Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

Giovanni Reale - ΠΛΑΤΩΝ (Κεφάλαιο Χ)

  Συνέχεια από: ΙΧ Κεφάλαιο

Giovanni Reale 

ΠΛΑΤΩΝ

Χ

ΕΡΩΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

ΑΝΟΔΟΣ ΣΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Η γνώση και η απόλαυση του Αγαθού στην εκδήλωσή του ως Ωραίο - Η κλίμακα του Έρωτα

Ο Ερωτισμός ως Πνευματική Απόλαυση του Ωραίου στις οντολογικές και αξιακές του διαστάσεις

ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΙ κανείς τα πλατωνικά κείμενα που είναι αφιερωμένα στο ζήτημα του Έρωτα, είναι αναγκαίο να καταβάλει σημαντική προσπάθεια και να τοποθετηθεί σε επίπεδο πολύ διαφορετικό από εκείνο στο οποίο κινείται ο σημερινός άνθρωπος (απαιτείται διαφορετική οπτική από αυτή του σημερινού ανθρώπου).

Κατ’ αρχάς, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι, κατά τον Πλάτωνα, η απόλαυση του Ωραίου δεν πραγματοποιείται μέσω της τέχνης, δηλαδή σε εκείνες τις διαστάσεις που σήμερα υπάγουμε στη σφαίρα της αισθητικής.

Ήδη έχουμε δει ότι η ζωγραφική και οι διάφορες μορφές ποίησης είναι μιμήσεις μιμήσεων, που βρίσκονται σε τριπλή απόσταση από το αληθινό, και επομένως απέχουν πολύ από το να αποκαλύψουν το Ωραίο, το οποίο –όπως έχουμε ήδη εν μέρει δει και θα εξηγήσουμε πληρέστερα σε αυτό το κεφάλαιο– συνίσταται στην αρμονία, στην τάξη, στο μέτρο, δηλαδή στην ίδια τη δομή του Είναι, που ακριβώς ως τέτοια αποκαλύπτει το Αγαθό.

Βρισκόμαστε, επομένως, σε ένα επίπεδο πολύ διαφορετικό από εκείνο στο οποίο τέθηκε το αισθητικό πρόβλημα από τη νεότερη εποχή και εξής (από την εποχή της νεωτερικότητας).

Ο Πλάτων συνδέει το ζήτημα του Ωραίου με τον Έρωτα, και ιδιαίτερα με την τέχνη του να αγαπά κανείς φιλοσοφικά. Κατά συνέπεια, ορισμένα από τα προβλήματα που απασχολούν σήμερα την αισθητική, για τον Πλάτωνα εντάσσονται στο πεδίο του ερωτισμού (της ερωτικής τέχνης), που μάλιστα αγγίζει πολύ ευρύτερα ζητήματα, φορτισμένα με έντονες αξιακές και οντολογικές προεκτάσεις: ο Έρως, όπως θα δούμε, είναι η ανάγκη για το Ωραίο και η απόκτηση, μέσω ακριβώς του Ωραίου, εκείνου που του λείπει, με βαθμίδες ολοένα ανώτερες, που καταλήγουν στην απόλαυση του απόλυτου Ωραίου.

Όμως, για να μπορέσει κανείς να κινηθεί με άνεση στο επίπεδο όπου μας τοποθετεί η πλατωνική ερωτική τέχνη, είναι απαραίτητο να εξετάσει τις ουσιώδεις σημασίες του Έρωτα και του Ωραίου. Έχω ήδη ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό στο έργο Ο Έρως, δαίμων μεσολαβητής (Εκδόσεις Rizzoli 1997, σ. 134), στο οποίο παραπέμπω για αναλυτική επεξεργασία, περιοριζόμενος εδώ σε ορισμένα συμπληρώματα.

Κοσμική διάσταση του Έρωτα ως δεσμού που συγκρατεί το σύμπαν

ΈΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ του πλατωνικού Έρωτα, στο πλαίσιο του ελληνικού πολιτισμού, έγκειται στην εμβληματική του μορφή ως «δαίμονα» και όχι ως «θεού» (μια σύλληψη ξεκάθαρα «αιρετική» για την ελληνική θεολογία και μυθολογία).

Αλλά γιατί ο Πλάτων παρουσιάζει τον Έρωτα ως δαίμονα και όχι ως θεό;

Διότι είναι μια δύναμη «ενδιάμεση» και «μεσολαβητική»: ο Έρως δεν είναι ούτε αθάνατος ούτε θνητός, αλλά «ενδιάμεσος ανάμεσα στο θείο και στο θνητό», δύναμη που οδηγεί στην αναζήτηση και την απόκτηση του αθάνατου.

Γράφει ο Πλάτων στο Συμπόσιο:

Ο Έρως είναι ένας μεγάλος δαίμονας· διότι ό,τι είναι δαιμονικό βρίσκεται ενδιάμεσα ανάμεσα στο θείο και στο θνητό. [...] Έχει τη δύναμη να ερμηνεύει και να μεταφέρει στους θεούς όσα προέρχονται από τους ανθρώπους και στους ανθρώπους όσα προέρχονται από τους θεούς: από τους ανθρώπους τις προσευχές και τις θυσίες, από τους θεούς αντίθετα τις εντολές, τις ανταμοιβές και τα δώρα. Και, καθώς στέκεται ανάμεσα στους μεν και στους δε, πραγματοποιεί μια ολοκλήρωση, ώστε το όλο να είναι δεμένο, ενωμένο με τον εαυτό του.

Η έννοια του Έρωτα ως μεσολαβητικού δαίμονα εικονογραφείται από τον Πλάτωνα με μια υπέροχη μεταφορά, που παρουσιάζει με εικόνες τους γονείς, τη στιγμή, τον τρόπο και τον τόπο της γέννησης του ίδιου του Έρωτα.

Όταν οι θεοί γιόρταζαν τη γέννηση της Αφροδίτης, θεάς της ομορφιάς, η Πενία, θεά της φτώχειας, ήρθε να ζητιανέψει και, για να απαλλαγεί με κάποιον τρόπο από την έλλειψη των πάντων στην οποία βρισκόταν, προσπάθησε να ενωθεί με τον Πόρο, που εκπροσωπεί τον θεό της ικανότητας να προμηθεύεται κανείς πάντα αυτό που του λείπει. Η Πενία πέτυχε τον σκοπό της, ενώ ο Πόρος, μεθυσμένος από νέκταρ, είχε αποκοιμηθεί στον κήπο του Δία.

Ο Έρως, επομένως, γεννιέται με μια διπλή φύση, συνθετικά μεσολαβημένη, που προέρχεται από τη μητέρα και τον πατέρα· επιπλέον, γίνεται ακόλουθος της Αφροδίτης, καθώς συνελήφθη ακριβώς κατά τη γιορτή των γενεθλίων της θεάς.

Να πώς σκιαγραφεί ο Πλάτων τον Έρωτα:

Επειδή ο Έρως είναι γιος της Πενίας και του Πόρου, του έλαχε μια τέτοια μοίρα. Πρώτα απ’ όλα, είναι πάντα φτωχός και κάθε άλλο παρά όμορφος και τρυφερός, όπως νομίζουν οι περισσότεροι. Αντίθετα, είναι σκληρός και τραχύς, ξυπόλητος και άστεγος, ξαπλώνει πάντα στη γη χωρίς σκεπάσματα και κοιμάται στην ύπαιθρο, μπροστά στις πόρτες ή στη μέση του δρόμου· και, επειδή έχει τη φύση της μητέρας του, συνοδεύεται πάντοτε από τη φτώχεια. Από τον πατέρα του, όμως, έχει πάρει την ικανότητα να κυνηγά τους όμορφους και καλούς, είναι γενναίος, τολμηρός, ορμητικός, εξαιρετικός κυνηγός, συνεχώς απασχολημένος με τεχνάσματα, εραστής της σοφίας, πλούσιος σε πόρους, φιλόσοφος σε όλη του τη ζωή, μαγευτικός, παρασκευαστής φίλτρων, σοφιστής. Και από τη φύση του δεν είναι ούτε θνητός ούτε αθάνατος· αλλά, μέσα στην ίδια μέρα, άλλοτε ανθίζει και ζει όταν πετυχαίνει τα τεχνάσματά του, και άλλοτε πεθαίνει, για να ξαναγεννηθεί όμως, λόγω της φύσης του πατέρα του. Και ό,τι αποκτά, πάντα του ξεφεύγει, ώστε ο Έρως να μην είναι ποτέ ούτε εντελώς φτωχός σε πόρους ούτε πλούσιος.

Τα βασικά χαρακτηριστικά που εκφράζει αυτή η μεταφορά είναι ουσιαστικά δύο:


1. Ο Έρως είναι μια δυναμική και συνθετική δύναμη, που μεσολαβεί ανάμεσα σε αντίθετα· μια ακαταμάχητη ορμή που αδιάκοπα ωθεί προς το περαιτέρω, προς την ανώτερη άνοδο.

2. Η έννοια του Έρωτα ως «ενδιάμεσου μεσολαβητή» που ενώνει και ενοποιεί τα άκρα αντίθετα —το γίγνεσθαι και το αιώνιο, το θνητό και το αθάνατο—, όπως θα δούμε ακριβώς μέσω της εμπειρίας του Κάλλους, συνδέεται στενά στον Πλάτωνα με τη λειτουργία του Αγαθού. Στον Φαίδων διαβάζουμε: «Το Αγαθό και το πρέπον (το Κατάλληλο) είναι αυτό που πραγματικά ενώνει και συγκρατεί το σύμπαν».

Θα δούμε παρακάτω τους λόγους αυτής της σύνδεσης, αυτής της στενής σχέσης. Αλλά ήδη από τώρα αξίζει να αναφέρουμε, προκαταβολικά, μια διεισδυτική κρίση του Gadamer, ο οποίος επισημαίνει ότι το Ωραίο (και συνεπώς ο Έρως που είναι άρρηκτα δεμένος με αυτό) «αποκτά τη σημαντικότερη οντολογική λειτουργία που υπάρχει, δηλαδή αυτή της μεσολάβησης ανάμεσα στην ιδέα και το φαινόμενο».

Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε σε ποια έννοια συμβαίνει αυτό.

Ο Έρως ως δημιουργική δύναμη μέσα στο Κάλλος και ως αναζήτηση της αθανασίας

ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ, ο Έρως, από μόνος του, είναι εκείνη η δύναμη που εμψυχώνει όχι μόνο ορισμένες επιμέρους πράξεις του ανθρώπου, αλλά όλες τις πράξεις με τις οποίες αναζητείται το Αγαθό και ό,τι απορρέει από την κατοχή του Αγαθού, δηλαδή η ευτυχία/ευδαιμονία.

Ωστόσο, οι άνθρωποι έχουν περιορίσει τη σημασία του όρου «Έρως» —που από μόνος του θα ήταν μια καθολική δύναμη με την παραπάνω έννοια— σε μια ιδιαίτερη μορφή της, δηλαδή σε εκείνη τη συγκεκριμένη αναζήτηση και απόλαυση του Αγαθού που πραγματοποιείται μέσω του Κάλλους (μέσω της Ομορφιάς).

Συγκεκριμένα, διευκρινίζει ο Πλάτων, ο Έρως, σε αυτή την ιδιαίτερη σημασία του και στην πιο ισχυρή εκδοχή του, είναι μια αναζήτηση της γέννησης μέσα στο Κάλλος, τόσο σε σωματικό επίπεδο όσο και σε πνευματικό.

Αυτή η επιθυμία του Έρωτα να γεννά μέσα στο Κάλλος αποτελεί την αντιδύναμη, το αντίδοτο που σώζει από τον θάνατο, δηλαδή από εκείνη που είναι η πιο ουσιώδης «έλλειψη» ή «ανεπάρκεια» του ανθρώπου. Πράγματι, η γέννηση πραγματοποιεί εκείνο το διαρκές γίγνεσθαι, το οποίο, στον χώρο του θνητού, είναι μια απομίμηση του αθάνατου: η γέννηση είναι μια νίκη του θνητού πάνω στον θάνατο, μια δύναμη που εγγυάται μια παραμονή στο Είναι, τη διαιώνιση της ύπαρξης.

Αυτό ακριβώς αποτελεί τον δεσμό που έχει ο Έρως με το Αγαθό. Διότι το Αγαθό είναι αιώνιο, και επομένως συνεπάγεται αθανασία. Και, καθώς ο Έρως είναι επιθυμία και αναζήτηση του Αγαθού, είναι, κατά συνέπεια, και επιθυμία και αναζήτηση της αθανασίας.

Επομένως, είναι μια δομική ανάγκη εγγεγραμμένη στη φύση του θνητού να αναζητεί το αθάνατο, και ο Έρως είναι η δύναμη που ικανοποιεί αυτή την ανάγκη. Ακόμη και τα ζώα, μέσω του σωματικού Έρωτα, προσπαθούν να αφήσουν απογόνους όμοιους με αυτά, και έτσι να διατηρήσουν τον εαυτό τους μέσα από το όμοιο: και αυτός είναι ένας τρόπος με τον οποίο ακόμη και αυτό που είναι σωματικό και υλικό, και επομένως εκ φύσεως θνητό, μετέχει του αθάνατου.

Αλλά και η γέννηση μέσα στο Κάλλος, σε πνευματικό επίπεδο των ψυχών, αποσκοπεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Πράγματι, μέσω αυτής της μορφής του Έρωτα, ο άνθρωπος επιδιώκει μια άλλη μορφή αθανασίας, εκείνη που έχει πνευματικό χαρακτήρα: επιδιώκει τη μνήμη που θα αφήσει στους μεταγενέστερους μέσω των πνευματικών του δημιουργημάτων.

Ακόμη και το να πεθαίνει κανείς για τη σωτηρία των άλλων είναι, για τον άνθρωπο, μια αναζήτηση της αθανασίας. Ο Έρως, σε αυτή τη διάσταση, είναι μια αγάπη που έχουν οι άνθρωποι για τη μνήμη που θα αφήσουν με τις εξαιρετικές ηρωικές τους πράξεις στους απογόνους: μια αιώνια μνήμη.

Πρόκειται για έναν τύπο αγάπης —αυτόν του να πεθαίνεις για τους άλλους με στόχο την αιώνια δόξα που συνεπάγεται— που δεν έχει καμία σχέση με την χριστιανική αγάπη: αυτή είναι μια μορφή αγάπης δωρητικής, ενώ η άλλη είναι μορφή αγάπης κτητικής· η χριστιανική αγάπη αγαπά για να δώσει, ο ελληνικός Έρως αγαπά για να λάβει.

Ο Έρως, με την ελληνική έννοια, είναι πάντα και μόνο δύναμη που οδηγεί στην απόκτηση αυτού που λείπει, σε όλο και υψηλότερο επίπεδο, μέχρι εκείνο το «δυνάμενο να μη πεθάνει», μέχρι εκείνη την «ικανότητα να μη πεθαίνεις» που φέρνει τον άνθρωπο κοντά στους θεούς.

Ομορφιά και «ανάμνηση» του νοητού κόσμου

Ο ΠΛΑΤΩΝ θεωρεί ότι η ύστατη, η απόλυτη ρίζα της γνώσης παρέχεται από την «ανάμνηση», δηλαδή από μια «ενθύμηση» των Ιδεών, τις οποίες, πριν γεννηθεί σε σώμα (πριν ενσαρκωθεί), η ψυχή είχε δει και αντικρίσει στο «Λιβάδι/Λειμώνα της Αλήθειας», δηλαδή στον χώρο του Υπερουράνιου.[Ο ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΝΟΥ]

Φυσικά, από μια άποψη, θα φαινόταν πιο λογικό να μιλά κανείς για την «ανάμνηση» σε συνάρτηση με το γνωσιολογικό πρόβλημα και ειδικότερα με τη διαλεκτική. Η ανάμνηση είναι, πράγματι, εκείνη η πνευματική δύναμη που καθιστά δυνατή τη «συνοπτική» στιγμή της διαλεκτικής, η οποία συνίσταται στο να προχωρεί κανείς από το μερικό στο καθολικό, και συνεπώς από τα αισθητά πράγματα προς τις Ιδέες. Αλλά ο Πλάτων παρουσιάζει αυτήν τη διδασκαλία του με τον πιο αποτελεσματικό και πειστικό τρόπο σε στενή σύνδεση με τον Έρωτα. Για αυτό, έκρινα πιο κατάλληλο να μιλήσω γι’ αυτήν ακριβώς στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής.

Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Πλάτων παρουσιάζει τη διδασκαλία της «ανάμνησης» με δύο τρόπους: έναν μυθικό και έναν διαλεκτικό.

Από τη μία πλευρά, ανατρέχει στις ορφικο-πυθαγόρειες δοξασίες της μετεμψύχωσης, για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω: ο θάνατος δεν είναι παρά το τέλος μίας από τις ζωές της ψυχής στο σώμα· η γέννηση, με τη σειρά της, δεν είναι παρά μια νέα ζωή της ψυχής στο σώμα, που προστίθεται στις προηγούμενες. Συγκεκριμένα, η ψυχή έχει γνωρίσει τις πραγματικότητες που βρίσκονται στο επέκεινα (τις πραγματικότητες του επουρανίου κόσμου) και τις έχει ξεχάσει μπαίνοντας στα σώματα. Αυτή η «λήθη» δεν είναι, ωστόσο, απόλυτη: διεγερμένη από τις γνώσεις που της παρέχουν οι αισθήσεις, οι οποίες μας παρουσιάζουν τα αισθητά πράγματα ως «εικόνες» των ιδεατών πραγματικοτήτων, η ψυχή μπορεί να «θυμηθεί» εκείνες τις αιώνιες αλήθειες, αντλώντας τες από τον ίδιο της τον εαυτό, καθώς τις κατέχει ανέκαθεν. Με αυτή την έννοια, το να γνωρίζεις σημαίνει «να θυμάσαι».

Ήδη όμως από τον Μένωνα, όπου η διδασκαλία/θεωρία αυτή παρουσιάζεται για πρώτη φορά, το μυθολογικό αυτό επιχείρημα συμπληρώνεται αμέσως από μια παράλληλη απόδειξη διαλεκτικής φύσεως, αυστηρά δηλαδή λογικής, με ένα «μαιευτικό πείραμα». Ο Σωκράτης ανακρίνει έναν δούλο, απολύτως άσχετο με τη γεωμετρία, και καταφέρνει να τον οδηγήσει, μέσω της μαιευτικής μεθόδου, στη λύση ενός περίπλοκου γεωμετρικού προβλήματος που εμπλέκει τη γνώση του πυθαγορείου θεωρήματος. Και, αφού ο δούλος δεν είχε ποτέ μάθει γεωμετρία, το μαιευτικό πείραμα θα αποδείκνυε ότι άντλησε κάποιες αλήθειες από την ίδια του την ψυχή και, συνεπώς, τις «θυμήθηκε».

Στον Φαίδωνα ο Πλάτων προσφέρει μια επιπλέον απόδειξη αυτής της διδασκαλίας. Γνωρίζουμε, μέσω της αισθητηριακής εμπειρίας, πράγματα ίσα, τετράγωνα ή κυκλικά, τα οποία όμως δεν είναι ποτέ τέλεια τέτοια. Κι όμως, κατέχουμε γνώσεις για το τέλεια ίσο, το τέλειο τετράγωνο, τον τέλειο κύκλο, που περιέχουν κάτι παραπάνω σε σχέση με όσα μας προσφέρουν οι αισθήσεις. Προφανώς, αυτό το «παραπάνω», αφού δεν μπορεί να προέρχεται από την εμπειρία των αισθήσεων, πρέπει να προέρχεται από μέσα μας. Ο ίδιος μας ο νους δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει αυτό το αντικειμενικό «πλέον», αυτό το αντικειμενικό «πλεόνασμα»Άρα, ο άνθρωπος, γνωρίζοντας, βρίσκει στην ψυχή του, ως αρχικό κτήμα, σαν ένα αρχέγονο απόκτημα, ορισμένες αλήθειες, και συνεπώς τις «θυμάται».

Η ίδια συλλογιστική ισχύει όχι μόνο για τις μαθηματικές αλήθειες, αλλά και για το δίκαιο, το ιερό, το ωραίο, και ούτω καθεξής: η γνώση τέτοιων πραγματικοτήτων που υπερβαίνουν τα αισθητά δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί, λόγω της φύσης τους, παρά μόνο ως «ανάμνηση» μιας αρχικής κατοχής τους.

Στον Φαίδρο ο Πλάτων επαναλαμβάνει τη διδασκαλία (επανεξετάζει τη θεωρία), συνδέοντάς την ρητά με τη συνοπτική διαδικασία της διαλεκτικής, που οδηγεί από τα αισθητά στις Ιδέες, και με τον έρωτα.

Καταρχάς γράφει:

Πρέπει ο άνθρωπος να συνθέτει τη γνώση (να κατανοεί) βάσει αυτού που ονομάζεται Ιδέα, προχωρώντας από μια πολλαπλότητα αισθήσεων σε μια ενότητα που συλλαμβάνεται με τον νου. Και αυτή είναι μια ανάμνηση εκείνων των πραγμάτων που κάποτε η ψυχή μας είδε, όταν ακολουθούσε έναν θεό και έβλεπε από ψηλά τα πράγματα που λέγονται όντα, σηκώνοντας το κεφάλι προς αυτό που είναι αληθινά ον.

Και η ανάμνηση που οδηγεί σε αυτήν την άνοδο προς το αληθινό Είναι διεγείρεται κυρίως από τον Έρωτα, που ξαναδίνει φτερά στην ψυχή και την κάνει να επιστρέψει στον Υπερουράνιο τόπο.

Γιατί όμως ειδικά ο Έρωτας έχει αυτήν τη λειτουργία;

Διότι ο Έρωτας συνδέεται δομικά με την Ομορφιά, και ακριβώς η Ομορφιά είχε μια προνομιούχα μοίρα: να είναι μια εκδήλωση του Νοητού μέσα στο αισθητό. Και οι άλλες Ιδέες μπορούν να προσεγγιστούν μέσω της ανάμνησης, αλλά με κόπο και από λίγους. Αντίθετα, η Ομορφιά, λόγω αυτού του οντολογικού της προνομίου, προσφέρει μια καθαρή εικόνα του εαυτού της, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται, και μέσω του Έρωτα καλεί την επιθυμία του Είναι.

Ας διαβάσουμε μια από τις πιο όμορφες σελίδες του Πλάτωνα:

«Αλλά, το να θυμάσαι αυτά τα όντα (η ανάμνηση αυτών των όντων), προχωρώντας από τα πράγματα εδώ κάτω, δεν είναι εύκολο για όλες τις ψυχές: όχι για εκείνες που είδαν με μια σύντομη ματιά τις πραγματικότητες του επουρανίου, ούτε για εκείνες που, πέφτοντας εδώ κάτω, είχαν κακή τύχη και, παρασυρμένες στην αδικία από κακές συντροφιές, ξέχασαν εκείνες τις ιερές πραγματικότητες που είχαν δει τότε. Παραμένουν λίγες ψυχές στις οποίες η ανάμνηση είναι επαρκώς παρών. Αυτές, όταν βλέπουν κάτι που είναι εικόνα των πραγματικοτήτων των άνω πραγματικοτήτων του επουρανίου, συγκινούνται βαθιά και δεν μένουν πια στον εαυτό τους. Όμως, δεν ξέρουν τι είναι αυτό που νιώθουν, γιατί δεν το αντιλαμβάνονται καθαρά. Τώρα, για τη δικαιοσύνη, τη σωφροσύνη και όλα τα άλλα πράγματα που έχουν αξία για τις ψυχές, καμία λαμπρότητα δεν υπάρχει στις εικόνες τους εδώ κάτω. Μόνο λίγοι, μέσω των σκοτεινών αισθητηρίων, πλησιάζοντας τα αντίγραφα, μόλις που βλέπουν το πρωτότυπο μοντέλο (το αρχέτυπο) που αναπαράγεται σε αυτά. Τότε όμως η Ομορφιά ήταν ορατή σε όλη της τη λαμπρότητα, σε έναν ευτυχισμένο χορό είχαμε μια μακαριστή όραση και θεωρία της, ενώ εμείς ακολουθούσαμε τον Δία και άλλοι ακολουθούσαν άλλους θεούς, και μυήθηκαμε σε εκείνη τη μύηση που δικαίως λέγεται η πιο ευτυχισμένη, που γιορτάζαμε όντας αγνοί και ανέγγιχτοι από τα κακά που θα μας περίμεναν στο μέλλον, θεωρώντας, μέσα στη μυσταγωγία, θεάματα ακέραια, απλά, αμετάβλητα και μακάρια, μέσα σε καθαρό φως, ενώ ήμασταν και εμείς καθαροί και δεν είχαμε ταφεί σε αυτόν τον τάφο που τώρα κουβαλάμε και ονομάζουμε σώμα, φυλακισμένοι σ’ αυτό σαν σε ένα οστρακόδερμο. Όλα αυτά, λοιπόν, ειπώθηκαν προς τιμήν της ανάμνησης, λόγω της επιθυμίας που έχουμε για τα πράγματα τότε, και τώρα μιλήσαμε αρκετά. Όσο για την Ομορφιά, όπως είπαμε, λάμπει ανάμεσα στις πραγματικότητες του επουρανίου το ίδιο το Είναι. Και εμείς, έρχοντας εδώ κάτω, την καταλάβαμε με την πιο ευαίσθητη αίσθησή μας, αφού λάμπει με τον πιο φωτεινό τρόπο. Γιατί η όραση, για εμάς, είναι η πιο οξεία από τις αισθήσεις που λαμβάνουμε μέσω του σώματος. Αλλά με αυτήν δεν βλέπεις τη Σοφία – γιατί, αν εμφανιζόταν οπτικά, θα προκαλούσε τρομερές έλξεις – ούτε βλέπεις τις άλλες αξιολάτρευτες πραγματικότητες. Τώρα, όμως, μόνο η Ομορφιά έλαβε αυτή τη μοίρα: να είναι η πιο ευκρινής (πιο φανερή στις αισθήσεις) και η πιο αγαπητή».

Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ο μυθικο-ποιητικός τόνος της αφήγησης εντάσσεται στο δραματουργικό παιχνίδι όπου βρίσκεται το μεγάλο λόγο του Σωκράτη περί έρωτος στον «Φαίδρο», και γι’ αυτό πρέπει να διαβαστεί και να γίνει κατανοητός μέσα σε αυτή την οπτική. Συχνά οι ερμηνευτές δεν προσπαθούν να φτάσουν στον θεωρητικό πυρήνα αυτής της μεταφοράς του Έρωτα που ξαναδίνει φτερά, και της διαπίστωσης ότι η Ομορφιά είχε την τύχη να είναι το ορατό Νοητό και μέσα στο πεδίο του αισθητού· κι έτσι δυσκολεύονται να κατανοήσουν ότι στο Κάλλος είναι το ίδιο το Αγαθό που φανερώνεται και ελκύει όλο και ψηλότερα.

Θα ήθελα, λοιπόν, να κλείσω αυτήν την παράγραφο με ένα απόσπασμα του Gadamer, που αντίθετα εντόπισε τέλεια, από ερμηνευτική σκοπιά, τη λειτουργία της ανόδου (αναγωγής) του Ωραίου και τη διαρκή αξία αυτής της πλατωνικής διδασκαλίας, ιδίως με τον τρόπο που εκφράζεται στη σελίδα που διαβάσαμε:

Ανήκει στην ουσία του [δηλ. του Ωραίου, του Κάλλους] το γεγονός ότι είναι κάτι που εμφανίζεται. Στην αναζήτηση του αγαθού, εκείνο που παρουσιάζεται πρώτα είναι το ωραίο, το κάλλος. Αυτό είναι πρωτίστως ένα χαρακτηριστικό με το οποίο παρουσιάζεται στην ανθρώπινη ψυχή. Αυτό που εμφανίζεται με τέλεια μορφή, ελκύει τον έρωτα. Το κάλλος μας κατακτά αμέσως, ενώ οι υποδειγματικές εικόνες των ανθρώπινων αρετών μπορούν να αναγνωριστούν μόνο αμυδρά μέσα στο θολό περιβάλλον των φαινομένων, αφού αυτές, θα λέγαμε, δεν έχουν δικό τους φως, σε σημείο που συχνά να εξαπατόμαστε από νόθες απομιμήσεις και ψευδείς εικόνες αρετής. Διαφορετικά συμβαίνει με το κάλλος· έχει μια ιδιάζουσα καθαρότητα, έτσι ώστε εδώ δεν μπορούμε να παρασυρθούμε από κακές απομιμήσεις του. Διότι “μόνο η ομορφιά έτυχε αυτού του προνομίου να είναι η πιο αισθητή από όλες και η πιο αξιαγάπητη”.

Έρωτας και φιλοσοφία: δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας

ΑΚΡΙΒΩΣ ΛΟΓΩ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ουσιώδους του ιδιότητας ως «ενδιάμεσου», ο Έρωτας ταυτίζεται με τον Φιλόσοφο.

Πράγματι, οι θεοί είναι «σοφοί», δηλαδή κατέχουν τη σοφία στο σύνολό της, και επομένως δεν μπορούν να είναι φιλόσοφοι, αφού ο φιλόσοφος είναι πάντοτε σε αναζήτηση της σοφίας, ανεβαίνει διαρκώς στο στάδιο της απόκτησής της, αλλά ποτέ δεν την κατακτά πλήρως.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο οι θεοί που δεν ασκούν τη φιλοσοφία, καθώς κατέχουν ολόκληρη τη σοφία (την πλήρη σοφία), αλλά ούτε και οι αμαθείς/αδαείς, αφού είναι πεπεισμένοι ότι δεν την έχουν ανάγκη, και συνεπώς ούτε την επιθυμούν.

Ας διαβάσουμε το χωρίο στο οποίο ο Πλάτων ταυτίζει τον Έρωτα με τον Φιλόσοφο, κάτι που καθιερώθηκε ως ένα πραγματικό γνώρισμα της κλασικής ελληνικής φιλοσοφικής στάσης: ο Έρωτας βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια. Και ιδού πώς εξηγείται αυτό:

– Κανείς από τους θεούς δεν φιλοσοφεί, ούτε επιθυμεί να γίνει σοφός, αφού είναι ήδη. Και όποιος άλλος είναι σοφός, δεν φιλοσοφεί. Ούτε όμως οι αμαθείς/αδαείς φιλοσοφούν ή επιθυμούν να γίνουν σοφοί. Διότι η άγνοια έχει ακριβώς αυτό το θλιβερό/οδυνηρό: όποιος δεν είναι ούτε όμορφος, ούτε αγαθός, ούτε σοφός, νομίζει εντούτοις ότι είναι, και μάλιστα επαρκώς. Και πράγματι, εκείνος που δεν πιστεύει ότι του λείπει κάτι, δεν επιθυμεί αυτό που δεν πιστεύει ότι του λείπει.

– Ποιοι είναι, λοιπόν, Διοτίμα, αυτοί που φιλοσοφούν, αν δεν είναι οι σοφοί ούτε οι αμαθείς/αδαείς;

– Είναι πια φανερό και σε ένα παιδί ότι είναι όσοι βρίσκονται στο μέσον ανάμεσα στους μεν και τους δε· κι ένας από αυτούς είναι ακριβώς και ο Έρωτας. Διότι η σοφία είναι ένα από τα ωραιότερα πράγματα, και ο Έρωτας είναι αγάπη για το Ωραίο. Επομένως είναι αναγκαίο ο Έρωτας να είναι φιλόσοφος, και, καθώς είναι φιλόσοφος, να βρίσκεται στο μέσον ανάμεσα στον σοφό και στον αμαθή/αδαή.

Η ίδια ιδέα εκφράζεται από τον Πλάτωνα στον Φαίδρο, όπου ο Έρωτας παρουσιάζεται ως η άλλη όψη της αληθινής Φιλοσοφίας: ο καθαρός αφηρημένος λόγος δεν μπορεί παρά να περιορίζεται στους στενούς ορίζοντες μικρών ανθρώπινων και θνητών πραγμάτων· χρειάζεται να δεχθεί εκείνη τη θεία επίδραση που προέρχεται από την ερωτική έμπνευση, συνδυάζοντάς την με τη σωστή εγκράτεια (μετριάζοντάς τη με σωστή ισορροπία).

Και στην τελική προσευχή του διαλόγου, που είναι η προσευχή του φιλοσόφου προς τον θεό Πάνα, ο Σωκράτης ζητεί:

Να μπορώ να θεωρώ πλούσιο τον σοφό, και να έχω τόση ποσότητα χρυσού, όση κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να πάρει ούτε να μεταφέρει, εκτός από τον εγκρατή, τον σώφρονα.

Αυτό σημαίνει ότι ο φιλόσοφος θέλει να αποκτήσει τη μέγιστη δυνατή ποσότητα από τον «χρυσό της σοφίας» που είναι εφικτή για τον «εγκρατή» άνθρωπο, δηλαδή για τον άνθρωπο που γνωρίζει τα όριά του, που ξέρει καλά ότι η πλήρης κατοχή της σοφίας ανήκει αποκλειστικά στον θεό. Η φιλοσοφία είναι, λοιπόν, Έρως, αγάπη για τη γνώση, με όλες τις συνεπαγόμενες προεκτάσεις και συνέπειες.

Έλεγα ότι αυτό είναι το εμβληματικό γνώρισμα της φιλοσοφίας με την κλασική έννοια· αλλά, κατά τη γνώμη μου, εκφράζει επίσης αυτό που η φιλοσοφία θα έπρεπε να εξακολουθεί να είναι.

Εξίσου εμβληματική είναι η ανατροπή που επιχείρησε ο Χέγκελ, την οποία αξίζει εδώ να θυμίσουμε, γιατί, ως αντίθεση, κάνει να κατανοήσουμε τέλεια τη θέση του Πλάτωνα: «Η αυθεντική μορφή με την οποία μπορεί να υπάρξει η αλήθεια είναι μόνο το επιστημονικό σύστημα της ίδιας της αλήθειας. Τώρα, να συνεργαστεί κανείς ώστε η φιλοσοφία να πλησιάσει τη μορφή της επιστήμης, ώστε να φτάσει στον στόχο όπου θα μπορέσει να αποβάλει το ίδιο της το όνομα, αγάπη της σοφίας, για να είναι πραγματική σοφία, είναι αυτό ακριβώς που εγώ έχω θέσει ως στόχο, ως σκοπό μου. Η εσωτερική αναγκαιότητα να είναι η γνώση επιστήμη εδράζεται στη φύση της, και η μοναδική ικανοποιητική εξήγηση επ’ αυτού είναι η ίδια η έκφραση της φιλοσοφίας. […] Αν η παρούσα εποχή αποδεικνυόταν ώριμη για την ανύψωση της φιλοσοφίας σε επιστήμη, τότε αυτή θα ήταν η μόνη αληθινή δικαίωση των προσπαθειών που αποσκοπούν σε έναν τέτοιο στόχο· πράγματι, όχι μόνο θα αποδεικνυόταν η αναγκαιότητα αυτής της ανύψωσης, αλλά, ταυτόχρονα, θα πραγματοποιούνταν κιόλας.»

Αυτή είναι η αντεστραμμένη εικόνα της Φιλοσοφίας ως Έρωτος που εξέφρασε ο Πλάτων: είναι μια απόπειρα να μεταμορφωθεί ο άνθρωπος από homo viator σε θεό, και, συνεπώς, μια αξίωση να «πάρει και να μεταφέρει» όλον εκείνον τον «χρυσό της σοφίας» που, κατά τον Πλάτωνα, είναι αποκλειστική ιδιοκτησία του Θεού.

Ανάβαση στη «σκάλα του Έρωτα» και άνοδος στην οδό της διαλεκτικής

ΜΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΙ ΑΚΟΜΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ. Η μορφή του Έρωτα αντιστοιχεί στη μορφή του Φιλοσόφου τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη μορφή, σε τέτοιο σημείο ώστε, ακόμη και μέσω των εικόνων, ο Πλάτων, σε ένα απόσπασμα που διαβάσαμε παραπάνω, στη μορφή του Έρωτα αντανακλά ορισμένα γνωρίσματα της μορφής του ίδιου του Σωκράτη, και έτσι παρουσιάζει τον ίδιο τον Έρωτα ως «κάθε άλλο παρά όμορφο», «τραχύ», «δασύτριχο» και ιδιαιτέρως «ανυπόδητο».

Αλλά η οδός που μέσω του Έρωτα οδηγεί στη θέαση και στη μετοχή του απόλυτου Κάλλους αντιστοιχεί στην ίδια οδό της διαλεκτικής, με τις διαιρετικές της μεθόδους και ιδίως τις συνοπτικές, που αποβλέπουν στην κατάκτηση του Ενός.

Η ερωτική οδός που οδηγεί στη θέαση και στη μετοχή του απόλυτου Κάλλους, δηλαδή η «σκάλα του Έρωτα», έχει ως εξής:

Το πρώτο σκαλοπάτι αυτής της σκάλας συνίσταται στην αγάπη για την ομορφιά που βρίσκεται στα σώματα· δεν είναι τόσο η ηδονή που συνδέεται με το φύλο (σεξουαλική ηδονή), όσο η αναζήτηση εκείνης της συγκίνησης (εκείνου του «μεταφυσικού τινάγματος», θα λέγαμε) που προκαλεί η θέαση και η μετοχή της ομορφιάς, ξεκινώντας ήδη από εκείνη που φανερώνεται στα σώματα, δηλαδή από τη μορφή της ομορφιάς που υπάρχει σε ένα σώμα και σε όλα τα όμορφα σώματα. Και μέσω της αγάπης για την ομορφιά που υπάρχει στα σώματα των όμορφων νέων πρέπει να γεννηθεί μέσα τους η αρετή· επομένως χρειάζεται κανείς να ξέρει να ωριμάζει μαζί τους.

Αλλά ο άνθρωπος, όπως θα δούμε, δεν είναι το σώμα του, αλλά η ψυχή του. Κατά συνέπεια, η αληθινή ομορφιά του ανθρώπου δεν είναι αυτή του σώματός του, αλλά εκείνη της ψυχής του: η πρώτη είναι η φαινομενικότητα του ωραίου, ενώ η δεύτερη είναι η αληθινή ομορφιά του ανθρώπου. Και, μέσω αυτής της σχέσης με την ομορφιά της ψυχής, γεννιούνται, στη διάσταση του Έρωτα, εκείνοι οι λόγοι ικανοί να καλλιεργήσουν τους νέους στην αρετή και ταυτόχρονα να καλλιεργήσουν και τον εραστή μαζί τους.

Το τρίτο σκαλοπάτι είναι εκείνο της ομορφιάς των πράξεων και των νόμων των ανθρώπων. Και ακριβώς σε αυτό το τρίτο σκαλοπάτι βρίσκονται εκείνες οι δημιουργίες μέσα στην ομορφιά που παράγουν τέκνα, όπως εκείνα που άφησε ο Λυκούργος στη Σπάρτη και ο Σόλων στην Αθήνα. Και αυτή η ομορφιά συνίσταται σε εκείνη την αρμονία και εκείνο το μέτρο που γεννά την αρετή, και ειδικότερα τη σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη που συγκροτούν τα ευνομούμενα κράτη.

Το τέταρτο σκαλοπάτι θα μπορούσε να είναι για τον άνθρωπο του σήμερα το δυσκολότερο να κατανοηθεί, καθώς συνίσταται στις επιστήμες και στην ομορφιά που τους είναι ιδιάζουσα. Αλλά ο Αριστοτέλης μας έδωσε την πιο διεισδυτική εξήγηση, ιδίως μιλώντας για τα μαθηματικά:

«Τα ύψιστα είδη του ωραίου είναι: η τάξη, η συμμετρία και το καθορισμένο. Και τα μαθηματικά τα φανερώνουν περισσότερο από όλες τις άλλες επιστήμες».

Η «τάξη», το «καθορισμένο» και το «μέτρο» είναι ακριβώς ουσιώδη γνωρίσματα του Κάλλους, τα οποία οι επιστήμες, και κυρίως τα μαθηματικά, αποκαλύπτουν και καθιστούν κατανοητά σε ευρύ πεδίο.

Το πέμπτο και ύψιστο σκαλοπάτι συμπίπτει με τη θέαση του Κάλλους, δηλαδή με εκείνη τη στιγμή κατά την οποία το Κάλλος φανερώνεται αφ’ εαυτού, δι’ εαυτό, μεθ’ εαυτού, μέσα σε εκείνη την ενότητα της μορφής που πάντοτε είναι.

Και ιδού τα συμπεράσματα που βγάζει ο Πλάτων:

«Τι λοιπόν πρέπει να σκεφτούμε, αν κάποιος είχε την τύχη να δει το Κάλλος αυτό καθ’ εαυτό, απόλυτο, καθαρό, χωρίς ανάμειξη, χωρίς καθόλου να έχει μολυνθεί από ανθρώπινες σάρκες, από χρώματα και άλλες μικρότητες θνητές, αλλά μπορούσε να το θεωρήσει ως ενιαία μορφή, το ίδιο το θείο Κάλλος; Ή μήπως νομίζεις ότι η ζωή εκείνου του ανθρώπου που θα το έβλεπε εκεί και θα το θεωρούσε με εκείνο με το οποίο πρέπει να θεωρείται και θα έμενε ενωμένος μαζί του, θα ήταν ζωή που αξίζει λίγο; Δεν νομίζεις μάλλον ότι, βλέποντας εκεί την Ομορφιά μόνο με εκείνο με το οποίο είναι ορατή, αυτός θα γεννούσε όχι απλώς εικόνες αρετής, αφού δεν πλησιάζει μια καθαρή εικόνα του Κάλλους, αλλά θα γεννούσε αληθινές αρετές, αφού πλησιάζει το αληθινό Κάλλος; Και δεν νομίζεις ότι, γεννώντας και καλλιεργώντας αληθινή αρετή, θα είναι αγαπητός στους θεούς και θα είναι, αν ποτέ ήταν άλλος άνθρωπος, και αυτός αθάνατος;»(Συμπόσιο, 211 D-212 A.)

Αλλά ακριβώς στον βαθμό που το Κάλλος δεν είναι άλλο παρά το Αγαθό που φανερώνεται, η ανάβαση μέσω της σκάλας του Έρωτα προς το απόλυτο Κάλλος, όπως έλεγα, συμπίπτει με την ανάβαση της διαλεκτικής, που ξεκινά από τα αισθητά για να φτάσει στις Μορφές και στις Ιδέες, και, περνώντας ιδιαιτέρως μέσα από τις μαθηματικές επιστήμες, καταλήγει στη θέαση του Αγαθού, το οποίο είναι το Ένα, το Ύψιστο Μέτρο όλων των πραγμάτων.

Πρόκειται για εκείνο το Ένα και για εκείνο το Μέτρο που φανερώνονται ακριβώς ως ορατά μέσω του Κάλλους.

Εξάλλου, είναι ο ίδιος ο Πλάτων που αποκαλύπτει αυτή τη σύμπτωση, όταν, στον "Φαίδρο", παρουσιάζει τον Σωκράτη ως άνθρωπο εραστή του κάλλους και ταυτόχρονα εραστή της διαλεκτικής, και βάζει ρητώς στο στόμα του τα εξής λόγια:

«Κι από αυτά τα είδη διαδικασίας εγώ είμαι εραστής, Φαίδρε, δηλαδή των διαιρέσεων και των ενοποιήσεων, για να μπορώ να σκέφτομαι και να μιλώ. Και αν θεωρώ ότι κάποιος άλλος είναι ικανός να βλέπει προς το Ένα και ταυτόχρονα προς τα πολλά, εγώ τον ακολουθώ “ακολουθώντας τα ίχνη του σαν εκείνα ενός θεού”. Και εκείνους που είναι ικανοί να κάνουν αυτό – αν λέω το σωστό ή όχι το ξέρει ο θεός – εγώ έως τώρα τους ονομάζω διαλεκτικούς»(Φαίδρος, 266 B-C).

Έρως ως νοσταλγία του Ενός

ΕΙΝΑΙ ΦΑΝΕΡΟ, λοιπόν, ότι η σκάλα του Έρωτα οδηγεί στη θέαση και στη μετοχή εκείνης της απόλυτης Ομορφιάς, η οποία, όπως είπα, καθώς αποκαλύπτει το Αγαθό, αποκαλύπτει το Έν, το Ύψιστο Μέτρο όλων των πραγμάτων. Αλλά, σε έναν από τους πιο λαμπρούς λόγους περί Έρωτος που περιλαμβάνονται στο "Συμπόσιο", ο Πλάτων βάζει στο στόμα του Αριστοφάνη – με ένα ξέφρενο και πανέμορφο δραματουργικό παιγνίδι εμπνευσμένο από τη Μούσα της κωμικής τέχνης – ακριβώς την έννοια του Έρωτα ως νοσταλγίας του Ενός.

Στο έργο μου "Έρως, δαίμων μεσολαβητής", που ήδη μνημόνευσα παραπάνω, απέδειξα αυτήν τη θέση, την οποία εδώ υπενθυμίζω συνοπτικά στα ουσιώδη της σημεία.

Όπως είδαμε, ακριβώς ως συνέπεια εκείνης της σύγκρουσης ανάμεσα στις διδασκαλίες που ο Πλάτων προόριζε για την προφορική διαλεκτική και στις προκαταλήψεις εκείνων που τις επέκριναν και τις απέρριπταν, ο ίδιος, με βάση την κριτική του προς τη γραφή και την απόφασή του να μην εμπιστευθεί στα γραπτά τα πράγματα της μεγαλύτερης αξίας, περιορίστηκε στους διαλόγους του σε υπαινιγμούς και εγκάρσιες αναφορές. Και στο "Συμπόσιο", για να μεταδώσει την εσωτερική του διδασκαλία περί του Έρωτα ως νοσταλγίας του Ενός, χρησιμοποίησε τη μάσκα του μεγαλύτερου κωμωδιογράφου, η οποία του επέτρεπε να υπαινιχθεί, μέσω υπέροχων κωμικών εικόνων, ακριβώς εκείνα τα «πράγματα της μεγαλύτερης αξίας» που προόριζε αποκλειστικά για την προφορική παράδοση, παρουσιάζοντάς τα με μεταμφιεσμένο τρόπο, αναγνωρίσιμα όμως μόνο από όσους ήδη τα γνώριζαν από άλλη οδό.

Πράγματι, πρόκειται για λόγο οικοδομημένο με απόλυτη τελειότητα, μέσω μιας τέλειας μίμησης των κανόνων και της γλώσσας της κωμωδίας· με αυτόν τον τρόπο ο Πλάτων μπορούσε να απευθυνθεί μόνο σε εκείνους που ήταν σε θέση να τον κατανοήσουν, δηλαδή στους μαθητές του. Και ταυτόχρονα επρόκειτο για έναν τύπο λόγου με τον οποίο μπορούσε να περιγελά όσους δεν καταλάβαιναν, γελώντας έτσι με εκείνους που τον περιγελούσαν.

Στις απαρχές, οι άνθρωποι είχαν σφαιρική μορφή και ήταν διπλοί (με δύο κεφάλια, τέσσερα χέρια και τέσσερα πόδια), και έτσι πανίσχυροι και παντοδύναμοι, σε τέτοιο σημείο ώστε αποτόλμησαν να επιτεθούν στους θεούς του Ολύμπου. Ο Δίας, για να αμυνθεί, αποφάσισε τότε να τους κόψει καθέναν στα δύο, και κατόπιν, όταν συνειδητοποίησε τις βαριές συνέπειες που αυτό συνεπαγόταν, φρόντισε ώστε τα δύο μισά να μπορούν να επανενωθούν με τον οφειλόμενο τρόπο. Ο Έρως είναι ακριβώς αυτό: αναζήτηση που ωθεί να γίνουν «τα δύο ένα», «από δύο να γίνουν ένας».

Με επίμονες και σχεδόν επιτακτικές αναφορές στο «Δύο» και στο «Έν», ο Πλάτων έκανε σαφείς υπαινιγμούς στη διδασκαλία των δύο Αρχών, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω. Και με τον Έρωτα ως αναζήτηση εκείνου του μισού που λείπει σε κάθε άνθρωπο, δηλαδή ως εκείνη την αναζήτηση της επιστροφής στο Έν, ο Πλάτων υποδείκνυε την αναζήτηση του Αγαθού. Μάλιστα, λέει ότι όλοι οι εραστές, ακόμη κι αν δεν το γνωρίζουν, το προαισθάνονται και κατά κάποιον τρόπο το εκφράζουν «υπό μορφήν αἰνιγμάτων» (Συμπόσιο, 192 D). Αλλά, δια στόματος της ιέρειας Διοτίμας της Μαντίνειας, λύνει το αίνιγμα με τα εξής λόγια:

«Ακούγεται όμως κι ένας λόγος, σύμφωνα με τον οποίο εκείνοι που αγαπούν είναι όσοι αναζητούν το άλλο τους μισό. Ο δικός μου λόγος λέει ότι η αγάπη δεν είναι αγάπη του μισού ούτε του όλου, παρά μόνο, αγαπητέ φίλε, αν αυτά είναι το Αγαθό. […] Δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να αγαπούν οι άνθρωποι, παρά μόνο το Αγαθό»(Συμπόσιο, 205 E - 206 A).

Το Κάλλος ως εκδήλωση του Αγαθού-Ενός σε διάφορα επίπεδα

ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΟΣΑ ΕΙΠΑΜΕ, χρειάζεται να διευκρινίσουμε το νόημα και την εμβέλεια της δομικής ταύτισης ανάμεσα στο Κάλλος και στο Αγαθό.

Όπως είδαμε και σε άλλα καίρια σημεία της διδασκαλίας του Πλάτωνα, πρόκειται για μια ερμηνεία, σε μεταφυσικό επίπεδο, ενός από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πνευματικότητας και του πολιτισμού των Ελλήνων, που εκφραζόταν χαρακτηριστικά στην ίδια τη γλώσσα με έναν όρο πραγματικά εμβληματικό: "καλοκἀγαθία". Ο όρος αυτός δεν έχει αντίστοιχο στις νεότερες γλώσσες και σημαίνει ομορφιά-καλοσύνη, δηλαδή την έκφραση ενός αληθινού αποκαλυπτικού στοιχείου του κλασικού πολιτισμού.

Σε ένα καίριο απόσπασμα του "Φιλήβου", ο Πλάτων λέει ότι, ενώ ήμασταν σε αναζήτηση του Αγαθού και ήμασταν πολύ κοντά, αυτό μας ξέφυγε και κρύφτηκε μέσα στη φύση του Κάλλους, δηλαδή στο «μέτρο» και στην «αναλογία». Πρόκειται για ένα από εκείνα τα θαυμαστά ειρωνικο-διαλεκτικά παιγνίδια, στα οποία ο Πλάτων αποκαλύπτει γραπτώς τη σκέψη του, προσποιούμενος πως την αποκρύπτει. Στην πραγματικότητα, το Κάλλος δεν κρύβει το Αγαθό, αλλά το αποκαλύπτει.

Ιδού το κείμενο:

«Και τώρα η δύναμη του Αγαθού μας ξέφυγε στη φύση του Κάλλους· διότι, παντού, το μέτρο και η αναλογία αποδεικνύονται ότι είναι ομορφιά και αρετή».

Και στον "Τίμαιο" επιβεβαιώνει:


«Όλα όσα είναι αγαθά είναι όμορφα, και το όμορφο δεν στερείται μέτρου».

Αυτό ακριβώς εξηγεί σαφώς γιατί το νοητό Κάλλος, για τον Πλάτωνα, είχε το προνόμιο να είναι και ορατό.

Εδώ και καιρό, πράγματι, έχει επισημανθεί η σχεδόν «ερμηνευτική» σημασία αυτής της λαμπρότητας του Κάλλους.

Ο Gadamer, στις καταληκτικές σελίδες του μεγάλου του έργου, δηλώνει ότι η ουσία του Κάλλους συνίσταται ακριβώς στο ότι είναι «εκείνο που από μόνο του “είναι πιο φανερό”». Και διευκρινίζει: «Η λαμπρότητα της εμφάνισης δεν είναι μόνο μία από τις ιδιότητες του κάλλους, αλλά αποτελεί την ίδια του την ουσία. Το χαρακτηριστικό του κάλλους, με το οποίο προσελκύει αμέσως τον πόθο της ανθρώπινης ψυχής, θεμελιώνεται στο ίδιο του το είναι. Καθώς είναι δομημένο σύμφωνα με μέτρο, το ον δεν είναι μόνο αυτό που είναι, αλλά καθιστά εμφανή μέσα του μια ολότητα καθεαυτή μετρούμενη και αρμονική. Αυτή είναι η ἀλήθεια για την οποία μιλά ο Πλάτων στον Φίληβο, και ανήκει στην ουσία του κάλλους. Η ομορφιά δεν είναι απλώς η συμμετρία, αλλά η ίδια η φανέρωση που σε αυτήν θεμελιώνεται. Έχει τη φύση του να λάμπει. Όμως το να λάμπει σημαίνει να λάμπει πάνω σε κάτι, όπως ο ήλιος, και επομένως να εμφανίζεται και το ίδιο σε εκείνο πάνω στο οποίο πέφτει το φως. Η ομορφιά έχει τον τρόπο ύπαρξης του φωτός».

Αυτές οι θαυμάσιες παρατηρήσεις γίνονται ακόμη πιο συνεκτικές και ουσιαστικές, ακριβώς βάσει εκείνου που είδαμε ότι είναι ο εσωτερικός/ενδόμυχος ορισμός του Αγαθού ως Ενός, Ύψιστου Μέτρου όλων των πραγμάτων.

Ο Gadamer, σε κάποιο βαθμό, αποδέχεται τη νέα ερμηνεία του Πλάτωνα, την οποία εν μέρει είχε ο ίδιος προαναγγείλει ήδη από τη δεκαετία του ’20· αλλά δεν αποδέχεται την τελική στιγμή, δηλαδή τον ορισμό στον οποίο κατέληξε ο Πλάτων του Αγαθού ως Ένός-Μέτρου, αφήνοντας το ζήτημα ανοιχτό με σωκρατικό τρόπο ή, καλύτερα, ανοιχτό υπό την έννοια της ερμηνευτικής του, η οποία, ως τέτοια, παραμένει ένα άπειρο, ατέρμονο έργο και ποτέ δεν μπορεί να φτάσει σε μια οριστική και τελική λύση.

Γράφει πράγματι: «Το κάλλος διακρίνεται λοιπόν από το αγαθό, το οποίο είναι απολύτως απρόσιτο, στο ότι είναι περισσότερο δεκτικό να συλληφθεί».

Ωστόσο, παρά αυτές τις αρνήσεις, ο ίδιος ο Gadamer αυτοαναιρείται, παραδεχόμενος ότι το Κάλλος «είναι ο τρόπος φανέρωσης του Αγαθού γενικά, δηλαδή του όντος όπως οφείλει να είναι», και ότι «το Κάλλος, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο το Αγαθό φανερώνεται, καθίσταται φανερό αφ’ εαυτού στο ίδιο του το είναι, παρουσιάζεται».

Συμπερασματικά, το Αγαθό, ακριβώς ως Έν, είναι προσιτό, μέσω του Κάλλους, που αποτελεί την πιο σπουδαία του αποκάλυψη.

Πράγματι, και πάλι στον "Φίληβο", πάντα με εκείνο το παιχνίδι του «να αποκαλύπτει κρύβοντας» για όσους δεν γνώριζαν από άλλη οδό τις προφορικές του διδασκαλίες, ο Πλάτων υπογραμμίζει ακριβώς την ταύτιση του Αγαθού και του Κάλλους με το Έν κατά τρόπο εκπληκτικό:

«Εάν λοιπόν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το Αγαθό με μία και μοναδική Ιδέα, τότε, αφού το έχουμε κατανοήσει μέσα σε τρεις, δηλαδή στην Ομορφιά, στην Αναλογία και στην Αλήθεια, ας πούμε ότι αυτό, ως Έν [!], είναι δικαιότατο να το θεωρήσουμε ως αιτία αυτού που υπάρχει στη μίξη· και είναι εξαιτίας αυτού, ως Αγαθού [!], που η μίξη γίνεται τέτοια»(Φίληβος, 65Α).

Τότε, το Αγαθό είναι καταληπτό ακριβώς ως Έν και ως Ύψιστο Μέτρο όλων των πραγμάτων, στο μέτρο που αποκαλύπτεται σε διάφορα επίπεδα μέσω του Κάλλους, ως Έν που εκδηλώνεται στα πολλά, μέσω του μέτρου, της αναλογίας και της τάξης. Ιδιαίτερα, το Έν φανερώνεται μέσω των σχημάτων, των αριθμών και των αριθμητικών σχέσεων, σε όλο το αρμονικό και δυναμικό τους ξεδίπλωμα.

Και ο Έρως είναι ακριβώς η συνεχής αναζήτηση αυτού του Αγαθού μέσω του Κάλλους, στην εκδήλωσή του μέσα σε αυτήν τη σύνθετη πλέξη σχέσεων, στις επανειλημμένες προσπάθειες να φτάσει, με διαδοχικούς βαθμούς, στις κορυφές, δηλαδή στη μετοχή του απόλυτου Κάλλους, που είναι αποκαλυπτικό του απόλυτου Αγαθού. [Στην αδιάκοπη αναζήτηση του Ἀγαθοῦ μέσω τοῦ Κάλλους, τὸ Ἀγαθόν, κατά κάποιον τρόπο, βρίσκεται πάντοτε πιο κοντά καὶ, κατά κάποιον τρόπο, γίνεται δυναμικὰ δεκτό.]


Τέλος Χ κεφαλαίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: