Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (83)

Συνέχεια από Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2022

                                                HANS URS VON BALTHASAR
                                                 ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEOLOGIK)
                                                            Τρίτος Τόμος

                       ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ (DER GEIST DER WAHRHEIT)
(Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2) Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )  Johannes Verlag, 1987
                                                      4. ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ
                                          V. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ
                                                              ε) Θεολογία
                                                             ( 4η συνέχεια )


Μπορούμε λοιπόν άλλη μια φορά να πούμε, πως «αν η θεολογία δεν είναι προσευχή, δεν προκύπτει απ’ την προσευχή και δεν οδηγεί σ’ αυτήν, δεν ωφελεί σε τίποτα» (M. Barth). Η θεολογία ήταν αναμφίβολα «προσευχομένη» στους Πατέρες, στον Αυγουστίνο, τον Βέδα και τον Άνσελμο, καθώς και στην ανθούσα μοναχική θεολογία τού 12ου αιώνα μέχρι τον Μποναβεντούρα, αλλά και στους άλλους μεγάλους στοχαστές τής σύγχρονης εποχής, τον Πασκάλ, τον Κίρκεγκαρντ και τον Νιούμαν. Ήταν δε αναγκαίως και «ομολογιακή θεολογία» σε όλους αυτούς. Η «λογική» θεολογία, που δεν ξεκινά κατ’ αρχάς με τον Θωμά (Ακινάτη), αλλά έπρεπε να εξασκηθή, παράπλευρα τρόπον τινά, προς υπεράσπιση της πίστεως ενάντια στις αιρέσεις απ’ τους Πατέρες, και η οποία συνίσταται σε μια «κανονιστική» διασάφηση της εσωτερικής, ενιαίας υφής τής πίστεως (“sapientis est ordinare" – «είναι σοφό το να οργανώνεσαι»), δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ένα απαραίτητο προστάδιο προς την προσευχoμένη και ομολογιακή θεολογία· «αυτός ο αφηρημένος λόγος δεν μπορεί ωστόσο να προαχθή σε παράδειγμα ή σε κανόνα» για τη θεολογία (J. Macquarrie). Εφ’ όσον ο άνθρωπος είναι αυτός που ουσιαστικά αναζητεί (“fides quaerens intellectum” – «μια πίστη που ζητάμε να κατανοήσουμε») και ο Θεός που με βρίσκει πρέπει να συνεχίση να αναζητείται από εμένα (“ut inventus quaeratur immensus est” – «και η αναζήτηση αυτή δεν έχει τέλος» - Αυγουστίνος), αυτή η λογική προσπάθεια δεν μπορεί ποτέ να αποκλεισθή απ’ την προσευχομένη θεολογία (πρβλ. και όσα λέει ο Άνσελμος). Και δεν θά ’πρεπε να ξεκινά απ’ την ανθρώπινη «επιθυμία» (“desiderium”) ως το κεντρικό υπαρξιακό χαρακτηριστικό τού ανθρωπίνου πλάσματος, αλλά απ’ τη φωτιά, που ο θεϊκός λόγος έχει ανάψει εντός μας. Η θεολογία αυτή κατανοούσε γενικά τον εαυτό της ως “doctrina spiritus” («διδασκαλία τού Πνεύματος»), και ο άγιος Βερνάρδος έφτασε στο σημείο να διατυπώση επιγραμματικά, πως «δεν υπάρχει θεολογία χωρίς προσευχή», έστω κι αν γνωρίζη πως αυτή η προσευχομένη θεολογία περιλαμβάνει και τον ασκητικό κόπο, την “inquirendi difficultas” («τη δυσκολία τού να διερευνάς»). Ο κόπος όμως αυτός αφορά σε κείνο, το οποίο το Άγιο Πνεύμα έχει ήδη εκ των προτέρων παρουσιάσει στον αναζητητή. Γιατί το Πνεύμα είναι ο ζωτικός δεσμός μεταξύ Πατρός και Υιού, ανάμεσα στον Ορίζοντα και τον Λόγο, όπως αναφέραμε παραπάνω. Ο Υιός φανερώνει μέσα απ’ τον ασπασμό τής αγάπης, τον ασπασμό ο οποίος «δίνοντας αποκαλύπτει και αποκαλύπτοντας δίνει» (“dando revelat et revelando dat”), τον Πατέρα· η φανέρωση όμως μέσω τού Αγίου Πνεύματος δεν μας δίνει μόνο τη γνώση, αλλά ανάβει και τις καρδιές μας για την αγάπη… Η διδασκαλία τού Πνεύματος δεν κεντρίζει την περιέργεια, αλλά φλογίζει την αγάπη.

Η θεολογία αυτή είναι ουσιαστικά και στενώτατα συνδεδεμένη με τη (Θεία) Λειτουργία· συντάχθηκε μάλιστα κατά ένα της μέρος για να διαμορφώση ακριβώς τη Λειτουργία, ως θεολογική ποίηση των ύμνων. (Aς μη λησμονήσουμε εδώ το ότι η Λειτουργία στην Ανατολική Εκκλησία συνιστά πρακτικά το σύνολο της κατήχησης για τους πιστούς.) Όπως αυτό που είναι το πιο υψηλό και το πιο μυστικό εκφράζεται στον Πλάτωνα με τη μορφή τού μύθου, έτσι εκφράζεται στη χριστιανική θεολογία με τη μορφή τού λατρευτικού ύμνου. Ακόμα και η τελευταία και βαθύτερη διδασκαλία τού Ιησού καταλήγει στην αρχιερατική του προσευχή, όπου και ανακεφαλαιώνεται το σύνολο της «θεολογίας» του. Η δε ανθρώπινη απάντηση στη συνολική θεϊκή φανέρωση αυτής τής έσχατης αγάπης αναζητά να διευρυνθή σε έναν κατά το δυνατόν περιεκτικώτερο, πέρα από κάθε θεολογία τού λόγου, δοξασμό: η Λειτουργία προσκαλεί πράγματι σε συνεισφορά όλων τών υπολοίπων εκφραστικών δυνατοτήτων τού ανθρώπου, της μουσικής, αλλά και μιας αρχιτεκτονικής που «ενσωματώνει» κατάλληλα όλο το τελετουργούμενο (( Λείπει ως γνωστόν η αγιογραφία απ’ τους Λατίνους… )) · o Suger του St. Denis στοχάζεται και περιγράφει ως ένα «ολοκληρωμένο έργο τέχνης» την οικοδόμηση και τον εγκαινιασμό τής Εκκλησίας που εγκαθιδρύει ο ίδιος. Από το σημείο αυτό θα έπρεπε να ξεκινάμε και να σκεφτόμαστε, σοβαρώτερα απ’ ό,τι συμβαίνει ως επί το πλείστον με τους (σύγχρονους) θεολόγους, τη θεολογική εκφραστική δύναμη της τέχνης. Ενώ αναγνωρίζεται έτσι ταυτόχρονα ως αναγκαία και η πλειονότητα των (συγχρόνων) θεολογικών «αποτιμήσεων» και «προοπτικών»· κι επειδή το Πνεύμα καθιστά πάντοτε παρόντα τα θεολογικά «δεδομένα», ανοίγοντας και τον δρόμο για τη μελλοντολογική, εσχατολογική διάσταση κάθε θεολογίας, κι επειδή και κάθε παρελθούσα θεολογία ήταν κατ’ αυτόν τον τρόπο «οργανωμένη», δεν μπορεί και η ενασχόληση με την ιστορία τής θεολογίας να στρέφεται τελικά προς τα πίσω, αλλά μπορεί να είναι μόνον ένας διάλογος με στοχαστές και προσευχομένους υπό τη συνεχώς παρούσα κοινωνία τών αγίων, που είναι, συναθροισμένοι διαχρονικά εν Αγίω Πνεύματι, «βυθισμένοι» (( αν όχι και «βουλιαγμένοι» … )) στο παντοτινό μυστήριο του Θεού εν Ιησού Χριστώ (( Ένα απλό «αριστούργημα» μιας απελευθερωμένης διανοίας, που όλα τα μπορεί… )) . Η χριστιανική πίστη δεν είναι τελικά παρά μια εκκλησιαστικά κοινή ομολογία μπροστά στον κόσμο, που την καθιστά δυνατή το Άγιο Πνεύμα· κι επειδή η θεολογία δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ένας διευκρινιστικός στοχασμός και διαλογισμός (Meditation!) πάνω σ’ αυτήν την ομολογία, ώστε και εμείς να την κατανοήσουμε, και σε άλλους να την κάνουμε κατανοητή, δεν μπορεί παρά να εδράζεται, αλλά και να αναπτύσσεται κατάλληλα μόνο από το Άγιο Πνεύμα.

( Τέλος τού κεφαλαίου «ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ – Πνεύμα αντικειμενικό». Συνεχίζεται με το επόμενο κεφάλαιο, «Πνεύμα υποκειμενικό» ) (( Το Πνεύμα όπου ΘΕΛΩ πνει… ))

ΟΛΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ. Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΟΦΡΟΝΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 2η ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ. ΕΔΩ ΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΙΝΟΥΝ ΟΙ ΠΕΡΣΙΔΕΣ. Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΣ ΑΠΑΙΤΕΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ. Η ΕΚΛΟΓΙΚΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΕΤΥΠΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΩΝ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΧΙΤΩΝΩΝ.

Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα. Καὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση. ᾿Ενῶ ἡ γνώση μὲ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀπὸ τὴν πείρα καὶ μὲ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ παρέχει τὴν αἴσθηση, ἀπωθεῖ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ τὶς ἔννοιες.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. Πείρα λέγω τὴν ἴδια τὴ γνώση ἀπὸ τὴν ἐνέργεια, ποὺ πραγματοποιεῖται ἔπειτα ἀπὸ κάθε λόγο, καὶ αἴσθηση, τὴν ἴδια τὴ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ ἐκδηλώνεται ἔπειτα ἀπὸ ὅλη τὴ νοητικὴ διαδικασία. Κι ἴσως αὐτὸ διδάσκει μυστικὰ ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «εἴτε προφητεῖες εἶναι θὰ καταργηθοῦν, εἴτε ὁμιλίες σὲ διάφορες γλῶσσες θὰ πάψουν, εἴτε γνώσεις θὰ καταργηθοῦν»5, ἐννοώντας ὁλοφάνερα γιὰ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες.

(῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ. Τὸ ἀρχαῖο κείμενο: PG τ. 90, στλ. 620Β-625Β. Νεοελληνικὴ ἀπόδοσις: Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ ᾿Ασκητικῶν, Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)

Δεν υπάρχουν σχόλια: