Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Το μέτρο στην κριτική του Καντ ε

Συνέχεια από:Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

 Το μέτρο στην κριτική του Καντ
Του Gerhard Krüger

ΙΙ. Το μέτρο του Καντ

Η κριτική επομένως δεν έχει καμιά θεωρητική γνώση περί των πραγμάτων καθ’ εαυτά-και έτσι διακρίνεται ο Καντ από τον Hegel-έχει όμως κάποια γνώση. «Επειδή όμως ένα όριο είναι κάτι το θετικό, το οποίο ανήκει τόσο σε εκείνο που βρίσκεται μέσα, όσο και στον χώρο εκτός μιας δεδομένης έννοιας, είναι πραγματικά μια θετική γνώση, στην οποία ο λόγος μετέχει, απλώς επειδή η γνώση αυτή επεκτείνεται μέχρι εκείνο το όριο, και δεν προσπαθεί να υπερβεί το όριο...» (Prol. §59). «Εμείς όμως είμαστε πάνω σε αυτό το όριο, όταν περιορίζουμε την κριτική μας μόνο στην σχέση που ο κόσμος μπορεί να έχει με ένα ον, η έννοια του οποίου  βρίσκεται πέραν της γνώσης την οποία είμαστε εντός του κόσμου ικανοί να αποκτήσουμε. Γιατί στο ύψιστο ον δεν αποδίδουμε ιδιότητες καθ’ εαυτές, δια των οποίων σκεφτόμαστε τα αντικείμενα της εμπειρίας, και με τον τρόπο αυτό αποφεύγουμε τον δογματικό ανθρωπομορφισμό. Αντιθέτως, τις παραθέτουμε (τις ιδιότητες) στη σχέση τους προς τον κόσμο, και με τον τρόπο αυτό επιτρέπουμε ένα συμβολικό ανθρωπομορφισμό, που στην πραγματικότητα αναφέρεται μόνο στην γλώσσα και όχι στα ίδια τα αντικείμενα» (Prol.§57). Είναι μια «επίγνωση σύμφωνα με την αναλογία», δηλαδή σε αναφορά στην «τέλεια ομοιότητα δυο σχέσεων μεταξύ τελείως ανόμοιων πραγμάτων (Prol.§58). «Όταν λέω: είμαστε αναγκασμένοι να θεωρήσουμε τον κόσμο ωσάν να είναι έργο της ανώτατης λογικής και  θέλησης, δεν λέω κάτι άλλο, παρά πως: την σχέση που έχει ένα ρολόι, ένα πλοίο, ένας λόχος, με τον καλλιτέχνη, τον τεχνίτη, τον εντολέα, την ίδια σχέση έχει και ο αισθητός κόσμος (ή αλλιώς, όλα αυτά που αποτελούν την βάση αυτών που ονομάζουμε φαινόμενα) προς το άγνωστο, το οποίο γνωρίζεται όχι βάσει αυτού που είναι καθ'εαυτώ, αλλά βάσει αυτού που είναι για μένα, δια της θεώρησης δηλαδή του κόσμου, του οποίου είμαι μέρος» (Prol.§57 Schl.). Ο τρόπος με τον οποίο ο Καντ στα «Προλεγόμενα» επεξηγεί την έννοια της επίγνωσης των ορίων, δείχνει πως η κριτική βασίζεται σε μια θεολογική μεταφυσική του κόσμου. Η κριτική έχει ανάγκη μιας μεταφυσικής γνώσης, η ουσία της οποίας, που στο σημείο αυτό σημαίνεται από την έννοια της αναλογίας, πρέπει να διασαφηνισθεί. Για την «υπερβατική διδασκαλία περί μεθόδου» προκύπτει το πρόβλημα, μήπως η κριτική, εξαιτίας της έλλειψης μιας επιστήμης των πραγμάτων, θα έπρεπε να κάνει «υπερβατικές υποθέσεις». Αλλά και αυτή η «υποθετική χρήση» του καθαρού λόγου πειθαρχείται επίσης, καθώς οι υποθέσεις είναι απλώς μορφές πιθανής γνώσης. Μόνο στην περίπτωση που υπερασπίζονται κάτι στο οποίο επιτίθεται ο σκεπτικισμός, έχουν κάποιο σχετικό δικαίωμα. Με τον τρόπο αυτό και η θετική πιθανή μορφή της κριτικής επίγνωσης, υποτάσσεται, όσον αφορά στις «αποδείξεις» της, στις υπερβατικές έννοιες και τά θεμέλια των πιθανών εμπειριών ενός συγκεκριμένου τομέα.
Όταν όμως η κριτική είναι μια αρχόμενη μεταφυσική, τότε αναδύεται το ερώτημα, ποιο είναι το θετικό μέτρο για την μέθοδό της. Στο ερώτημα αυτό απαντά το «δεύτερο μέρος» της «υπερβατικής διδασκαλίας περί μεθόδου, το θέμα του οποίου είναι «ο κανόνας του καθαρού λόγου». «Είναι ταπεινωτικό για την ανθρώπινη λογική, το ότι με την καθαρή χρήση δεν επιτυγχάνει κάτι, και μάλιστα χρειάζεται πειθαρχία, για να επιβληθεί στις παρεκτροπές της και να προστατέψει την απάτη της, που προέρχεται από τις παρεκτροπές. Από την άλλη όμως την εξυψώνει και της δίνει αυτοπεποίθηση, το γεγονός ότι μπορεί και πρέπει μόνη της να εξασκήσει αυτή την πειθαρχία, χωρίς να επιτρέπει οποιαδήποτε λογοκρισία. Το ίδιο ισχύει και για τα όρια που η ίδια πρέπει να επιβάλλει στην χρήση της. Ταυτόχρονα είναι σε θέση να περιορίσει τις επιβουλές κάθε αντιπάλου που το παίζει έξυπνος, και να εξασφαλίσει ενάντια σε κάθε επίθεση, αυτό που της απέμεινε αφού έθεσε τις υπερβολικές της απαιτήσεις» (r,V.A 795). Ταπείνωση και εξύψωση-αυτή είναι σύμφωνα με τον Καντ η ουσία του ηθικού αισθήματος της υπόληψης. Η κριτική του καθαρού λόγου, που είναι μια αυτοκριτική της λογικής στα πλαίσια της θεωρητικής της χρήσης, είναι προφανώς μια πρακτική χρήση της λογικής. Και πράγματι, ο κανόνας αυτός, «η προσωποποίηση των θεμελίων τής a priori ορθής χρήσης» του καθαρού λόγου, πρέπει να ισχύει ως ο μοναδικός τρόπος σκέψης περί ιδεών (στο ίδιο σημείο). Ο Κανόνας της κριτικής, είναι ο κανόνας του καθαρού πρακτικού λόγου. είναι η προσωποποίηση των «ηθικών νόμων» (Α 800), ο ηθικός νόμος. Στη «Κριτική του πρακτικού λόγου» (εισαγωγή) γράφει πως η καθαρή λογική ως πρακτική δεν χρειάζεται καμιά κριτική, γιατί η ίδια περιέχει «το κριτήριο της κριτικής που αφορά στην χρήση της. Επίσης, «Η θεμελίωση της μεταφυσικής των ηθών» ισχυρίζεται περί της ηθικά αυτόνομης λογικής, πως η «ευγενέστερη ενασχόληση της» είναι η κριτική, δηλαδή: «να διακρίνει τον κόσμο των αισθήσεων από τον κόσμο της λογικής, και με τον τρόπο αυτό να καταδείξει στην λογική τα όρια της» (IV 312). Όταν αυτά τα εμπόδια με μια προσεκτικότερη ματιά θα έπρεπε να χαρακτηριστούν μάλλον ως σύνορα, και όταν η κριτική λογική «αποβλέπει» στα πράγματα καθ’εαυτά, αυτό λαμβάνει χώρα στην βάση εκείνης της μεταφυσικής που ο Καντ ονομάζει «πρακτική». Η μεταφυσική αυτή λαμβάνει δια της κριτικής τής γνώσης όχι μόνο μια «θέση» για τον εαυτό της, αλλά είναι ταυτόχρονα και εκείνο το στοιχείο πάνω στο οποίο βασίζεται η κριτική, ως αυτοκριτική της λογικής. Αυτή η ίδια της η βάση αποδεικνύει την κριτική απαραβίαστη από τις περιπλανήσεις της λογικής. Η κριτική επομένως είναι η αυτοβοήθεια αυτής της αληθούς μεταφυσικής (την οποία απειλούν αβάσιμες δικαιολογίες αλλά και ο σκεπτικισμός). Με αυτή την έννοια, η κριτική ως σύνολο είναι «Πραγματεία περί της μεθόδου» της μεταφυσικής. Το περιεχόμενο αυτής της μεταφυσικής είναι σύμφωνα με την «υπερβατική διδασκαλία περί μεθόδου» μια μή θεωρητική «εμμενής ηθική θεολογία»,που από την πλευρά της οδηγεί «ακατάπαυστα» σε μια «φυσικοθεολογία», και μάλιστα σε μια «υπερβατική θεολογία» περί Θεού ως «του πιο τελειωμένου» όντος. Σε αυτόν βρίσκονται και οι λόγοι της φύσεως που υπηρετεί κάποιο σκοπό, «και οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι a priori άρρηκτα συνδεδεμένοι με τις εσωτερικές δυνατότητες των πραγμάτων» (r.V.A 814ff.). Όσον αφορά στον Κανόνα, η διδασκαλία περί μεθόδου ολοκληρώνει την δουλειά της (εφόσον το τελευταίο απόσπασμα περί «ιστορίας του καθαρού λόγου» συμβολίζει μια κενή θέση), με το να επινοεί, ως «αρχιτεκτονική του καθαρού λόγου», το σύστημα όλων των τομέων της φιλοσοφίας, αναφερόμενη στην φιλοσοφία ως «κοσμική έννοια». Σύμφωνα με την κοσμική έννοια, η «φιλοσοφία είναι η επιστήμη που ως αντικείμενο της έχει την σχέση κάθε γνώσης προς τους ουσιαστικούς σκοπούς της ανθρώπινης λογικής (teleologia rationis humanae) (Α839). Η κριτική επομένως είναι η τελεολογία της ανθρώπινης λογικής, η οποία είναι σε θέση να κρίνει, βασιζόμενη στον ηθικό κανόνα, ποια χρήση της λογικής είναι ορθή και ποια εσφαλμένη. Λόγω αυτής της ικανότητας, ο ιδανικός φιλόσοφος αποκαλείται «νομοθέτης της ανθρώπινης λογικής» (Α839).

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: