Θα θέλαμε να προσεγγίσουμε αυτή την φορά την διδασκαλία του όχι με αυστηρά θεολογικά κριτήρια, αλλά να μιλήσουμε για κάτι ευρύτερο, που αφορά και την φιλοσοφία. Το θέμα μας λοιπόν είναι η διδαχή του θεολόγου ότι «η ζωή είναι απλή». Το παράξενο είναι ότι ο π. Συμεών αποφαίνεται έτσι μιλώντας για έναν άνθρωπο, μια αγία, της οποίας η ζωή ήταν απίστευτα «ταραγμένη» και «περιπετειώδης», απρόβλεπτη και πολυκύμαντη. Η αγία Θεοδώρα λοιπόν γεννήθηκε στην Αίγινα, τόπο όπου γίνονταν συχνές επιδρομές πειρατών, για αυτό και αναγκάστηκε να φύγει από εκεί και να μετοικήσει στην Θεσσαλονίκη, την πάντρεψαν οι γονείς της μικρή, αν και ήθελε να γίνει μοναχή, έκανε τρία κορίτσια, από τα οποία σε μικρή ηλικία πέθαναν τα δύο, αφιέρωσε το τρίτο της παιδί σε ηλικία έξι χρονών σε κάποιο μοναστήρι, σύντομα πέθανε και ο άνδρας της και όλα αυτά ενώ θα ήταν περίπου στην ηλικία των εικοσιπέντε χρονών∙ οπότε και αποφάσισε να γίνει μοναχή. Και όμως, ο π. Συμεών επιμένει ότι κατόπιν όλων αυτών η ζωή της ήταν «απλή».
Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Λοιπόν, αυτό εξαρτάται εν πολλοίς από την σχέση που αναπτύσσει ο άνθρωπος με τον Θεό και τον τρόπο που αντιμετωπίζει την χριστιανική πίστη. Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά: καταρχήν ο π. Συμεών, όπως και όλοι οι Πατέρες βέβαια, πιστεύει ότι τα πράγματα στην ανθρώπινη ζωή δεν έρχονται τυχαία. Δεν δέχεται ότι η ζωή είναι μια σειρά από τυχαιότητες και ασύνδετα μεταξύ τους περιστατικά, αντίληψη που κυριαρχεί εν γένει στο (μαζικό) μυθιστόρημα. Ο Θεός, κατά την ορθόδοξη πίστη, «επιτρέπει να έρθουν του καθενός (τα πράγματα) έτσι όπως θα έρθουν», ώστε να προοδεύσει κανείς και να αγιάσει. Φαίνεται ότι είναι μια ιδιότυπη αντίληψη αυτή, αποκλειστικά της Θεολογίας, ωστόσο υπό την κοσμοθεώρηση αυτή έχουν γραφεί και μεγάλα αριστουργήματα της λογοτεχνίας- θα αναφερθούμε πιο κάτω στον «Κρητικό» του Σολωμού. Ο π. Συμεών λέγει ότι επιτρέπει εν γένει ο Θεός να έρθουν έτσι τα πράγματα στη ζωή όπως έρχονται, γιατί βαθύτερα «ανοίγει δρόμους ο Θεός, και βοηθάει να προχωρήσει η ψυχή έτσι που να αγιασθεί». Αλλά ο άνθρωπος, λέγει, κάνει ότι δεν καταλαβαίνει… Και προσθέτει το εξής: «Πολύ ευλογημένος, παρά πολύ ευλογημένος είναι και πολύ θα ευλογηθεί και θα χαριτωθεί ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος τείνει ευήκοον ους να ακούσει τι λέει ο Θεός, να δει πως τον οδηγεί ο Θεός, και αμέσως να ανταποκρίνεται». Και αρχίζει να εφαρμόζει τον λόγο του αυτό στη ζωή της αγίας Θεοδώρας. Διαβάζουμε: «Δεν δίστασε η αγία Θεοδώρα, καθώς έδειξαν τα πράγματα ότι ήταν καλό να ’ρθει στη Θεσσαλονίκη, να έρθει εδώ και έμεινε. Δεν τη δέσμευσε το ότι από κάπου αλλού καταγόταν και πώς να ρθει εδώ με τα μέσα εκείνης της εποχής -9ος αιώνας. Τίθεται το μεγάλο θέμα της «μετανάστευσης». Το μυθιστόρημα κάνει «μεγάλο θέμα» την μετανάστευση: την υμνεί, την αινεί, την «μελωδεί», για να το πούμε έτσι. Ακόμη κι αν κανείς μεταναστεύει υπό τις πιο άσχημες και απάνθρωπες συνθήκες, και πάλι το μυθιστόρημα μιλά με τέτοιον τρόπο για αυτήν που είναι σαν να σου λέγει «καλύτερα να σου τύχουν όλα αυτά, παρά μια ήρεμη ζωή, γιατί πάνω από όλα είναι η λατρεία της περιπέτειας». (Η γνωστή κουλτούρα της λατρείας της «εμπειρίας» στο μυθιστόρημα.) Και αφήνει να αναδυθεί μια γλυκιά γεύση για την «μετανάστευση», που τρόπον τινά την θεοποιεί. Αντιθέτως, η αγία Θεοδώρα «δεν δίστασε, καθώς έδειξαν τα πράγματα ότι ήταν καλό να ’ρθει στη Θεσσαλονίκη, να έρθει εδώ και έμεινε», είπαμε ότι γράφει ο πατήρ. Εδώ είναι πολύ σημαντική η φράση «καθώς έδειξαν τα πράγματα». Ο π. Συμεών θέλει να πει ότι ο Θεός μιλά στον άνθρωπο μέσα από την «τροπή» που παίρνουν τα γεγονότα στη ζωή του. Αυτό το ζήτημα είναι πολύ ρεαλιστικό. Ακούμε αφηγήσεις ηλικιωμένων να λένε ότι «δεν μπόρεσα να σπουδάσω, γιατί, αν και ήμουν καλός μαθητής, έπρεπε να βοηθήσω τον πατέρα μου στα χωράφια»- και αυτός που το λέει μιλά με τέτοιο τρόπο που φαίνεται ότι δεν του έχει μείνει κάποιο «απωθημένο», κάτι ψυχοπαθολογικό μέσα του από αυτό. Η ψυχολογία των γεροντότερων, για όσους πρόλαβαν ανθρώπους πριν την πολιτιστική μετάλλαξη από την δεκαετία του ’60 και πιο πριν, ήταν κάπως έτσι. Είχαν αντιμετωπίσει δυσκολίες, αλλά ακριβώς, για να χρησιμοποιήσω μια αδόκιμη λέξη, τις «απο-μυθιστορηματοποιούσαν». Δεν το έβλεπαν ως κάτι τραγικό. Και όμως, αυτό το θέμα το μυθιστόρημα θα το εξύψωνε σε ζήτημα ζωής.
Η αγία Θεοδώρα λοιπόν «πήρε τα πράγματα απλά», γιατί έτσι είναι στο βάθος τους όλα- είδε ότι έπρεπε να μεταναστεύσει, και δεν πολυέδωσε σημασία ότι αποχωρίστηκε αγαπημένες φίλες, πολυφίλητα τοπία, γνωστές της συνήθειες. Είπε απλά «πρέπει να φύγω από εδώ», και έφυγε, και ήρθε και «έμεινε» στον νέο τόπο: αυτό το ρήμα που χρησιμοποιεί ο π. Συμεών, «έμεινε», αποδραματοποιεί πλήρως τα πράγματα. Μέσα σ’ αυτό το θέμα συμπυκνώνεται μια ολόκληρη σειρά δραστηριοτήτων: βρήκε νέους φίλους, είδε καινούργια τόπια, άρχισε να ζει μια φυσιολογική ζωή εκεί.
Για να μην νομίσει κανείς ότι ο π. Συμεών μιλά ψυχρά, χωρίς να καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι π.χ. να χάσεις τους παλιούς σου φίλους κ.λπ., θα καταφύγουμε στην υψηλή λογοτεχνία, στον «Κρητικό» του Σολωμού. Ο ήρωας φεύγει από την Κρήτη μέσα σε μια σχεδία, καθώς οι κατακτητές κατέστειλαν την Επανάσταση και σκότωσαν αμέτρητο πλήθος, μέσα στο οποίο συγκαταλέγονται και τα πιο συγγενικά του πρόσωπα. Εν τω μεταξύ, η σχεδία ανατρέπεται, πνίγονται πολλοί που ήταν μέσα, και ο ήρωας, αγκαλιά με την ασθενική αρραβωνιαστικιά του, κολυμπούν μες στη νύχτα, αφήνοντας πίσω κάτι που η λέξη «αναμνήσεις» δεν μπορεί να αποδώσει όπως πρέπει. Ο Σολωμός δεν εστιάζει στην ψυχολογική κατάσταση του ήρωα τόσο πολύ- μιλά για τα γεγονότα, που είναι από μόνα τους «οδυνηρά», όπως λέγει ο π. Συμεών Κραγιόπουλος. Ασφαλώς και πονά, ωστόσο ο Κρητικός, με μια έννοια, τα αφήνει όλα «πίσω» του. Το θέμα είναι πολύ λεπτό και πρέπει να καταλάβει κανείς τι ακριβώς θέλουμε να πούμε εδώ: όχι ότι είναι αναίσθητος κανείς, δεν νιώθει τίποτα, ό,τι κακό (ή καλό) και να του συμβαίνει, αλλά τα «οδυνηρά» γεγονότα είναι οδυνηρά από μόνα τους. Τα πράγματα ωστόσο, διδάσκει ο π. Συμεών (και αυτό είναι και το πνεύμα του Σολωμού) πρέπει να τα παίρνει κανείς «απλά». Ασφαλώς θα νιώσει μια φυσική στενοχώρια, αλλά, τρόπον τινά, δεν θα την δραματοποιήσει, όπως είπαμε, δεν θα καταλάβει αυτή τον πυρήνα της ύπαρξής του. Θα τα πάρει τα πράγματα, ξαναλέμε, ακριβώς «απλά»: «πρέπει να φύγω, και θα φύγω. Θα πάω να μείνω εκεί που ‘δείχνουν τα πράγματα’». Έτσι σκέφθηκε η αγία Θεοδώρα.
Είχαμε μείνει στον «Κρητικό» του Σολωμού. Όπως μας λέγει το ποίημα οι εχθροί σκότωσαν τα αδέρφια του, βίασαν και έσφαξαν την αδελφή του, έκαψαν τον πατέρα του και έριξαν τη μάνα του στο πηγάδι. Τι χειρότερο από όλα αυτά; Κι όμως, επαναλαμβάνουμε, είναι η λογική του ποιήματος τέτοια που φαίνεται ότι ο ήρωας τελικά μπορεί και αφήνει αυτά «πίσω» του. Δεν τα ξεχνά, δεν σημαίνει ότι όλα αυτά δεν είναι τραγικά, αλλά μένει εκεί, στην «φυσική», για να το πούμε έτσι, οδύνη. Ας σκεφθούμε και τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής: έχασαν συγγενείς και υλικά αγαθά στην πατρίδα τους και ξεριζώθηκαν. Ήρθαν εδώ και τρόπον τινά, λες και δεν έζησαν όσα έζησαν, άρχισαν αμέσως να φτιάχνουν την ζωή τους. Οι δυσκολίες ήταν πάμπολλες: και όμως πρόκοψαν. Θα ήταν λάθος να πούμε ότι οι άνθρωποι της τότε εποχής ήταν «σκληροί», ενώ εμείς σήμερα γίναμε όπως «πρέπει», ευαίσθητοι. Όχι. Πρόκειται για αρρωστημένη ευαισθησία. Πρόκειται για την αρρωστημένη κουλτούρα της αυτοπραγμάτωσης.
******************
Η αγία Θεοδώρα έχασε τις δυο κόρες της νωρίς- της έμεινε μόνο μία. Ο π. Συμεών γράφει: «Επίσης δεν κάθισε να κλαίει που πήρε ο Θεός τις δυο κόρες της, αλλά αμέσως κανόνισε τι θα γίνει με την άλλη»- την έκανε μοναχή. Πιστεύω ότι πριν θεσμοθετηθούν οι εκτρώσεις, ο κάθε άνθρωπος είχε ύψιστη αξία, όποιος κι αν ήταν- τώρα υποσυνείδητα σκέφτεται κανείς αν έπρεπε ή δεν έπρεπε να έρθει στη ζωή ο καθένας. Πριν θεσμοθετηθούν οι εκτρώσεις, ο κάθε άνθρωπος ήταν μοναδικός και αυτό φαινόταν κυρίως από το πόσο «δυνατή» ήταν η λεγόμενη «ονομαστική εορτή»: τότε γιόρταζε κανείς το «όνομά» του, την ίδια του την ύπαρξη, ήταν απίστευτα όμορφος όποιος κι αν ήταν. Σήμερα πρέπει να «αποδείξεις» ότι αξίζει να ζεις- είναι κι αυτό ένα βάρος που προκαλεί στην πραγματικότητα ψυχικές ασθένειες στους ανθρώπους της εποχής μας. Και όμως, παρόλο που τότε γιορταζόταν η μοναδικότητα και το αναντικατάστατο του κάθε ανθρώπου, η γιαγιά μου -όπως μου διηγούνταν ο πατέρας μου-, όταν την ρωτούσαν ‘πόσα παιδιά είχε’, απαντούσε ‘πολλά, θα πάρει και κανένα ο Θεός’. Όχι ότι δεν αγαπούσε τα παιδιά της, αλλά οι άνθρωποι τότε ήταν εξοικειωμένοι με τον θάνατο. Ο θάνατος θεωρούνταν «φυσιολογικός». Σημαντικό είναι και το γεγονός του πένθους της χηρείας εκείνη την εποχή: η γυναίκα έβαζε μαύρα για όλη της την ζωή, δεν ξεχνούσε ποτέ τον σύζυγό της, αλλά ταυτόχρονα προχωρούσε μπροστά. «Θήτευε», όπως λέγει ο Παπαδιαμάντης, στα παιδιά και στα εγγόνια της, ήταν ενεργός όσο ήταν υγιής. Είναι σημαντικό αυτό.
Επιστρέφουμε στην αγία Θεοδώρα. Όταν ο Θεός πήρε τα δυο παιδιά της, «δεν κάθισε να κλαίει», γράφει ο π. Συμεών. Η πίστη στον Θεό πρόσθεσε περισσότερη δύναμη στον τρόπο που αντιμετωπίζονταν τότε το πένθος: η αγία Θεοδώρα «δεν κάθισε να κλαίει». Άλλο είναι να στενοχωρηθείς ως άνθρωπος για μια σημαντική απώλεια στη ζωή σου, και άλλο «να κάθεσαι να κλαις», όπως γράφει ο π. Συμεών. Η σύγχρονη ψυχολογία μιλά για τους τρόπους «διαχείρισης» του πένθους και πολλοί στην σημερινή κοινωνία αντιμετωπίζουν πια διαφορετικά το πένθος, ακόμη και για τον θάνατο του παιδιού τους: πάνε κανονικά την επόμενη μέρα στην δουλειά, δρουν έτσι σαν να μην υπήρξε ποτέ το χαμένο παιδί. Ούτε και αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης του θανάτου είναι ο σωστός. Πρέπει να κοιτάζεις, για να το πούμε έτσι, κατάματα τον θάνατο. Η αγία Θεοδώρα κοίταξε κατάματα τον θάνατο, κατάλαβε την σημασία του γεγονότος, ένιωσε την σημασία του γεγονότος- αλλά «δεν κάθισε να κλαίει». Ελπίζω ο αναγνώστης να νιώθει το νόημα των όσων λέγονται εδώ. Η χριστιανική πίστη βοηθάει πάρα πολύ όχι να «ξεπεράσει», όπως λέμε σήμερα συνήθως, το πένθος, αλλά να πάει κανείς μπροστά. Είναι και πάλι πολύ λεπτή η διαφορά. Μόλις πέθαναν οι δυο της κόρες, «αμέσως κανόνισε τι θα γίνει με την άλλη», γράφει ο θεολόγος. Φυσικά δεν γκρίνιαξε καθόλου με τον Θεό, δεν Τον μέμφθηκε που πήρε τα παιδιά της- πράγμα όπως λέει ο πατήρ «δύσκολο»-, αλλά έδειξε, θα λέγαμε, αμέσως περισσότερη αγάπη στον Θεό, του αφοσιώθηκε περισσότερο, και αφιέρωσε την τρίτη κόρη της στον Θεό. Την πήγε σε Μοναστήρι- ασφαλώς του συζύγου συναινούντος. «Και όταν ο Θεός πήρε και τον σύντροφό της, πάλι δεν κάθισε να κλαίει και να οδύρεται». Δεν ένιωσε τίποτα για αυτό το γεγονός; «Οπωσδήποτε τον ξεπροβόδισε καλώς, οπωσδήποτε ήταν κοντά του και τον βοήθησε να έχει καλό τέλος και να σωθεί η ψυχή του.» Αλλά και πάλι αυτό έγινε αφορμή να αγαπήσει ακόμη περισσότερο τον Θεό και έτσι έκανε τα δύσκολα «απλά». «Κι εκείνη, χωρίς να ζηλέψει τον σύζυγό της, που πήγε στις ουρανίους μονές, ενώ αυτή θα χρειαζόταν να ζήσει πολλά χρόνια ακόμη και να παιδευτεί, δέχθηκε ευχαρίστως αυτό που έδειχνε ο Θεός, να κάνει τον αγώνα της, να κάνει την άσκησή της. Και το ’κανε και έγινε αγία».
Παρόλο που, όπως είπαμε, αντιμετωπίζονταν διαφορετικά το πένθος τότε, τόσο πολλοί θάνατοι θα είχαν πράγματι παραλύσει έναν συνηθισμένο άνθρωπο κι εκείνης της εποχής. Θα γονάτιζε. Αυτή όμως στράφηκε προς την «αρετή»: κάθε φορά που συνέβαιναν οι θάνατοι, καταλάβαινε πως ο Θεός της ζητούσε περισσότερη αγάπη. Κάπου λέγει ο πατήρ ότι ο Θεός δεν τα ’κανε όλα αυτά για να την βασανίσει, για να το πούμε έτσι, απλούστατα ήταν μέσα στο σχέδιό Του, μέσα στην πρόνοιά Του, να φύγουν νωρίς τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Και αυτό συνέβη στην αγία Θεοδώρα. Και αυτή, όπως είπαμε, έκανε τα δύσκολα «απλά»: την μεταμόρφωσε ο πόθος της για τον Θεό, η αγάπη της για Αυτόν.
Για να επιστρέψουμε στον Σολωμό, σύντομα θα θέλαμε να πούμε ότι στο ποίημα, ο ναυαγός πρόσφυγας, αγκαλιά με την αγαπημένη του, πλέει νύχτα μέσα στην τρικυμισμένη θάλασσα, για να φθάσει στην ακτή. Και τότε, εμφανίζεται ένα μεταφυσικό Ον, η λεγόμενη «Φεγγαροντυμένη» -οι μελετητές ερίζουν για το τι σημαίνει, αλλά κατά την ταπεινή γνώμη μου είναι κάτι πολύ κοντά στον χριστιανισμό-, που λάμπει ολόκληρη με ένα φως, το οποίο ο αείμνηστος Καθηγητής μου στο Πανεπιστήμιο Β. Αθανασόπουλος θεωρεί σε σχετική μελέτη του «άκτιστο». Είναι το «άκτιστο φως» της Ορθοδοξίας. Θεωρώ σωστή την προσέγγισή του. Και αυτό το φως τον μεταμορφώνει. Όπως λέει το ποίημα, όταν ο Κρητικός φθάνει στην νέα του πατρίδα, την Ζάκυνθο, και εκεί, δίχως λεφτά, κάνει τον επαίτη, τότε έχει σβήσει τελείως κάθε ίχνος μίσους και οργής για αυτά που έκαναν οι Αγαρηνοί στους δικούς του και γενικά όλο το νησί. Αγαπά πια όλους τους ανθρώπους, έχει μεταμορφωθεί ηθικά. Στράφηκε προς την «αρετή», για να το πούμε πιο φιλοσοφικά. Και ούτε ντρεπόταν πια που ήταν επαίτης. Γράφει ο μεγάλος ποιητής: «Εχάθη (η Φεγγαροντυμένη), αλιά μου! Αλλ’ άκουσα του δάκρυου της ραντίδα/ στο χέρι, που ’χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα.-Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,/ Π’ αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι∙ Χαρά δεν του ’ναι ο πόλεμος∙ τ’ απλώνω του διαβάτη/Ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι». Η Φεγγαροντυμένη, καθώς ένα της «δάκρυ» έσταξε στο χέρι του ναυαγού, τον μεταμόρφωσε ηθικά και πια δεν μισεί κανέναν Αγαρηνό, ό,τι και να του είχαν κάνει, ούτε καν χαίρεται να πάει να τους πολεμήσει, γιατί μια μυστική αγάπη τον περιέβαλε για κάθε άνθρωπο. Μεταμορφώθηκε ηθικά.
Το ίδιο «ηθικά» μεταμορφωμένη ήταν, όπως ήταν φυσικό, η θερμή χριστιανή, η νεαρή αγία Θεοδώρα, που στα 25 της μόλις χρόνια έμεινε εντελώς μόνη, δίχως την οικογένειά της- η μόνη επιζήσασα κόρη της είχε αφιερωθεί σε ηλικία μόλις 6 χρονών από τους γονείς της σε Μοναστήρι. Το παράδειγμά της μπορεί να καθοδηγήσει κι εμάς σήμερα. Πρέπει να δούμε ότι τελικά, μέσα στην ανθρώπινη ζωή μας και όσα ζούμε, όσα συμβαίνουν, καλά ή κακά, μας μιλάει το Άπειρο: ο Θεός. Πρέπει, λέγει ο ιερός Πατήρ, να καταλάβουμε ότι πολλές φορές μας έχει ήδη μιλήσει το «Άπειρο», ο Θεός, πολλές φορές, όπως γράφει, «θέλησε να μας αναλάβει», αλλά δεν ανταποκριθήκαμε. Αυτή η φράση του πατρός, ότι δηλαδή ο Θεός θέλει να μας «αναλάβει», είναι πολύ σημαδιακή. Μας φαίνεται ότι τρόπον τινά, αν αφήσουμε κάποιον Άλλο να «αναλάβει» τη ζωή μας, τότε θα χάσουμε την ελευθερία μας, την κρίση μας, την αυτονομία μας. Αλλά αυτό είναι λάθος. «Για τον καθένα είναι η αγιότητα», γράφει ο πατήρ Συμεών. «Δεν εμποδίζεται κανείς από την αγιότητα, δεν είναι για εκλεκτούς μόνον η αγιότητα». Και συνεχίζει: «Εκείνο το οποίο βλάπτει και ζημιώνει και κάνει μεγάλο κακό είναι ότι ο καθένας κουμαντάρει τον εαυτό του, δεν αφήνεται στα χέρια του Θεού, δεν αφήνεται στην πρόνοια του Θεού». Γνωρίζει ο Θεός πώς μέσα από διάφορα περιστατικά και καταστάσεις, μέσα από ποιους δρόμους και γεγονότα θα μας οδηγήσει. Αυτό που λέγει εδώ ο μεγάλος θεολόγος είναι ο θάνατος της κουλτούρας της «αυτοπραγμάτωσης».
Διαβάζουμε στα λεξικά ότι ως αυτοπραγμάτωση ορίζεται η διαδικασία μέσω της οποίας ένα άτομο «αναπτύσσει πλήρως τις δυνατότητές του και πραγματοποιεί τον αυθεντικό του εαυτό». Αυτός ο μύθος του «αυθεντικού εαυτού» είναι που ταλανίζει και βασανίζει την δυτική κουλτούρα εδώ και δεκαετίες: ότι υπάρχει ο «αυθεντικός» εαυτός, που είναι προορισμένος για κάτι που μένει ασαφές ποιος το καθόρισε, που ο ίδιος πρέπει να ανακαλύψει ποιος είναι και να τον «πραγματώσει». Και όλο αυτό σχετίζεται με την μυθολογία της «ανακάλυψης του προσώπου» από τον δυτικό άνθρωπο. Δεν θα θέλαμε να πούμε πολλά για αυτό το θέμα, που είναι τεράστιο, και απαιτεί ειδική ανάλυση. Πάντως, ο π. Συμεών κονιορτοποιεί αυτόν τον μύθο όταν λέγει ότι πρέπει να θελήσουμε να μας «αναλάβει ο Θεός». Θα δώσω ένα δικό μου παράδειγμα: αγαπούσα πολύ την αγιογραφία, αλλά ποτέ δεν παρουσιάζονταν οι κατάλληλες συνθήκες για να καλλιεργήσω την κλίση μου αυτή. Στενοχωρήθηκα και ταλαιπωρήθηκα χρόνια που δεν καταλάβαινα ότι ο Θεός μου μιλούσε όλον αυτόν τον καιρό, δείχνοντάς μου άλλο δρόμο. Και το κατάλαβα και το αποδέχτηκα δύσκολα. Η κουλτούρα της «αυτοπραγμάτωσης», στην οποία ήμουν βυθισμένος από την αγάπη μου για την λογοτεχνία και το μυθιστόρημα, δεν με άφησε να απαγκιστρωθώ εύκολα από την «ματαίωση» της επιθυμίας μου αυτής.
Λοιπόν, ο Θεός καλεί καθέναν μας να «αναλάβει» την ζωή μας. Και πρέπει να ζητήσουμε από το «Άπειρο», δηλαδή τον Θεό, να θελήσουμε ό,τι θέλει Αυτός- γιατί το Άπειρο είναι Πρόσωπο. Πρέπει να πούμε: «Ναι, θέλω, Κύριέ μου, ό,τι κι αν μου στοιχίσει, να με φωτίσεις, ό,τι κι αν μου στοιχίσει, να με ξυπνήσεις, ό,τι κι αν μου στοιχίσει, να με οδηγήσεις, να με βάλεις στον δρόμο σου, να με κάνεις δικό σου, Θεέ μου. Να με πας όπως θέλεις, ό,τι κι αν μου στοιχίσει». Έστω κι αργά -αυτό δεν έχει καμιά σημασία- να ζητήσουμε αυτό από τον Θεό. Και είναι το θέμα πολύ σημαντικό, γιατί δυστυχώς, όπως λέγει ο ιερός Πατήρ, τελικά φθάνουμε στο σημείο να «υποψιαζόμαστε» τον Θεό, που είναι δυστυχώς μια μορφή «βλασφημίας». Μπορεί δηλαδή, ενώ βλέπουμε ξεκάθαρα πού μας οδηγεί ο Θεός, να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε «πω, πω, προς τα εδώ που φαίνεται καθαρά ότι με στέλνει ο Θεός, ίσως δεν αντέξω, ίσως είναι δύσκολα τα πράγματα, ίσως έτσι, ίσως αλλιώς…». Υποψιαζόμαστε τον Θεό.
***************
Θα ήθελα τελειώνοντας να πω κάτι που μου έκανε τεράστια εντύπωση σχετικά με όλα αυτά: συνέβη να διαβάσω ότι κατά την περίοδο της Γενοκτονίας του Πόντου έξω από την ιερά Μονή Σουμελά συνέλαβαν μια Ελληνίδα οι γενοκτόνοι, την βίασαν αρχικά ενώπιον παιδιών και γυναικών εννιά κτηνάνθρωποι, και τελικά της απέκοψαν τα στήθη και την κεφαλή. Είχα διαβάσει στα ιερά βιβλία και στους Πατέρες ότι ο Θεός δεν αφήνει ποτέ να πειρασθεί άνθρωπος πάνω από τις δυνάμεις του. Και ρώτησα τον μακαριστό αγιασμένο Γέροντά μου π. Ιγνάτιο Καπνίση πώς ο Θεός επέτρεψε να πειρασθεί «πάνω από τις δυνάμεις της». Η απάντησή του ήταν ότι «ίσως ο Θεός ήθελε να της δώσει μεγαλύτερο Παράδεισο». Αυτό που συνέβη στην πραγματικότητα ήταν ο Θεός της έδωσε τον στέφανο της μάρτυρος, και πιο συγκεκριμένα της παρθενομάρτυρος, γιατί η αγνότητά της διατηρήθηκε αμίαντη -όπως περίπου μου είχε πει για μια ανάλογη περίπτωση ο Γέροντάς μου- από την φρίκη των βιασμών.
Ο π. Συμεών Κραγιόπουλος γκρεμίζει τον μύθο του «αυθεντικού εαυτού» και της «αυτοπραγμάτωσης» - και είναι πολύ σημαντικό να μελετήσει κανείς και αυτήν την πλευρά του έργου του.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Η ελευθερία των Ελλήνων", 1976) είναι έργο του Ράλλη Κοψίδη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου