Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Υποκείμενο και νεωτερικότητα - Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου (20)

Συνέχεια από 22. Δεκεμβρίου 2025

Υποκείμενο και νεωτερικότητα 20

Οι Hegel, Nietzsche και Heidegger ερμηνευτές του Καρτέσιου


Του Roberto Morani

3 Ο Χάιντεγκερ, ο Καρτέσιος και το ζήτημα του υποκειμένου

3.3. Ο Καρτέσιος στη δεύτερη φάση της χαϊντεγκεριανής σκέψης

3.3.2. Το υποκείμενο, η σκιά και η καλυμμένη πεδιάδα: Ο 
Καρτέσιος στην τελευταία φάση της εννοιολογικής πορείας του Χάιντεγκερ

Είναι το φαινόμενο της αυτοσυνείδησης: ο Ντεκάρτ κατανόησε ότι κάθε συνείδηση των πραγμάτων και κάθε πράξη του εγώ προϋποθέτουν τη συνείδηση του εαυτού, μια πρωταρχική και μη παραγόμενη σχέση με τον εαυτό, η οποία οριοθετεί μια σφαίρα αυτοαναφοράς, από την οποία μόνο πραγματώνεται η Vorstellung (αναπαράσταση, φαντασία). Αν είναι αληθές ότι σε κάθε παριστάνειν είναι στον παριστάνοντα υποκείμενο που «παρέχεται» το παριστώμενο, προκύπτει η απόλυτη και όχι συμπτωματική ενύπαρξη του ανθρώπου στη Vorstellung, ο θεσμικός του ρόλος να θέτει απέναντι στον εαυτό του το αντικείμενό του: η παρουσία του υποκειμένου είναι, λοιπόν, εντελώς διαφορετική από εκείνη οποιουδήποτε άλλου Objekt, αποτελώντας το αναγκαίο, αφανές σκηνικό πάνω στο οποίο εισέρχεται στη σκηνή το ον. Εν συντομία: η πρόταση cogito me cogitare υπαινίσσεται τη δομική συνανήκειν του παριστάνοντος υποκειμένου και του παριστώμενου αντικειμένου εντός της Vorstellung («Εφόσον ο άνθρωπος που παριστά (rap-presenta), κατ’ ουσίαν, έχει ήδη εισέλθει και ο ίδιος στο παριστώμενο (rap-presentato) εντός του παριστάνειν (rap-presentare), είναι εγγενής σε κάθε παριστάνειν η ουσιώδης δυνατότητα το ίδιο το παριστάνειν να πραγματώνεται στον ορίζοντα εκείνου που παριστά. Το ότι το παριστάνειν και εκείνος που παριστά παριστώνται και αυτά στο ανθρώπινο παριστάνειν δεν σημαίνει, στην πραγματικότητα, ότι εκτός του παριστάνειν, τρόπον τινά, συναντώνται επιπροσθέτως το εγώ και το παριστάνειν του ως περαιτέρω αντικείμενα αυτού του παριστάνειν και κατόπιν περιλαμβάνονται εκ των υστέρων στον κύκλο του παριστώμενου. Στην πραγματικότητα, ο επιδεκτικός παρερμηνείας λόγος, σύμφωνα με τον οποίο εκείνος που παριστά και το παριστάνειν του παριστώνται επίσης σε κάθε παριστάνειν, θέλει ακριβώς να εκφράσει την ουσιώδη συνανήκειν εκείνου που παριστά στη συγκρότηση του παριστάνειν. Αυτό είναι, πρωτίστως, ό,τι σημαίνει η θέση: cogito est me cogitare» (GA 6.2, 136–137/662).). Η συνείδηση του εαυτού δεν προστίθεται εξωτερικά στη συνείδηση των πραγμάτων, σαν να ήταν ένας παρατηρητής που την παρακολουθεί βαδίζοντας πλάι της: η συνείδηση των αντικειμένων και η αυτοσυνείδηση δεν γεννούν δύο παράλληλες πορείες, διότι το Bewußtsein (συνείδηση) θεμελιώνεται στο Selbstbewußtsein (αυτό-συνείδηση)· κάθε αντικειμενοποίηση προϋποθέτει το υποκείμενο που την προάγει και απέναντι στο οποίο τίθεται.

Αφού εκθέσει την καρτεσιανή θεωρία της cogitatio, ο Heidegger υπενθυμίζει τον σύντομο ορισμό της στα Principia Philosophiae «Cogitationis nomine, intelligo illa omnia, quae nobis consciis in nobis fiunt, quatenus eorum in nobis conscientia est. Atque ita non modo intelligere, velle, imaginari, sed etiam sentire, idem est hic quod cogitare» (Με το όνομα cogitatio εννοώ όλα εκείνα που συμβαίνουν μέσα μας, εφόσον τα έχουμε εν συνειδήσει μέσα μας, καθόσον υπάρχει σε εμάς συνείδηση αυτών. Και έτσι, όχι μόνο το νοεῖν (intelligere), το θέλειν (velle), το φαντάζεσθαι (imaginari), αλλά και το αισθάνεσθαι (sentire) είναι εδώ το ίδιο πράγμα με το σκέπτεσθαι (cogitare).)(AT VIII, 7) — προειδοποιώντας ότι η κατά λέξη μετάφραση του όρου cogitatio με το Denken (σκέπτεσθαι) εμπεριέχει τον κίνδυνο να κριθεί εσφαλμένα ο Cartesio ως ο θεμελιωτής του κατακριτέου Rationalismus: μια πλήρης παρεξήγηση, που μπορεί να αποφευχθεί μόνο αν σταθεί κανείς προσεκτικά στην ενιαία Verfassung του παριστάνειν, συλλαμβάνοντας την πρωταρχική συν-παρουσία του παριστάνοντος και του παριστωμένου μέσα στη Vorstellung, δηλαδή την συστατική ενότητα υποκειμένου και αντικειμένου. Έχοντας υπόψη ότι ο Cartesio μετατοπίζει το κέντρο βάρους της αναπαράστασης στο «παρέχειν-στον-εαυτό» (Sich-zu-stellen) το παριστώμενο, και ότι έτσι «ο άνθρωπος που παριστάνει αποφασίζει από μόνος του, εξαρχής και παντού, τι μπορεί να ισχύει ως τεθειμένο και ως σταθερό» (GA 6.2, 139/664), η σύλληψή του περί cogitatio προδίδει τον μεταφυσικά ύψιστο ρόλο που αποδίδεται στο παριστάνειν, και αναγγέλλει ρητά «τι είναι εκείνο που βρίσκεται στο θεμέλιο, δηλαδή το subiectum, το παριστάνειν, και χάρη σε τι το υποκείμενο είναι το subiectum, δηλαδή χάρη στην ουσία της αλήθειας» (ibidem).

Ότι η cogitatio, ως αναπαράσταση, απέκτησε στη νεότερη εποχή ένα οντολογικά κυρίαρχο βάρος, συγκροτώντας το «ανοιχτό» (das Offene) μέσα στο οποίο και μόνο είναι δυνατό να συναντήσει κανείς το ον και να σχετισθεί μαζί του, είναι αυτό που επιδιώκει να εξακριβώσει η περαιτέρω εξέταση του cogito. Ο Heidegger εστιάζει κατ’ αρχάς στο §7 του πρώτου βιβλίου των Principia Philosophiae: «haec cognitio, ego cogito, ergo sum, est omnium prima et certissima, quae cuilibet ordine philosophanti occurrat» (AT VIII, 7), προτείνοντας μια μετάφραση πλήρως σύμφωνη με την καινοτόμο ανάγνωσή του: «diese Erkenntnis "ich stelle vor, also bin ich" ist von allen die (dem Rang nach) erste und gewisseste, die jedem der ordnungsgemäß (wesensgerecht) metaphysisch denkt, entgegenspringt» (GA 6.2, 139). Αφού «αποκρυπτογραφήσει» την διατύπωση ego cogito, ergo sum στη θέση «εγώ παριστάνω, άρα είμαι», ο Heidegger επαναβεβαιώνει το αβάστακτο της συλλογιστικής (συλλογιστικο-συλλογιστικής) ερμηνείας, η οποία εντοπίζει στην πρόταση ergo existo (sum) το συμπέρασμα ενός παραγωγικού συλλογισμού που υποτίθεται ότι συντίθεται σιωπηρά από τη μείζονα προκείμενη is qui cogitat, existit και την ελάσσονα προκείμενη ego cogito· και, δεύτερον, στηλιτεύεται η απόλυτη ανεπάρκεια της «αρνητικής» ερμηνείας, η οποία αρκείται να δηλώσει ότι το καρτεσιανό επιχείρημα δεν είναι ένας κυριολεκτικός συλλογισμός, διότι, ως πρώτη αρχή, είναι αναπόδεικτο και επιβάλλεται χάρη στην άμεση αναγνώριση της ύψιστης και αναμφισβήτητης ενάργειάς του.

Ενάντια σε αυτές τις δύο διαφορετικές προσεγγίσεις, οι οποίες δεν αποκαλύπτουν καθόλου τον κεντρικό πυρήνα της πρώτης καρτεσιανής βεβαιότητας, ο Heidegger παρουσιάζει μια εναλλακτική ανάγνωση, αξιοποιώντας τη προηγούμενη διευκρίνιση της έννοιας της cogitatio. Το επιχείρημα που προτείνει είναι σχετικά απλό: αν είναι αληθές ότι, κατά γράμμα, η καρτεσιανή πρόταση στοχεύει στο sum, στο «εγώ είμαι», προκειμένου να συλλάβει το αναπαριστών ego εντός του Umkreis (περιφέρειας) της αναπαράστασης, τότε η συλλογιστική διατύπωση αποδεικνύεται προδήλως ανεπαρκής, διότι κινείται από κάτι γνωστό προς την εξαγωγή του αγνώστου· ενώ, αντιθέτως, μέσα στην αναπαράσταση το υποκείμενο εμφανίζεται ήδη πάντοτε και συγχρόνως (cooriginariamente) δοσμένο ως εκείνο απέναντι/κατά/μπροστά στο οποίο τίθεται και στέκεται το αντικείμενο. Στη Vorstellung, το εγώ που αναπαριστά δεν είναι λιγότερο γνωστό από αυτό που αναπαρίσταται, και η βεβαιότητα που συνοδεύει την παρουσία του παραμένει εκτός της εμβέλειας οποιουδήποτε συλλογισμού, όσο αυστηρός και δεσμευτικός κι αν είναι.[ΓΙΑ ΟΠΟΙΟΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ Σ'ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ ΤΟΥ ΡΑΜΦΟΥ. Η ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΚΙΝΗΣΗ, Η ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ]

Το ergo δεν μπορεί, επομένως, «να νοηθεί ως ο συνδετικός κρίκος δύο μερών ενός συλλογισμού» (GA 6.2, 142/667), διότι η υποτιθέμενη μείζων προκείμενη is qui cogitat, est (εκείνος που σκέπτεται, είναι) δεν αποτελεί το θεμέλιο, αλλά το αποτέλεσμα του cogito–sum: δεν είναι το «εγώ είμαι» που συνάγεται από το «εγώ αναπαριστώ», αλλά, αντιθέτως, το τελευταίο είναι εκείνο που ορίζει και προσδιορίζει την ουσία του ego sum, από το οποίο συνεπώς εξαρτάται και προκύπτει. Αφού καταγγείλει την αμεταφρασιμότητα του «ύπουλου» (insidioso, ibidem) ergo με το επίρρημα λοιπόν (folglich), το οποίο προαναγγέλλει το συμπέρασμα μιας συμπερασματικής επιχειρηματολογίας, ο Heidegger δηλώνει ότι η καρτεσιανή διατύπωση συνιστά πράγματι μια conclusio, αλλά μόνο με τη συγκεκριμένη έννοια της «άμεσης συνεπαγωγής εκείνου που, κατ’ ουσίαν, συν-ανήκει και διασφαλίζεται μέσα στη συν-ανήκειν του» (ibidem).

Προκειμένου να ανακτηθεί αυτή η πρωταρχική Zusammengehörigkeit (συνάφεια), ο Heidegger επανεγγράφει το επιχείρημα εισάγοντας άνω και κάτω τελεία ανάμεσα στο ergo και στο sum: Ego cogito, ergo: sum, και προτείνει την ακόλουθη παράφραση: «εγώ αναπαριστώ, “και αυτό συνεπάγεται”, “σε αυτό ήδη τίθεται και καθίσταται, μέσω του ίδιου του αναπαριστάνειν”, το εγώ ως ον» (GA 6.2, 142/667). Το ergo δεν εκφράζει μια συνέπεια, μια παραγωγική εξαγωγή, αλλά σημαίνει «και αυτό σημαίνει ήδη καθαυτό», διότι παραπέμπει στη οντολογική συγκρότηση του cogito ως cogito me cogitare.

Εφόσον η παρουσία του ego, με την έννοια της εγωικότητας, δεν προσφέρει ουσιώδη συμβολή στην κατανόηση της Grundsatz (θεμελιώδους πρότασης, θεμελίου), η διατύπωση που είναι πιστότερη προς τις προθέσεις του Cartesio είναι η εξής: cogito sum. Πρόκειται για μια πρόταση που δεν διακηρύσσει ούτε απλώς «ότι σκέπτομαι», ούτε μόνο «ότι είμαι», ούτε, τέλος, συνάγει την ύπαρξη του εγώ από το Tatsache του σκέπτεσθαι, αλλά εκφράζει τη δομική και αναγκαία σύνδεση (Zusammenhang) του cogito και του sum, διαβεβαιώνοντας ότι είμαι, καθόσον είμαι υποκείμενο που αναπαριστά· μια διατύπωση που επικυρώνει τη μείωση του είναι στην αναπαράσταση και τη μεταμόρφωση της αλήθειας σε βεβαιότητα («Η θέση λέει: το παριστάνειν (rap-presentare), το οποίο κατ’ ουσίαν είναι παριστώμενο στον εαυτό του, θέτει το είναι ως παριστωτότητα (rappresentatezza) και την αλήθεια ως βεβαιότητα. Εκείνο στο οποίο όλα ανάγονται ως στο αναμφισβήτητο θεμέλιο είναι η καθαρή ουσία της ίδιας της αναπαράστασης, καθόσον βάσει αυτής προσδιορίζονται η ουσία του είναι και της αλήθειας, αλλά και η ουσία του ανθρώπου ως εκείνου που παριστά, καθώς και ο τρόπος αυτού του καθοριστικού είναι του. Η θέση cogito sum, στο μέτρο που εκφράζει και περιέχει την πλήρη ουσία της cogitatio, θέτει με αυτή την ουσία της cogitatio το γνήσιο subiectum, το οποίο παρέχεται εντός του πεδίου της cogitatio και μόνο μέσω αυτής. Επειδή μέσα στο σκέπτεσθαι είναι εγγενές το “me cogitare”, επειδή στο παριστάνειν ανήκει κατ’ ουσίαν η αναφορά προς εκείνον που παριστά και προς αυτόν συγκεντρώνεται ολόκληρη η παριστωτότητα του παριστώμενου, εξαιτίας όλων αυτών εκείνος που παριστά, και ο οποίος ως τέτοιος μπορεί να ονομαστεί “εγώ”, είναι υποκείμενο με έντονη έννοια, σχεδόν υποκείμενο μέσα στο υποκείμενο· εκείνο στο οποίο, περαιτέρω, μέσα σε ό,τι στην αναπαράσταση βρίσκεται ως θεμέλιο, όλα ανέρχονται» (GA 6.2, 143–144/668–669).).

Χρειάζεται να διευκρινιστεί εκ νέου ότι η ουσιακότητα (Sostanzialität) ανήκει στο ego μόνο εντός του πεδίου της cogitatio, ενώ, αν αυτό αποσπαστεί από την αναπαράσταση, χάνει ipso facto τον χαρακτήρα του ως Grund (θεμέλιο, λόγος): η απόδοση στο εγώ του γνωρίσματος του «υποκειμένου μέσα στο υποκείμενο» (GA 6.2, 144/669) υποδεικνύει με τρόπο υποδειγματικό την προνομιακή του θέση στο εσωτερικό της αναπαράστασης, καθώς και την αυξανόμενη αυτονομία και τη δεσπόζουσα θέση που του αναγνωρίζει η Neuzeit σε σχέση με το υπόλοιπο ον.

Σε συμφωνία με την κίνηση—ήδη προαναγγελθείσα στο Die Zeit des Weltbildes—της απο-ουσιοποίησης (De-Sostanzialisierung) του καρτεσιανού ego, ώστε να καταστεί ευκολότερα αναγνώσιμο ως πρώτη και ασυνείδητη συμπύκνωση της Wille zur Macht, ο Heidegger επισημαίνει ότι το καρτεσιανό εγώ είναι υποκείμενο μόνο με την έννοια του υποκειμένου της αναπαράστασης και όχι με την έννοια μιας χωριστής ουσίας που υπάρχει ανεξάρτητα από τις πράξεις της· δηλαδή, αφαιρουμένης της Vorstellung (Η Annalisa Rossi επισημαίνει εύστοχα ότι η ουσιακότητα (sostanzialità) της res γίνεται, τρόπον τινά, μέσα στο παριστάνειν. Και νωρίτερα: «Ο Heidegger εντοπίζει στο cogito την ενιαία δομή που συγκροτείται από παριστάνον–παριστάνειν–παριστώμενο, μέσα στην οποία εκείνος που παριστά δεν είναι ήδη δοσμένος εκτός της αναπαράστασης· με καρτεσιανούς όρους θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν είναι ήδη ουσία υφιστάμενη καθ’ εαυτήν» (A. Rossi, Cogito e coscienza. Heidegger interprete di Descartes, στο «Giornale di Metafisica», XXV, 2003, 1, σσ. 47–63, ειδ. σσ. 58 και 48).). Αφού εισαχθεί αυτή η βασική διευκρίνιση, η πρόταση cogito sum, η οποία αποκαλύπτει τον θεμελιώδη ρόλο που ανήκει στο υποκείμενο εντός του κύκλου της αναπαράστασης, μπορεί ασφαλώς να διατυπωθεί και με τον τύπο sum res cogitans. Ωστόσο, παρατηρεί ο Heidegger, αυτή η διατύπωση έχει παραδοσιακά δημιουργήσει πλήθος προβλημάτων στους ερμηνευτές, διότι, μεταφρασμένη και κατανοημένη κατά γράμμα, φαίνεται να εξομοιώνει την υποκειμενικότητα με τα υπόλοιπα πράγματα, νοώντας την ως res που υποκείται στις ίδιες της τις δραστηριότητες και συμπεριφορές, δηλαδή ως substantia στην οποία ενυπάρχει ουσιωδώς το γνώρισμα του σκέπτεσθαι.

Χωρίς να διατυπώνει ρητά τη μεταγενέστερη διαφωνία του με τις προηγούμενες θέσεις του, ο Heidegger εγκαινιάζει έναν αυστηρό και κριτικό αναστοχασμό της ερμηνείας της res cogitans όπως αυτή είχε προταθεί στο Sein und Zeit, όπου το άλμα από το ego cogito στο «πράγμα που σκέπτεται» αποδιδόταν στην καρτεσιανή εξάρτηση από τη Σχολαστική και στη σύμφυτη τάση του Dasein να κατανοεί τον εαυτό του με αφετηρία τον κόσμο μέσα στον οποίο είναι ριγμένο και για τον οποίο μεριμνά. Τώρα, δεκατρία χρόνια αργότερα, η chose qui pense δεν συμβολίζει πλέον το φοβερό ουσιοκρατικό παράδειγμα από το οποίο θα έπρεπε, με μια πράξη ερμηνευτικής βίας, να απελευθερωθεί η φιλοσοφία για να επιστρέψει στο οντολογικά θεμελιώδες έδαφος του Dasein. Ως ουσία που υφίσταται καθ’ εαυτήν, η μορφή της res cogitans δεν ανήκει, κυριολεκτικά, στο αυθεντικό καρτεσιανό στοχασμό—δεν βρίσκεται στο ύψος της τεράστιας εποχικής μεταμόρφωσης που προκάλεσε η ανακάλυψη του cogito—αλλά προκύπτει από τον ανεπαρκή τρόπο έκφρασης του Γάλλου φιλοσόφου· απορρέει, δηλαδή, από την εξωτερική αποδοχή στο γλωσσικό του ιδίωμα των θεωρητικών συντεταγμένων της μεσαιωνικής σκέψης, ιδίως της διάκρισης του όντος σε substantia infinita και substantia finita (άπειρη και πεπερασμένη ουσία) («Για μία ακόμη φορά είναι ο ίδιος ο Descartes που υποβάλλει μια εξωτερική και ανεπαρκή ερμηνεία της res cogitans, στο μέτρο που μιλά διδακτικά στη γλώσσα της μεσαιωνικής σχολαστικής και διαιρεί το ον στο σύνολό του σε substantia infinita και substantia finita. Η substantia είναι η παραδεδομένη και κυρίαρχη ονομασία για το ὑποκείμενον, το subjectum με τη μεταφυσική έννοια. Η substantia infinita είναι ο Deus: summum ens, δημιουργός. Το πεδίο της substantia finita είναι το ens creatum. Αυτό ο Descartes το διαιρεί σε res cogitantes και res extensae.
Έτσι, όλο το ον γίνεται αντιληπτό από την προοπτική του creator και του creatum, και ο νέος προσδιορισμός του ανθρώπου μέσω του cogito sum εγγράφεται, θα λέγαμε, απλώς μέσα στο παλαιό πλαίσιο. Έχουμε εδώ το πιο απτό παράδειγμα της επικάλυψης, πάνω σε μια νέα αρχή της μεταφυσικής σκέψης, του προηγούμενου σχήματος» (GA 6.2, 144/669). Και λίγο παρακάτω:
«Όμως, εξαιτίας των πολλαπλών προσπαθειών του να καταστήσει κατανοητές στους συγχρόνους του τις νέες όψεις της μεταφυσικής του, λαμβάνοντας υπόψη τις επιφυλάξεις τους, ο Descartes αναγκάστηκε να μιλά ξεκινώντας από το παραδοσιακό επίπεδο και να διαφωτίζει έτσι τη δική του θεμελιώδη θέση απ’ έξω, δηλαδή πάντοτε με ανεπαρκή τρόπο· μια διαδικασία στην οποία κάθε ουσιώδης σκέψη παραμένει εκτεθειμένη — διαδικασία που είναι ήδη το αποτέλεσμα μιας απόκρυφης σχέσης» (GA 6.2, 148/672–673). Το συμπέρασμα παραπέμπει σιωπηρά στην αποτυχία του Sein und Zeit, την οποία ο Heidegger δικαιολογεί αναδρομικά επικαλούμενος την απόκλιση ανάμεσα στην ανανεωτική πρόθεση και τη παραδοσιακή μεταφυσική γλώσσα που αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει. Βλ. GA 9, 327–328/281.).


Απέναντι στις δυσκολίες του Cartesio να εκφράσει, με μια γλώσσα που ανήκει σε έναν ιστορικό και εννοιολογικό κόσμο ήδη ξεπερασμένο, τις καινοτόμες θέσεις του, ο Heidegger καλεί να αναστοχαστούμε «το νόημα των καρτεσιανών θέσεων και εννοιών όπως το ήθελε ο ίδιος ο Descartes, ακόμη κι αν για τον σκοπό αυτό καθίστατο αναγκαίο να μεταφραστούν οι διατυπώσεις του σε μια άλλη “γλώσσα”» (GA 6.2, 145/669). Εφόσον στην θεμελιώδη αρχή (Grundsatz) του cogito το παλαιό και το νέο θεωρητικό πλαίσιο συμπλέκονται και συγχέονται, πρέπει να ανιχνευθεί η νεωτερική του «πολιτότητα» που έχει θαφτεί κάτω από το παραδοσιακό λεξιλόγιο: ακριβώς στη θεμελίωση της νεωτερικότητας ανευρίσκεται το βαθύ του νόημα και η αδιαμφισβήτητη κεντρικότητά του στο πλαίσιο της Seinsgeschichte (ιστορία του Είναι).

Ο Heidegger επαναλαμβάνει την ίδια χουσσερλιανή κίνηση απο-μεσαιωνοποίησης του Cartesio, αλλά αντιστρέφει το πρόσημο και την κατεύθυνσή της, καθόσον στρέφεται στην καταγγελία της υποκειμενικότητας και όχι στη ριζοσπαστικοποίησή της, στην αποστασιοποίηση από την καρτεσιανή κληρονομιά και όχι στην επανοικείωσή της. Με άλλα λόγια: ο Cartesio είναι το πρόβλημα και όχι η λύση· αντιπροσωπεύει την απαρχή της μηδενιστικής κρίσης της νεωτερικότητας και όχι την προϋπόθεση της υπέρβασής της.

Μετατεθειμένη και παραφρασμένη στη γλώσσα της αποκαλυπτικής geschichtliche Besinnung (ιστορική στοχαστική περίσκεψη), η διατύπωση sum res cogitans ανακτά και αποκαλύπτει όλο το μεταφυσικό της βάθος: εφόσον από τις προηγούμενες αναλύσεις προέκυψε ότι το sum καθορίζεται ως ego cogito και ότι η res cogitans δεν σημαίνει το πράγμα που διαθέτει την ικανότητα του σκέπτεσθαι, αλλά εκείνο που αναπαριστά τον εαυτό του, ο Heidegger μεταφράζει την καρτεσιανή έκφραση ego sum res cogitans (πρβλ. AT VII, 34) στον ισχυρισμό ότι το εγώ είναι ένα ον του οποίου ο τρόπος του είναι συνίσταται στο παριστάνειν, έτσι ώστε αυτό το παριστάνειν, μέσα στην παριστωτότητα, παριστά και εκείνον που παριστά.

Το είναι του όντος που εγώ ο ίδιος είμαι, και που κάθε φορά ο άνθρωπος είναι καθόσον είναι ο εαυτός του, έχει ως ουσία του την παριστωτότητα, το είναι-τεθειμένο-απέναντι, και τη βεβαιότητα που της ανήκει. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει: «εγώ είμαι μια απλή αναπαράσταση», μια απλή σκέψη και, συνεπώς, κάτι μη αληθινά πραγματικό· σημαίνει, αντιθέτως: η σταθερότητα του εαυτού μου ως res cogitans συνίσταται στο ασφαλές, διαπιστωμένο είναι του παριστάνειν, στη βεβαιότητα σύμφωνα με την οποία το εαυτός τίθεται απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό (GA 6.2, 145/669–670).

Συνεχίζεται

ΜΠΡΑΒΟ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ Ο ΡΑΜΦΟΣ!

Δεν υπάρχουν σχόλια: