Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Μηδενισμός 6

Συνέχεια από: Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Μηδενισμός 6
Του Franco Volpi, εκδόσεις Editori Laterza, 1996

Κεφάλαιο 5

Ο μηδενισμός χωρίς θεμέλια του Max Stirner

Μόνο ένα πράγμα δεν είναι μάταιο: η αισθησιακή τελειότητα της στιγμής. Η πρώτη αυθεντική θεωρητικοποίηση μιας φιλοσοφικής θέσης που μπορεί να οριστεί ως μηδενισμός, ακόμη κι αν απουσιάζει η ρητή χρήση του όρου, εμφανίζεται με τον Μαξ Στίρνερ (Max Stirner). Το κύριο έργο του, Ο Μοναδικός και η Ιδιοκτησία του (Der Einzige und sein Eigentum, 1844), αποτελεί την πιο οργισμένη και διαβρωτική έκφραση του αριστερού ριζοσπαστισμού που γεννήθηκε ως αντίδραση στον εγελιανισμό.

Υπερασπιζόμενος τα αιτήματα μιας αναρχο-ελευθεριακής εξέγερσης οδηγημένης στα άκρα, ο Στίρνερ στρέφεται εναντίον κάθε απόπειρας να αποδοθεί στη ζωή του ατόμου ένα νόημα που την υπερβαίνει και που ισχυρίζεται ότι εκφράζει τις ανάγκες, τα δικαιώματα ή ακόμη και την ίδια του την εικόνα. Ονομάζει την απροσδιόριστη οντότητα που ο ίδιος είναι «ο Μοναδικός», όπως την ίδια περίπου εποχή ο Kierkegaard – επίσης ενάντια στον Χέγκελ – την αποκαλεί «ο Μονάς» ή «το Άτομο».

Πρίγκιπας των σύγχρονων εικονοκλαστών, ο Στίρνερ επιδιώκει να αποδομήσει κάθε φιλοσοφικό σύστημα, κάθε αφαίρεση, κάθε ιδέα Θεού, αλλά και το εγελιανό πνεύμα ή τον Άνθρωπο του Φόιερμπαχ, που σφετερίζονται το αδύνατο καθήκον να εκφράσουν το «ανείπωτο» του Μοναδικού. Γνωρίζει ότι αυτός δεν είναι αντικείμενο της σκέψης και δεν ανέχεται σφετεριστές του αναφαίρετου δικαιώματός του στον αυτοκαθορισμό. Με αυτή την έννοια, στην αρχή του έργου του ο Στίρνερ θέτει, ως έμβλημα που στηρίζει όλη την αυτό-επιβεβαίωση του Μοναδικού, τη θέση:

«Δεν έχω θεμελιώσει την υπόθεσή μου σε τίποτα». Όχι «στο Μηδέν» (auf das Nichts), αλλά ακριβώς «σε τίποτα» (auf nichts). Αυτό σημαίνει ότι ο μηδενισμός που προκύπτει δεν βασίζεται σε μια φιλοσοφική διατύπωση του Μηδενός, αλλά απλώς συνίσταται στην άρνηση και την απόρριψη κάθε θεμελίου που υπερβαίνει την αρχέγονη και ανεπανάληπτη ύπαρξη του ατόμου. Αυτός είναι ο θεματικός άξονας όλου του έργου, από την αρχή ως το τέλος. Ξεκινά με την επιτακτική δήλωση της ανεκποίητης μοναδικότητας του Μοναδικού:

Ο Θεός και η ανθρωπότητα θεμελίωσαν την υπόθεσή τους στο τίποτα, σε τίποτα άλλο παρά στον εαυτό τους. Κατά τον ίδιο τρόπο, κι εγώ θεμελιώνω την υπόθεσή μου πάνω στον εαυτό μου, εγώ που, όπως ο Θεός, είμαι το τίποτα κάθε άλλου, είμαι το παν μου, εγώ που είμαι ο Μοναδικός (…) Δεν είμαι τίποτα με την έννοια του κενού, αλλά το δημιουργικό τίποτα, το τίποτα από το οποίο εγώ ο ίδιος, ως δημιουργός, δημιουργώ τα πάντα. (Στίρνερ, 1979: 13)

Και αφού έχει αναπτύξει αυτό το μοτίβο για σελίδες και σελίδες, το έργο κλείνει με την κατηγορηματική άρνηση κάθε καθήκοντος, αποστολής ή ιδεώδους μέσα στο οποίο ο Μοναδικός θα μπορούσε να ταυτιστεί, δηλαδή να αναιρέσει τον εαυτό του ως μοναδικό. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, ώστε να αρνείται κάθε όνομα που θα τολμούσε να είναι το «κύριο όνομά» του:

Λέγεται για τον Θεό: «Κανένα όνομα δεν μπορεί να σε ονομάσει». Το ίδιο ισχύει και για μένα: καμμία έννοια δεν με εκφράζει, τίποτε απ’ όσα δηλώνονται ως ουσία μου δεν με εξαντλεί· είναι όλα μόνο ονόματα (…) Ιδιοκτήτης της δύναμής μου είμαι εγώ ο ίδιος, και το είμαι τη στιγμή που γνωρίζω πως είμαι μοναδικός. Μέσα στον Μοναδικό, ο ίδιος ο ιδιοκτήτης επιστρέφει στο δημιουργικό του τίποτα, από το οποίο γεννήθηκε. Κάθε ον ανώτερο από εμένα τον ίδιο – είτε είναι ο Θεός είτε ο άνθρωπος – αποδυναμώνει το αίσθημα της μοναδικότητάς μου και χλομιάζει μόλις ανατείλει ο ήλιος αυτής της επίγνωσής μου. Αν θεμελιώνω την υπόθεσή μου πάνω σε μένα, τον μοναδικό, αυτή στηρίζεται στο εφήμερο, θνητό, αυτό-δημιουργούμενο ον που αυτοκαταναλώνεται· και μπορώ να πω: έχω θεμελιώσει την υπόθεσή μου στο τίποτα. (Στίρνερ, 1979: 380–381)

Ο βλάσφημος τόνος της στρινερικής άρνησης κάθε θεμελίου καθίσταται σαφής, αν σκεφτεί κανείς ότι η φράση: «Δεν έχω θεμελιώσει την υπόθεσή μου σε τίποτα»
είχε εισαχθεί από τον Γκαίτε στο ποίημά του Vanitas! Vanitatum vanitas!, (Ματαιότης! Ματαιοτήτων ματαιότης!) ως ανατροπή του τίτλου ενός εκκλησιαστικού ύμνου του Γιοχάνες Πάππους (1549–1610), που έλεγε:
«Έχω εμπιστευθεί την υπόθεσή μου στον Θεό»
(Ich hab’ mein’ Sach’ Gott heimgestellt).

Αναλαμβάνοντας το μοτίβο του Γκαίτε, αλλά αγνοώντας τον Στίρνερ, λίγα χρόνια αργότερα παρεμβαίνει και ο Σοπενχάουερ πάνω στο ίδιο θέμα, βοηθώντας μας να τοποθετήσουμε ιστορικά τη θέση του Στίρνερ. Στα Αφορισμοί περί της σοφίας της ζωής, που δημοσιεύτηκαν στα Parerga e Paralipomena το 1851 με μεγάλη επιτυχία στο κοινό, γράφει: Το τόσο δημοφιλές Lied (τραγούδι) του Γκαίτε:

«Ich hab’ mein’ Sach’ auf nichts gestellt» («Έχω στηρίξει την υπόθεσή μου στο τίποτα») σημαίνει κυριολεκτικά ότι μόνον όταν ο άνθρωπος θα έχει εγκαταλείψει κάθε του αξίωση και θα έχει επανέλθει σε μια γυμνή και λιτή ύπαρξη, τότε θα μπορέσει να μετέχει εκείνης της γαλήνης του πνεύματος που αποτελεί το θεμέλιο της ανθρώπινης ευτυχίας. (Σοπενχάουερ, 1981–83: τόμ. 1, σ. 561)

Αλλά το τελικό αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει ο Στίρνερ μέσα στη νομαδική του σκέψη, σκιαγραφείται σε μια επιστολή στην οποία έχει επιστήσει την προσοχή ο Καρλ Σμιτ (Karl Schmitt):

Την ύστατη του ορμή την εξέφρασε σε μια επιστολή όπου λέει: «Θα ξαναγίνουμε τότε σαν τα ζώα του δάσους και τα άνθη του αγρού». Αυτή είναι η αληθινή νοσταλγία ενός τέτοιου εμμονικού τού Εγώ. Αυτός είναι ο νέος παράδεισος. Αυτά είναι η φύση και το φυσικό δίκαιο, η κατάργηση της αυτό-αλλοτρίωσης και της αυτό-αποξένωσης μέσα σε μια σωματικότητα χωρίς προβλήματα.
Η αδαμική ευτυχία του Κήπου των Επίγειων Απολαύσεων, που ο Ιερώνυμος Μπος απέδωσε σε λευκή γύμνια επάνω σε ξύλινη σανίδα. Μα εδώ προστίθενται και τα ζώα του δάσους και τα άνθη του αγρού. Η πτήση των μυγών μέσα σε μια ηλιαχτίδα. Η εντελώς φυσική φύση και το φυσικό δίκαιο των πιο βαθιών σφαιρών της γήινης ύπαρξης.
Το εντελώς ανέμελο κελάηδισμα της κίσσας του Ροσίνι. Η καθαρή ταυτότητα με τον εαυτό μέσα στην ευτυχία μιας μακαρίως επιταχυνόμενης κυκλοφορίας του αίματος. (Σμιτ, 1987: 84) Αν ποτέ, μέσα στην υπερήφανη απομόνωσή του, ο Μοναδικός μπορεί να έχει σημεία στήριξης για αυτή την επιστροφή του στη φύση, αυτά βρίσκονται στις δύο μοναδικές αλήθειες που εκείνος αναγνωρίζει: η «δύναμή μου» και ο «λαμπρός εγωισμός των άστρων».

Μια ομολογία πίστης εξαιρετικά μεταδοτική, που διέγειρε τα πνεύματα και προκάλεσε άμεσες, σκανδαλισμένες αντιδράσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Γερμανική Ιδεολογία, ο Μαρξ και ο Ένγκελς αφιέρωσαν στον Μοναδικό πάνω από τριακόσιες σελίδες κριτικής. Όμως η εκκεντρικότητα και η περιθωριοποίηση του συγγραφέα κατέστησαν έτσι ώστε το αναρχο-ατομικιστικό μικρόβιο να απομονωθεί προσωρινά. Μερικές δεκαετίες αργότερα – μπορούμε κάλλιστα να πούμε: από τότε και στο εξής – αυτό θα εξαπλωνόταν γρήγορα και ασταμάτητα. Μόνο εκ των υστέρων, λοιπόν, ο Στίρνερ βρήκε μια θέση και μια τοποθέτηση μέσα στην ιστορία του μηδενισμού.

Συνεχίζεται με:

Κεφάλαιο 6
Μηδενισμός, αναρχισμός, λαϊκισμός στη ρωσική σκέψη

Δεν υπάρχουν σχόλια: