Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 3 EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

 Συνέχεια από Τετάρτη 18. Μαρτίου 2026

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 3
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]

§ 3. Η ύπαρξη του ανθρώπου ως πρόσωπο

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΟΛΙΚΗΣ ΕΚΛΕΙΨΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕΓΑ ΕΣΤΙ. ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΗΡΩΙΚΗΣ ΜΑΘΗΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΑΝΟΙΞΟΥΜΕ ΜΙΑ ΔΙΕΞΟΔΟ. 
ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΛΙΓΗ ΥΠΟΜΟΝΗ. .

...........Εάν ο Δημιουργός είναι το Αρχέτυπο της Δημιουργίας, δεν θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στην δημιουργία μία εικόνα, έστω και μακρυνή, της Τριαδικής ενότητος του Πρωταρχικού Είναι; Και δεν θα ήταν δυνατόν, ξεκινώντας από αυτό να φτάσουμε σε μία βαθύτερη κατανόηση του πεπερασμένου Είναι;
Είναι δυνατόν να αποδειχθεί Ιστορικά, πως η προσπάθεια να ερμηνευθεί λογικά το δόγμα της αποκεκαλυμμένης Αγίας Τριάδος οδήγησε στην μορφοποίηση των φιλοσοφικών εννοιών τής υποστάσεως και του προσώπου. Με αυτές τις έννοιες φτάσαμε σε κάτι ουσιώδες, όχι μόνον στην κατανόηση του Τριαδικού Θεού, αλλά επίσης και του ανθρωπίνου Είναι και του κόσμου τής πραγματικότητος. Ξεκινώντας από αυτό το σημείο, προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε την Αποκάλυψη για να γνωρίσουμε το πεπερασμένο Είναι.
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΝΣΑΡΚΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΚΛΥΨΕΙ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ. ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΑΥΤΗ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΤΕΛΕΙΑ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ.
π. Γεώργιος Καψάνης

Έτσι οδηγούμαστε στην ιδιομορφία του προσωπικού Είναι των κτιστών, πεπερασμένων προσώπων. Τα καθαρά πνεύματα, ως τέτοια, βρίσκονται βέβαια πλησιέστερα στον Θεό από ό,τι οι άνθρωποι. Λόγω της μεγαλύτερης απλότητας της ουσίας τους, η έρευνα φαίνεται και ευκολότερη σε αυτά. Ωστόσο, είναι πιο φυσικό να ξεκινήσουμε από αυτό που βρίσκεται πλησιέστερα σε εμάς, δηλαδή από την ανθρώπινη φύση. Και από καθαρά αντικειμενική άποψη, αυτή κατέχει ιδιαίτερη θέση, διότι — ακριβώς μέσω της ένωσης πνεύματος και ύλης — σε αυτήν συνοψίζεται ολόκληρη η δημιουργία.

Όταν εδώ μιλούμε για τη «φύση» του ανθρώπου, εννοούμε την ουσία του ανθρώπου ως τέτοιου, και σε αυτό περιλαμβάνεται το ότι είναι πρόσωπο. Η ουσία, σύμφωνα με τις προηγούμενες αναλύσεις, είναι ο προσδιορισμός του «τί είναι», εκείνο που καθιστά τον άνθρωπο άνθρωπο. Τι ανήκει στο ανθρώπινο Είναι του ανθρώπου, και με ποια έννοια μπορούμε να πούμε ότι «φέρει» την ανθρώπινη φύση του;


1. Το ανθρώπινο Είναι ως σωματικό-ψυχικό-πνευματικό. Ιδιομορφία της ανθρώπινης πνευματικής ζωής

Το ανθρώπινο Είναι είναι σωματικό-ψυχικό-πνευματικό Είναι. Εφόσον ο άνθρωπος, κατά την ουσία του, είναι πνεύμα, εξέρχεται με τη «πνευματική του ζωή» από τον εαυτό του και εισέρχεται σε έναν κόσμο που του αποκαλύπτεται, χωρίς να εγκαταλείπει τον εαυτό του. Δεν «εκπνέει» μόνο — όπως κάθε πραγματική μορφή — την ουσία του με πνευματικό τρόπο, εκφράζοντας ασυνείδητα τον εαυτό του· αλλά επιπλέον ενεργεί ως προσωπικό πνευματικό ον.

Η ανθρώπινη ψυχή, ως πνεύμα, ανυψώνεται μέσα στην πνευματική της ζωή πάνω από τον εαυτό της. Αλλά το ανθρώπινο πνεύμα καθορίζεται τόσο «από πάνω» όσο και «από κάτω»: είναι ενσωματωμένο μέσα στη μορφή της ύλης, την οποία ζωοποιεί και διαμορφώνει ως σώμα του. Το ανθρώπινο πρόσωπο φέρει και περιλαμβάνει το «σώμα» του και την «ψυχή» του, αλλά συγχρόνως φέρεται και περιλαμβάνεται από αυτά.[Η PERSONA]


Η πνευματική του ζωή αναδύεται από ένα σκοτεινό βάθος· ανέρχεται όπως μια φλόγα κεριού, που φωτίζει, αλλά τρέφεται από μια ύλη που η ίδια δεν είναι φωτεινή. Και φωτίζει χωρίς να είναι ολοκληρωτικά φως: το ανθρώπινο πνεύμα είναι ορατό στον εαυτό του, αλλά όχι πλήρως διαφανές· μπορεί να φωτίζει άλλα, αλλά όχι να τα διαπερνά πλήρως.

Έχουμε ήδη γνωρίσει τις σκοτεινές του πλευρές: με το ίδιο του το εσωτερικό φως γνωρίζει βεβαίως την παρούσα ζωή του και πολλά από όσα υπήρξαν κάποτε παρόντα, αλλά το παρελθόν είναι αποσπασματικό, το μέλλον μόνο εν μέρει μπορεί να προβλεφθεί με κάποια πιθανότητα, και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό παραμένει ακαθόριστο και αβέβαιο — αν και ως τέτοιο μπορεί να συλληφθεί. Η αρχή και το τέλος του παραμένουν εντελώς απρόσιτα (όσο περιοριζόμαστε στη συνείδηση που ανήκει στην ίδια τη ζωή και δεν καταφεύγουμε σε εξωτερική εμπειρία, σε κριτική και συμπερασματική σκέψη ή σε αλήθειες της πίστης — όλα μέσα που το καθαρό πνεύμα δεν χρειάζεται για την αυτογνωσία του).

Και η άμεσα βέβαιη παρούσα ζωή είναι η φευγαλέα πλήρωση μιας στιγμής, που αμέσως υποχωρεί και πολύ σύντομα διαφεύγει εντελώς. Ολόκληρη η συνειδητή ζωή δεν ταυτίζεται με το «Είναι μου»· μοιάζει με μια φωτισμένη επιφάνεια πάνω από ένα σκοτεινό βάθος, το οποίο εκδηλώνεται μέσω αυτής της επιφάνειας.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε το ανθρώπινο προσωπικό είναι, πρέπει να προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε σε αυτό το σκοτεινό βάθος.


2. Η ζωή του εγώ και το σωματικο-ψυχικό Είναι


Μιλήσαμε για ένα διπλό «επέκεινα», προς το οποίο προχωρεί το ανθρώπινο πνεύμα μέσα στη ξύπνια, συνειδητή του ζωή: τον εξωτερικό και τον εσωτερικό κόσμο. (Πέρα και από τους δύο αυτούς κόσμους οδηγούν οι οδοί προς το «ανώτερο» επέκεινα του θείου είναι.) Ο «εξωτερικός» κόσμος μπορεί να νοηθεί με δύο τρόπους: ως το σύνολο όσων δεν ανήκουν σε «εμένα», στη «μοναδική» ενότητα του είναι μου — οπότε θα περιλάμβανε και τους εσωτερικούς κόσμους άλλων πνευμάτων· ή ως ό,τι είναι προσιτό μόνο στην εξωτερική αντίληψη, δηλαδή τον σωματικό κόσμο με όλα όσα του ανήκουν. Στην τελευταία περίπτωση, στον «εσωτερικό» κόσμο θα ανήκαν και οι εσωτερικοί κόσμοι άλλων προσώπων.

Προς το παρόν, περιορίζουμε την εξέταση στον δικό μας εσωτερικό κόσμο. Με αυτόν δεν εννοείται μόνο η συνειδητή ζωή του εγώ — η παρούσα και, σε σχέση με αυτήν, το παρελθόν και το μέλλον που είναι προσιτά μέσω της αναδρομής και της προοπτικής, δηλαδή η ενότητα της ροής των βιωμάτων αλλά και το μη άμεσα συνειδητό, από το οποίο αναδύεται η συνειδητή ζωή.

Σκέφτομαι ένα δύσκολο ζήτημα και προσπαθώ μάταια να βρω λύση. Τελικά τα παρατώ, γιατί «σήμερα είμαι πολύ ανόητος». Την ανοησία μου δεν μπορώ να την αντιληφθώ με τις εξωτερικές αισθήσεις (αφήνουμε εδώ κατά μέρος το εξωτερικά αντιληπτό αποτύπωμα που μπορεί να δίνει στο σώμα)· ούτε μπορεί να μου είναι «άμεσα συνειδητή» όπως η ίδια η σκέψη, της οποίας την πορεία μου αποκαλύπτει. Ωστόσο, την «βιώνω» — μου γίνεται αισθητή, όπως βιώνω την αμβλύτητα ενός μαχαιριού που με δυσκολεύει όταν κόβω ψωμί.

Την πρωταρχική μορφή μιας τέτοιας εμπειρίας — πάνω στην οποία στηρίζονται τα επόμενα κρίσεις και συμπεράσματα και η οποία, διατηρούμενη στη μνήμη, συσσωρεύεται σταδιακά σε εκείνο το σταθερό απόθεμα εμπειρίας μέσω του οποίου «γνωρίζουμε τον εαυτό μας» — την ονομάζουμε με τον Husserl «εσωτερική αντίληψη». Αυτή διαφέρει ουσιωδώς από τη συνείδηση που συνοδεύει αδιάσπαστα τη ζωή του εγώ (ως ζωή του «καθαρού εγώ»), αλλά παίζει έναν απαραίτητο ρόλο.


Εκείνο που αντιλαμβάνομαι εσωτερικά και γνωρίζω όλο και καλύτερα κατά τη διάρκεια της ζωής μου είναι ένα ον με χαρακτήρα πράγματος: έχει σταθερές ιδιότητες (χαρίσματα του νου — π.χ. μεγαλύτερη ή μικρότερη ευκολία κατανόησης, οξύτητα κρίσης, ικανότητα να ανακαλύπτει συνδέσεις), μεταβαλλόμενες καταστάσεις που εκτείνονται σε μεγαλύτερα ή μικρότερα χρονικά διαστήματα (ευθυμία και διάθεση για δραστηριότητα ή αντίθετα μελαγχολία και αναστολή), δρα με πολλούς τρόπους, δέχεται επιδράσεις από έξω και ασκεί και το ίδιο δράση που εκτείνεται πέρα από τον δικό του εσωτερικό κόσμο, εντασσόμενο έτσι στη συνολική αλυσίδα αιτιότητας της εμπειρικής πραγματικότητας.

Αυτές είναι μόνο κάποιες πρώτες ενδείξεις για να επιστήσουν την προσοχή σε ένα ον εξαιρετικά σύνθετης δομής. Το μικρό παράδειγμα από το οποίο ξεκινήσαμε μπορεί να μας οδηγήσει ακόμη πιο πέρα προς διάφορες κατευθύνσεις. Διαπίστωσα ότι σήμερα είμαι «πολύ ανόητος». Άρα, άλλοτε υπήρξα πιο έξυπνος και ελπίζω να είμαι και αύριο. Επομένως, δεν πρόκειται για μια αμετάβλητη ιδιότητα, αλλά για μια παροδική κατάσταση.
Νομίζω επίσης ότι γνωρίζω με τι σχετίζεται: σήμερα το κεφάλι μου είναι βαρυμένο· είναι σαν να το καλύπτει μια πιεστική ομίχλη. Αυτή η διαπίστωση στρέφει το βλέμμα σε ένα εντελώς νέο πεδίο: ότι το κεφάλι έχει σχέση με τη σκέψη ανήκει στο ευρύτερο ζήτημα της σχέσης σώματος και ψυχής.

Τι είναι η ψυχή; Τι είναι το σώμα; Είναι η ψυχή εκείνο το «πραγματικό» ον που αντιλαμβάνομαι εσωτερικά, ή είναι το σύνολο σώματος και ψυχής;

Αναδύεται μια συγκεχυμένη πληθώρα ερωτημάτων. Θα προσπαθήσουμε μόνο να προχωρήσουμε μέσα από αυτά τόσο, ώστε να καταστεί αντιληπτή η ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου προσώπου και, κατ’ επέκταση, του ανθρώπινου Είναι γενικότερα.

Το κεφάλι και ολόκληρο το σώμα είναι ένα σωματικό πράγμα, το οποίο μπορώ να αντιληφθώ με τις εξωτερικές αισθήσεις. Ωστόσο, υπόκειμαι σε ιδιότυπους περιορισμούς κατά την αντίληψη αυτή, όπως σε κανένα άλλο σώμα: δεν διαθέτω πλήρη ελευθερία κινήσεων απέναντί του, δεν μπορώ να το παρατηρήσω από όλες τις πλευρές, επειδή δεν μπορώ να «αποσπαστώ» από αυτό. Από την άλλη όμως, δεν εξαρτώμαι μόνο από την εξωτερική αντίληψη: το αντιλαμβάνομαι και εκ των έσω.

Γι’ αυτό είναι «σώμα-ως-βίωμα» (Leib) και όχι απλώς σώμα (Körper), και μάλιστα «δικό μου» σώμα, όπως τίποτε εξωτερικό δεν είναι «δικό μου» με τον ίδιο τρόπο· γιατί κατοικώ μέσα του σαν σε μια έμφυτη κατοικία μου και αισθάνομαι ό,τι συμβαίνει μέσα και πάνω του, και με αυτήν ακριβώς την αίσθηση το αντιλαμβάνομαι.

Η αίσθηση των σωματικών διεργασιών είναι εξίσου «ζωή μου» όπως η σκέψη μου και η χαρά μου, παρόλο που πρόκειται για εκδηλώσεις ζωής εντελώς διαφορετικού είδους. Το κρύο που διατρέχει το δέρμα, η πίεση στο κεφάλι, ο πόνος στο δόντι — όλα αυτά δεν τα πραγματοποιώ όπως μια εκούσια νοητική δραστηριότητα, ούτε αναδύονται από κάποιο εσωτερικό βάθος όπως η χαρά, αλλά βρίσκομαι μέσα σε αυτά: ό,τι πλήττει το σώμα μου, πλήττει και εμένα, και μάλιστα ακριβώς εκεί όπου το πλήττει — είμαι παρών σε όλα τα μέρη του σώματός μου όπου αισθάνομαι κάτι παρόν.

Η αίσθηση μπορεί να λαμβάνει χώρα και σε απρόσωπη μορφή: ως καθαρά αισθητηριακό βίωμα, το οποίο δεν αγγίζει πραγματικά το πνευματικό εγώ. Βεβαίως, το εγώ επηρεάζεται στον βαθμό που το αίσθημα γίνεται συνειδητό, ώστε να μπορεί (πνευματικά) να στραφεί προς αυτό και να το διαπιστώσει. Αλλά το να αισθάνεσαι και το να έχεις συνείδηση του αισθήματος είναι δύο διαφορετικά πράγματα.


Από εδώ οδηγούμαστε στην κατανόηση της δυνατότητας μιας καθαρής ζωής αισθήσεων, η οποία δεν λαμβάνει ποτέ τη μορφή της προσωπικής ζωής του εγώ — όπως μπορούμε να υποθέσουμε ότι συμβαίνει σε ένα καθαρά αισθητηριακό ον. Από την άλλη πλευρά, οι σωματικές διεργασίες μπορούν να ενταχθούν στην προσωπική ζωή: κάθε βήμα, κάθε κίνηση του χεριού, όταν γίνεται ελεύθερα και με νόημα, είναι προσωπική πράξη, στην ενότητα της οποίας συμμετέχει το σώμα και γίνεται αισθητό και κατανοητό ως συμμέτοχο.

Ως όργανο των πράξεών μου, το σώμα ανήκει στην ενότητα του προσώπου μου. Το ανθρώπινο εγώ δεν είναι μόνο ένα «καθαρό εγώ», όχι μόνο πνευματικό, αλλά και σωματικό.

Όμως, ό,τι είναι σωματικό δεν είναι ποτέ απλώς σωματικό. Εκείνο που διακρίνει το σώμα-ως-βίωμα από ένα απλό σώμα είναι ότι είναι ένα σώμα εμψυχωμένο. Όπου υπάρχει σώμα-ως-βίωμα, υπάρχει και ψυχή. Και αντιστρόφως: όπου υπάρχει ψυχή, υπάρχει και σώμα. Ένα υλικό πράγμα χωρίς ψυχή είναι απλώς σώμα, όχι ζωντανό σώμα. Ένα πνευματικό ον χωρίς σωματικό σώμα είναι καθαρό πνεύμα, όχι ψυχή.

Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για «ψυχή» στα φυτά, δεν πρέπει να τους αποδώσει ούτε σώμα· θα πρέπει τότε να χρησιμοποιήσει έναν άλλο όρο για να διακρίνει αυτά τα έμβια υλικά μορφώματα από τα άψυχα.

Γνωρίσαμε την θωμιστική αντίληψη της ψυχής, η οποία — με τον Αριστοτέλη — βλέπει στην ψυχή τη μορφή της ουσίας κάθε ζωντανού όντος και διακρίνει διαφορετικά επίπεδα αυτής της μορφοποίησης, ανάλογα με το αν παράγεται απλώς ζωντανή υλική διαμόρφωση ή και «εσωτερική» ζωή, και αν αυτή η εσωτερική ζωή είναι μόνο αισθητηριακή ή και πνευματική.
Σύμφωνα με αυτή τη διαβάθμιση των λειτουργιών, διακρίνονται ψυχή φυτών, ζώων και ανθρώπων (= ζωτική, αισθητηριακή και λογική ψυχή), με τέτοιον τρόπο ώστε η ανώτερη να επιτελεί ό,τι και οι κατώτερες και να προσθέτει εκείνο που αποτελεί το ιδιαίτερο έργο της.
Διευκρινίσαμε ότι η μορφή δίνει στο ον τον καθορισμό της ουσίας του: στο άψυχο υλικό πράγμα αυτό σημαίνει ό,τι καθορίζει την ιδιαιτερότητα του υλικού του είναι — τον τρόπο διαμόρφωσης και πλήρωσης του χώρου, την κίνηση και την ενέργειά του, καθώς και το πνευματικό νόημα που εκφράζεται στη συγκεκριμένη μορφική του γλώσσα.

Η ιδιαιτερότητα των ζωντανών μορφών, σε αντίθεση με τις άψυχες, είναι η δύναμή τους να υπερβαίνουν την ύλη: να συνενώνουν και να μετασχηματίζουν μια ποικιλία ήδη υπαρχόντων υλικών στοιχείων, να τα οργανώνουν σε ένα αρθρωμένο σύνολο και να διατηρούν και να εξελίσσουν αυτή τη μορφική ενότητα μέσω συνεχούς ανταλλαγής ύλης.
Το «Είναι» τους είναι ζωή, και η ζωή είναι διαμόρφωση της ύλης σε τρία επίπεδα: μετασχηματισμός των δομικών υλικών, αυτοδιαμόρφωση και αναπαραγωγή.


Είναι σημαντικό να προσέξουμε τι διαχωρίζει τη «ζωή» με αυτή την έννοια — το Είναι των ζωντανών υλικών μορφωμάτων ως ζωντανών — από τη ζωή των καθαρών πνευμάτων. Η δεσμευμένη από την ύλη ζωή είναι το γίγνεσθαι ενός όντος που πρέπει ακόμη να φτάσει στην κατοχή της ουσίας του, που «αναπτύσσεται», που βρίσκεται καθ’ οδόν προς τον πλήρη εαυτό του. Η πνευματική ζωή, αντίθετα, είναι εκδίπλωση της ουσίας ως ενέργεια ενός όντος ήδη ολοκληρωμένου ως προς την ουσία του.

Και πάλι βρισκόμαστε μπροστά σε μια «αναλογία»: το όνομα «ζωή» δεν χρησιμοποιείται απλώς με διπλή σημασία, αλλά έχει εδώ και εκεί έναν κοινό πυρήνα νοήματος. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για Είναι ως αυτοκίνηση από το βάθος της ίδιας της ουσίας. Στη μία περίπτωση όμως είναι μια κίνηση μέσα στην οποία το ον — ως γινόμενο — φτάνει στον εαυτό του· στην άλλη, μια κίνηση μέσα στην οποία — ως ολοκληρωμένο — εξέρχεται από τον εαυτό του, δίδεται, χωρίς όμως να εγκαταλείπει ή να χάνει τον εαυτό του. Και τα δύο είναι «εικόνες» που μετέχουν, σε διαφορετικό βαθμό τελειότητας, στην πληρότητα ζωής του θείου Είναι.

Ως ιδιαιτερότητα της ψυχής θεωρήσαμε (μαζί με την Hedwig Conrad-Martius) ότι πρέπει να νοηθεί ως το ίδιο το κέντρο ύπαρξης του ζωντανού όντος και ως η κρυφή πηγή από την οποία αντλεί το Είναι του και αναδύεται σε ορατή μορφή. Το άψυχο υλικό μόρφωμα είναι ένα αυτοτελές και ανεξάρτητο πραγματικό, με δική του ιδιοτυπία και ενότητα μορφής, αλλά όχι προερχόμενο από ένα ίδιο κέντρο, από ένα εσωτερικό βάθος. Αντίθετα, στο πεπερασμένο καθαρό πνευματικό όν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για «κέντρο ύπαρξης», γιατί δεν έχει ούτε ένα «εξωτερικό» φυσικά συνδεδεμένο με αυτό, που να πρέπει να μορφοποιηθεί από μέσα, ούτε αναδύεται από κάποιο κρυφό βάθος.

Ας κρατήσουμε καταρχάς τη σημασία κατά την οποία «ψυχή» είναι το κέντρο ύπαρξης των ζωντανών υλικών μορφωμάτων — όλων όσων «φέρουν μέσα τους τη δύναμη αυτοδιαμόρφωσης». Μια πληρέστερη όμως πραγμάτωση του όρου «ψυχή» υπάρχει εκεί όπου το «εσωτερικό» δεν είναι μόνο μέσο και αφετηρία εξωτερικής μορφοποίησης, αλλά όπου το ον έχει ανοίξει προς τα μέσα, όπου η «ζωή» δεν είναι πλέον απλώς διαμόρφωση της ύλης, αλλά ένα είναι εντός εαυτού: κάθε ψυχή αποτελεί έναν εσωτερικό κόσμο κλειστό στον εαυτό του, αν και όχι αποκομμένο από το σώμα και από το σύνολο της πραγματικότητας.

Αυτό ισχύει ήδη για την απλή αισθητηριακή ψυχή, η οποία δεν διαθέτει ακόμη πνευματική ζωή συγκρίσιμη με εκείνη των καθαρών πνευμάτων. Η ψυχική της ζωή είναι πλήρως δεσμευμένη στο σώμα· δεν υπερβαίνει το σωματικό βίο ως ένας αυτοτελής τομέας με δική του σημασία. Ό,τι συμβαίνει στο σώμα γίνεται αισθητό, βιώνεται· και από αυτό προκύπτει, από μέσα, από το κέντρο της ζωής, μια ανταπόκριση με κινήσεις και ορμητικές πράξεις που υπηρετούν τη διατήρηση και την ενίσχυση της σωματικής ζωής.

Ωστόσο, δεν θα ήταν σωστό να θεωρήσουμε την ψυχή του ζώου απλώς ως μια «διάταξη» στην υπηρεσία του σώματος, ως κάτι υποταγμένο σε αυτό. Εδώ επικρατεί μια ισορροπία μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, ενώ στο φυτό υπερισχύει πλήρως το εξωτερικό, και στον άνθρωπο η ψυχή έχει μια ζωή που μπορεί να αποσπαστεί από το σώμα και έχει δικό της νόημα.
Το ζώο είναι μια ενότητα σωματοψυχικής μορφής· η ιδιαιτερότητά του εκδηλώνεται διττά, σε σωματικές και ψυχικές ιδιότητες, και φανερώνεται σε σωματική και ψυχική συμπεριφορά. Στέκεται ως αυτό το όλο μέσα στο περιβάλλον του και σχετίζεται με αυτό με τον δικό του τρόπο ως σύνολο. Σχετίζεται από το εσώτατο σημείο της ύπαρξής του, όπου συντελείται η μετάβαση από τα εξωτερικά ερεθίσματα στην ανταποκριτική συμπεριφορά.
Πρόκειται για ένα ζωντανό κέντρο, στο οποίο όλα συγκλίνουν και από το οποίο όλα εκπορεύονται: το παιχνίδι του «ερεθισμού» και της αντίδρασης είναι ζωή του εγώ. Αλλά δεν είναι συνειδητή εμπειρία ούτε ελεύθερη στάση: αυτό το εγώ είναι παραδομένο στη «μηχανική» της ζωής του, δεν στέκεται ως πρόσωπο πίσω και πάνω από αυτήν.

3. Σώμα, ψυχή, πνεύμα. «Το κάστρο της ψυχής»

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΟ URGRUND. Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ Ή ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ.  ΜΙΑ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Η ΟΠΟΙΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ. ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ, ΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΟΠΩΣ ΛΕΜΕ ΣΗΜΕΡΑ.  ΜΕΤΑ ΤΗΝ Β΄ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΥΙΟΘΕΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΑΟΣ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΑΠΑΙΤΕΙ ΤΗΝ ΚΕΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΝΣΑΡΚΩΘΕΝΤΟΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ. Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ. 

ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ «ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ: ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ»



ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
«ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ: ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ»

Από τις 2 ως τις 4 Μαρτίου 2026 πραγματοποιήθηκε στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού της Βοστώνης (ΗΠΑ) το διεθνές συνέδριο «Αναστάσιος: Αρχιεπίσκοπος, Θεολόγος, Ιεραπόστολος». Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε με τη συμπλήρωση ενός έτους από την εκδημία του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου. Διοργανώθηκε από το Οικουμενικό Ινστιτούτο Huffington του Ελληνικού Κολλεγίου και της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού πλησίον της Βοστώνης και το Ινστιτούτο Ορθόδοξης Χριστιανικής Ιεραποστολής, ενώ διερεύνησε τη ζωή και την παρακαταθήκη του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, μιας ηγετικής προσωπικότητας της σύγχρονης Ορθοδοξίας, γνωστού για την προσήλωσή του στην διαθρησκειακή κατανόηση, την ευαγγελική προσέγγιση και την οικουμενική συμφιλίωση.


Το πρόγραμμα του Συνεδρίου περιλάμβανε παρουσιάσεις από εξέχοντες ιεράρχες και διακεκριμένους θεολόγους από όλο τον κόσμο, μαζί με επιλεγμένες ακαδημαϊκές ανακοινώσεις, που εξέτασαν την προσφορά του Αναστασίου ως θεολόγου, ιεραποστόλου και αρχιεπισκόπου. Παρουσιάσεις και συζητήσεις στρογγυλής τράπεζας διερεύνησαν τη ζωή, τη μαρτυρία και τον αντίκτυπο του έργου του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, εστιάζοντας στις διαφορετικές διαστάσεις της εξαιρετικής διακονίας του. Οι συζητήσεις τόνισαν το πρωτοποριακό του έργο ως αρχιεπισκόπου, τις συνεισφορές του ως ακαδημαϊκού στη θεολογία και τον διαθρησκειακό διάλογο, και την πρωτοποριακή του ιεραποστολική διακονία στην Αφρική και την Αλβανία, δίνοντας επίσης βάρος στα σημεία συνάντησης της διάδρασης ευαγγελικού λόγου, πολιτισμού και εθνικισμού, καθώς και στην πρακτική προετοιμασία των ιεραποστόλων για υπηρεσία σε ποικίλα πλαίσια. Το συνέδριο ολοκληρώθηκε με σκέψεις σχετικά με τον ρόλο του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου στην ενίσχυση των οικουμενικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής του σε παγκόσμιους και περιφερειακούς εκκλησιαστικούς διαλόγους. Παράλληλα με τις λειτουργίες και τις προσωπικές σκέψεις, το πρόγραμμα του Συνεδρίου παρείχε μια ολοκληρωμένη εικόνα της παρακαταθήκης του.

Χαιρετισμούς στην έναρξη του Συνεδρίου απηύθυναν ο Διευθυντής του Ινστιτούτου Huffington στην Ελληνορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, π. Ιωάννης Χρυσαυγής, ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής κ. Ελπιδοφόρος και ο Διευθυντής του Ινστιτούτου Ορθόδοξης Χριστιανικής Ιεραποστολής στη Σχολή του Τιμίου Σταυρού, π. Λουκάς Βερώνης. Στη συνέχεια ακολούθησε η κεντρική ομιλία του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και Πάσης Αλβανίας κ. Ιωάννη, ο οποίος αναφέρθηκε στην παρακαταθήκη του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Αναστασίου. Μεταξύ των ομιλητών του Συνεδρίου συγκαταλέγονταν ο Αρχιεπίσκοπος πρώην Αμερικής κ. Δημήτριος, ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, ο Μητροπολίτης Eldoret & Βόρειας Κένυας κ. Νεόφυτος, ο Δρ Νικόλαος Τσιρέβελος, η Δρ Αγγελική Ζιάκα, ο Δρ Παντελής Καλαϊτζίδης, ο π. Martin Ritsi, ο Δρ Nathan Hoppe, η Gabriela Hoppe, ο π. Λουκάς Βερώνης, κ.ά.



Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου εκπροσωπήθηκε από τον Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο, Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Ακαδημίας, και τον Διευθυντή της, Δρα Παντελή Καλαϊτζίδη. Μιλώντας με θέμα «Εκκλησιολογία στην πράξη», ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος τόνισε το γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος όχι μόνο ανακαίνισε κτίρια και θεσμούς στην Αλβανία, αλλά εργάστηκε επίσης για να ενώσει την εκκλησία σε ένα σώμα Χριστού, μεταμορφώνοντας τα άτομα σε μια κοινωνία, όπως την αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Πατέρες, με παράδειγμα αναφοράς τον άγιο Ιγνάτιο, επίσκοπο Αντιοχείας. Αυτό σήμαινε μια μεταμόρφωση, ξεκινώντας από την Ευχαριστία και προχωρώντας στη μεταμόρφωση ολόκληρου του κόσμου. Το όραμά του για την καθολικότητα βασιζόταν στην τοπικότητα, ενώ θεωρούσε τον τοπικό και τον παγκόσμιο «άλλο» ως δύο αλληλένδετες οντότητες. Το όραμά του ως αρχιεπισκόπου δεν ήταν μια μορφή εξουσίας, αλλά μια διακονία της ενότητας, «ένας επίσκοπος που αγκαλιάζει τους πάντες», συμπεριλαμβανομένου του θρησκευτικά άλλου.





                                   

Ο Δρ. Παντελής Καλαϊτζίδης, μιλώντας για το όραμα του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου αναφορικά με τον Ευαγγελισμό και τον Εθνικισμό, τόνισε ότι η ιεραποστολή και η ευχαριστία είναι δύο συστατικά στοιχεία της συγκρότησης της Εκκλησίας, υπενθυμίζοντας ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος επαναλάμβανε συνεχώς ότι η αδιαφορία για την ιεραποστολή αποτελεί αμαρτία, και μάλιστα άρνηση της Ορθοδοξίας, ενώ δεν δίσταζε να αποδοκιμάσει τον θρησκευτικό εθνικισμό και την ιδέα ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί μια «συνομοσπονδία εθνικών εκκλησιών». Αναγνωρίζοντας ότι το γνήσιο πνεύμα του ευαγγελισμού περιλαμβάνει τη μετάνοια, επέκρινε την εθνικιστική αντίληψη που θεωρεί τον Θεό ιδιοκτησία του έθνους. Υπενθυμίζοντας επίσης ότι ο αφελής διεθνισμός, ο οποίος τείνει να εξαλείψει τις ταυτότητες των διαφόρων εθνών, επικρίθηκε από τον αείμνηστο Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο που μεριμνούσε ιδιαιτέρως για την «ισορροπία» μεταξύ των δύο άκρων, ο Δρ. Καλαϊτζίδης προσπάθησε από την πλευρά του να απαντήσει στο δύσκολο ερώτημα που σχετίζεται με τη σιωπή και την «ουδέτερη στάση» του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου κατά τη διάρκεια της πλήρους κλίμακας ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, μια στάση που θα αξιολογηθεί από τους ιστορικούς του μέλλοντος.


Το πλήρες πρόγραμμα του Συνεδρίου είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση:  
https://huffingtoninstitute.hchc.edu/event/anastasios

Οι βιντεοσκοπημένες εγγραφές των συνεδριών του Συνεδρίου είναι διαθέσιμες στο: 
https://www.youtube.com/playlist?list=PL8suj_07ue6kNzIit5l-9yGiCWcjf6HN_
Φωτογραφίες του Δημητρίου Πανάγου.
Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στο: https://acadimia.org/

ΟΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΑΜΑΤΑ. ΑΥΤΟΝΟΜΗΜΕΝΟΣ Ο ΚΛΗΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΠΑΡΑΔΙΔΕΙ ΣΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΤΑ  ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΟΥ. 
Η ΟΡΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ ΠΛΟΥΤΙΖΕΙ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΚΑΙ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΕΣ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΛΑΤΙΝΟΦΡΟΝΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ. ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΑΝΑΜΕΝΟΥΝ. ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ ΤΟΛΜΗ ΚΑΙ ΓΟΗΤΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΑΝΟΙΧΤΟ. ΘΑΡΡΟΣ. 

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Ὑπερμεγέθεις κατασκευές.... στήν ἐρημικὴ- ἀσκητική Καψάλα Ἁγίου Ὄρους. (Ἁγιορείτικη Κελλιώτικη Φωνή)

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΚΕΛΛΙΩΤΙΚΗ ΦΩΝΗ.

                                                              
Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 2//15.3.2026.

Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως.

Ὑπερμεγέθεις   κατασκευές....  στήν ἐρημικὴ- ἀσκητική Καψάλα  Ἁγίου Ὄρους.


Ὅταν προσκυνοῦν οἱ Παντοκρατορινοί τούς σχισματο-αἱρετικοὺς Οὐκρανούς...

(βλέπε ἐπίσκεψη στὸ Ἅγιον Ὅρος τοῦ αὐτοχειροτονημένου καὶ ἀφορισμένου Ἐπιφανίου Ντουμένκο στις 10-13 Ὀκτωβρίου 2025 ν.ἡμ.),

Τότε τὸ χρῆμα ρέει ἄφθονο γιὰ ὑπερμεγέθεις κατασκευὲς ξενοδοχειακῶν ἐγκαταστάσεων... ἐάν συγκριθοῦν μὲ τὰ ἀσκητικὰ ἀπέριττα παραδοσιακά κελλάκια γύρω ἀπὸ τὴν ἐρημική – ἀσκητικὴ Καψάλα...

Παντοκρατορινοί συνέλθετε…!!! Καταστρέφετε συνείδητά τὸ Ἅγιον Ὄρος... Οὐαὶ καὶ ἀλίμονο σας …

«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί ( σ.σ. Παντοκρατορινοί), ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν» (Ματθ. κεφ.ΚΓ΄, στιχ.14).

Καὶ ἡ Ἱερὰ Κοινότητα ἀδιαφορεῖ ἐκκωφαντικὰ μὲ τὴν σιωπή της... στὴν ἐκκοσμίκευση τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στὸν δούρειο ἵππο τοῦ παραδοσιακοῦ Ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ …

«...Οὐαὶ τῷ κόσμῳ ἀπὸ τῶν σκανδάλων· ἀνάγκη γάρ ἐστιν ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα· πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ ( σ.σ. Μονή Παντοκράτορος ) δι᾿ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται...» (Ματθ.κεφ.ΙΗ΄, στιχ.7).

Ἁγιορείτικη Κελλιώτικη Φωνή.


Πατερικός: Ὑπερμεγέθεις κατασκευές.... στήν ἐρημικὴ- ἀσκητική Καψάλα Ἁγίου Ὄρους. (Ἁγιορείτικη Κελλιώτικη Φωνή)

Λόγος εις την Δʼ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


(Ευαγγέλιο: Μαρκ. θ’ 17-32)

Από την αρχή τής δημιουργίας τού κόσμου και του χρόνου, όλοι οι λαοί τής γης πιστεύουν πως ο πνευματικός κόσμος υπάρχει και πως τα αό­ρατα πνεύματα είναι αληθινά. Πολλοί άνθρωποι όμως έχουν πλανηθεί σ’ αυτό το σημείο. Υποστηρίζουν πως τα πονηρά πνεύματα έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τα αγαθά. Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα προχώρη­σαν στη θεοποίηση των πονηρών πνευμάτων, τους έφτια­ξαν ναούς, πρόσφεραν θυσίες και προσευχές και πρόστρεχαν σ’ αυτά για όλα τα θέματα. Όσο περνούσε ο και­ρός πολλοί ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν τελείως την πίστη στα αγαθά πνεύματα και κράτησαν την πίστη τους μόνο στα πονηρά, ή στους κακούς «θεούς», όπως τους αποκαλούσαν. Έτσι αυτός ο κόσμος άρχισε να μοιάζει μ’ ένα στίβο, όπου άνθρωποι και πονηρά πνεύματα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Τα πονηρά πνεύματα βασά­νιζαν όλο και περισσότερο τους ανθρώπους και τους τύ­φλωναν, με αποκλειστικό στόχο να σβήσουν από το νου τους κάθε ιδέα για τον καλό Θεό και για τη μεγάλη και θεόσδοτη δύναμη των αγαθών πνευμάτων.

Στις μέρες μας όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν στην ύπαρ­ξη των πνευμάτων. Κι η πίστη αυτή κατ’ αρχάς είναι σωστή. Εκείνοι που αρνούνται τον πνευματικό κόσμο, το κάνουν επειδή κοιτάζουν μόνο με τα σωματικά τους μάτια κι έτσι δεν μπορούν να τον δουν. Ο κόσμος αυτός όμως δε θα ήταν πνευματικός, αν ήταν ορατός στη σω­ματική όραση. Κάθε άνθρωπος επομένως, που ο νους του δεν έχει τυφλωθεί κι η καρδιά του δεν έχει γίνει αναίσθητη από την αμαρτία, μπορεί κάθε μέρα και κά­θε ώρα να νιώθει με όλη του την ύπαρξη πως στον κό­σμο αυτόν δεν είμαστε μόνοι, με αποκλειστική συντρο­φιά την άψυχη φύση, τους βράχους, τα φυτά, τα ζώα κι άλλα πλάσματα, στοιχεία και φαινόμενα. Οι ψυχές μας βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τον αόρατο κόσμο, με αόρατες υπάρξεις. Και κάνουν μεγάλο λάθος όσοι κα­ταργούν τα αγαθά πνεύματα και θεοποιούν τα πονηρά και τα προσκυνούν.
Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στον κόσμο, ουσιαστικά όλοι οι λαοί πίστευαν στη δύναμη και την υπεροχή του κακού έναντι του καλού. Οι πονηρές δυ­νάμεις επικρατούσαν στον κόσμο, γι’ αυτό κι ο Χριστός ο ίδιος αποκάλεσε τον αρχηγό τους άρχοντα του κόσμου τούτου. Ακόμα κι οι ηγέτες των Ιουδαίων απέδιδαν όλα τα θαύματα του Χριστού στους δαίμονες και στη δύναμή τους.


Ο Κύριος Ιησούς ήρθε στον κόσμο για να σπάσει, να ξεριζώσει την αδύναμη πίστη των ανθρώπων στον πονηρό και να σπείρει την πίστη τού αγαθού στις ψυχές τους. Να στηρίξει την πίστη στην παντοδύναμη ισχύ τού αγαθού, στην ακατανίκητη και παντοτεινή φύση του. Ο Χριστός δεν κατάργησε, αλλ’ επιβεβαίωσε την αρχαία και παγκόσμια πίστη στα πνεύματα. Αποκάλυψε όμως τον πνευματικό κόσμο όπως πραγματικά είναι, όχι όπως τον πίστευαν οι άνθρωποι κάτω από την απατηλή δια­βολική επιρροή. Ο ένας, αγαθός, σοφός και παντοδύ­ναμος Θεός είναι ο Κύριος τόσο του πνευματικού όσο και του υλικού κόσμου, ορατού και αόρατου. Τα αγα­θά πνεύματα είναι οι άγγελοι και είναι δύσκολο να υπο­λογίσεις το πλήθος τους.

Τα αγαθά πνεύματα, οι άγγελοι, είναι ασύγκριτα πιο ισχυρά από τα πονηρά πνεύματα. Τα πονηρά πνεύ­ματα στην ουσία είναι εντελώς ανίσχυρα να κάνουν οτι­δήποτε, αν δεν τους το επιτρέψει ο παντεπόπτης Θεός. Αλλά και τα πονηρά πνεύματα είναι αμέτρητα. Σ’ έναν μόνο δαιμονισμένο στα Γάδαρα, που τον θεράπευσε ο Κύριος, κατοικούσε ολόκληρη λεγεώνα, δηλαδή μερι­κές χιλιάδες πονηρά πνεύματα. Τα πονηρά αυτά πνεύ­ματα απατούσαν τους ανθρώπους ή και λαούς ολόκλη­ρους εκείνη την εποχή, όπως σήμερα εξαπατούν πολ­λούς αμαρτωλούς και τους πείθουν πως είναι παντοδύ­ναμοι· πως είναι τάχα οι μόνοι θεοί, πως δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός απ’ αυτούς και πως αγαθά πνεύματα δεν υπάρχουν. Όπου όμως εμφανιζόταν ο Κύριος, εκείνοι έφευγαν έντρομοι. Αναγνώριζαν σ’ Εκείνον τόσο εξου­σία όσο και δικαίωμα κρίσης, πως μπορούσε να τους εκβάλει, να τους απομακρύνει απ’ αυτόν τον κόσμο και να τους καταδικάσει στην άβυσσο της κόλασης. Δημι­ουργούσαν αναταραχές σ’ αυτόν τον κόσμο με την άδεια και την ανοχή τού Θεού. Έπεφταν καταπάνω στο ανθρώπινο γένος σαν μύγες πάνω σε θνησιμαίο και λο­γάριαζαν τον κόσμο αυτόν σαν καταφύγιό τους, σαν φω­λιά τους και σαν τραπέζι για το φαγητό τους.

Ξαφνικά ο φορέας τού αγαθού, ο Κύριος Ιησούς Χρι­στός, εμφανίστηκε μπροστά τους. Εκείνοι, γεμάτοι φό­βο και τρόμο έκραξαν: «Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς;» (Ματθ. η’ 29). Κανένας δε φοβάται τόσο τα βάσανα όσο ο βασανιστής. Τα πονηρά πνεύματα βα­σάνιζαν την ανθρωπότητα για χιλιάδες χρόνια, έβρι­σκαν ικανοποίηση στα βάσανα αυτά. Όταν όμως είδαν το Χριστό άρχισαν να τρέμουν από φόβο μπροστά στο μεγαλύτερο βασανιστή τους κι ήταν έτοιμα να βγουν από τους ανθρώπους, να πάνε στους χοίρους ή σε οποιοδήποτε άλλο πλάσμα, έφτανε μόνο να μην οδηγηθούν εντελώς έξω από τον κόσμο αυτόν.

Ο Χριστός δε σκεφτόταν να τους εκβάλει αμέσως απ’ αυτόν τον κόσμο. Ο κόσμος αυτός είναι ένας χώρος με ανάμικτες δυνάμεις. Ο κόσμος αυτός είναι πεδίο μά­χης, όπου οι άνθρωποι, είτε το θέλουν είτε όχι, έχουν να διαλέξουν συνειδητά αν θ’ ακολουθήσουν το Νικητή Χριστό ή θα προσκολληθούν στους ακάθαρτους δαίμο­νες. Ο Χριστός ήρθε επειδή αγαπά το ανθρώπινο γένος, ήρθε για να δείξει τη δύναμη του καλού πάνω στο κα­κό, να βεβαιώσει την πίστη των ανθρώπων στο καλό, μό­νο στο καλό.

***
Το σημερινό ευαγγέλιο μας περιγράφει ένα παρά­δειγμα από αμέτρητα άλλα. Μας λέει πώς ο Κύ­ριος, με την αγάπη Του για τον άνθρωπο, αποκάλυψε για μια ακόμα φορά τη δύναμη του καλού πά­νω στο κακό, πώς προσπάθησε να εμπεδώσει την πίστη στο καλό ως παντοδύναμη και νικηφόρα.

«Και αποκριθείς εις εκ του όχλου είπε΄ διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου πρός σε, έχοντα πνεύμα άλαλον. Και όπου αν αυτόν καταλάβη, ρήσει αυτόν και αφρί­ζει… και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έβαλε και εις ύδατα, ίνα απολέση αυτόν» (βλ. Μάρκ. θ’ 17-29 και Λουκ. θ’ 37-42). Το γεγονός αυτό κατέγραψαν κι οι δύο ευαγ­γελιστές. Ο καθένας τους προσθέτει κάποιες λεπτομέ­ρειες για την αρρώστια τού παιδιού. Ήταν ο μονογενής υιός τού πατέρα του και κατεχόταν από πνεύμα άλα­λον. Όταν το πονηρό πνεύμα έμπαινε μέσα του, το συ­γκλόνιζε το παιδί, το τάραζε, το έκανε να βγάζει αφρούς από το στόμα του, να τρίζει τα δόντια του και στο τέλος να μένει ξερό και αναίσθητο.

Τα βέλη τού πονηρού την ίδια στιγμή στόχευαν προς τρεις κατευθύνσεις: στον άνθρωπο, στη δημιουργία του Θεού και στον ίδιο το Θεό. Το παιδί σεληνιαζόταν. Πώς μπορεί να ευθύνεται το φεγγάρι για την αρρώστια τού ανθρώπου; Αν η σελήνη παράγει τρέλα και αλαλία σ’ έναν άνθρωπο, γιατί δεν το κάνει σε όλους; Το κακό δε βρίσκεται στη σελήνη αλλά στον πονηρό, το πανούργο πνεύμα που απατά τον άνθρωπο, ενώ το ίδιο κρύβεται. Ενοχοποιεί το φεγγάρι, κάτι που ο άνθρωπος δεν πρέ­πει να κάνει. Οδηγεί τον άνθρωπο μ’ αυτόν τον τρόπο να σκεφτεί πως όλα τα δημιουργήματα του Θεού είναι κακά, πως το κακό έρχεται στον άνθρωπο από τη φύση κι όχι από τα πονηρά πνεύματα που έπεσαν κι απομακρύνθηκαν από το Θεό. Τα θύματά τους επηρεάζονται στις αλλαγές φάσης τής σελήνης, ώστε να σκεφτούν οι άνθρωποι: «Δείτε, το κακό αυτό προέρχεται από τη σε­λήνη». Κι αφού τη σελήνη τη δημιούργησε ο Θεός, ακο­λουθεί το συμπέρασμα πως το κακό προέρχεται από το Θεό. Έτσι πλανιούνται οι άνθρωποι απ’ αυτά τα άγρια και πανούργα θηρία.

Στην πραγματικότητα, όλα όσα έφτιαξε ο Θεός είναι καλά λίαν. Ολόκληρη η δημιουργία τού Θεού βρίσκε­ται στην υπηρεσία τού ανθρώπου, πλάστηκε για να υπη­ρετεί τον άνθρωπο, όχι να τον καταστρέφει. Και αν ακόμα υπάρχει κάτι που ίσως εμποδίζει τη φυσική ικανο­ποίηση τού ανθρώπου, ακόμα κι αυτό υπηρετεί την ψυ­χή του, την χαροποιεί, την πλουτίζει. «Σοί εισιν οι ουρα­νοί και σή εστιν η γη· την οικουμένην και το πλήρωμα αυτής συ εθεμελίωσας» (Ψαλμ. πη’ 12). «Πάντα γαρ ταύτα εποίησεν η χειρ μου… λέγει Κύριος» (Ησ. ξστ’ 2). Αφού λοιπόν όλα προέρχονται από το Θεό, θα είναι και καλά. Η βρύση θα βγάλει μόνο αυτό που περιέχει, όχι κάτι που δεν έχει. Στο Θεό δεν υπάρχει κακό. Πώς μπορεί λοιπόν να προέλθει κακό απ’ Αυτόν, από την πηγή τού αγαθού; Κάποιοι αδαείς άνθρωποι ονομάζουν κά­θε κακό, πόνο. Στην πραγματικότητα όμως κάθε πόνος δεν είναι κακός. Υπάρχει πόνος που είναι έργο τού πονηρού κι υπάρχει κι άλλος πόνος που θεραπεύει από τον πονηρό. Κακό είναι μόνο το πονηρό πνεύμα που ενερ­γεί μέσα από έναν τρελό ή αλλόφρονα άνθρωπο.

Ο πόνος κι η δυστυχία που ξέσπασε πάνω σε πολ­λούς βασιλιάδες τού Ισραήλ, επειδή έπραξαν πονηρά ενώπιον του Κυρίου, ήταν έργο και συνέπεια της αμαρ­τίας τους. Ο πόνος κι η δυστυχία όμως, που ο Κύριος επιτρέπει να επισκεφτούν τον δίκαιο, δεν είναι έργο τού πονηρού αλλά φάρμακο, που αφορά τόσο τον ίδιο το δί­καιο, όσο και τούς οικιακούς του. Εκείνοι καταλαβαί­νουν πως τον πόνο τούς τον έστειλε ο Θεός για το καλό τους. Ο πόνος που προέρχεται από επίθεση του πονη­ρού στον άνθρωπο ή είναι συνέπεια της αμαρτίας, είναι κακός. Ο πόνος όμως που ο Θεός επιτρέπει να επισκεφτεί τους ανθρώπους, για να τους καθαρίσει εντελώς από την αμαρτία, τους αποσπά από την εξουσία τού πο­νηρού και τους φέρνει κοντά στο Χριστό. Αυτός ο καθαρ­τήριος πόνος δεν είναι του πονηρού, ούτε και από μόνος του είναι κακός, αλλά προέρχεται από το Θεό κι αποβλέπει στο καλό των ανθρώπων. «Αγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου» (Ψαλμ. ριη’ 71), λέει ο διορατικός βασιλιάς Δαβίδ.

Ο διάβολος είναι πονηρός, δρόμος του είναι η αμαρ­τία. Έξω από τον πονηρό και την αμαρτία δεν υπάρχει άλλο κακό. Για τα βάσανα και τους πόνους του νέου του ευαγγελίου, υπόλογο είναι μόνο το πονηρό πνεύμα, όχι η σελήνη. Αν ο Θεός με την απερινόητη αγάπη Του για τον άνθρωπο δεν περιόριζε τα πονηρά πνεύματα και δεν προστάτευε τα πλάσματά Του απ’ αυτά, είτε άμε­σα είτε έμμεσα με τους αγγέλους Του, τα πονηρά πνεύ­ματα θα είχαν συντρίψει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος «εν ριπή οφθαλμού» ψυχικά και σωματικά, όπως συ­ντρίβουν οι ακρίδες τούς καρπούς στους αγρούς.

«Και είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν», είπε ο πατέρας τού άρρωστου παιδιού στον Κύριο. Παρακάλεσα τους μαθητές σου να διώξουν το πονηρό αυτό πνεύμα, μα εκείνοι δεν μπόρεσαν.

Τρεις από τους μαθητές τού Κυρίου έλειπαν από το περιστατικό: ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, που βρίσκονταν μαζί Του στο όρος Θαβώρ, όταν μεταμορ­φώθηκε μπροστά τους. Έπειτα κατέβηκαν μαζί Του πάλι, για να βρουν κάτω ένα πλήθος συγκεντρωμένο γύρω από τους υπόλοιπους αποστόλους, καθώς και τον άρρωστο νέο. Ο δυστυχισμένος πατέρας, αφού δε βρήκε το Χριστό, έφερε το γιο του στους μαθητές Του. Εκείνοι όμως δεν μπόρεσαν, δεν είχαν τη δύναμη να τον βοηθή­σουν. Πρώτα για τη δική τους ολιγοπιστία, δεύτερο για την ολιγοπιστία τού πατέρα και τρίτο για την καθολι­κή απιστία των γραμματέων που ήταν παρόντες. Αναφέρεται πως γύρω από τους μαθητές είχαν μαζευτεί και «γραμματείς συζητούντες αυτοίς» (Μάρκ. Θ’ 16). Η αδύναμη πίστη τού πατέρα φαίνεται από τα λόγια που είπε στο Χριστό. Δε μίλησε όπως ο λεπρός, που είπε: «Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι» (Ματθ. η’ 2). Εκεί μίλησε ένας άνθρωπος με δυνατή πίστη. Ούτε και σαν τον Ιάειρο μίλησε, όταν κάλεσε το Χριστό ν’ αναστήσει την κόρη του: «Ελθών επίθες την χείρά σου επ’ αυτήν και ζήσεται» (Ματθ. Θ’ 18). Κι εδώ αυτός που μιλάει είναι άνθρωπος με δυνατή πίστη. Πολύ λιγότερο μίλησε σαν τον εκατόνταρχο της Καπερναούμ, που ήταν άρρωστος ο δούλος του: «Κύριε… μόνον είπε λόγω, και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Εδώ μίλησε η πολύ μεγάλη πίστη. Εκείνη όμως που είχε τη μεγα­λύτερη πίστη απ’ όλους δεν είπε τίποτα. Πλησίασε απλά το Χριστό και άγγιξε το κράσπεδο του ιματίου Του. Κι αυτή ήταν η αιμορροούσα.

Ο πατέρας τού άρρωστου νέου δεν ενεργεί ούτε μι­λάει σαν αυτούς, αλλά λέει στο Χριστό: «Αλλ’ ει τι δύνασαι, βοήθησον ημίν». Αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας.

Ταλαίπωρος άνθρωπος! Πρέπει να γνώριζε λίγα, πο­λύ λίγα για τη δύναμη του Χριστού και γι’ αυτό μίλη­σε έτσι σ’ Εκείνον που μπορεί να κάνει τα πάντα. Η αδύ­ναμη πίστη του εξασθένησε ακόμα περισσότερο τη δύ­ναμη των αποστόλων. Σ’ αυτό συνέβαλαν κι οι κακόβουλες συκοφαντίες τών γραμματέων εναντίον του Χριστού και των αποστόλων Του. Αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν. Αυτό φανερώνει μια μικρή σπίθα πίστης, πολύ πολύ μικρή, έτοιμη να σβήσει.

«Ο δε αποκριθείς αυτώ λέγει· ω, γενεά άπιστος, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών;». Ο Κύριος έστρεψε την επίπληξη αυτή προς όλους γενικά. Προς όλους τους άπιστους ή ολιγόπιστους του Ισραήλ, καθώς και σ’ όλους τους παρισταμένους, όπως ο αδύναμος πατέρας, οι μαθητές του κι ιδιαίτερα οι γραμμα­τείς. Ω, γενεά άπιστος! Αυτό σημαίνει: Ω γενεά που υποτάχτηκε στον πονηρό, στο διάβολο, που πιστεύει σταθερά στη δύναμη του πονηρού, που υπηρετεί με δουλοπρέπεια τον πονηρό και αντιστέκεται στο αγαθό, που απαρνιέται τον ίδιο το Θεό. Γενεά που είναι ολιγόπιστη ή και εντελώς άπιστη στο καλό, που δραπετεύει επανα­στατικά από το αγαθό!

Εδώ ο Κύριος πρόσθεσε στη γενεά και τη λέξη διε­στραμμένη. Ήθελε έτσι να δείξει από που προέρχεται η απιστία, πως αιτία της δηλαδή είναι η διαφθορά ή, ακόμα πιο καθαρά, η αμαρτία. Αιτία είναι η διαφθορά. Η αμαρτία είναι συνέπεια. Η απιστία είναι ένωση με το διάβολο· η αμαρτία – η διαφθορά – είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ένωση αυτή.

Διαφθορά είναι η κατάσταση της απομάκρυνσης από το Θεό· απιστία είναι το σκοτάδι, η αδυναμία κι η φρί­κη όπου βυθίζεται ο άνθρωπος όταν απομακρύνεται από το Θεό. Δέστε με πόση προσοχή διατυπώνει τις παρατηρήσεις Του ο Κύριος. Δεν αναφέρει κανέναν ονομα­στικά, μιλάει γενικά. Δεν ενδιαφέρεται να κρίνει τους ανθρώπους, αλλά να τους ξυπνήσει. Ούτε και να προ­σβάλλει ή να ταπεινώσει προσωπικά κάποιον θέλει. Επιθυμεί μόνο να διεγείρει τις συνειδήσεις τους, να τούς βοηθήσει να ξεπεράσουν τον εαυτό τους.

Τι μεγάλο δίδαγμα είναι αυτό για την εποχή μας, για τη γενιά μας, που είναι τόσο πρόθυμη να μιλάει και να προσβάλει! Αν μπορούσαν οι άνθρωποι σήμερα να περιορίζουν και να μετρούν τη χρήση τής γλώσσας τους, αν μπορούσαν να σταματήσουν να προσβάλλουν ο ένας τον άλλον, θα εξαφανιζόταν το μισό κακό από τη γη. Τα μισά κακά πνεύματα θ’ αποβάλλονταν, δε θα κυ­κλοφορούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους. Προσέξτε με πόση σοφία μιλάει ο μεγάλος απόστολος Ιάκωβος, που διδάχτηκε από το παράδειγμα του Διδασκάλου Του: «Πολλά γαρ πταίομεν άπαντες. Εί τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ, δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα. ίδε των ίππων τούς χαλινούς εις τα στόματα βάλλομεν προς το πείθεσθαι αυτούς ημίν, και όλον το σώμα αυτών μετάγομεν» (Ιάκ. γ’ 2-3).

Τί σημαίνουν τα λόγια τού Χριστού, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών; Φανταστείτε έναν ευγενή και φωτισμένο άνθρωπο, να τον βάλουν να ζήσει μαζί με πρωτόγονους και άξεστους ανθρώπους. Ή φανταστείτε ένα βασιλιά ν’ αφήνει το θρόνο του και να κατεβαίνει σ’ ένα χώρο όπου κυκλοφορούν βρώμι­κοι αγύρτες. Και σκοπός του δεν είναι μόνο να ζήσει μα­ζί τους και να τους μάθει πώς να ζούνε, αλλά και να τους διδάξει πώς να σκέφτονται, να νιώθουν και να λειτουργούν ως βασιλιάδες, ευγενείς και μεγαλόκαρδοι. Όποι­ος και νά ’ταν ο επίγειος αυτός βασιλιάς, μετά από τρεις μέρες δε θα έκραζε, έως πότε προς υμάς έσομαι; Θα είχε σταματήσει μέσα σε τρεις μέρες η αγυρτεία, η ανοησία, η βρωμιά κι η δυσωδία; Ο Κύριος Ιησούς όμως, ο βα­σιλιάς των βασιλέων, άφησε ν’ ακουστούν τα λόγια αυτά μετά από τριάντα τρία χρόνια που ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι η απόσταση που χώριζε τους συγχρό­νους Του από τον ίδιο ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνην που χωρίζει τους επίγειους βασιλιάδες από τους αγύρτες. Προφανώς δεν μετρούσε το χρόνο σε μέρες και έτη, αλλά σε έργα και θαύματα που έκανε μπροστά σε χιλιάδες αυτόπτες μάρτυρες, τον μετρούσε με τη διδα­σκαλία Του που σκόρπισε και έσπειρε σε χιλιάδες ψυ­χές. Και μετά από τόσα έργα και θαύματα, διδαχές και γεγονότα, που θα μπορούσαν να γεμίσουν το χρόνο χιλίων ετών, διαπιστώνει ξαφνικά πως οι μαθητές Του δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν έναν επιληπτικό νεαρό και να εκβάλουν το πονηρό πνεύμα από έναν άνθρωπο. Κι όλ’ αυτά αφού τους είχε διδάξει με το λόγο και το πα­ράδειγμά Του πως εκβάλλεται ολόκληρη λεγεώνα. Κι ακούει κι έναν αμαρτωλό ολιγόπιστο να του λέει: αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησαν ημίν.

Αφού ο Κύριος επιτίμησε τους παρευρισκόμενους για έλλειψη πίστης, έδωσε εντολή να φέρουν τον άρρω­στο νεαρό μπροστά Του. «Προσάγαγε τον υιόν σου ώδε».

Στη συνέχεια επιτίμησε το διάβολο κι αυτός αμέσως βγήκε από το παιδί, που θεραπεύτηκε την ίδια στιγμή. Αυτό το αναφέρει ο Ματθαίος. Οι άλλοι δυο ευαγγελιστές δίνουν περισσότερες πληροφορίες για όσα έγιναν πριν από τη θεραπεία του νεαρού. Έτσι έχουμε τρεις επιπλέον λεπτομέρειες. Πρώτη, ότι ο Χριστός ρώτησε τον πατέρα από πότε υποφέρει ο γιος του· δεύτερη, ότι έδωσε έμφαση στην πίστη, σαν προϋπόθεση της θερα­πείας· και τρίτη, ότι καθώς ο νεαρός πλησίασε το Χρι­στό, ο τρομοκρατημένος διάβολος βγήκε από μέσα του κι εξαφανίστηκε.

«Πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ;» (Μάρκ. θ’ 21), ρώτησε ο Ιησούς τον πατέρα τού νεα­ρού. Δεν έκανε την ερώτηση αυτή για τον ίδιο, αλλά για εκείνους που ήταν κοντά Του. Ο ίδιος το γνώριζε κα­λά, ήξερε πως το παιδί ήταν άρρωστο από χρόνια. Κι ο πατέρας απάντησε: «Παιδιόθεν». Έπρεπε ν’ ακούσουν όλοι και να μάθουν το είδος τού τρομερού πόνου που προκαλείται από τα πονηρά πνεύματα και πόσο δυνατή είναι η προστασία που προσφέρει ο Θεός στον άνθρω­πο. Χωρίς την προστασία αυτή τα πονηρά πνεύματα θα είχαν από πολύ παλιά καταστρέψει κυριολεκτικά τόσο την ψυχή όσο και το σώμα τού νεαρού. Και τελικά έπρεπε να μάθουν όλοι πόσο μεγάλη δύναμη και πόση επι­βολή έχει ο Υιός τού Θεού στα πονηρά πνεύματα.

Αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν, σπλαγχνισθείς εφ’ ημάς, είπε ο πατέρας στο Χριστό. Εφ’ ημάς, είπε, δεν αναφέρθηκε μόνο στο παιδί. Ο πόνος τού παιδιού, είναι και του πατέρα πόνος, είναι και ολόκληρης της οικογένειας πόνος. Αν ο νεαρός θεραπευόταν, το βάρος θά ’φευγε από πολλές ανθρώπινες ψυχές. Κι ο Ιησούς τού είπε: «Το ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. θ’ 23).

Σύμφωνα με τον τρόπο που συνηθίζει να ενεργεί ο Θεός, ο Κύριος Ιησούς ήθελε εδώ να κάνει το μέγιστο δυνατό καλό με μια πράξη. Το ένα καλό ήταν ν’ αποκαταστήσει την υγεία τού παιδιού. Γιατί όχι και των άλλων; Γιατί να μην επιβεβαιώσει και την πίστη τού πατέρα του; Και γιατί να μην κάνει ταυτόχρονα κι ένα τρίτο καλό, να δείξει δηλαδή τη δύναμή Του με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, ώστε να τον πιστέψουν οι άνθρω­ποι; Και γιατί να μην κάνει κι ένα τέταρτο καλό, να κα­ταγγείλει την απιστία και τη διαφθορά, καθώς και τη χαμερπή κλίση τών ανθρώπων προς το κακό, τα πονηρά πνεύματα και την αμαρτία; Και γιατί να μην κάνει κι ένα πέμπτο καλό, κι ένα έκτο, κι ένα έβδομο, κι όλα τα κα­λά που προκαλεί μια καλή πράξη; Γιατί μια καλή πρά­ξη φέρνει πάντα πολλές άλλες στη σειρά.

Ας δούμε όμως για μια ακόμα φορά με πόση σοφία και με τί τρόπο συνδυάζει ο Κύριος την αποφασιστικότητα με την ευγένεια. Όταν καταγγέλει με οξύτητα την απιστία, μιλάει γενικά και αυξάνει την πίστη όλων, μα δεν ταπεινώνει κανέναν προσωπικά. Όταν όμως απευθύνεται προσωπικά σε κάποιον που τον ικετεύει, δε μι­λάει αυστηρά, αλλά με μεγάλη προσοχή και ευγένεια. Η ευγένεια κι η διακριτικότητα από την πλευρά τού Χριστού έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο πατέρας αναφώνησε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθει μοι τή απιστία» (Μάρκ. θ’ 24).

Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να λιώνει τόσο εύκολα τον πάγο τής απιστίας, όσο τα δάκρυα. Τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός έκλαψε μπροστά στον Κύριο, είχε ήδη μετανιώσει για την προηγούμενη απιστία του. Μέ­σα του, ενώπιον του Θεού, η πίστη του αναδύθηκε ξαφ­νικά όπως προβάλει ένα ρυάκι από φουσκωμένο ποτά­μι. Κι υστέρα η πίστη του αυτή μεταμορφώθηκε σε φω­νή, σε λόγια, που έμειναν σαν δυναμικό μήνυμα σε όλες τις γενιές των ανθρώπων. «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθει μοι τη απιστία!»

Τα λόγια αυτά σημαίνουν πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει στην πίστη χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, είναι ν’ αποχτήσει κάποια μικρή, ρηχή πίστη. Να πιστέψει δηλαδή στην ύπαρξη του καλού και του κακού ή, με λίγα λόγια, ν’ αμφισβητήσει το καλό και το κακό. Η απόσταση όμως από τη μερική αυτή πίστη στην αληθινή, είναι μεγάλη. Δεν μπορεί να την διανύσει κανείς αν δεν τον καθοδη­γεί το χέρι τού Θεού. Τα λόγια που είπε ο πατέρας, βοήθει μοι τη απιστία! είναι σα να λένε: «Κύριε, βοήθη­σέ με να Σε πιστέψω!.. Βοήθησέ με να μη πιστεύω στον πονηρό!.. Βοήθησέ με ν’ αποδεσμευτώ εντελώς από τον πονηρό και να ενωθώ μαζί Σου!»

«Έτι δε προσερχομένου αυτού έρρηξεν αυτόν το δαι­μόνιον και συνεσπάραξεν» (Λουκ. θ’ 42). Την ώρα που του έφεραν κοντά το νεαρό ο δαίμονας τον έριξε κάτω με ορμή και τον συγκλόνισε με σπασμούς. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που επέτρεψε ο Θεός να κάνει ο δαί­μονας, ώστε να δουν οι άνθρωποι και να φοβηθούν, να τρομοκρατηθούν γι’ αυτά που μπορεί να κάνει ο σατα­νάς στον άνθρωπο. Να πειστούν και ν’ αντιληφθούν πό­σο ανεπαρκής είναι η δύναμη του ανθρώπου, ακόμη κι η δύναμη των ικανότερων γιατρών του κόσμου, για να γλιτώσουν τη ζωή έστω κι ενός ανθρώπου από τέτοιο φό­βο και τρόμο. Κι αφού δουν τη δύναμη του διαβόλου και συνειδητοποιήσουν τη δική τους αδυναμία, οι άνθρω­ποι θ’ αναγνωρίσουν τη μεγαλοσύνη και τη θεία δύνα­μη του Κυρίου Ιησού. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει εδώ τα λόγια που είπε ο Χριστός στο πονηρό πνεύμα: «Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επι­τάσσω, έξελθε εξαυτού και μηκέτι εισέλθεις εις αυτόν» (θ’ 25). Σε διατάζω, λέει ο Κύριος. Αυτός είναι η πηγή τής δύναμης και της εξουσίας. Δεν έχει ανάγκη να τα δανειστεί αυτά από κάποιον άλλο. «Πάντα όσα έχει ο πατήρ εμά εστι» (Ιωάν. ιστ’ 15), είχε πει ο Χριστός σε άλλη περίπτωση. Κι όπως βλέπουμε, το εφαρμόζει αυτό στην πράξη. «Εγώ σου μιλάω. Σε διατάζω με τη δική Μου εξουσία, σε βγάζω με τη δική Μου δύναμη».

Πρέπει να καταλάβει καλά ο κόσμος πως ο Χριστός δεν είναι ένας από τους προφήτες που έκαναν κάποια θαυμαστά πράγματα με τη βοήθεια του Θεού. Ο Χρι­στός είναι ο Υιός τού Ζώντος Θεού, για τον Οποίο προφήτεψαν οι προφήτες και τον Οποίο ανέμενε ο κόσμος.

Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το δεύτερο μέρος τής εντολής που έδωσε ο Χριστός στο διάβολο: και μηκέτι εισέλθεις εις αυτόν. Ο Κύριος τον διατάζει όχι μό­νο να φύγει από μέσα του, αλλά και να μην ξαναγυρίσει στο νεαρό που είχε υποφέρει τόσο πολύ. Αυτό ση­μαίνει πως ο άνθρωπος, ακόμα κι αφού καθαριστεί, μπορεί πάλι να δεχτεί μέσα του τον ακάθαρτο δαίμονα. Ο διάβολος που εκδιώχτηκε μέσα από τον άνθρωπο, μπορεί να ξαναγυρίσει. Αυτό γίνεται όταν ο αμαρτωλός που μετάνιωσε και συχωρέθηκε από το Θεό, επιστρέφει στην παλιά του αμαρτία. Τότε ο διάβολος ξαναμπαίνει μέ­σα του. Γι’ αυτό ο Κύριος τον διατάζει όχι μόνο να φύ­γει από το παιδί, αλλά και να μην ξαναγυρίσει κοντά του. Πρώτο, ώστε η θεϊκή δωρεά προς το παιδί να είναι πλήρης και τέλεια. Δεύτερο, για να βγάλουμε από τη δι­δασκαλία Του αυτή το συμπέρασμα και τη βεβαιότη­τα, πως από τη στιγμή που θα λάβουμε τη συχώρεση του Θεού, δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην παλιά μας αμαρτία, «ως κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα», όπως ο σκύλος στο ξέρασμά του (Β’ Πέτρ. β’ 22). Για­τί έτσι θα εκτεθούμε πάλι στο θανατηφόρο κίνδυνο ν’ ανοίξουμε την πόρτα στο πονηρό πνεύμα, για να ξαναμπεί μέσα μας και να μας κυριεύσει.

Μετά απ’ αυτό το μέγιστο θαύμα τού Χριστού, «εξεπλήσσοντο πάντες επί τη μεγαλειότητι του Θεού» (Λουκ. θ’ 43). Η μεγαλειότητα του Θεού και η παντοδυναμία Του μακάρι νά ’μεναν διαρκείς κι ανεξάλειπτες στις ψυ­χές των ανθρώπων. Να μη διαλύονταν όπως οι φούσκες στο νερό. Ο Θεός όμως δε σπέρνει μάταια. Αν ο σπό­ρος που θα πέσει στο δρόμο, στην πέτρα ή ανάμεσα στ’ αγκάθια χαθεί, εκείνος που θα πέσει στην καλή γη δε χάνεται, αλλά θα φέρει καρπό εκατονταπλασίονα.

Όταν ο Χριστός έμεινε μόνος με τους μαθητές Του, εκείνοι τον ρώτησαν: «διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;» Κι ο Ιησούς τους απάντησε: «δια την απι­στίαν υμών. αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ’ 20). Η απιστία σας φταίει, τους είπε ο Κύ­ριος. Εάν είχατε πίστη, έστω ίσαμε τον μικρό κόκκο του συναπιού, θα μπορούσατε να πείτε στο βουνό αυτό, πήγαινε από εδώ εκεί κι αυτό θα πήγαινε. Τίποτα δε θα σας ήταν αδύνατο.

Η αιτία τής αδυναμίας τους επομένως ήταν η απι­στία. Όσο μεγαλύτερη είναι η πίστη, τόσο μεγαλύτε­ρη είναι κι η δύναμη. Λιγότερη η πίστη, λιγότερη κι η δύναμη. Νωρίτερα ο Κύριος είχε δώσει στους αποστόλους «εξουσίαν πνευμάτων ακαθάρτων ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι’ 1). Κι εκείνοι είχαν κάνει καλή χρήση τής δύ­ναμης αυτής για κάποιο διάστημα. Στο μέτρο όμως που η πίστη τους αδυνάτισε, είτε από το φόβο των ανθρώπων είτε από υπερηφάνεια, εξασθένησε κι η δύναμη που τους είχε δοθεί.

Στον Αδάμ είχε δοθεί εξουσία πάνω σ’ όλα τα πλά­σματα. Με την παρακοή του όμως, με την απληστία και την υπερηφάνεια του, έκανε κακή χρήση κι έχασε την εξουσία του. Οι απόστολοι τώρα, από κάποιο σφάλμα τους, έχασαν τη δύναμη και την εξουσία που τους είχε δοθεί. Η απώλεια τής δύναμης αυτής μπορεί ν’ ανακτηθεί μόνο με πίστη, πίστη, περισσότερη πίστη. Γι’ αυτό ο Κύριος στην περίπτωση αυτή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δύναμη της πίστης. Η πίστη μπορεί να με­τακινήσει όρη. Τίποτα δεν αδυνατεί μπροστά στην πί­στη. Ο κόκκος τού σιναπιού είναι πολύ μικρός, η μυρω­διά του όμως μπορεί να καλύψει ολόκληρο πιάτο φαγη­τό. Γράφει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων σε μια από τις κατηχήσεις του: «Όπως ο κόκκος τού συναπιού, που είναι μικρός στο μέγεθος αλλά δυνατός στην επίδρασή του, όταν τον σπέρνεις σ’ ένα μικρό χώρο βγάζει πολλά βλα­στάρια κι όταν μεγαλώνει μπορεί να στεγάσει ακόμα και πουλιά, έτσι κι όταν υπάρχει πίστη στην ψυχή, σύ­ντομα κάνει πράγματα μεγάλα. Γι’ αυτό πίστεψε στον Κύριο, για να λάβεις απ’ Αυτόν πίστη μεγάλη που ξε­περνάει την ανθρώπινη δύναμη». Αν έχεις πίστη, έστω όσο ο κόκκος του σιναπιού, τα βουνά θα υποχωρήσουν μπροστά σου και θα μετακινηθούν από το ένα μέρος σε άλλο.

Γιατί ο ίδιος ο Κύριος δεν μετακίνησε βουνά; Γιατί δεν του ήταν απαραίτητο. Έκανε μόνο τα θαύματα εκείνα που ήταν αναγκαία για την ωφέλεια των ανθρώπων και για τη σωτηρία τους. Είναι όμως μεγαλύτερο θαύμα η μετακίνηση των βουνών από τη μετατροπή τού νερού σε κρασί, από τον πολλαπλασιασμό των άρτων, από τη θεραπεία δαιμονισμένων κι όλων των λογιών ασθενειών, από το περπάτημα πάνω στο νερό ή το γα­λήνεμα της ανταριασμένης θάλασσας μ’ ένα Του λόγο ή μιά Του σκέψη; Δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση ν’ αποκλειστεί η περίπτωση πιστών του Χριστού, όταν ανταποκρίνονται σε ειδικές ανάγκες κι έχουν δυνατή πί­στη, να κάνουν και το θαύμα μετακίνησης κάποιου βουνού. Αλλ’ υπάρχουν μεγαλύτερα βουνά, πιο δύσβατα υψίπεδα και πιο δυσβάσταχτα βάρη και πιο εξαντλητική κούραση για την ψυχή τού ανθρώπου από τις γήινες μέριμνες, τις αλυσίδες και τα εγκόσμια δεσμά; Όποιος μπορεί ν’ αφαιρέσει το βάρος αυτό από την ψυχή τού ανθρώπου και να το ρίξει στη θάλασσα, αυτός έχει με­τακινήσει ουσιαστικά το μεγαλύτερο και βαρύτερο βου­νό τού κόσμου.

«Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προ­σευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ’ 21). Το είδος αυτό των δαιμόνων δε διώχνεται με άλλον τρόπο, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία.

Η νηστεία κι η προσευχή είναι οι δυο στύλοι τής πί­στης. Είναι οι δυο φωτιές που καίνε τα πονηρά πνεύμα­τα. Με τη νηστεία ηρεμούν και αδρανούν όλα τα σωμα­τικά πάθη και κυρίως η φιληδονία. Με την προσευχή ηρεμούν και αδρανούν όλα τα πάθη τής ψυχής, της καρδιάς και του νου, όπως εκδίκηση, φθόνος, μίσος, κακία, υπερηφάνεια, φιλοδοξία, επιθυμία και τέλεση πονηρών πράξεων κ.ά. Με τη νηστεία καθαρίζονται τα δοχεία τού σώματος και της ψυχής από το δυσώδες περιεχό­μενό τους, από τα εγκόσμια πάθη και την κακία. Με την προσευχή προσελκύουμε στο άδειο και καθαρμένο δοχείο τής καρδιάς τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Κι η πληρότητα της πίστης κατορθώνεται με την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει από αμνημόνευτα χρό­νια εφαρμόσει τη νηστεία σαν ένα δοκιμασμένο και αποτελεσματικό φάρμακο για όλα τα ψυχικά πάθη, σαν ένα δυνατό όπλο ενάντια στα πονηρά πνεύματα. Όλοι εκείνοι που υποτιμούν ή απορρίπτουν τη νηστεία, στην ουσία υποτιμούν ή απορρίπτουν μια σαφή και καθοριστική οδηγία τού Κυρίου Ιησού στο σχέδιο της σωτηρίας τού ανθρώπου. Η προσευχή δυναμώνει και ενισχύεται με τη νηστεία. Η πίστη βεβαιώνεται και από τη μια και από την άλλη. Κι η πίστη μετακινεί βουνά, εκβάλλει δαίμο­νες και κάνει τα αδύνατα δυνατά.

Τα τελευταία λόγια τού Χριστού στο σημερινό ευαγ­γέλιο δε φαίνονται να σχετίζονται με το γεγονός που μας απασχολεί. Μετά το μεγάλο θαύμα τής θεραπείας τού δαιμονισμένου νέου παιδιού κι ενώ οι συγκεντρω­μένοι άνθρωποι θαύμαζαν τα γενόμενα, ξαφνικά ο Κύ­ριος άρχισε να μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του.

«Μέλλει ο υιός τού ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα εγερθήσεται» (Ματθ. ιζ’ 22-23). Γιατί μετά το θαύμα αυτό, όπως κι υστέρα από κάποια άλλα θαύματα, ο Χριστός μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του; Ώστε όταν έρθει ο προδιαγεγραμμένος καιρός να μη δειλιάσουν, να μη φοβηθεί η καρδιά τους. Τους το λέει αυτό μετά από τα μεγάλα θαύματά Του, μετά τις τιμές, τη δόξα και την ευχαρίστηση που τον περιμένουν και τον υποδέχονται οι άνθρωποι, για να χαραχτούν καλύτερα στο νου τους. Το λέει αυτό όμως και για να διδάξει, όχι μόνο τους αποστόλους αλλά κι εμάς, ώστε μετά από τέ­τοια μεγάλα και θαυμαστά έργα να μην περιμένουμε ανταμοιβή από τους ανθρώπους, αλλά να προετοιμα­στούμε να δεχτούμε τα χειρότερα και σκληρότερα χτυ­πήματα και τις ταπεινώσεις, ακόμα κι από εκείνους που ευεργετήσαμε πολύ.

Ο Κύριος δεν προείπε μόνο τα πάθη και το θάνατό Του, αλλά και την ανάστασή Του. Στο τέλος όλων αυτών ακολουθεί η Ανάσταση, η νίκη κι η αιώνια δόξα. Ο Κύριος προλέγει στους μαθητές Του κάτι που μοιάζει απίθανο, για να τονώσει την πίστη τους σε όσα πρόκει­ται να γίνουν. Να τους διδάξει, για να πιστέψουν όσα τους είπε. Πρέπει κάθε άνθρωπος νά ’χει πίστη ίσαμε τον κόκκο τού σιναπιού ή και λιγότερη, για να προετοιμαστεί, να περιμένει κάθε είδος πειρασμού και βασά­νων σ’ αυτόν τον κόσμο. Πρέπει να ξέρουν με σιγουριά όμως πως στο τέλος όλων αυτών περιμένει η Ανάστα­ση.

Όλη τη δόξα τού κόσμου κι όλους τους επαίνους των ανθρώπων πρέπει να τους λογαριάζουμε σαν ένα απόλυτο μηδέν. Μετά απ’ όλους τους θριάμβους που μπορεί να μας προσφέρει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμαστούμε για πειρασμούς. Πρέπει να δεχτούμε όλα όσα μας στέλνει ο ουράνιος Πατέρας μας με ταπείνωση και υπομονή. Δεν πρέπει ν’ αφηγούμαστε και να κοκορευ­όμαστε με όσα έχουμε κάνει για τους ανθρώπους, για την πόλη ή για το χωριό μας, για το έθνος ή για την πατρί­δα μας. Δεν πρέπει να επαναστατούμε όταν οι πειρα­σμοί μας πιέζουν. Αν κάναμε κάτι για κάποιους από τους γνωστούς μας, αυτό έγινε με τη βοήθεια του Θεού. Έτσι είναι. Κάθε καλό έργο γίνεται από το Θεό με όργανο εμάς. Ο Θεός επομένως είναι απόλυτα δίκαι­ος όταν μας στέλνει πειρασμούς μετά από εγκόσμια δό­ξα, ταπείνωση μετά από επαίνους, φτώχεια μετά από πλούτη, περιφρόνηση μετά από τιμές, αρρώστια μετά από υγεία, απομόνωση και μοναξιά μετά την απόλαυση πλήθους φίλων. Ο Θεός γνωρίζει γιατί μας τα στέλ­νει αυτά. Γνωρίζει πως όλα αποβλέπουν στο καλό μας. Πρώτο, για να μάθουμε να επιζητούμε τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά, να μην οδεύουμε προς τον τάφο με συ­νοδεία την ψεύτικη και παροδική λαμπρότητα αυτού του κόσμου. Και δεύτερο ότι δεν πρέπει ν’ αποβλέπουμε σε ανταπόδοση για τα καλά μας έργα από τους ανθρώ­πους και τον κόσμο σ’ αυτήν τη ζωή, γιατί τότε δε θά ’χουμε τίποτα να ζητήσουμε ή να λάβουμε στη μέλλουσα. Εύχομαι να μην ακούσουμε στη θύρα τής ουράνιας βασιλείας: «Πορεύεσθε απ’ εμού· το μισθό σας τον λά­βατε».

Εύχομαι αυτό να μη μας συμβεί. Για να μη χαθούμε ποτέ μαζί με την αναπόφευκτη καταστροφή αυτού του κόσμου, από τον οποίο λάβαμε δόξα, εγκώμια και τι­μές, ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας διδάσκει πως, μετά από τη μεγαλύτερη δόξα, τα εγκώμια και τις τιμές που μπορεί να μας δώσει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμα­στούμε ν’ αναλάβουμε το σταυρό Του. Σ’ Εκείνον πρέ­πει η αιώνια δόξα κι η τιμή, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώ­ρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:

Κυριακή Δ’ Νηστειών: Για τη θεραπεία του σεληνιαζόμενου νέου (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

[Μαρκ. 9, 14-29]

«Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι (: και όταν έφθασαν στο πλήθος του λαού, Τον πλησίασε κάποιος άνθρωπος που γονάτισε μπροστά Του κι έλεγε: Κύριε, λυπήσου και σπλαχνίσου το παιδί μου, διότι σεληνιάζεται και υποφέρει άσχημα, αλλά και κινδυνεύει τον έσχατο κίνδυνο· διότι πολλές φορές πέφτει στη φωτιά, και πολλές φορές στο νερό, και κινδυνεύει έτσι να καεί ή να πνιγεί. Και τον έφεραν στους μαθητές Σου, αλλά δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν)» [Ματθ. 17, 14-16].

Αυτόν τον άνθρωπο η Γραφή μας τον παρουσιάζει πάρα πολύ ασθενή ως προς την πίστη· και τούτο είναι φανερό από πολλά σημεία, και από το ότι είπε ο Χριστός, «πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: σε εκείνον που πιστεύει όλα είναι δυνατά)» [Μάρκ. 9, 23], και από το ότι είπε αυτός που Τον πλησίασε «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ (: Πιστεύω, Κύριε, ότι έχεις τη δύναμη να με βοηθήσεις. Βοήθησέ με να απαλλαγώ απ’ την ολιγοπιστία μου και αναπλήρωσε εσύ την έλλειψη της πίστεώς μου)» [Μάρκ. 9, 24] και από το ότι έδωσε ο Χριστός εντολή στον δαίμονα να μην εισέλθει πλέον σε αυτόν, αλλά ακόμη και από το ότι είπε ο άνθρωπος εκείνος στον Χριστό «εἴ τι δύνασαι (: εάν μπορείς)» [Μάρκ. 9, 22].

Και γιατί κατηγορεί τους μαθητές, εάν η απιστία του πατέρα αυτού υπήρξε η αιτία να μην εξέλθει ο δαίμονας;

Για να δείξει ότι πολλές φορές είναι δυνατόν σε αυτούς που έχουν πίστη, να θεραπεύσουν τους ασθενείς και χωρίς να έχουν πίστη οι ίδιοι ασθενείς αυτοί που προσέρχονται για αποκατάσταση της υγείας τους· διότι όπως ακριβώς πολλές φορές αρκούσε η πίστη εκείνου που προσερχόταν στο να εκπληρωθεί το αίτημά του και από πολύ κατώτερους ως προς το αξίωμα, έτσι πολλές φορές αποδείχτηκε αρκετή η δύναμη και η πίστη εκείνων που ενεργούσαν τις θαυματουργικές ιάσεις να θεραπεύσουν και χωρίς να πιστεύουν αυτοί που προσέρχονταν για να γιατρευτούν.

Και τα δύο αυτά επιβεβαιώνονται από τις θείες Γραφές· διότι και όσοι ζούσαν μαζί με τον Κορνήλιο έλαβαν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος εξαιτίας της πίστεώς τους [βλ. Πράξ. 10, 1-48], και στην περίπτωση του Ελισσαίου πάλι αναστήθηκε ο νεκρός, μολονότι δεν υπήρξε κάποιος που να δείξει πίστη [Δ΄Βασιλειών 13, 21 «καὶ ἀπέθανεν Ἑλισαιέ, καὶ ἔθαψαν αὐτόν. καὶ μονόζωνοι Μωὰβ ἦλθον ἐν τῇ γῇ ἐλθόντος τοῦ ἐνιαυτοῦ· καὶ ἐγένετο αὐτῶν θαπτόντων τὸν ἄνδρα, καὶ ἰδοὺ εἶδον τὸν μονόζωνον καὶ ἔῤῥιψαν τὸν ἄνδρα ἐν τῷ τάφῳ Ἑλισαιέ, καὶ ἐπορεύθη καὶ ἥψατο τῶν ὀστέων Ἑλισαιὲ καὶ ἔζησε καὶ ἀνέστη ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ (: και πέθανε ο Ελισαίος και τον έθαψαν. Κατά δε το επόμενο έτος εισέβαλαν στη χώρα των Ισραηλιτών επιδρομείς Μωαβίτες. Και καθώς οι Ισραηλίτες πήγαιναν να θάψουν ένα νεκρό, φάνηκαν από μακριά ερχόμενοι επιδρομείς Μωαβίτες. Κατελήφθησαν από τρόμο οι Ισραηλίτες και έριξαν τον νεκρό άνδρα στον ανοικτό τάφο του προφήτη Ελισαίου και ετράπησαν σε φυγή. Ο νεκρός μόλις άγγιξε τα οστά του Ελισαίου, επανήλθε στη ζωή και ανορθώθηκε στα πόδια του)»]. Διότι και αυτοί που έριξαν το νεκρό σώμα μέσα στο ανοικτό μνήμα, όπου βρισκόταν τα οστά του προφήτη Ελισαίου, το έριξαν εκεί απλώς και ως έτυχε και όχι από πίστη, αλλά από δειλία και επειδή φοβήθηκαν τις δοκιμασίες εάν τους προλάβαιναν και τους αιχμαλώτιζαν οι επιδρομές Μωαβίτες, έφυγαν, και αυτόν που είχε πεθάνει, τον έριξαν εκεί και αναστήθηκε ο νεκρός αυτός από μόνης της δύναμης του αγίου σώματος του προφήτη Ελισαίου. Επομένως είναι φανερό ότι στην περίπτωση αυτή του σεληνιαζόμενου νέου οι μαθητές φάνηκαν ασθενείς ως προς την πίστη, αλλά όχι όλοι· διότι οι στύλοι [: Ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης] δεν ήταν παρόντες εκεί τότε [βρίσκονταν στο όρος της Μεταμορφώσεως μαζί με τον Ιησού, όταν ο πατέρας αυτός είχε αρχικά φέρει τον ασθενή υιό του για θεραπεία στους άλλους μαθητές].

Αλλά και από την άλλη πλευρά πρόσεξε την αγνωμοσύνη του ανθρώπου αυτού, πώς πλησιάζει τον Ιησού ενώπιον του λαού και ομιλεί εναντίον των μαθητών λέγοντας ότι «προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι (: έφερα αυτόν προς τους μαθητές Σου με την παράκληση να τον θεραπεύσουν και αυτοί δεν μπόρεσαν να του χαρίσουν την θεραπεία)» [Μάρκ. 9 ,18]. Ο Χριστός όμως απαλλάσσοντας τους μαθητές Του από τις κατηγορίες αυτές ενώπιον του λαού, επιρρίπτει σε εκείνον τη μεγαλύτερη ευθύνη. Διότι λέγει : «ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; (: ω γενεά που τόσα θαύματα είδες και είσαι ακόμη άπιστη, και απ΄ την κακία σου είσαι διεστραμμένη! Έως πότε θα σας ανέχομαι;”)» [Ματθ. 17, 17]· και δεν απευθύνεται μόνο στο πρόσωπο αυτού για να μη φέρει σε δύσκολη θέση και σε αμηχανία τον πατέρα αυτό, αλλά απευθύνεται και προς όλους τους Ιουδαίους· διότι ήταν φυσικό να σκανδαλισθούν πολλοί από τους παρόντες και να σκεφθούν για τους μαθητές ανάρμοστα και ανυπόστατα πράγματα. Αλλά και όταν λέγει «ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; (: Έως πότε θα σας ανέχομαι; Μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας;)», δείχνει πάλι ότι ο θάνατος είναι για Αυτόν κάτι το ευπρόσδεκτο και επιθυμητό και ποθητή η αναχώρηση από αυτήν τη ζωή· και ότι είναι βαρύ πράγμα όχι το να σταυρωθεί, αλλά το να είναι μαζί με τους απίστους και κακοπροαίρετους αυτούς ανθρώπους.

Όμως δεν σταμάτησε στις κατηγορίες, αλλά τι λέγει; «φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε (: Φέρετέ μου αυτόν εδώ)». Και ρωτά τον πατέρα πόσα χρόνια είναι ο γιος του ασθενής, δικαιολογώντας έτσι και τους μαθητές Του και οδηγώντας ταυτόχρονα εκείνο τον πατέρα στην καλή ελπίδα και στο να πιστέψει ότι θα απαλλαγεί από το κακό. Και τον αφήνει να σπαράζει όχι προς επίδειξη (επειδή λοιπόν ο όχλος συγκεντρωνόταν, τον επιτίμησε), αλλά εξαιτίας του πατέρα του, ώστε όταν έβλεπε το δαιμόνιο να καταλαμβάνεται από ανησυχία και να ταράσσεται για το ότι και μόνο οδηγήθηκε μπροστά σ’ Αυτόν, έστω και έτσι να πιστέψει στο θαύμα που επρόκειτο να γίνει.

Επειδή λοιπόν ο πατέρας εκείνος είπε ότι το δαιμόνιο είχε καταλάβει τον γιο του «παιδιόθεν (: από την παιδική του ηλικία)» [Μάρκ. 9, 21-22: «παιδιόθεν. καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν (: Από μικρό παιδί. Πολλές φορές μάλιστα τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά για να του πάρει τη ζωή)»] και ότι «εἴ τι δύνασαι (: εάν μπορείς να κάνεις κάτι)» [Μάρκ. 9, 22: «ἀλλ᾿ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς (: αλλά εάν μπορείς να κάνεις κάτι, λυπήσου μας και βοήθησέ μας)»], ο Χριστός λέγει «πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: όλα είναι δυνατά σε όποιον πιστεύει)» [Μάρκ. 9, 23: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: Εσύ εάν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε όποιον πιστεύει)»], επιρρίπτοντας και πάλι σε αυτόν την κατηγορία.

Και όταν μεν έλεγε ο λεπρός, «Κύριε, ἐὰν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι (: Κύριε, πιστεύω ότι, εάν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις από τη λέπρα)», ομολογώντας με τα λόγια του αυτά τη δύναμή Του, ο Κύριος με σκοπό να τον επαινέσει και να επιβεβαιώσει τα λόγια του, έλεγε: «Θέλω, καθαρίσθητι (: θέλω, καθαρίσου από τη λέπρα)» [Λουκ. 5, 12-13]. Όταν όμως αυτός ο πατέρας δεν είπε τίποτε αντάξιο της δύναμής Του, λέγοντας «εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς (: εάν μπορείς, να κάνεις τίποτε, σπλαχνίσου μας και βοήθησέ μας)» [Μάρκ. 9, 22], δες πώς το διορθώνει επειδή δεν ειπώθηκε με τον πρέποντα τρόπο. Τι λέγει λοιπόν; «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι (: εάν εσύ μπορείς να πιστέψεις, τότε όλα είναι κατορθωτά σε όποιον έχει πίστη)» [Μάρκ. 9, 22-23]. Τα λόγια Του αυτά έχουν την εξής σημασία: «Τόσο μεγάλη αφθονία δυνάμεως υπάρχει σε Εμένα, ώστε να μπορώ και άλλους να κάνω ικανούς να θαυματουργούν. Άρα λοιπόν εάν πιστεύεις όπως πρέπει», λέγει, «και ο ίδιος μπορείς να θεραπεύσεις και αυτόν και πολλούς άλλους». Και αφού τα είπε αυτά, απάλλαξε τον ασθενή από το δαιμόνιο.

Εσύ όμως μη σκέπτεσαι μόνο από αυτό την πρόνοια και την ευεργεσία Του, αλλά και τον χρόνο εκείνο που επέτρεψε να παραμείνει μέσα στον άνθρωπο το δαιμόνιο· καθόσον εάν και τότε δεν εκδηλωνόταν στον άνθρωπο σε τόσο μεγάλο βαθμό η πρόνοιά Του, ίσως να είχε προ πολλού χαθεί· καθόσον «καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν (: πολλές φορές μάλιστα τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά για να του πάρει τη ζωή)» [Μάρκ. 9, 22], λέγει. Εκείνον όμως που αποτολμούσε τέτοια πράγματα, να πέφτει, δηλαδή, στη φωτιά και στα νερά, ασφαλώς και το δαιμόνιο θα τον εξολόθρευε, εάν ο Θεός δεν του συγκρατούσε τη μεγάλη μανία με ισχυρό χαλινάρι· όπως ακριβώς συνέβη τούτο και στην περίπτωση εκείνων των δύο γυμνών που έτρεχαν στις ερημιές και κατέσχιζαν τα σώματά τους με πέτρες [Ματθ. 8, 28: «Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης (: και όταν ο Κύριος ήλθε στην απέναντι όχθη, στη χώρα των Γεργεσηνών, Τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έβγαιναν από τα μνήματα που υπήρχαν εκεί, στα οποία ευχαριστιούνταν να κατοικούν. Ήταν και οι δύο επιθετικοί και πολύ επικίνδυνοι· τόσο, ώστε να μην μπορεί κανείς να περάσει απ’ τον δρόμο εκείνο)»].

Καθόλου επίσης να μην περιεργήσεις επειδή αποκαλεί τον νεαρό αυτό «σεληνιαζόμενο» [ο πατέρας του απέδιδε την αλλόκοτη αυτή συμπεριφορά του στην επενέργεια της σελήνης], διότι η ονομασία αυτή αποδόθηκε από τον πατέρα του δαιμονιζόμενου αυτού νέου. Μα πώς λοιπόν τότε ο ευαγγελιστής λέγει ότι ο Κύριος θεράπευσε πολλούς σεληνιαζόμενους;[Ματθ. 4, 24: καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς (: διαδόθηκε λοιπόν η φήμη του σε όλη τη Συρία. Κι έφεραν μπροστά Του όλους όσους υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες και κατέχονταν από βασανιστικές ασθένειες, δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παραλύτους, και τους θεράπευε όλους)»].

Τους ονομάζει έτσι στηριζόμενος στην αντίληψη των πολλών [κατά τη λαϊκή αυτήν αντίληψη στην ασθένεια αυτή ασκούν επίδραση οι φάσεις της σελήνης. Κάποιες μορφές της νόσου κατά την Αγία Γραφή οφείλονται στην επενέργεια των ακαθάρτων πνευμάτων]· διότι ο διάβολος για να συκοφαντήσει το φυσικό στοιχείο, κάνει τους δαιμονιζόμενους να καταλαμβάνονται από κρίσεις και πάλι να χαλαρώνουν ανάλογα με τις περιστροφές και τις διάφορες φάσεις της σελήνης· όχι φυσικά επειδή εκείνη επενεργεί, μη γένοιτο· αλλά ο διάβολος διαπράττει την κακουργία αυτήν προς συκοφάντηση του φυσικού στοιχείου. Γι’ αυτό και επικράτησε μεταξύ των ανοήτων η εσφαλμένη αυτή αντίληψη, και εξαπατώμενοι να αποκαλούν «σεληνιαζομένους» τους δαιμονισμένους ανθρώπους· καθώς πράγματι αυτό δεν είναι αλήθεια, η σελήνη καμία επενέργεια δεν ασκεί στους ανθρώπους.

«Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ᾿ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; (: τότε οι μαθητές πλησίασαν ιδιαιτέρως τον Ιησού και του είπαν: “Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε το δαιμόνιο αυτό;”(Και το είπαν αυτό, διότι σε άλλες περιστάσεις είχαν εκδιώξει δαιμόνια)» [Ματθ. 17, 19]. Έχω τη γνώμη πως αγωνιούν οι μαθητές και φοβούνται μήπως τυχόν έχασαν τη χάρη, την οποία τους έκρινε άξιους να τους εμπιστευτεί ο Χριστός· διότι έλαβαν εξουσία εναντίον δαιμόνων ακαθάρτων [Ματθ. 10, 8: «ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε (: και για να επιβεβαιώνεται το κήρυγμά σας, σας δίνω εξουσία και δύναμη να θεραπεύετε ασθενείς, να καθαρίζετε λεπρούς, να ανασταίνετε νεκρούς, να βγάζετε δαιμόνια. Τη χάρη αυτή της θαυματουργίας τη λάβατε δωρεάν, δωρεάν δώστε την κι εσείς, χωρίς να παίρνετε χρήματα)»]. Γι’ αυτό και Τον ρωτούν, αφού Τον πλησίασαν ιδιαιτέρως, χωρίς να ντρέπονται (διότι εφόσον συνέβη ό,τι συνέβη, και ελέγχθηκαν, ήταν περιττό να ντρέπονται στο εξής να ομολογήσουν με τα λόγια την αδυναμία τους), αλλά επειδή επρόκειτο να Τον ρωτήσουν για ένα απόρρητο και μεγάλο πράγμα.

Τι λοιπόν τους λέγει ο Χριστός; «διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν (: επειδή σας λείπει η πίστη· διότι, αληθινά σας λέω, εάν έχετε πίστη θερμή και δυνατή σαν το μικρό σπόρο του σιναπιού, θα πείτε στο βουνό αυτό, πήγαινε από εδώ εκεί, και θα μετακινηθεί. Και τίποτε δεν θα είναι αδύνατο σε σας)» [Ματθ. 17, 20]. Εάν όμως ήθελες να φέρεις την αντίρρησή σου, ρωτώντας σε ποια περίπτωση μετακίνησαν ένα όρος, εκείνο έχω να σας πω, ότι πραγματοποίησαν πολύ μεγαλύτερα θαύματα, εφόσον ανέστησαν μυρίους νεκρούς· διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα, το να μετακινήσεις ένα όρος και να εκδιώξεις τον θάνατο από ένα νεκρό σώμα. Αναφέρονται μάλιστα μαζί με τους αποστόλους και κάποιοι άγιοι που ήταν πολύ κατώτεροι στο αξίωμα από αυτούς και οι οποίοι μετακίνησαν και όρη, όταν παρουσιάστηκε ανάγκη. Επομένως είναι φανερό ότι και οι απόστολοι θα τα μετακινούσαν εάν το απαιτούσε η περίσταση. Εάν όμως τότε δεν προέκυψε ανάγκη για κάτι παρόμοιο, μην κατηγορείς. Εξάλλου και ο Χριστός δεν είπε ότι «οπωσδήποτε θα μετακινήσετε όρη», αλλά ότι «θα μπορέσετε και αυτό να το κάνετε, αν παραστεί ανάγκη». Αν όμως δεν μετακίνησαν, συνέβη αυτό όχι επειδή δεν μπόρεσαν (πώς ήταν δυνατόν να συμβεί αυτό, τη στιγμή που αυτοί μπόρεσαν να επιτελέσουν και μεγαλύτερα από αυτά;), αλλά επειδή δε θέλησαν, καθώς δεν παρέστη ανάγκη για κάτι τέτοιο. Φυσικό βέβαια και να έχει συμβεί αυτό και να μην έχει γραφεί· καθόσον δεν καταγράφηκαν από τους ευαγγελιστές όλα τα θαύματα που οι απόστολοι επιτέλεσαν.

Τότε βέβαια ήταν ακόμη πολύ ατελείς πνευματικά. Τι λοιπόν; Ούτε αυτήν την πίστη δεν είχαν τότε (σαν τον σπόρο του σιναπιού); Ασφαλώς δεν την είχαν· διότι δεν ήσαν πάντοτε οι ίδιοι· για τον λόγο αυτό και ο Πέτρος, για παράδειγμα, άλλοτε μακαρίζεται από τον Κύριο, και άλλοτε επιτιμάται· όμως και οι υπόλοιποι μαθητές ελέγχονται από τον Χριστό για πνευματική ατέλεια, όταν δεν κατανόησαν τον λόγο Του σχετικά με τη ζύμη [Ματθ. 16, 6-7: «Ὁρᾶτε καὶ προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων. οἱ δὲ διελογίζοντο ἐν ἑαυτοῖς λέγοντες ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβομεν (: ανοίξτε τα μάτια σας και προσέχετε από την κακή επίδραση της υποκριτικής διδασκαλίας των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων, που μοιάζει με κακό προζύμι. Αυτοί όμως άρχισαν να συλλογίζονται μέσα τους και να λένε: ‘’Δεν πήραμε άρτους από προζύμι καθαρό, προζύμι που δεν προέρχεται από σπίτι Φαρισαίου ή Σαδδουκαίου’’)» και Ματθ. 16, 11-12: «πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι οὐ περὶ ἄρτου εἶπον ὑμῖν προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων; τότε συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπε προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τοῦ ἄρτου, ἀλλ᾿ ἀπὸ τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων (:«Πώς δεν καταλαβαίνετε ότι δεν σας είπα για τον συνηθισμένο υλικό άρτο, όταν σας σύστησα να προσέχετε από το προζύμι των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων;’’. Τότε κατάλαβαν ότι δεν τους είπε να φυλάγονται απ’ το προζύμι με το οποίο γίνεται ο άρτος, αλλά απ’ τη διδασκαλία και την υποκρισία των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων)»]. Συνέβη λοιπόν και τότε να φανούν πνευματικά αδύνατοι· διότι πριν από τη Σταύρωσή Του ήσαν πνευματικά πάρα πολύ ατελείς.

Στην περίπτωση επίσης αυτή, «πίστη» εννοεί εκείνη με την οποία μπορούσαν να κάνουν θαύματα και αναφέρει τον κόκκο του σιναπιού, για να φανερώσει την απερίγραπτη δύναμη της πίστεως· διότι μολονότι το σινάπι φαίνεται ως προς το μέγεθος μικρό, όμως έχει την πιο μεγάλη δύναμη από όλα. Για να δείξει λοιπόν ότι και η ελάχιστη ακόμη, αλλά γνήσια πίστη, μπορεί μεγάλα πράγματα να επιτύχει, ανέφερε το σινάπι· και δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτό, αλλά πρόσθεσε και όρη και προχώρησε ακόμη περισσότερο. Διότι, λέγει: «Τίποτα δεν θα σας είναι αδύνατο».

Εσύ όμως θαύμασε από όλα αυτά και τον τρόπο σκέψης τους και τη δύναμη του Πνεύματος. Τον τρόπο σκέψης τους θαύμασέ τον επειδή δεν έκρυψαν το ελάττωμά τους, ενώ τη δύναμη του Πνεύματος, διότι τόσο πολύ ανέβασε, σιγά-σιγά, εκείνους που δεν είχαν πίστη ούτε σαν τον κόκκο του σιναπιού, ώστε να αναβλύσουν από αυτούς ποταμοί και πηγές πίστεως.

«Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ (: αυτό όμως το είδος των δαιμόνων δεν βγαίνει από τον άνθρωπο που έχει καταληφθεί από αυτό, παρά μόνο με προσευχή που συνοδεύεται και με νηστεία, ώστε η προσευχή να γίνεται με διάνοια όσο δυνατόν ελαφρότερη και περισσότερο προσηλωμένη στον Θεό)» [Ματθ. 17, 21], πρόσθεσε, εννοώντας όλο το γένος των δαιμόνων, όχι μόνο αυτών που κατέχουν τους σεληνιαζομένους. Βλέπεις πώς τώρα με τα λόγια Του αυτά τους προετοιμάζει για να ακούσουν τα σχετικά με τη νηστεία; Μη μου αναφέρεις βέβαια τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που ορισμένοι εκδίωξαν δαιμόνια και χωρίς νηστεία. Εάν όμως θελήσει κάποιος να το προβάλλει αυτό και για εκείνους που επιτιμούν ένα και ενδεχομένως και δύο δαιμόνια, όμως πάραυτα είναι αδύνατο κάποιος που πάσχει και κάνει τρυφηλή ζωή, να απαλλαγεί κάποτε από αυτή τη μανία· διότι αυτός που υποφέρει από αυτήν την ασθένεια, αυτός κατεξοχήν έχει ανάγκη από αυτό το πράγμα, δηλαδή την προσευχή που συνοδεύεται από νηστεία.

«Αλλά όμως», θα μπορούσε να πει κανείς, «εάν έχουμε πίστη, τι χρειάζεται η νηστεία;» Χρειάζεται επειδή και η νηστεία μαζί με την πίστη προσφέρει πολύ μεγάλη δύναμη. Καθόσον προσφέρει πολλή ευσέβεια στον άνθρωπο και τον μεταβάλλει από άνθρωπο σε άγγελο και τον κάνει να αγωνίζεται εναντίον των ασωμάτων δυνάμεων. Αυτό όμως δεν μπορεί να το κάνει μόνη της, αλλά χρειάζεται και προσευχή και μάλιστα η προσευχή κατέχει την πρώτη θέση.

Πρόσεχε λοιπόν πόσα είναι τα αγαθά που προέρχονται από αυτές τις δύο αρετές· διότι αυτός που προσεύχεται και νηστεύει όπως πρέπει, δεν χρειάζεται πολλά πράγματα· επομένως, αυτός που δεν χρειάζεται πολλά πράγματα, δεν θα ήταν δυνατό να γίνει ποτέ φιλοχρήματος· και αυτός που δεν είναι φιλοχρήματος, είναι περισσότερο πρόθυμος για ελεημοσύνη. Επιπρόσθετα, αυτός που νηστεύει είναι απαλλαγμένος από βάρη, έχει φτερά και προσεύχεται με καθαρή καρδιά, σβήνει τις πονηρές επιθυμίες και εξευμενίζει τον Θεό και ταπεινώνει την υπερηφανευόμενη ψυχή του. Για τον λόγο αυτόν λοιπόν και οι απόστολοι σχεδόν πάντοτε νήστευαν.

Επίσης, αυτός που προσεύχεται και νηστεύει έχει διπλές φτερούγες, πιο ελαφρές και από τους ίδιους τους ανέμους· διότι δεν χασμουριέται κατά την ώρα της προσευχής, ούτε τεντώνεται, ούτε βυθίζεται σε ύπνο, πράγμα που το παθαίνουν οι περισσότεροι, αλλά έχει μεγαλύτερη δύναμη από τη φωτιά και είναι ανώτερος από τα γήινα πράγματα. Και για τον λόγο αυτόν ο άνθρωπος αυτός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός και πολέμιος των δαιμόνων· καθόσον τίποτε δεν υπάρχει πιο δυνατό από τον άνθρωπο εκείνο που η προσευχή του είναι ειλικρινής· διότι εάν γυναίκα κατόρθωσε να κάμψει κάποιον άρχοντα που δε φοβόταν ούτε τον Θεό ούτε και τον άνθρωπο ντρεπόταν, πολύ πιο εύκολο θα προσελκύσει τον Θεό εκείνος που επιμένει διαρκώς στην προσευχή του προς αυτόν και εξουσιάζει την κοιλία του και αποφεύγει την τρυφηλή ζωή.

Εάν όμως το σώμα σου είναι ασθενές, ώστε να μην μπορείς να νηστεύεις συνεχώς, αλλά όμως δεν είναι ασθενές για την προσευχή, ούτε ανίσχυρο για να περιφρονήσει την κοιλιά· διότι εάν δεν μπορείς να νηστεύεις, μπορείς όμως να μην κάνεις τρυφηλή ζωή. Δεν είναι και αυτό μικρό πράγμα. Ούτε απέχει πολύ από τη νηστεία, αλλά είναι ικανό και αυτό να καταβάλει την μανία του διαβόλου. Καθόσον τίποτε δεν είναι τόσο αγαπητό στον δαίμονα εκείνο, όσο η τρυφηλή ζωή και η μέθη, διότι αυτή η ζωή είναι η πηγή και η μητέρα όλων των κακών. […]

[…] Ας αποφύγουμε λοιπόν αυτήν την ασθένεια, ώστε και τα αγαθά της παρούσης ζωής να απολαύσουμε και τα μελλοντικά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις μαζί και στον Πατέρα και το Άγιον Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

ΠΗΓΕΣ:http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΝΖ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, σελίδες 6-28.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 67, σελ. 103-109(ή: 48-51 του PDF).
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm


(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)


Κυριακή Δ’ Νηστειών: Για τη θεραπεία του σεληνιαζόμενου νέου (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος) – Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ