοξη Ιδιαιτερότητά του είναι πως είναι communio, πως διαθέτει την υπέρτατη ταυτότητα του προσώπου ακριβώς επειδή υπάρχει ολόκληρο στην κίνηση της ενότητος. ΄Ετσι συμπεραίνεται εύκολα πως “πνευματικό” συνεπάγεται πάντοτε “ενοποιόν”, “κοινωνούν”!

.... Στις αρχές του ΧΧ αιώνος ο Harnack έγραψε το έργο «ουσία του Χριστιανισμού». Ένα βιβλίο που προτείνει μια μορφή Χριστιανισμού γεμάτο με την υπερηφάνεια και την αισιοδοξία του ορθολογισμού, σύμφωνα με τα οποία ο Φιλελευθερισμός είχε ξεκαθαρίσει το πρώτο πιστεύω. Μια βασική θέση αυτού του βιβλίου είναι η εξής "Όχι ο Υιός, αλλά μόνον ο πατήρ πρέπει να παραμείνει στο Ευαγγέλιο, ακριβώς όπως ο Υιός το ανακοίνωσε» πόσο απλό ακούγεται, πόσο απελευθερωτικό! Διότι ενώ η Ομολογία πίστεως στον Υιό χώρισε -Χριστιανούς από όχι-Χριστιανούς, Χριστιανούς διαφορετικών ομολογιών μεταξύ των- η γνώση του Πατρός μπορεί αντιθέτως να ενώσει. Ενώ ο Υιός ανήκει σε λίγους, ο πατήρ ανήκει σε όλους και όλοι ανήκουν σ' Αυτόν. Ενώ η πίστη χώρισε, η αγάπη μπορεί να ενώσει. Ο Ιησούς εναντίον του Χριστού, πράγμα που σημαίνει εγκαταλείπουμε το δόγμα και συνεχίζουμε με την φιλανθρωπία".