Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» με βάση τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (38)

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ: ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

π. Χρίστος Μαλάης

Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» με βάση τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά


ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» 
στο θεολογικό έργο του αγ. Γρηγορίου Παλαμά


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ

6.1 Η αναλογία και το μοναδικό μεθόριο μεταξύ κτιστής και ακτίστου φύσεως
(Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» στη θεολογία περί της Θεοτόκου ως του μόνου αληθινού προτύπου της θεώσεως)
Ο νους, όταν απομακρυνθεί από το Θεό και περιπλακεί στην αναζήτηση των αισθητών πραγμάτων, τότε είναι άρρωστος και για να θεραπευτεί πρέπει να ελευθερωθεί από την υποδούλωση στα κτιστά1. Πρέπει να συμβεί η λήθη των κάτω, η απόθεση όλων των νοημάτων και στη συνέχεια η μύηση στα άνω2. Αυτό λέγεται ησυχία του νου, «καθ’ ἡσυχίαν ἀγωγή» και «ἱερά ἡσυχία»3. Αποκτώντας ο άνθρωπος την ψυχική του υγεία διά της ιερής ησυχίας φθάνει στη θεωρία, διά της οποίας «θεοποιεῖται». Ως βάση της ησυχαστικής ζωής, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, προβάλλει τη ζωή της Υπεραγίας Θεοτόκου, ιδιαιτέρως κατά την αφιέρωσή της στο Ναό και την είσοδο στα άγια των αγίων4. Η Παναγία Θεοτόκος «μόνη μεθόριόν ἐστι κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως, καὶ οὐδεὶς ἄν ἔλθῃ πρὸς Θεόν, εἰ μὴ δι’ αὐτῆς τε καὶ τοῦ ἐξ αὐτῆς τεχθέντος μεσίτου· καὶ οὐδὲν ἄν ἐκ τοῦ Θεοῦ τῶν δωρημάτων, εἰ μὴ διὰ ταύτης, γένοιτο καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις»5. Ο καρπός της κοιλίας της είναι το μεγαλείο και η δόξα της. «Θεοῦ καὶ παντὸς ἀνθρωπείου γένους στᾶσα μεταξύ, τὸν μὲν Θεὸν ἐποίησεν υἱὸν ἀνθρώπου, υἱοὺς δὲ Θεοῦ τούς ἀνθρώπους ἀπειργάσατο. Μόνη δ’ αὕτη μήτηρ μὲν ἐκ φύσεως ὑπὲρ πᾶσαν φύσιν ἀναπέφηνε Θεοῦ, βασιλὶς δὲ παντὸς ἐγκοσμίου καὶ ὑπερκοσμίου κτίσματος ὑπῆρξε τῷ ἀφράστῳ τόκῳ»6. Δια της Θεοτόκου έγινε ο ανακαινισμός του ανθρωπίνου γένους, αφού διαμέσου της ανοίχτηκαν οι πύλες του ουρανού7. «Θεομήτωρ ἐχρημάτισας· ἥνωσας τὸν νοῦν Θεῶ· ἥνωσας Θεὸν σαρκί...κατήλλαξας τὸν κόσμον τῶ τοῦ κόσμου ποιητῆ· ἔργοις ἐδίδαξας ἡμᾶς ὅτι τὸ θεωρεῖν οὐκ αἰσθήσει μόνον ἤ καὶ λογισμῳ τοῖς ὄντως προσγίνεται ἀνθρώποις...ἀλλὰ πολλῳ μᾶλλον τῇ τοῦ νοῦ καθάρσει καὶ τῇ τῆς θείας χάριτος μεθέξει, καθ’ ἥν οὐ λογισμοῖς, ἀλλ’ ἐπαφαῖς ἀΰλοις τοῖς θεοειδέσιν ἐντρυφῶμεν κάλλεσιν»8.

6.1.1 Η αναλογία των αισθητών και των πνευματικών διαστάσεων.
«Καθάπερ εἴ τις ἐπιχειρεῖ τῶν ἄστρων ἅπτεσθαι χειρί, κἄν εὐμήκης ᾖ, κἄν ὑπὲρ τοὺς ἄλλους ἀνατείνῃ τὴν χεῖρα, τοῖς πολλοῦ δέουσι τοῦ κατὰ σῶμα μεγέθους, μικροῦ τοσοῦτον, οὐδ’ ὅσον εἰς λόγον ἥκειν, ἐπίσης ἀπέχει τῶν αἰθερίων ὑψωμάτων ἐκείνων, οὕτω κἀν τοῖς ὑπὲρ πράγμασιν ἐλλόγιμοι τῶν μὴ τοιούτων ἀξιολόγῳ μέτρῳ πρὸς τὸ λέγειν οὐδὲν ἀμείνους»9. Όσο απέχει ο άνθρωπος από τα άστρα και τον ουρανό, τόσο απέχει και ο λόγος του ανθρώπου από εκείνα που είναι υπεράνω κάθε λόγου, όσο λόγιος και μορφωμένος κι αν είναι ο άνθρωπος αυτός. Η αχανής απόσταση που χωρίζει τον άνθρωπο από τον ουρανό, παρά τις όποιες αισθητές διαστάσεις του, μπορεί να απεικονίσει αναλογικά την άπειρη απόσταση που χωρίζει τον ανθρώπινο λόγο από τα υπέρ λόγο, παρά την όποια μόρφωση και πνευματική οξυδέρκεια του. Η σύγκριση ανάμεσα στην αισθητή απόσταση ανθρώπου και ουρανού, χρησιμοποιείται από τον άγ. Γρηγόριο Παλαμά ως παράδειγμα για την όσο το δυνατό πιο παραστατική απεικόνιση της άπειρης απόστασης που χωρίζει τον ανθρώπινο λόγο από τα πράγματα που βρίσκονται πάνω από το λόγο. Η αναλογία ανάμεσα στα αισθητά και στα πνευματικά πράγματα είναι σε θέση να φανερώσει ότι ο άνθρωπος δε μπορεί να συλλάβει από μόνος του τα θεία, παρά τις όποιες φυσικές ή νοητικές ικανότητές του. Μόνο έτσι, συνεχίζει, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ακόμη και όταν συνενωθούν όλοι όσοι διασώθηκαν από τον Χριστό και γίνουν ένα στόμα, πάλι είναι αδύνατο να προσφέρουν κατάλληλο ύμνο και δόξα σε εκείνην που αξιώθηκε να γίνει μητέρα του δημιουργού10. «Οὐ γὰρ ἔστι τὰ σὰ λογισμοῖς καὶ λόγοις ὁρίζειν· πάντα γὰρ ὑπερβαίνει καὶ νοῦν καὶ λόγον»11.

6.1.2 Η αναλογία του λαμπτήρα και της θεοφόρου λυχνίας
Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, θέλοντας να φανερώσει γιατί δεν είναι δυνατό κανείς να έλθει προς το Θεό παρά μόνο διαμέσου της Θεοτόκου Μαρίας, την παρομοιάζει με λυχνία και τη συγκρίνει αναλογικά με τις κοινές λυχνίες που χρησιμοποιούμε όλοι στην καθημερινή μας ζωή12. «Ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τῶν ἐπὶ γῆς λαμπτήρων ὑελίνων ἤ τινος ἑτέρου τῶν διαφανῶν πεποιημένων οὐκ ἔνι πρὸς τὸ φῶς ἰδεῖν οὐδὲ τῆς ἐκεῖθεν ἀκτῖνος μετασχεῖν, εἰμὴ διὰ μέσου τοῦ λαμπτῆρος, οὕτω καὶ πᾶσιν ἀνέφικτος ἡ πρὸς Θεὸν ἀνάνευσις καὶ ἡ παρ’ αὐτοῦ προς τι τῶν ἁπάντων πρόοδος, εἰ μὴ διὰ τῆς θεοφόρου ταύτης καὶ θεαυγοῦς ὡς ἀληθῶς λυχνίας, τῆς Ἀειπαρθένου, γένοιτο»13. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τους κοινούς λαμπτήρες, των οποίων το φως είναι αδύνατο να μεταδοθεί σε μας παρά μόνο διαμέσου του γυαλιού το οποίο τους περιβάλλει, αναλόγως συμβαίνει και με τη θεωρία του Θεού, της οποίας το φως είναι αδύνατο να μεταδοθεί σε μας παρά μόνο διαμέσου της Θεοτόκου, η οποία φέρει μέσα της η ίδια το Θεό. Η αναλογία ανάμεσα στον κοινό λαμπτήρα και στη Θεοτόκο ως θεοφόρο λυχνία, μπορεί να φανερώσει κατ’ αυτό τον τρόπο την τεράστια σημασία που έχει για μας τους χριστιανούς η Υπεραγία Θεοτόκος, ως πρότυπο στην προσπάθειά μας να φτάσουμε στο ύψος της θείας θεωρίας14. Όπως είναι αδύνατο να μεταδοθεί το φως του λαμπτήρα χωρίς την παρουσία του γυαλιού που το περιβάλλει, άλλο τόσο αδύνατο είναι για τον πιστό να ατενίσει το Θεό, χωρίς να οδηγηθεί σ’ Αυτόν διαμέσου της Θεοτόκου Μαρίας. Χρησιμοποιώντας απλές εικόνες από την καθημερινή ζωή, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, επιτυγχάνει να μεταδώσει υψηλά νοήματα με τρόπο που είναι προσιτός ακόμη και στον πιο αμόρφωτο και απαίδευτο άνθρωπο, με σκοπό να τον μυήσει στα απόρρητα μυστήρια της πίστεως.

6.1.3 Η αναλογία και το μέτρο της εκάστου καθαρότητας
Κάθε πρόοδος θείας φωτοφάνειας, κάθε αποκάλυψη θείων μυστηρίων και κάθε ιδέα πνευματικών χαρισμάτων είναι αδύνατο να χωρέσει στον άνθρωπο χωρίς εκείνη διαμέσου της οποίας ο Κτίστης επεδήμησε στον κόσμο15. Πρώτη η Θεοτόκος δέχεται το πλήρωμα του πληρούντος τα σύμπαντα και αυτή τότε το καθιστά χωρητόν προς όλους «νέμουσα πρὸς δύναμιν ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἀναλογίαν καὶ τὸ μέτρον τῆς ἑκάστου καθαρότητος»16. Η αναλογία αυτή και το μέτρο της εκάστου καθαρότητας καθορίζει την πρόοδο της θείας φωτοφάνειας και της μετοχής στα πνευματικά χαρίσματα και στα άρρητα μυστήρια, όχι κατά φυσική ενέργεια ή διανοητική ικανότητα, αλλά διαμέσου της Θεοτόκου, η οποία καθιστά σε όλους χωρητό τον αχώρητο από όλα μαζί τα σύμπαντα17. Διότι αυτή «εἶναι καὶ ταμεῖον καὶ πρύτανις τοῦ πλούτου τῆς θεότητος»18. Ο καθένας μπορεί να μετάσχει στον πλούτο της θεότητος ανάλογα με το μέτρο εκείνης της καθαρότητας, η οποία φέρνει το Θεό κοντά του διαμέσου της υπέραγνης Θεοτόκου Μαρίας19. Η αναλογία της εκάστου καθαρότητας αποτελεί μία βιωματική κατάσταση κατά την οποία η Θεοτόκος γίνεται η αιτία ώστε να κατοικήσει μέσα στον άνθρωπο όλος ο πλούτος της θεότητας.

6.1.4 Η αναλογία της μετοχής στο θείο έρωτα
Οι ανώτατες Χερουβικές ιεραρχίες προσβλέπουν διαρκώς προς τη Θεοτόκο, σ’ αυτήν έχουν την πεποίθησή τους, και όσο περισσότερο επιθυμούν την φωτοχυσία που τελείται διαμέσου της τόσο περισσότερο από όλους έχουν καταληφθεί από τον προς αυτήν πόθο ανατατικώς20. Κατά τον ίδιο τρόπο και όλες οι κάτω από αυτές νοερές δυνάμεις «ἀναλόγως τοῦ τε θείου ἔρωτος μετέχειν καἰ τῆς δι’ αὐτῆς θεαρχικῆς αὐγῆς»21. Η μετοχή των κατώτερων νοερών δυνάμεων στο θείο έρωτα και στην θεαρχική αυγή είναι ανάλογη με τον πόθο και την ανατατική τους όψη προς τη Θεοτόκο, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις ανώτατες Χερουβικές ιεραρχίες. Τόσο στις ανώτερες όσο και στις κατώτερες νοερές ιεραρχίες, η μετοχή στο θείο έρωτα και στο άκτιστο φως της θεότητας είναι ανάλογη προς την πεποίθηση και τον ανατατικό πόθο που έχουν προς τη διαμέσου της Θεοτόκου τελούμενη φωτοχυσία. «Ἐπεὶ γὰρ καὶ τοῦτο νόμιμον αἰώνιον ἐν οὐρανοῖς διὰ τῶν μειζόνων τοὺς ἐλάττους μετέχειν τοῦ ἐπέκεινα τοῦ ὄντως ἱδρυμένου, μείζων δ’ ἀσυγκρίτως ἁπάντων ἡ Παρθενομήτωρ, δι’ αὐτῆς μεθέξουσιν, ὅσοι δὴ μετέχουσι, Θεοῦ»22. Η αναλογία της ιεραρχίας των νοερών δυνάμεων χρησιμοποιείται σ’ αυτό το σημείο ως απόδειξη ότι η μετοχή στο φως της θεότητας γίνεται διαμέσου της Θεοτόκου και με κανένα άλλο τρόπο. Χωρίς να απορρίψει την αναλογική μετοχή των ουρανίων ιεραρχιών στο φως της θεότητας, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, παρεμβάλλει πολύ διακριτικά τη μεσολάβηση ενός άλλου πολύ βασικού παράγοντα για την επίτευξη της θεώσεως: την ανατατική προσήλωση στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου23.
Βασικότερη πλέον προϋπόθεση μετοχής στο φως της θεότητας για τις νοερές δυνάμεις δεν είναι η αναλογία της ιεραρχίας αλλά η μίμηση του τρόπου ζωής της Θεοτόκου. Το ίδιο ακριβώς και για τους ανθρώπους, οι οποίοι «κατὰ τὸ μέτρον τοῦ πρὸς τὴν ὄντως θεοειδῆ Παρθένον ταύτην ἀπαθοῦς καὶ θείου πόθου καὶ τοῦ ἀύλου καὶ ἀλήκτου ἔρωτος καὶ τῆς ἀκροτάτης καὶ εἰλικρινοῦς ἐφέσεως καὶ ἡ στάσις ἓψεται καὶ ἡ τοῦ θείου φωτισμοῦ τρανότης»24. Ο θείος πόθος και ο άυλος έρωτας προς την αληθινά θεοειδή παρθένο αποτελεί το μέτρο και την αναλογία της προς το Θεό ειλικρινούς εφέσεως και της καθαρότητας του θείου φωτισμού.
(Συνεχίζεται)
Σημειώσεις
 1. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, ὀμιλία ΝΓ’, 48, Εἰς τὴν πρὸς τὰ ἅγια τῶν ἀγίων εἴσοδον καὶ τὸν ἐν αὐτοῖς θεοειδὴ βίον τῆς Πανυπεράγνου Δεσποίνης ἡμῶν θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1986, τόμ. 11, σελ. 322.
2. Ὀμιλία ΝΓ’, 51, ό.π., σελ. 328.
3. Ὀμιλία ΝΓ’, 52, ό.π., σελ. 328.
4. Κατά την παράδοση της Εκκλησίας, η Θεοτόκος αφιερώθηκε τριών ετών στο Ναό και μόνο αυτή εισήλθε στα άγια των αγίων, όπου εισερχόνταν μία φορά το χρόνο ο Αρχιερέας και παρέμεινε εκεί μέχρι το χρόνο της μνηστείας της με τον Ιωσήφ. Ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς αφιέρωσε δύο λόγους στην εορτή των Εισοδίων, στους οποίους περιγράφει την παραμονή της στο Ναό και τη ζωή που ακολούθησε για να φτάσει στη θέωση. Στο δεύτερο λόγο περιγράφεται ο τρόπος της θεώσεως, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον ησυχαστικό τρόπο ζωής. Η Παναγία προβάλλεται ως πρότυπο του γνήσιου ησυχασμού. Με την περιγραφή της παραμονής της Θεοτόκου μέσα στο ναό, ταυτόχρονα περιγράφεται και η ζωή του πραγματικού ησυχαστή, έτσι όπως την έχει βιώσει μέσα από την προσωπική του εμπειρία, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς. Πρβλ. π. Ι. ΒΛΑΧΟΥ, Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς ὡς ἁγιορείτης, Ι. Μ. Γενεθλιου Θεοτόκου, Αθήνα 1992, σελ. 285-286.
5. Ὀμιλία ΝΓ’, 37, ό.π., σελ. 308. Στη Δύση αντίθετα, ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ υποστήριζε ότι τα κτιστά μπορούν να μετάσχουν με φυσικό τρόπο στα άκτιστα, αρκεί να τηρείται η τάξη και ιεραρχία που τους αναλογεί (Summa Theologica I, 13, 10, ό.π., σελ. 219). Η γεφύρωση του ακτίστου με το κτιστό, στη θεολογία του Ακινάτη, δε γίνεται διαμέσου της ενανθρώπησης του Χριστού στην κοιλία της Παρθένου, όπως ισχύει για την ορθόδοξη θεολογία του αγ. Γρηγορίου Παλαμά. Η γέφυρα αυτή, για τον Ακινάτη, υπήρχε έτσι κι αλλιώς από τότε που ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και το γεγονός της ενανθρώπησης του Χριστού είναι κάτι ανεξάρτητο απ’ αυτό. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο JOOST VAN ROSSUM, Deification in Palamas and Aquinas, SVTQ, 47:3-4 (2003), σελ. 381, στην οδό της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό, η παρουσία του Ιησού κατέχει κατ’ αυτό τον τρόπο, θέση υποβοηθητική και στην καλύτερη περίπτωση ανανεωτική.
6. Ὀμιλία ΝΓ’, 6, ό.π., σελ. 268.
7. Ὀμιλία ΝΓ’, 21, ό.π., σελ. 286.
8. Ὀμιλία ΝΓ’, 62, ό.π., σελ. 342.
9. Ὀμιλία ΝΓ’, 1, ό.π., σελ. 260.
10. Ομιλία ΝΓ’, 2, ό.π., σελ 262 . Σύμφωνα με το ΦΙΛΟΘΕΟ ΚΟΚΚΙΝΟ, Βίος ἁγ. Γρηγορίου Παλαμά, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 44-46, 48-50, 80-84, 140-142, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, έθρεφε πολυ μεγάλη αγάπη προς την Παναγία γιατί αισθανόταν στη ζωή του ότι ήταν προστατευόμενός της. Από τη μικρή του ηλικία δόθηκε από τον πατέρα του στην προστασία της Θεοτόκου. Πράγματι κατά την παιδική του ηλικία ο άγιος ζητώντας τη βοήθεια της Θεοτόκου κατάφερνε να υπερβεί κάθε του πρόβλημα. Μετά την έλευση του στο Άγιο Όρος, ο άγιος προσευχόταν αδιάλειπτα στη Θεοτόκο, ώσπου πληροφορήθηκε με θείο όραμα ότι η Θεοτόκος θα ήταν βοηθός και σύμμαχός του, στον παρόντα και στο μέλλοντα αιώνα. Όταν προσευχόταν κάποτε για τον εαυτό του και για τη συνοδεία του στην Παναγία, εμφανίστηκε η ίδια η Θεοτόκος με πολλούς επιφανείς αγίους, στους οποίους έδωσε εντολή να εξυπηρετούν τον Γρηγόριο και τη συνοδεία του. Για την αναγνώριση του ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ως αγίου, βλ. Δ. ΤΣΑΜΗ, Ὀ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η Εποχή του, ΠΘΣΓΠ, ό.π., σελ. 66-67.
11. Ὀμιλία ΝΓ’, 13, ό.π., σελ.276 .
12. Σύμφωνα με τον π. Γ. ΦΛΟΡΟΦΣΚΥ, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Αρτος Ζωής, Αθήνα 1973, σελ. 133-4, η Θεοτόκος είχε ξεχωριστεί από την προαιώνια βουλή του Θεού, αλλά αυτός ο διαχωρισμός δεν καταστρέφει την ουσιαστική της αμοιβαιότητα με την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα της «ασπόρου συλλήψεως», προτείνει μία μονομερή και εντελώς ανεπαρκή διδασκαλία περί προπατορικού αμαρτήματος, διότι τα «προνόμοια» της θείας μητρότητας δεν εξαρτώνται από την απαλλαγή από το προπατορικό αμάρτημα. Το πλήρωμα της χάριτος επισωρεύθηκε αληθώς στην Παρθένο και η προσωπική της καθαρότητα διατηρήθηκε με τη συνεχή αρωγή του Πνεύματος. Η Μαρία είχε τη χάρη της ενσαρκώσεως σαν Μητέρα του ενανθρωπήσαντος, αλλά αυτό δεν ήταν ακόμη η «πλήρης» χάρη, αφού η απολύτρωση δεν είχε ακόμη συντελεσθεί. Η βαθύτερη εμπειρία της Μητέρας του Κυρίου είναι κρυμμένη από εμάς και κανείς ποτέ δεν είναι δυνατό να το συμμερισθεί λόγω της φύσεώς του. Σ’ αυτό οφείλεται η σιωπή της Εκκλησίας στην «μαριολογία». Η Εκκλησία μιλάει γι’ αυτή μάλλον σε μία γλώσσα ιερής ποιήσεως, σε μία γλώσσα αντινομικών μεταφορών και εικόνων.
13. Ὀμιλία ΝΓ’, 37, ό.π., σελ.308
14. Η αναλογία της θεοφόρου λυχνίας δεν υποδηλώνει ότι η Θεοτόκος αποτελεί κάποιο μεταφυσικό «ενδιάμεσο» διά του οποίου ο Θεός παρέχει τη χάρη του στους ανθρώπους, αλλά ότι ο άνθρωπος μπορεί να δεχτεί τη θεία χάρη μόνο όταν ζει κατά το πρότυπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η ιστορία της υπερτίμησης του ρόλου της Θεοτόκου κατά το έργο της θείας Οικονομίας είναι πολύ παλιά. Σύμφωνα με τον ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟ, Περὶ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, εκδ. Ν. Παναγόπουλος, Αθήνα 1997 (πρώτη έκδοση 1901), σελ. 20, κατά τον Γ’ αι. «ἀνεφάνησαν ἔν τισι χώραις, ἔνθα εὐάριθμοι χριστιανοὶ συνώκουν μετὰ πολυαρίθμων ἐθνικῶν, κακόδοξοί τινες, οἴτινες ἀνήγαγον τὸν πρὸς τὴν Θεοτόκον σεβασμὸν εἰς λατρείαν καὶ ἀπένειμαν τῆ Παρθένω Μαρία ἰσόθεον τιμὴν κατὰ μίμησιν τῶν ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν λατρευομένων γυναικείων θεοτήτων. Ἡ κακόδοξος αὕτη αἵρεσις ἐπεκλήθη Κολλιριδιανῶν διὰ τοῦς πλακοῦντας ἤ κολλυρίδας, ἅς ὡς θυσίαν προσέφερον καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν ἐπὶ δίφρου καὶ οὑς ἔπειτα ἔτρωγον». Τα ακριβώς αντίθετα υποστήριζε η αίρεση των «Ἀντιδικομαριανιτῶν». «Τὰς αἱρέσεις ταύτας ἡ Ἐκκλησία κατεδίκασε καὶ κατέκρινε, καὶ εὐκρινῶς διετύπωσε τὴν ὀρθὴν καὶ ἀσφαλῆ αὑτῆς δόξαν, καθ’ ἥν τὴν ἀειπάρθενον κόρην ὡς Θεοτόκον ὀφείλομεν νὰ τιμῶμεν, οὐχὶ δὲ ὡς Θεὸν νὰ προσκυνῶμεν».
15. Ὀμιλία ΝΓ’, 39, ό.π., σελ.310.
16. Ὀμιλία ΝΓ’, 39, ό.π., σελ.310.
17. Κατά τον Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, Παλαμικά, ό.π., σελ. 233, «ἔχων ὁ ἄνθρωπος καθαρὰν τὴν καρδίαν του ἀπὸ παντὸς πάθους καὶ ἀνείδεον τὸν νοῦν του διὰ τῆς ἀφαιρέσεως πάσης ἐννοίας καὶ σκέψεως, παρίσταται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀσκῶν τὴν καθαρὰν προσευχήν. Ἡ προσευχή αὕτη ἀποτελεῖ τὸ ἐπιστέγασμα καὶ τὴν κορωνίδα παντὸς ἄλλου εἴδους προσευχῆς, ὄχι ὅμως καὶ τὸ τέρμα τῆς πνευματικῆς προόδου καὶ ἀναβάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Μετὰ τὴν καθαρὰν προσευχὴν ἀκολουθεῖ ἡ θεωρία καὶ ἡ μυστικὴ ἐμπειρία τῶν ἀπορρήτων μυστηρίων τοῦ Θεού. Τὸν τέλειον τύπον τῆς πνευματικῆς ἀναβάσεως πρὸς τὸν Θεὸν προβάλλει ὁ Παλαμᾶς εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία οὕτως ἀντικαθιστᾶ καὶ ὑπερβάλλει τὸ πρόσωπον τοῦ Μωυσέως, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλει προηγουμένως ἡ πατερικὴ παράδοσις».
18. Ὀμιλία ΝΓ’, 39, ό.π., σελ.310.
19. Προσπαθώντας να εξάρουν την καθαρότητα και την αγνότητα της Θεοτόκου, οι Ρωμαιοκαθολικοί ανέπτυξαν τη διδασκαλία περί «αμώμου συλλήψεως», κατά την οποία η Μητέρα του Θεού τη στιγμή της συλλήψεώς της έμεινε αμόλυντη από το προπατορικό αμάρτημα και με τη χάρη του Θεού τέθηκε σε μία κατάσταση όπου ήταν αδύνατο για αυτή να αμαρτήσει. Για πρώτη φορά ο ηγούμενος του Κόρβεϋ Πασχάσιος Ραδβέρδος, εξέφρασε την άποψη ότι η Αγία Παρθένος είχε συλληφθεί δίχως προπατορικό αμάρτημα. Αρχικά υπήρχε διάσταση απόψεων ανάμεσα στους θεολόγους της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ και ο ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ του ΚΛΑΙΡΒΟ, επέκριναν αποφασιστικά την άποψη αυτή. Ο DUNS SCOTUS και οι μαθητές του, ωστόσο, την υπερασπίστηκαν. Οι πάπες μέχρι τον Sixtus IV, παρέμειναν μακριά από αυτές τις διαφορές. Ο συγκεκριμένος πάπας απαγόρευσε την καταδίκη όσων πίστευαν σ’ αυτήν, αλλά δεν αποφάσισε να διακηρύξει ότι αυτή είναι αμετάκλητη διδασκαλία της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Η απόκλιση των δυτικών θεολόγων σε αφηρημένες απόψεις που οδηγούσαν μόνο σε μία φαινομενική αλήθεια, σε συνδυασμό με την διάθεση των ανθρώπων να εξάρουν με υπερβάλλοντα ζήλο την τιμή τους προς την ουράνια μεσίτρια, οδήγησε στη ανακήρυξη της διδασκαλίας περί «αμώμου συλλήψεως» της Θεοτόκου σε επίσημο δόγμα της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, το 1854, από τον πάπα Pius IX. Η Παρθένος Μαρία εξυψώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο σε κατάσταση ισότητας με το Θεό. Όπως ρητά τονίζει ο ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ, Ἡ τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εκδ. Μυριόβιβλος, Αθήνα 2006, σελ. 66, «ἡ ρωμαιοκαθολικὴ ἐκκλησία, στὶς προσπάθειές της νὰ ἐξυψώσει τὴν Ὑπεραγία Παρθένο, βαδίζει πρὸς τὸ μονοπάτι τῆς πλήρους θεοποίησής της». Η διδασκαλία ότι η Παναγία εξαγνίστηκε πριν από τη γέννησή της, έτσι ώστε από αυτή να γεννηθεί ο Χριστός, είναι χωρίς νόημα. Εάν ο Χριστός μπορούσε να γεννηθεί μόνο εάν η Παρθένος μπορούσε να γεννηθεί αγνή, θα ήταν απαραίτητο και οι γονείς της επίσης να ήταν αγνοί από το προπατορικό αμάρτημα. Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω θα έπρεπε όλοι οι πρόγονοι του Χριστού μέχρι τον Αδάμ να ήταν αγνοί, γεγονός που καθιστά την ενσάρκωση του Υιού του Θεού δίχως νόημα. Επίσης, εάν ο Θεός είχε εξαγνίσει την Παναγία πριν από τη γέννησή της τότε θα ήταν προκαθορισμένη η ζωή της και η απόφασή της να φέρει στα σπλάχνα της τον Υιό του Θεού δε θα ήταν πράξη ελευθερίας αλλά πράξη δουλείας. «Αὐτὴ ἡ διδασκαλία, ἡ ὀποία φαινομενικὰ ἔχει ὡς σκοπὸ τὴν ἐξύψωση τῆς Μητέρας του Θεοῦ, στὴν πραγματικότητα ἀρνεῖται τελείως ὅλες τις ἀρετές της» (ό.π., σελ. 77). «Ἡ προσπάθεια να ἐξυψωθεῖ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος σὲ ἰσότητα μὲ τὸ Χριστό, ἀποδίδοντας στὰ μητρικὰ βάσανα ἐνώπιον τοῦ Σταυροῦ ἴση σημασία μὲ τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ, σὰν νὰ ὑπέφεραν ἐξ ἴσου ὁ Λυτρωτής καὶ ἡ ‘‘Συν-Λυτρωτής’’ σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῶν παπικῶν ἤ ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση τῆς Παναγίας στὸν οὺρανὸ μαζὶ μὲ τὸ Θεάνθρωπο Ἰησοῦ αποκαλύπτουν ἀπὸ κοινοῦ τὴν πλήρη εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου, αποτελεῖ κενὴ ἀπάτη καὶ φιλοσοφικὴ ἀποπλάνηση» (ό.π., σελ. 79-80). Θεωρώντας τη Θεοτόκο ως το μόνο «μεθόριο» ανάμεσα στην κτιστή και στην άκτιστη φύση και προβάλλοντάς της ως το αληθινό πρότυπο του γνήσιου ησυχασμού, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς αποδίδει την πρέπουσα τιμή στην Παρθένο, φανερώνοντας ταυτόχρονα και τον τρόπο με τον οποίο το παράδειγμά της μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην αληθινή καθαρότητα και στη θέωση.
20. Ὀμιλία ΝΓ’ 39, ό.π., σελ.,312 «πρὸς αὐτὴν ὁρᾶν καὶ ταύτη πεποιθέναι τὰς ἀνωτάτω Χερουβικὰς ἱεραρχίας, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον τῶν ἁπάντων τοῦ πρὸς αὐτὴν ἀνατατικῶς ἠρτῆσθαι πόθου, καθ’ ὅσον καὶ μᾶλλον ἐφίενται τῆς δι’ αὐτῆς φωτοχυσίας καὶ τῆς τῶν ἀρρήτων καὶ θεαρχικῶν χαρίτων διαδόσεως».
21. Ὀμιλία ΝΓ’, 39, ό.π., σελ.312.
22. Ὀμιλία ΝΓ’, 40, ό.π., σελ.312.
23. Σύμφωνα με τον π. Ι. ΜΑΓΙΕΝΤΟΡΦ, Ἡ Βυζαντινή Κληρονομιά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εκδ. Ἁρμός, Αθήνα 1990, σελ. 239, ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, «θεώρησε ὅτι οἱ ‘‘ἱεραρχίες’’ τοῦ Διονυσίου περιέγραφαν τίς σχέσεις μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου ὅπως ἦταν στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅταν ὁ Θεός μιλοῦσε μόνο ‘‘διά τῶν ἀγγέλων’’ (Ἑβρ. 2,2). Μετά τον ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ, ὅμως ὁ Θεός ἔρχεται σέ ἄμεση κοινωνία μέ τήν ἀνθρωπότητα…Ἔτσι, ἡ κοινωνία μέ τό Θεό ἐν Χριστῶ εἶναι πραγματική καί ἄμεση. Δεν εἶναι, ὡστόσο, πανθεϊστική ἀπορρόφηση μέσα στο Θεῖο. Ὁ ἄνθρωπος ὄντας ‘‘ἐν Θεῶ’’ ἤ μάλλον ‘‘ἐν Χριστῶ’’ διατηρεῖ τήν πλήρη τοῦ ἀνθρωπότητα, τήν ἐλευθερία του, καί συμμετέχει σέ μιά διαδικασία πού δέν γνωρίζει τέλος, ἐπειδή ὁ Θεός, στήν ὑπερβατική του οὐσία, εἶναι ‘‘πάνω’’ ἀπό κάθε δεδομένη ἐμπειρία ἀπ’ Ἀυτόν». Βλ. επίσης του ιδίου, Notes sur l’ influence dionysienne en Orient, Studia Patristica 2, Texte und Untersuchungen 64, Berlin 1957, σελ. 547-522.
24. Ὀμιλία ΝΓ’, 39, ό.π., σελ.312.

Δεν υπάρχουν σχόλια: