Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κήρυξε την έναρξη Συνεδρίου του Περιοδικού “Θεολογία”


Ἀλέξανδρος Ἰ. Κατσιάρας

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
ΚΑΙ Η ‘ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ’ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ


Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἐνώπιον τῆς φιλοσοφίας τῆς τεχνολογίας

Μὲ ἀφορμὴ τὴ συμπλήρωση 100 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ περιοδικοῦ Θεολογία, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀποφάσισε νὰ τιμήσει τὴ σημαντικὴ αὐτὴ ἐπέτειο, μὲ τὴ διοργάνωση δύο διεθνῶν ἐπιστημονικῶν συνεδρίων. Τὸ πρῶτο, μὲ θέμα: «Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἐν πορείᾳ στὴν “ἄυλη πραγματικότητα” τῆς ὕστερης νεωτερικότητας», διεξήχθη στὴν Ἀθήνα, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2023, μὲ τὴ συμμετοχὴ διακεκριμένων θεολόγων καὶ εἰδικῶν ἀπὸ ἄλλα ἐπιστημονικὰ πεδία ἀπὸ ὅλο τὸν ὀρθόδοξο καὶ ὄχι μόνο κόσμο. Ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ πρωτοποριακὴ καὶ καινοτόμο πρωτοβουλία μὲ διορθόδοξη στήριξη καὶ διαχριστιανικὴ ἐμβέλεια, καθὼς γιὰ πρώτη φορὰ Ἐκκλησία διοργάνωσε συνάντηση μὲ ἀνάλογη θεματικὴ στὸν χριστιανικὸ κόσμο. Ἐπιπλέον, ἀνέδειξε τὸν καίριο ρόλο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὄχι μόνο στὴ θεολογικὴ προσέγγιση ἑνὸς σύγχρονου καὶ ἐπίκαιρου ζητήματος ἀλλὰ καὶ στὴ συγκρότηση ἑνὸς εὐρύτερου διεπιστημονικοῦ διαλόγου σχετικὰ μὲ αὐτό.

Τὸ Β´ ἐπετειακὸ Διεθνὲς Συνέδριο, στὴ Θεσσαλονίκη, ἔχει γενικὸ τίτλο «Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἡ ‘ὀντολογία’ τῆς τεχνολογίας: ἀνθρωπολογικές, πολιτικές, οἰκονομικές, κοινωνικὲς καὶ πολιτισμικὲς συνέπειες». Ὁ πρῶτος ἄξονάς του ἀφορᾶ τὴν ἱστορία τοῦ περιοδικοῦ Θεολογία ἀπὸ τὴν ἵδρυσή του μέχρι σήμερα καὶ τὴν ἀποτίμηση τῆς ἐν γένει προσφορᾶς του στὴν καλλιέργεια τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας, μέσα ἀπὸ ἕνα εὐρὺ πεδίο γνωστικῶν ἀντικειμένων τῆς θεολογίας (ὅπως ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ἡ Δογματική, ἡ Πατερικὴ Γραμματεία, ἡ Ἁγιολογία, κ.λπ.) καθὼς ἐπίσης καὶ συναφῶν ἐπιστημονικῶν γνωστικῶν περιοχῶν (π.χ., τῆς φιλολογίας, τῆς φιλοσοφίας, τῆς ἱστορίας, τῆς κοινωνιολογίας, τῆς ψυχολογίας, κ.λπ.).

Ὁ δεύτερος ἄξονας ἀναφέρεται εἰδικώτερα στὸν λόγο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ θεολογίας ἐνώπιον τῆς ὀντολογίας καὶ τῆς εὐρύτερης φιλοσοφίας τῆς τεχνολογίας. Δηλαδή, πῶς ἡ νέα ψηφιακὴ πραγματικότητα καὶ οἱ ἐφαρμογές της, ἀνεξαρτήτως καλῆς ἢ κακῆς χρήσης, ἐπηρεάζουν τὴ φύση, τὴν οὐσία καὶ τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς θεολογίας της, καὶ μὲ ποιόν τρόπο ἐπιδροῦν σὲ τομεῖς ὅπως ἡ λειτουργικὴ ζωή, ἡ ἀνθρωπολογία, ἡ ποιμαντική καὶ ἡ ἱεραποστολή, καὶ σὲ ἄλλους τομεῖς τοῦ ἀνθρώπινου βίου. Πρόκειται, μὲ ἄλλα λόγια, γιὰ ἕνα εἶδος «ἐπέκτασης» τῶν ἐργασιῶν τοῦ Α´ Συνεδρίου καὶ περαιτέρω ἐμβάθυνσης τοῦ σχετικοῦ προβληματισμοῦ. Πιθανότατα, ἕνα τέτοιο συνέδριο γιὰ τὴ φιλοσοφία τῆς τεχνολογίας διοργανώνεται γιὰ πρώτη φορά.

Ἡ ἐμβάθυνση αὐτὴ ἀφορᾶ κυρίως τὸ ζήτημα τῆς καλῆς ἢ τῆς κακῆς χρήσης τῆς τεχνολογίας καὶ τὴν ἀντίληψη περὶ τῆς «οὐδετερότητάς» της. Ὅπως ἔχουν ὑποστηρίξει ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ. φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι καὶ λογοτέχνες, ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ τεχνολογία εἶναι ἐγγενῶς οὐδέτερη ἀποτελεῖ ἕνα ἰδεολόγημα, τὸ ὁποῖο μεταθέτει ὅλα τὰ προβλήματα, πραγματικὰ ἢ ἀναμενόμενα, στὸ πεδίο τῆς καλῆς ἢ τῆς κακῆς χρήσης. Τὸ τυπικὸ ἐπιχείρημα αὐτῆς τῆς προσέγγισης εἶναι ὅτι τὸ μαχαῖρι μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ νὰ κόψει ψωμὶ καὶ γιὰ νὰ σκοτώσει, ἑπομένως ὁ τρόπος χρήσης του εἶναι αὐτὸς ποὺ καθορίζει τὸ ἐπωφελὲς ἢ τὸ βλαπτικὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ὄχι ἡ φύση ἤ ἡ οὐσία του. Παραθεωρεῖται ὅμως ὅτι τὸ μαχαῖρι ἐξ ἀρχῆς κατασκευάζεται γιὰ νὰ κόβει. Ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν ὑποτεθεῖ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς καλῆς ἢ τῆς κακῆς χρήσης ἔχει ἐφαρμογὴ στὴν περίπτωση τοῦ μαχαιριοῦ ἢ ἄλλων ἀντικειμένων, τί θὰ λέγαμε π.χ. γιὰ τὴν ἀτομικὴ βόμβα, γιὰ τὸ Καλάζνικωφ ἢ γιὰ τὸ Οὔζι;

Ἤδη ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. καὶ κυρίως ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., συγγραφεῖς καὶ φιλόσοφοι (π.χ. S. Butler, E. Carpenter, L. Tolstoy, B. Russell κ.ἄ.) ἐπεσήμαναν ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς τεχνολογίας δὲν ἔγκειται στὴν καλὴ ἢ τὴν κακὴ χρήση της, ἀλλὰ στὴν ἴδια τὴν οὐσία της, ποὺ δὲν εἶναι κάτι τὸ τεχνικό, ἀλλὰ μᾶλλον μιὰ συγκεκριμένη κοσμοθεωρία καὶ φιλοσοφία. Δηλαδή, ἡ τεχνολογία βασίζεται σέ, προκύπτει ἀπό, καὶ ἀναπαράγει μιὰν ὁρισμένη στάση ἀπέναντι στὴ φύση, τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν Θεό. Ἐπιπλέον, ἐφ᾽ ὅσον ἐμπεριέχει ἕνα σκοπό, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ οὐδετερότητα. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπισήμανση διατυπώθηκε μετὰ τὴ Βιομηχανικὴ Ἐπανάσταση, καθὼς τότε πραγματικὰ ἔχουμε μιὰ τομή, τὴν εἰσαγωγὴ τῆς μηχανῆς, ἡ ὁποία ἄλλαξε ριζικὰ τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἐργαλείου, τῆς χειρωνακτικῆς ἐργασίας, τοῦ χρόνου, τῆς ἀπόστασης κ.λπ.

Ἐν τούτοις, ἡ θέση περὶ οὐδετερότητας καὶ καλῆς ἢ κακῆς χρήσης τῆς τεχνολογίας ὄχι μόνο δὲν ἐγκαταλείφθηκε, ἀλλὰ προβλήθηκε μὲ ἀκόμη μεγαλύτερη ἔνταση μετὰ τὴ ρίψη τῆς πυρηνικῆς βόμβας (1945) καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ προβάλλεται καὶ σήμερα. Ὡστόσο, ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 20οῦ αἰ., μετὰ τὴν ἐπώδυνη ἐμπειρία τοῦ Β´ Παγκοσμίου πολέμου, πλεῖστοι ὅσοι φιλόσοφοι καὶ μελετητὲς ἀμφισβητοῦν τὴν οὐδετερότητα τῆς τεχνολογίας. Τονίζουν ὅτι ἡ τεχνολογία δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ συλλογὴ ἐργαλείων, ἀλλὰ καθορίζει τὴ σχέση μας μὲ τὰ πάντα, ὠθώντας μας πρὸς μιὰ ὠφελιμιστικὴ καὶ μηχανιστικὴ κατανόηση τῆς ζωῆς (Heidegger, Κυριαζόπουλος), ἀναδιαρθρώνει τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία σύμφωνα μὲ μηχανιστικές, ἱεραρχικὲς γραμμὲς (Mumford), μᾶς “ἀπανθρωποποιεῖ” καθιστώντας μας ἀνίκανους γιὰ ἠθικὸ στοχασμό (Anders), ὑπηρετεῖ δομὲς ἐξουσίας καὶ ἰσχύος ποὺ δημιουργοῦν τεχνητὲς ἀνάγκες καὶ ἀπογυμνώνουν τὰ ἄτομα ἀπὸ τὴν αὐτονομία τοὺς (Illich).

Ἡ τεχνολογία, λοιπόν, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐργαλεῖο, ἕνα μέσο, ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ καλὸ ἢ γιὰ κακό. Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ χρήση της, ἐνσωματώνει μιὰν ὁρισμένη οὐσία (ποὺ οἱ φιλόσοφοι ἀποκαλοῦν «τεχνικὸ πνεῦμα»), δηλαδὴ ἕνα συγκεκριμένο τρόπο ἀντίληψης τῆς πραγματικότητας, τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φύσης καὶ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ δίδει προτεραιότητα στὸν ἔλεγχο, τὴν ἀποδοτικότητα καὶ τὴ λειτουργικὴ ὀρθολογικότητα. Τὸ σύγχρονο τεχνολογικὸ παράδειγμα, ποὺ ἔχει τὶς ρίζες του στὸν Διαφωτισμὸ καὶ ἀναπτύχθηκε μὲ τὴ βιομηχανοποίηση, προσλαμβάνει τὸν κόσμο ὡς ἕνα ἀντικείμενο πρὸς κατάκτηση καὶ διαχείριση, ὡς μία ἀποθήκη ἀποθεμάτων, ποὺ περιμένουν τὸν ἄνθρωπο νὰ τὰ ἐκμεταλλευτεῖ. Στὴν προβιομηχανικὴ ἐποχή, ἡ φύση θεωρεῖτο ὅτι ἔχει ἐγγενῆ ἀξία καὶ ἱερότητα, ὅτι εἶναι κατοικία τοῦ θείου (σὲ παγανιστικὲς κοινωνίες), ἢ ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὴν τεχνολογία, ὅμως, ἡ φύση δὲν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπὸ πρώτη ὕλη γιὰ ἀνθρώπινη χρήση.

Τὸ τεχνικὸ πνεῦμα ἐπαναπροσδιορίζει καὶ τὸ τί σημαίνει νὰ εἶναι κάποιος ἄνθρωπος. Ἡ ἄνοδος τῆς μηχανοποίησης καὶ τῆς ψηφιοποίησης ἔχει καταστήσει τὸν ἄνθρωπο ἕναν ἁπλὸ κόμβο μέσα σὲ τεράστια παραγωγικὰ συστήματα, μιὰ λειτουργικὴ μονάδα ἑνὸς εὐρύτερου τεχνολογικοῦ μηχανισμοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἐμφανὲς σὲ διάφορους τομεῖς. Στὴν οἰκονομία, ἡ ἀνθρώπινη ἐργασία βελτιστοποιεῖται, αὐτοματοποιεῖται καὶ ποσοτικοποιεῖται ὅλο καὶ περισσότερο, ἡ δὲ ἐπιτυχία μετριέται μὲ ὅρους παραγωγικότητας καὶ ὄχι σὲ ἀναφορὰ μὲ τὸν σκοπὸ ποὺ ὑπηρετεῖ ἢ τὴν πληρότητα ποὺ παρέχει. Στὴν κοινωνικὴ ζωή, οἱ ψηφιακὲς τεχνολογίες διαμορφώνουν τὶς ἀλληλεπιδράσεις μας, ἀντικαθιστώντας τὶς ἄμεσες, πρόσωπο μὲ πρόσωπο, σχέσεις μὲ ἀλληλεπιδράσεις διαμεσολαβημένες ἀπὸ ἀλγορίθμους. Ἀκόμη καὶ στὴν ἰατρική, ἡ ζωὴ τείνει νὰ χάσει τὴν ἱερότητά της, καθὼς προσεγγίζεται μέσα ἀπὸ πλαίσια ποὺ ἀναφέρονται σὲ στατιστικὰ δεδομένα καὶ μετρήσιμους κινδύνους. Ἔτσι, ἡ τεχνολογία ἀναδιαμορφώνει τὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη –ὄχι μόνο τὴν ἀντίληψή μας περὶ αὐτῆς– ἀναγκάζοντάς μας νὰ συμμορφωνόμαστε μὲ τὴ λογικὴ τῆς ἀποδοτικότητας καὶ τοῦ ἐλέγχου.

Ἴσως ἡ πιὸ σημαντικὴ πτυχὴ τῆς τεχνολογικῆς κοσμοθεωρίας συνδέεται μὲ τὴν ἀντίληψη περὶ Θεοῦ. Οἱ παραδοσιακὲς ἀντιλήψεις γιὰ τὸν Θεὸ δίνουν ἔμφαση στὸ μυστήριο, τὴ μεταφυσικὴ καὶ τὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης γνώσης καὶ περατότητας. Ὡστόσο, ἡ τεχνολογία, στὴν οὐσία της, ἀφορᾶ τὴν κυριαρχία καὶ τὸν ἀπόλυτο ἔλεγχο. Καθὼς ἐξελίσσεται, ἐνισχύει τὴν πεποίθηση ὅτι ὅλες οἱ πτυχὲς τῆς ὕπαρξης μποροῦν τελικὰ νὰ κατανοηθοῦν, νὰ ἐλεγχθοῦν καὶ νὰ ἀνασχεδιαστοῦν.

Στὶς προνεωτερικὲς κοινωνίες, οἱ θρησκευτικὲς καὶ μεταφυσικὲς παρα-δόσεις ἔθεταν ὅρια στὴν ἀνθρώπινη δραστηριότητα, ἀναγνωρίζοντας ὅτι ὁρισμένες πτυχὲς τῆς πραγματικότητας ἦταν ἀπρόσιτες γιὰ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ τὴν ἀνθρώπινη δράση. Ἡ τεχνολογία, ὅμως, ἐμφυσᾶ τὴν ἀντίθετη τάση – μιὰ τάση ἀπεριόριστης ἐπέκτασης, ὅπου τὰ ὅρια θεωροῦνται προκλήσεις πρὸς ὑπέρβαση ἀντὶ γιὰ ἐγγενῆ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀνθρώπινης συνθήκης-ὕπαρξης. Αὐτὸ εἶναι πιὸ ἐμφανὲς στὸν μετανθρωπισμό, τὴν τεχνητὴ νοημοσύνη καὶ τὴ γενετικὴ μηχανική, ποὺ στοχεύουν στὴν ὑπέρβαση τῶν ἀνθρώπινων περιορισμῶν, ἐπιχειρώντας νὰ ἀπαλείψουν κάθε ὅριο καὶ κάθε διάκριση, ἀκόμη καὶ τὴ διάκριση κτιστοῦ-Ἀκτίστου.

Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀλλαγὲς ποὺ τὸ τεχνικὸ πνεῦμα ἔχει ἐπιφέρει στὶς παραδοσιακὲς ἀντιλήψεις περὶ κόσμου, ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, μεταδίδονται καὶ ἀναπαράγονται μέσῳ τῆς χρήσεως τῶν τεχνολογικῶν ἐφαρμογῶν, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἂν αὐτὴ ἡ χρήση εἶναι καλὴ ἢ κακή. Μὲ ἄλλα λόγια, ἀκόμη κι ἂν καταφέρναμε νὰ διασφαλίσουμε ὅτι ἡ τεχνολογία θὰ χρησιμοποιεῖται μόνο γιὰ καλοὺς σκοπούς, πάλι θὰ ἐπηρεαζόμασταν, ἔστω καὶ ἀσύνειδα, ἀπὸ τὴν τεχνολογικὴ κοσμοθεωρία. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, πόσο ἐφικτὸ θὰ ἦταν νὰ διασφαλίσουμε ἀποκλειστικὰ τὴν “καλὴ χρήση”, ζώντας σ᾽ ἕνα μεταπτωτικὸ κόσμο, ὅπου οὐδεὶς ἀναμάρτητος;

Ὁ προβληματισμὸς αὐτὸς προβάλλει ἀκόμη πιὸ ἐπιτακτικὸς σήμερα, μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ψηφιακῆς τεχνολογίας, ἡ ὁποία ἀνατρέπει ἐντελῶς τὶς παλαιότερες βεβαιότητές μας, δημιουργώντας τὴν ψευδαίσθηση ὅτι τὰ ὅρια τῶν ἀνθρώπινων δυνατοτήτων ἔχουν ὑπερβαθεῖ. Οἱ κάθε φύσεως αὐτοματισμοί, ἡ Τεχνητὴ Νοημοσύνη, ἀκόμη καὶ ἡ διαφημιζόμενη «ἀνάσταση τῶν νεκρῶν» (deathbots, griefbots κ.τ.τ.) δημιουργοῦν ἕναν πρωτόγνωρο κόσμο, τοῦ ὁποίου τὴν ἐξέλιξη δὲν εἶναι εὔκολο νὰ προβλέψουμε.

Τὸ πρόβλημα ἐν τέλει δὲν εἶναι μόνο τὸ τί κάνουμε μὲ τὴν τεχνολογία, ἀλλὰ τὸ τί κάνει ἡ τεχνολογία σὲ ἐμᾶς, ἀκόμα κι ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνουμε. Κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ ἀναστρέψουμε τὴν τεχνολογικὴ ἐξέλιξη οὔτε νὰ ζήσουμε ἐκτὸς αὐτῆς (ἐκτὸς κι ἄν, ὅπως λέγει ἡ Hannah Arendt, ἐπιστρέψουμε στὴν κουλτούρα τῶν ἐργαλείων), εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσουμε κριτικὰ τὴν οὐσία τῆς τεχνολογίας, τήν ‘ὀντολογία’ της, ὑπερβαίνοντας τὴ διχοτομία καλῆς ἢ κακῆς χρήσης.

Θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἡ ἀντίληψη περὶ οὐδετερότητας καὶ καλῆς/κακῆς χρήσεως εἶναι μιὰ συμβιβαστικὴ θέση μεταξὺ τεχνοφοβίας καὶ τεχνολατρίας. Ὁ σκοπός τοῦ Συνεδρίου ὅμως δὲν εἶναι νὰ ἐμπλακεῖ σ᾽ αὐτὸ τὸ δίπολο, διότι ὁ ρόλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ Θεολογίας εἶναι νὰ εἰκονίζει τὰ Ἔσχατα μέσα στὴν Ἱστορία καὶ νὰ ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἀντλεῖ ταυτότητες ἀπὸ κτιστὲς βεβαιότητες καὶ ἀπὸ τὴν ἀπολυτοποίηση τῆς Ἱστορίας, εἴτε εἶναι πιστὸς εἴτε ὄχι. Γιὰ νὰ συμβεῖ ὅμως αὐτό, ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Θεολογία της πρέπει νὰ μὴ χάσουν τὴν ἀντίληψη περὶ προσώπου, σχέσεως, ἐνσώματης κοινωνίας - κοινότητας.

Ἀλέξανδρος Ἰ. Κατσιάρας
Διευθυντὴς Συντάξεως τοῦ περ. Θεολογία

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κήρυξε την έναρξη Συνεδρίου του Περιοδικού "Θεολογία" - Φως Φαναρίου

Η ΦΥΣΗ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΑΘΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ.

Η ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΑΛΙΛΑΙΟΥ ΕΠΕΒΑΛΛΕ ΤΗΝ ΒΑΡΥΤΗΤΑ ΣΑΝ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΣΑΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ. ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ  Ή ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΒΑΘΟΥΣ; 

ΤΟΥ ΒΑΘΟΥΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ;

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΓΑΛΙΛΑΙΟΣ ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΚΑΤΣΙΑΡΟΜΑΛΛΗΔΕΣ ΑΡΠΑΞΕ ΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΕ ΣΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: