Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (1)-επανάληψη

ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ
του Μπρούνο Φόρτε

α) Η εξορία της Τριάδος

Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΘΕΟΣ;
Αυτή η παράδοξη ερώτηση γεννιέται αυθόρμητα εάν υπολογίσουμε τον τρόπο με τον οποίο πολλοί χριστιανοί εικονίζουν τον θεό τους. Στον διάλογο μιλούν γι' Αυτόν αναφερόμενοι σ' ένα θείο πρόσωπο γενικώς, ως επί το πλείστον ταυτισμένο με τον Ιησού των Ευαγγελίων ή με ένα ουράνιο ον, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Στην προσευχή μιλούν μ' αυτόν τον αόριστο θεό, ενώ αισθάνονται παράξενο τον τρόπο με τον οποίο η λειτουργία παρουσιάζει την προσευχή του πατρός για τον Χριστό μέσα στο Άγιο πνεύμα. Παρακαλούμε τον θεό, αλλά δεν γνωρίζουμε να προσευχηθούμε μέσα στον θεό. Είναι αδιαφιλονίκητο το γεγονός πως πολλοί χριστιανοί, παρότι ομολογούν με ακρίβεια την πίστη τους στην Αγία Τριάδα, είναι μόνον μονοθεϊστές στην πρακτική θρησκευτική τους ζωή. Μπορούμε να τολμήσουμε να δηλώσουμε πως εάν έπρεπε να καταργήσουμε, σαν λάθος, το δόγμα της Τριάδος, ακόμη και μετά από μια τέτοια παρέμβαση, μεγάλο μέρος της χριστιανικής βιβλιογραφίας θα μπορούσε να παραμείνει αναλλοίωτο. Μπορούμε να έχουμε εύκολα σήμερα, την υποψία, πως για την κατήχηση της σκέψης και της καρδιάς (του συναισθήματος), αντιθέτως από την δημοσιευμένη κατήχηση, η αναπαράσταση τής ενσαρκώσεως εκ μέρους του χριστιανού δεν θα άλλαζε, ακόμη και αν δεν υπήρχε η Τριάδα. Εξάλλου είναι πλέον εδώ και καιρό διαδεδομένη η πεποίθηση, πως το τριαδικό μυστήριο είναι ένα θεολογικό θεώρημα, χωρίς πρακτική εφαρμογή. Ήταν ήδη πεπεισμένος ο Κάντ, στην εποχή του: από το δόγμα της Τριάδος, ερμηνευμένου κατά γράμμα, δεν είναι δυνατόν να εξάγουμε τίποτε για την πρακτική ζωή, ακόμη και αν πιστεύουμε πως το κατανοούμε, και ακόμη χειρότερα εάν αντιληφθούμε ποτέ, πως υπερβαίνει κάθε μας έννοια.

Στην ερώτηση "από τί εξαρτάται το γεγονός πως στην Δύση το μεγαλύτερο μέρος των Χριστιανών, λόγω της εμπειρίας και της πράξεως της ζωής των, είναι μόνον μονοθεϊστές;" ο Μόλτμαν απαντά επιβεβαιώνοντας πως "φαίνεται πως έχει πολύ μικρή σημασία τόσο στο δόγμα της πίστεως όσο και στην ηθική, πως ο Θεός είναι Ένας και Τριαδικός". Η Χριστιανική θεολογία, στην θεωρία, έχει διακρίνει τις αδυναμίες στην πράξη, χωρίς όμως να επηρεάσει αρνητικά την ίδια την πράξη. Εξάλλου η Χριστιανική θεολογία (οι διάφορες θεολογικές πραγματείες ) ασχολήθηκε με την Σωτηρία και την Δημιουργία, την ανθρωπολογία και την Χριστολογία, την αποκάλυψη και την Εκκλησία, τα μυστήρια και την Εσχατολογία, χωρίς να ενδιαφερθεί ποτέ της να σκεφτεί αυτές τις διαφορετικές πλευρές αφορμώμενη από τον συγκεκριμένο χριστιανό της πίστεως στον Τριαδικό θεό. Η ηθική ανεπτύχθη χωρίς καμία συνοχή με αυτό το μυστήριο, σχεδόν-σχεδόν σαν η χριστιανική πράξη να μην είναι η εφαρμογή στην ζωή της χριστιανικής ομολογίας στην Τριάδα, την οποία επικαλούμεθα τόσο συχνά στην αρχή κάθε μας πράξεως "Στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος". Αυτή η απομόνωση του Τριαδικού δόγματος από το υπόλοιπο δόγμα και από την ηθική δεν ξεπεράστηκε από τις περισσότερες σύγχρονες θεολογίες. Οι οποίες δεν κάνουν τίποτε άλλο από το επαναδιατυπώνουν αρχαίες πραγματείες, είτε πρόκειται για εμπνεύσεις και ανανεωτικές έρευνες, από την ερμηνευτική μέχρι την αφηγηματική θεολογία, και από την πολιτική θεολογία μέχρι την θεολογία της απελευθερώσεως. Δεν φαίνεται να παίζει κάποιον σημαντικό ρόλο, στο θεολογικό σύμπαν, το τριαδικό Ευαγγέλιο. Δεν είναι υπερβολικό να δηλώσουμε πως είμαστε ακόμη μπροστά σε μια εξορία της Τριάδος, από την θεωρία και την πράξη των Χριστιανών. Όμως αυτή ακριβώς η εξορία μας ωθεί να αισθανθούμε την νοσταλγία και αιτιολογεί την ωραιότητα μιας επιστροφής της τριαδικής πατρίδος στην θεολογία και στην ζωή.

β) Η επιστροφή στην "Τριαδική Πατρίδα"

Ως αιτία αυτής της Τριαδικής κενώσεως, η οποία μεταφράζεται σ' αυτόν τον -άσχετο με τον Χριστιανισμό- μονοθεϊσμό πολλών χριστιανών, μπορούμε να ανιχνεύσουμε την ανησυχία από την αντίδραση όλων εκείνων των κόσμων με τους οποίους ήλθε σε επαφή ο χριστιανός, από τον Ιουδαϊκό μέχρι τον Ελληνιστικό, την οποία πρόβαλλαν στην ανακοίνωση του Χριστιανικού Ευαγγελίου, ότι ο θεός ενανθρώπησε: πρόκειται ίσως για μια μετριοπαθή  φροντίδα να διασωθεί η θεότης του θεού. Η χριστιανική πίστη δεν παραιτήθηκε ποτέ της από την αγγελία που διατάραξε και προβλημάτισε την ανθρωπότητα, συνέχισε να ομολογεί -ακόμη και στις πιο επεξεργασμένες μορφές του δόγματος και της θεολογίας- την ανήκουστη ανθρωπότητα του θεού, που μας απεκαλύφθη στον Ιησού Χριστό. Αυτή η ομολογία όμως μετριάστηκε από την φροντίδα των χριστιανών για τις κουλτούρες που ευαγγελίστηκαν και έτσι το χριστολογικό και τριαδικό σκάνδαλο υπολογίστηκε στον ορίζοντα του μυστηρίου της θείας ενότητος. Αυτή η εξέλιξη είναι ιδιαιτέρως εμφανής στην Δύση, όπου τα μεγάλα συστήματα του Αυγουστίνου και του Ακινάτη, ξεκινούν από τον διαλογισμό της μιας Ουσίας του θεού, για να συλλάβουν στην συνέχεια στο εσωτερικό της, την Τριάδα των προσώπων. Ο ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΠΡΟΟΔΕΥΕΙ ΚΑΙ ΘΕΜΕΛΙΩΝΕΙ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ. Η θεότης του Απολύτου προηγείται και στην συνέχεια συμπεριλαμβάνει τον τριαδικό θεό.

Η διάκριση των δύο πραγματειών -DE DEO UNO και DE DEO TRINO- δεν είναι παρά η λογική συνέπεια αυτής της τοποθετήσεως. Η πρώτη πραγματεία μπορεί να συμφωνήσει με οποιονδήποτε πιστεύει στον θεό, διότι διαθέτει μια λογική δύναμη και μια καθολικότητα, που μπορεί να πνίξει την δεύτερη πραγματεία. Και όχι μόνον: η ύλη της δεύτερης καταλήγει να είναι η προσπάθεια συμφιλιώσεως της Τριάδος των προσώπων  με την ενότητα της θείας ουσίας, με ελάχιστη αναφορά στην πραγματική ιστορική αποκάλυψη των Τριών. Η Τριάδα μειώνεται με αυτόν τον τρόπο σε ένα είδος ουρανίου θεωρήματος, στο εσωτερικό μιας κυρίαρχης μονοθεϊστικής θεολογίας, χωρίς πραγματικές συνέπειες στο επίπεδο της κατανοήσεως του θεού και της σωτηρίας των ανθρώπων. Ο δυναμισμός του αποκαλυπτικού γεγονότος επαναφέρεται σε έναν στατικό ορίζοντα και έτσι τόσο οι αποστολές του Υιού και του Πνεύματος, όσο και η ζωντανή πολλαπλότης των Τριών που υπάρχουν σε σχέση, χάνονται στην μεταφυσική έννοια του Ενός που είναι αμετάβλητο και αιώνιο. Κυριαρχεί πάνω στο ΟΛΟΝ και απορροφά το παν, στον ανθρώπινο λόγο για τον θεό, η αμετάβλητη και ειρηνική Ενότης του Υπέρτατου Είναι.

Πόσο διαφέρει αυτή η θεία ησυχία από την γεμάτη φρεσκάδα παρουσία του θεού, την οποία μαρτυρούν οι πηγές του χριστιανισμού, δεν είναι και τόσο δύσκολο να κατανοηθεί: διότι μόλις ξαναρχίζουμε να ομιλούμε με την Καινή Διαθήκη, την γλώσσα η οποία σημαίνει με το όνομα θεός, τον Πατέρα του Ιησού Χριστού, και ξαναεμφανίζεται η υποχρέωση να σκεφτούμε την ιστορία των ανθρώπων μέσα στην ιστορία των Τριών προσώπων, η οποία τόσο ξεκάθαρα αποκαλύπτεται στις αφηγήσεις του Πάσχα, ο διαχωρισμός ανάμεσα στον λόγο πάνω στην μία και μοναδική θεότητα και στον πιο πραγματικό λόγο πάνω στα θεία πρόσωπα, φανερώνεται αδύνατος. Μια καινούρια σχέση ανάμεσα στα δύο πεδία στοχασμού επιβάλλεται. Ο θεός δεν είναι πλέον δυνατόν να είναι παρά ο ΠΑΤΗΡ, αρχή χωρίς αρχή του Υιού και του Αγίου πνεύματος, στην ενότητα των Τριών, και αυτή η θεία ενότης, δεν μπορεί παρά να υπολογισθεί σαν ενότης της αμοιβαίας συγκατοικήσεως των Τριών, στην γόνιμη και ανεξάντλητη κυκλοφορία της μοναδικής θείας και αιώνιας αγάπης.

Η θεότης του θεού -πολύ σωστά στο κέντρο κάθε μονοθεϊστικής φροντίδος- δεν θα θυσιαστεί λοιπόν, απλώς θα υπολογιστεί χριστιανικά στο φως της ανθρωπότητος του θεού, της αποκαλύψεώς του με τους όρους και τα ιστορικά γεγονότα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου πνεύματος, που στοχεύουν στην "θεοποίηση" του ανθρώπου. Εάν αυτό, σύμφωνα με μερικούς, γίνει αιτία να χαθεί από τον χριστιανικό λόγο περί θεού, η καθολικότης και η λογική, το κέρδος θα προέλθει από την ιδιαιτερότητα και την σοφία, και γι' αυτό από μια αυθεντική καθολική δύναμη και από ένα αντίστοιχο βάθος γνώσεως.

Ο υψιπετής ανθρώπινος λόγος για τον θεό, είναι σαν το νεράκι, συγκρινόμενος με το δυνατό θεολογικό κρασί που προσφέρεται από την αποκάλυψη. Οπότε η καλύτερη κριτική στάση και η υπακοή του πιστού, είναι η εμπιστοσύνη του στο θαύμα της Κανά, σε εκείνη την γλώσσα της αποκαλύψεως, όπου πολύ παράξενοι άνθρωποι όλων των εποχών και όλων των χωρών κατορθώνουν να εγκαθιδρύσουν "νέους δεσμούς" με ό,τι κηρύσσεται. Στην διάλεκτο της Κανά, φανερώνονται κατηγορίες σκέψης και λογικοί όροι, που δεν είχαν ακόμη δεχθεί την εναρμόνισή τους και την ταυτοποίησή τους με κάποια κουλτούρα ή με μία φιλοσοφία.

Και εμφανίζεται λοιπόν σε δράση, απέναντι στην ανθρώπινη αίσθηση, όχι οποιοσδήποτε ανθρωπομορφισμός, αλλά εκείνος ακριβώς που πραγματοποιείται στην μορφή της οντολογικής πραγματικότητος, δηλαδή ο θεός στην ανθρώπινη μορφή. Η κουκουβάγια της Αθηνάς αφήνει την θέση της στο περιστέρι του Αγίου πνεύματος.

Στην θέση του λόγου μας για τον θεό ξεκινώντας από τον άνθρωπο, ανοίγει ο δρόμος για έναν λόγο γι' Αυτόν ξεκινώντας από τον ερχομό Του σ' εμάς, σύμφωνα με εκείνη την Αναλογία του γεγονότος, που είναι η σχέση η οποία έχει εδραιωθεί ανάμεσα στον θεό και στον άνθρωπο, μέσω της δωρεάς της δημιουργίας και της Χάριτος της Σωτηρίας. Σε αυτό το Φως ακόμη και η υψηλότερη κοσμική γνώση του Απολύτου αποδεικνύεται αδύναμη κάλαμος σε σύγκριση με την πυκνή αφήγηση της καλής αγγελίας, του Ευαγγελίου, και το τριαδικό σκάνδαλο αποκαλύπτεται πιο σοφό της σοφίας των ανθρώπων.

(Συνεχίζεται)

Είναι τραγική η απουσία τής θεολογίας τών ακτίστων ενεργειών τής Αγίας Τριάδος καί τής διαφοράς τους από τήν απρόσιτη ουσία, τήν υπερούσιο, τού Θεού.

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: