Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Το μέτρο στην κριτική του Καντ ι

Συνέχεια από: Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

  Το μέτρο στην κριτική του Καντ
Του Gerhard Krüger

ΙΙΙ. Η εφαρμογή του μέτρου( περί οντολογίας)

Στην πραγματικότητα, η κριτική ασχολείται με την συσχέτιση, όπου η αλληλεπίδραση εξυπηρετεί κάποιο σκοπό. Μπορούμε επομένως να επιβάλουμε στην φύση a priori νόμους, καθώς η φύση-ως ορισμός τού συνόλου των φαινομένων-είναι κατάλληλη προς αυτό, επειδή τα πράγματα, εφόσον δίδονται στην θεώρησή μας, έχουν για την διάνοια κάποιο «σκοπό». Η δυνατότητα της αυτονομίας τού είναι βασίζεται επομένως στην τελεολογικά προσδιοριζόμενη θέση του ανθρώπου εντός της «δυναμικής» συνάφειας του κόσμου: εδώ υπάρχουν πράγματα που προσαρμόζονται στην καθαρή αυθορμησία του ανθρώπου, και τα οποία, για τον λόγο αυτό, μπορούν να κυριαρχηθούν δια της τεχνικής. Όλοι οι «τεχνικοί» κανόνες είναι «θεωρητικοί». Υπάρχουν όμως και άλλα, τα οποία για τον σκοπό αυτό είναι πολύ «μεγάλα», πολύ «υψηλά»: ο Θεός, το σύμπαν και η ηθική ελευθερία. Για όλα αυτά τα πράγματα ισχύει, πως το είναι τους δεν εξαντλείται στην αντικειμενικότητα που έχουν για μας. Η «υπερβατική αναγωγή» είναι στην πραγματικότητα «teleologia rationis humanae» (τελεολογία τής ανθρώπινης λογικής). Παρακολουθεί τα πράγματα όπως προσφέρονται στα αισθητήρια μας-και επομένως εκφράζεται «με απλότητα», εμπειρικά-ανθρωπολογικά, περί των δυνατοτήτων μας και των πραγμάτων, περί κτηρίων, άστρων, ζεστών δωματίων, που «αγγίζουν τα αισθητήρια μας». Η λογική όμως στην περίπτωση αυτή δεν στηρίζεται στην κατηγορική, αλλά στην τελεολογική χρήση της. Η εμπειρία είναι πάντα εμπειρική θεώρηση και σκέψη. Η τελεολογική εμπειρία όμως, βάσει της οποίας η κριτική μιλά περί «μηχανικής» εμπειρίας ως τέτοιας, δηλαδή περί συσχέτισης αντικειμένου και αυθόρμητης λογικής, δεν σκέφτεται αυθόρμητα. Το είναι της «μηχανικής» εμπειρίας, την πραγματικότητα τού οποίου επικαλείται η «υπερβατική αναγωγή», είναι ένα δεδομένο είναι, και η αυτοκριτική τής οντολογίας λαμβάνει χώρα μόνο, όταν η αυθόρμητη κατανόηση τού είναι εξετάζεται στην βάση κάποιου προσλαμβανόμενου είναι. Εδώ όμως αναδεικνύεται η δυσκολία στην αυτοπεποίθηση τής κριτικής: η κριτική τής υπερβατικής φιλοσοφίας, ως αυτοκριτική, μπορεί να περιπέσει στην παρεξήγηση, πώς στην περίπτωση που λειτουργεί περιοριστικά, δεν της επιτρέπεται να γνωρίζει, λες και η ίδια περιορίζεται με τον τρόπο αυτό. Η οντολογία ως επιστήμη τού αυτό-επινοημένου Είναι περιορίζεται στην εμπειρία. Και έτσι μπορεί να φανεί και στην αυτοκριτική της πως δεν «γνωρίζει» κανένα άλλο είναι, σαν να ήταν και για την ίδια «άγνωστα» τα πράγματα καθ’ εαυτά. Ο Καντ το εκφράζει συχνά και με αρκετή σαφήνεια, πως η αντίληψη περί πραγμάτων καθ’ εαυτά «δεν απλώς νόμιμη, αλλά και αναπόφευκτη» (Prol.§32). Ταυτίζει όμως τήν κρίνουσα με την κρινόμενη λογική, με τρόπο που δείχνει πως αντιλαμβάνεται ως αυθόρμητη σκέψη όχι μόνο την κρινόμενη χρήση της λογικής, αλλά και την κρίνουσα. Για τον λόγο αυτό, στον μεθοδολογικό στοχασμό (στο «Επίμετρο της υπερβατικής ανάλυσης») αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα στην ύπαρξη του καθ’ εαυτόν, ως ένα κόσμο που έχει χωριστεί από την εμφάνιση του, ως ένα κόσμο των μονάδων του Leibniz, που τον θεωρεί «μια πλατωνικώς ορθή έννοια περί κόσμου» (Met.Anfgr.IV413). Λέει, πως οι κατηγορίες επεκτείνονται  «περισσότερο» από την αισθητηριακή θεώρηση, τα νοούμενα όμως δεν μπορούν να οριστούν θετικά (r.V.A 254). Στην πραγματικότητα όμως γνωρίζει (και χρησιμοποιεί αυτό το δεδομένο) πως η ύπαρξη των πραγμάτων καθ’ εαυτά, δηλαδή ο από τον Θεό «θετικά» κατανοούμενος χαρακτήρας τους ως νοούμενα, εκφράζεται και στον φαινομενικό χαρακτήρα τους. Γνωρίζει (ο Καντ) πως οι σκέψεις του Θεού, οι οποίες «προσφέρουν» κατ’ αρχάς τα αντικείμενα, φανερώνονται για μας στην εμφάνιση των αντικειμένων-εφόσον κρίνεται πως τα πράγματα «εξυπηρετούν κάποιο σκοπό». Η κριτική, η οποία διακρίνει τα φαινόμενα από τα πράγματα καθ’ εαυτά, ζει στην πραγματικότητα από την συσχέτιση των δυο τρόπων υπάρξεως, από το γεγονός δηλαδή πως η εμφάνιση «έχει πάντα δυο πλευρές» (r.V.A 38; BXVIII Anm.). Η διαπίστωση της κινείται, ούτε στη αποκλειστικά φαινομενολογική, ούτε  αποκλειστικά στην σκέψη που στηρίζεται στα νοούμενα, αλλά στην μετάβαση μεταξύ των δυο. Στην σκέψη εκείνη, πάνω στην οποία στοχάζεται η «κριτική της κριτικής δυνάμεως». Η «κριτική του καθαρού λόγου», δεν φτάνει ακόμα στο επίπεδο αυτού που πράττει.
Για να κατανοήσουμε τους λόγους που προκάλεσαν αυτές τις δυσκολίες, θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν την ιστορική θέση της κριτικής. Η αφορμή για την κριτική βρίσκεται στην καθαρή αυθορμησία της αντίληψης περί του Είναι. Για τον Καντ το θέμα παρουσιάζεται έτσι, σαν η αφορμή αυτή να συνδέεται με την ύπαρξη της οντολογίας. Λες και η μεταφυσική είχε ανέκαθεν ανάγκη αυτής της αφορμής προς κριτική. Η αλήθεια είναι πως η αυθόρμητη «επινόηση» του Είναι, είναι κάτι μοντέρνο. Η αρχαία και η μεσαιωνική οντολογία είχε να κάνει με ένα δεδομένο Είναι. Στον Πλάτωνα δεν είναι μόνο η αίσθησις ένα πάθος, αλλά και η φρόνησις (Φαιδ. 79D, Φιλ. 15D). Ο Αριστοτέλης μιλά περί «αγγίγματος» (θιγγάνειν) των αντικειμένων της νοήσεως (Μεταφ. Θ 10,1051b 24; Λ71072b 21). Ο Μεσαίωνας κατανοούσε την γνώση τού Είναι ως μια κατανοούσα διείσδυση στο από τον Θεό δεδομένο Είναι.  Αν ο Καντ αντί αυτού παίρνει ένα «αυτό-επινοημένο» Είναι ως σημείο εκκίνησης, αυτό οφείλεται στο γεγονός, πως ένα τέτοιο είναι αντιστοιχεί στην μοντέρνα ιδέα περί επιστήμης. Απαντώντας στο ερώτημα: «τι μπορώ να γνωρίζω;», προσανατολίζεται στον τρόπο που η μοντέρνα επιστήμη «γνωρίζει». Μεταφέρει την μοντέρνα έννοια περί «βέβαιης πορείας της επιστήμης» στην μεταφυσική. Όχι χωρις αφορμή, γιατί εκεί βρίσκεται στην πραγματικότητα ο προσανατολισμός της μοντέρνας, «διανοητικής» μεταφυσικής, με την οποία ο Καντ ασχολείται. Αρνούμενος όμως αυτή την μεταφυσική χάριν μιας καλύτερης, επιστρέφει, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, στην παλιά σημασία του Είναι. Ο ίδιος «γνωρίζει» με ένα τρόπο μη μοντέρνο, αλλά δεν το έχει συνειδητοποιήσει σαφώς. Η απορία αυτή στην αυτοσυνειδησία τής κριτικής, προδίδει στον στοχασμό του Καντ την εξάρτισή της από τις ιστορικές συνθήκες. Ο αναστοχαστικός πρόλογος της δεύτερης έκδοσης της «Κριτικής του καθαρού λόγου», τοποθετεί την «περιπλάνηση» της μεταφυσικής σε αναλογία προς τις πρωτόγονες απαρχές των άλλων διανοητικών επιστημών, οι οποίες ασχολούνται με τα αντικείμενα, τα μαθηματικά και την φυσική δηλαδή. Αυτές οι δυο επιστήμες ήταν το ίδιο αμφίβολες, όπως και η μεταφυσική, όταν τα μαθηματικά προσπαθούσαν να «μιμηθούν τις ιδιότητες των σχημάτων» (Descartes, Regulae, Regula IV), και η φυσική «σερνόταν λες και ήταν δεμένη σε ένα λουρί» από μόνη την φύση, και διδασκόταν από αυτήν, «με την ίδια ποιότητα που ένας μαθητής,  ακούει ό,τι θέλει ο δάσκαλος». Η βέβαιη πορεία μιας επιστήμης «για όλες τις χρονικές στιγμές καί για τα άπειρα πλάτη», άρχισε με μια ξαφνική «επανάσταση του τρόπου σκέψης», δηλαδή με την στροφή από τον προσληπτικό στον αυθόρμητο τρόπο έρευνας. Η τελείωση της λογικής, στην οποία η νόηση «δεν ασχολείται με τίποτε άλλο παρά με τον εαυτό της και την μορφή της» (r.V. B IX), δείχνει, πως η βεβαιότητα της επιστήμης αυξάνεται στον βαθμό που αυτή στηρίζεται στην δική της διεξαγόμενη δραστηριότηταμε αυτοπεποίθηση, και όχι στα αντικείμενα. Επομένως, η τελειότητα της μαθηματικής γνώσης στηρίζεται στο γεγονός, πως ο μαθηματικός δεν αποδίδει στο πράγμα τίποτε άλλο, «παρά αυτό που αναγκαίως προκύπτει από αυτό που ο ίδιος, σύμφωνα με την αντίληψη του, έθεσε μέσα στο υπό εξέταση πράγμα» (r.V.B XII). Και η πραγματική επίγνωση τής πραγματικότητας, δηλαδή η μόλις στην νεώτερη εποχή βέβαιη φυσική, «εξαναγκάζει» την φύση να απαντήσει στα ερωτήματα της, όπως ένας «διορισμένος δικαστής» εξαναγκάζει τους μάρτυρες (στο ίδιο σημείο, B XIII).

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...